Α. Π.1114/2023
Στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 96 Ν. 4745/2020 ορίστηκε ότι "οι διατάξεις του άρθρου 32 καταλαμβάνουν τις πράξεις που τελούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου", προβλέφθηκε δηλαδή ότι οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 32 του νόμου αυτού δεν εφαρμόζονται στις πράξεις που τελέστηκαν έως τις 6-11-2020, διατηρώντας έτσι σε ισχύ τις διατάξεις του άρθρου 55Α του Ν. 4174/2013 για τα φορολογικά αδικήματα που τελέστηκαν πριν το χρόνο αυτό. Συνακόλουθα, όσον αφορά την παραγραφή των φορολογικών αυτών αδικημάτων τυγχάνουν εφαρμοστέες οι προαναφερθείσες διατάξεις του Ν. 4174/2013.
Η επιλογή του νομοθέτη να θεσπίζει με ειδική μεταβατική διάταξη τη μη αναδρομικότητα του επιεικέστερου νόμου είναι επιτρεπτή, χωρίς μάλιστα να τίθεται θέμα αντισυνταγματικότητας ή παραβίασης του άρθρου 15 παρ. 1 του Δ.Σ.Α.Π.Δ., διότι η επιλογή αυτή του νομοθέτη αποσκοπεί στην ασφάλεια δικαίου και στην αποφυγή διακρίσεων μεταξύ των πολιτών (ΑΠ 594/2021).
Αριθμός 1114/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Φραγκάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ΄ αριθμ. 42/2022 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Πηνελόπη Παρτσαλίδου – Κομνηνού, Ελένη Κατσούλη, Δημήτριο Τράγκα – Εισηγητή και Ελένη Μπερτσιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 8 Μαρτίου 2022, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Όλγας Σμυρλή, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, περί αναιρέσεως της αποφάσεως 8219/2021 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενο τον ….., κάτοικο Ωραιοκάστρου Θεσσαλονίκης, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Βαχαρακίδου.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30-11-2021 και με αριθμό 4/2021 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, …… και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1183/2021.
Αφού άκουσε
Την Αντεισαγγελέα που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 30/11/2021 και με αριθμό 4/2021 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης για αναίρεση της με αριθμό 8219/2021 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου ……. για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ΄ εξακολούθηση για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, η συνολική αξία των οποίων δεν υπερβαίνει το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων ευρώ (15.000,00€), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 474 παρ. 1 εδ. α και γ΄, 504 παρ. 1, 505 παρ. 1 περ. β΄, 507 του ΚΠοινΔ), περιέχει, δε, λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Ε και Θ του ΚΠοινΔ (απόλυτη ακυρότητα, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και υπέρβαση εξουσίας, αντίστοιχα). Συνακόλουθα, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.
Κατά το άρθρο 21 παρ. 2 Ν. 2523/1997, όπως: συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 αυτού, ήτοι της έκδοσης ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, η παραγραφή αρχίζει, κατ' εξαίρεση του κανόνα περί έναρξης αυτής από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη (άρθρο 112 ΠΚ), από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου (ΑΠ 594/2021, ΑΠ 810/2020, ΑΠ 653/2020). Οι διατάξεις των άρθρων 17-21 του Ν. 2354/1997 καταργήθηκαν με το άρθρο 71 Ν. 4174/2013, που προστέθηκε με το άρθρο 8 Ν. 4337/2015, ενώ με τις διατάξεις των άρθρων 55Α και 68 παρ. 2 του Ν. 4174/2013, οι οποίες προστέθηκαν με τα άρθρα 3 παρ. 5 και 8 του Ν. 4337/2015, ορίζετο ότι η παραγραφή των φορολογικών αδικημάτων αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής. Με το άρθρο 32 παρ. 3 και 4 Ν. 4745/6-11-2020 αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 55Α του Ν. 4174/2013, ενώ, με το άρθρο 92 του ίδιου Ν. 4745/2020 καταργήθηκε η παρ. 2 του άρθρου 68 Ν. 4174/2013, που ρύθμιζαν την ειδική κατά τα ανωτέρω έναρξη της παραγραφής των αδικημάτων φοροδιαφυγής, όμως ορίστηκε ότι η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται μέχρι την οριστικοποίηση της οικείας εκτελεστής πράξης της φορολογικής αρχής, λόγω άπρακτης παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής, ή μέχρις ότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε, στην περίπτωση δε αυτή της αναστολής της προθεσμίας παραγραφής, δεν ισχύει ο χρονικός περιορισμός της αναστολής του άρ. 113 παρ. 2 α' Π.Κ. Εξάλλου, στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 96 Ν. 4745/2020 ορίστηκε ότι "οι διατάξεις του άρθρου 32 καταλαμβάνουν τις πράξεις που τελούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου", προβλέφθηκε δηλαδή ότι οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 32 του νόμου αυτού δεν εφαρμόζονται στις πράξεις που τελέστηκαν έως τις 6-11-2020, διατηρώντας έτσι σε ισχύ τις διατάξεις του άρθρου 55Α του Ν. 4174/2013 για τα φορολογικά αδικήματα που τελέστηκαν πριν το χρόνο αυτό. Συνακόλουθα, όσον αφορά την παραγραφή των φορολογικών αυτών αδικημάτων τυγχάνουν εφαρμοστέες οι προαναφερθείσες διατάξεις του Ν. 4174/2013. Η επιλογή αυτή του νομοθέτη είναι συνέχεια της διαχρονικής του επιλογής να θεσπίζει για τα αδικήματα φοροδιαφυγής τη μετάθεση της έναρξης του χρόνου παραγραφής σε χρόνο μεταγενέστερο του χρόνου τέλεσης της πράξης, προς αποφυγή της παραγραφής των αδικημάτων αυτών, αξιολογώντας τη συστημική αδυναμία που περιβάλλει τις συνθήκες λειτουργίας της φορολογικής διοίκησης, η ενέργεια της οποίας είναι απαραίτητη προ της εμπλοκής της δικαστικής αρχής. Η εν λόγω επιλογή προκύπτει από τις σχετικές διατάξεις των Ν. 2523/1997 και 4174/2013, αλλά και αυτού του Ν. 4745/2020 (που καθιέρωσε την .αναστολή της παραγραφής πέραν των προβλεπόμενων στο άρθρο 113 παρ. 2 α' Π.Κ. ορίων, για όσο διάστημα διαρκεί η διοικητική διαδικασία) καθώς και του τελευταίου Ν. 4764/2020 (που επίσης προέβλεψε μετάθεση του χρόνου έναρξης της παραγραφής). Εξάλλου, η άνω νομοθετική επιλογή εξηγείται και με τη λογική παραδοχή ότι οι διατάξεις περί παραγραφής και περί αναστολής αυτής εμφανίζονται ως αδιάσπαστο σύνολο διατάξεων και μόνο ως μία ενιαία ρύθμιση μπορούν να αντιμετωπιστούν, ώστε δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός της εφαρμογής τους, εν μέρει με βάση τον προϊσχύσαντα και εν μέρει με βάση τον μεταγενέστερο νόμο. Οι νομοθετικές αυτές προβλέψεις τελούν σε νοηματική ενότητα και αντιμετωπίζονται ως μία "διάταξη" κατά την έννοια του άρθρου 2 Π.Κ. και μόνο ως ένα ενιαίο λειτουργικό σύνολο μπορούν να συγκριθούν. Ειδικότερα, το ίδιο πραγματικό γεγονός και δη η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, ετίθετο κατά το προϊσχύσαν δίκαιο ως το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής του αξιοποίνου, χωρίς πρόβλεψη για αναστολή της προθεσμίας της παραγραφής, η οποία δεν ήταν απαραίτητη. Κατά το ισχύον μετά τον Ν. 4745/2020 δίκαιο το ίδιο ως άνω πραγματικό γεγονός τίθεται ως το χρονικό σημείο της λήξης της χωρίς χρονικό περιορισμό αναστολής της παραγραφής, επιφέροντας ουσιαστικά την ίδια έννομη συνέπεια, κατά τρόπον ώστε να καθίσταται αδύνατος ο διαχωρισμός των διατάξεων για την έναρξη της παραγραφής και για την αναστολή αυτής. Σε κάθε περίπτωση, η επιλογή του νομοθέτη να θεσπίζει με ειδική μεταβατική διάταξη τη μη αναδρομικότητα του επιεικέστερου νόμου είναι επιτρεπτή, χωρίς μάλιστα να τίθεται θέμα αντισυνταγματικότητας ή παραβίασης του άρθρου 15 παρ. 1 του Δ.Σ.Α.Π.Δ., διότι η επιλογή αυτή του νομοθέτη αποσκοπεί στην ασφάλεια δικαίου και στην αποφυγή διακρίσεων μεταξύ των πολιτών (ΑΠ 594/2021). Εξετέρου λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 2/2011). Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτής προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι΄ αυτό κατά το νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΑΠ 737/2023, ΑΠ 1003/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του 8219/2021 το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, ότι: «Στη Θεσσαλονίκη κατά τη διαχειριστική περίοδο από 01-01-2008 έως 31-12-2008, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ως διαχειριστής της, εδρεύουσας επί της οδού … στην Τριανδρία Θεσσαλονίκης, ατομικής επιχείρησης με κύρια δραστηριότητα ……, προέβη σε αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Ειδικότερα, υπό την προρρηθείσα ιδιότητα του, αποδέχτηκε πέντε (5) εικονικά φορολογικά στοιχεία (Τιμολόγια -Δελτία Αποστολής), συνολικής καθαρής αξίας, χωρίς Φ.Π.Α., 13.816 ευρώ - δύο εκ των οποίων εκδοθέντα από την εταιρεία με την επωνυμία ……..», ΑΦΜ … και τα λοιπά τρία (3) από την ατομική επιχείρηση ….. - ΑΦ Μ … - και δη τα εξής: 1) το υπ' αριθμ. 259Σ/Α/ 25-07-2008 Τιμολόγιο Πώλησης - Δελτίο Αποστολής, εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία ……., καθαρής αξίας 3.046 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α αξίας 578,74 ευρώ, 2) το υπ' αριθμ. 4497/31-07-2008 Τιμολόγιο Πώλησης - Δελτίο Αποστολής, εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία ……., καθαρής αξίας 3.270 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α αξίας 621,30 ευρώ, 3) το υπ' αριθμ. 158/15-10-2008 Τιμολόγιο-Δελτίο Αποστολής, εκδόσεως της ατομικής επιχείρησης ….., καθαρής αξίας 2.500 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α αξίας 475 ευρώ, 4) το υπ΄ αριθμ. 165/20-10-2008 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής, εκδόσεως της ατομικής επιχείρησης ……, καθαρής αξίας 2.500 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α αξίας 475 ευρώ, και 5) το υπ' αριθμ. 45/30-10-2008 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής, εκδόσεως της ατομικής επιχείρησης ….
., καθαρής αξίας 2.500 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α αξίας 475 ευρώ. Ωστόσο, τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία αφορούσαν ανύπαρκτες στο σύνολο τους συναλλαγές, καθότι αφενός η, εκδότρια των υπ' αρίθμ. 259Σ/Α/25-07-2008 και 4497/31-07-2008 φορολογικών στοιχείων, εταιρεία …...» διαπιστώθηκε ότι προέβη σε εικονικές αγορές σε ποσοστό 96,23% (κυρίως από ανύπαρκτους προμηθευτές), ώστε να μην είναι σε θέση (ελλείψει α' και β' υλών) να κατασκευάσει και να πραγματοποιήσει πωλήσεις σε τρίτους, καταχώρισε στις δηλώσεις συγκεντρωτικών καταστάσεων προμηθευτών ανύπαρκτες δαπάνες χωρίς παραστατικά για την επίμαχη χρήση, τα επίμαχα τιμολόγια-δελτία αποστολής είχαν αξία μικρότερη των 15.000 ευρώ (πρακτική συνήθης στις εικονικές συναλλαγές), ώστε να μπορούν κατά νόμο να εξοφληθούν με μετρητά και να μην απαιτείται η έκδοση σχετικής δίγραμμης επιταγής ή κατάθεση σε τράπεζα (κατ' άρθρ. 18 §2 εδ.β1 Π.Δ. 186/1992), ενώ από ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν σε λογαριασμούς όψεως της εταιρείας και πελατών αυτής, διαπιστώθηκε ανακύκλωση χρημάτων με τελικούς αποδέκτες τους λήπτες των φορολογικών στοιχείων, αφετέρου δε, η εκδότρια των υπ' αριθμ. 158/15-10-2008, 165/20-10- 2008 και 45/30-10- 2008 φορολογικών στοιχείων, ατομική επιχείρηση ….. διαπιστώθηκε ότι εγκατέλειψε τη φερόμενη ως έδρα της από τον Ιούλιο του 2007, χωρίς παράλληλα να δηλώσει μεταφορά αυτής, δεν απασχόλησε ποτέ προσωπικό ούτε διέθετε μηχανήματα και οχήματα, δεν υπέβαλε από το οικονομικό έτος 2009 και εντεύθεν δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, υπέβαλε μηδενικές περιοδικές δηλώσεις Φ.Π.Α κατά τη διαχειριστική περίοδο 1/1-31/12-2008, δεν υπέβαλε ποτέ συγκεντρωτικές καταστάσεις πελατών - προμηθευτών, αν και δηλώθηκε από τρίτους ως πελάτης ή προμηθευτής, προέβη σε αγορές ύψους μόλις 352,26 ευρώ (μεταξύ άλλων κι από ανύπαρκτες επιχειρήσεις) και σε πωλήσεις αδικαιολόγητα ύψους και δη 2.963.815,97 ευρώ, δε βρέθηκαν τρόποι εξόφλησης από τους λήπτες των τιμολογίων παραδεκτοί κατά τον ΚΒΣ για συναλλαγές μεγαλύτερες των 15.000 ευρώ, ενώ ο ιδιοκτήτης της ανωτέρω ατομικής επιχείρησης δεν ανευρέθη ποτέ ούτε προσκόμισε τα αιτηθέντα από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. στοιχεία, και επομένως τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία είναι εικονικά, με την έννοια ότι αντιστοιχούν σε ανύπαρκτες στο σύνολο τους συναλλαγές". Με τα ως άνω δεδομένα και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην μείζονα σκέψη, χρόνος έναρξης της παραγραφής εν προκειμένω, είναι η με οριστικοποίηση της σχετικής φορολογικής εγγραφής την 24η Ιουλίου του έτους 2019 και όχι από την αποδοχή των εικονικών φορολογικών στοιχείων, ήτοι το χρονικό διάστημα από 1/1/2008 έως 31/12/2008 (τούτο αντιστοιχεί κατά την ανέλεγκτη κρίση, πάντα, του Δικαστηρίου της ουσίας στη διαχειριστική περίοδο από1/1/2008 έως 31/12/2008, κατά την οποία ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε τα φερόμενα εικονικά τιμολόγια). Κατά συνέπεια το Δικαστήριο της ουσίας, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ως χρόνο έναρξης της σχετικής παραγραφής του μνησθέντος κατ΄ εξακολούθηση εγκλήματος το ως άνω χρονικό διάστημα, διαλαμβάνοντας στην ίδια απόφαση ότι εφόσον από τον προειρημένο χρόνο μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (στις 21/5/2020), παρήλθε ο χρόνος παραγραφής (πενταετία) και με το εν λόγω δεδομένο, περαιτέρω έκρινε ότι το αξιόποινο της ρηθείσης πράξης εξαλείφθηκε με παραγραφή (άρθρα 111 παρ. 3, 112, 113 του ΠΚ), παύοντας εν συνέχεια την κατά του κατηγορουμένου ποινικής δίωξης για την εν λόγω πράξη και δεν διερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του. Συνακόλουθα πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμων την περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και υπέρβασης εξουσίας από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ και Θ΄ του ΚΠοινΔ, αντίστοιχα, προβληθέντων λόγων αναίρεσης και παρελκομένης της έρευνας του ετέρου λόγου αναίρεσης (από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠοινΔ), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση με αριθμό 8219/2021 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνη που δίκασε προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Αυγούστου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ