ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 45 ΠΚ συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποίαν έλαβαν, είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεσή της, ώστε καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεσή της και να γνωρίζει ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και να θέλει ή να αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο ,αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος (ΑΠ 253/2021).
Απόφαση 1416 / 2022 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1416/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βασδέκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ζαμπέτα Στράτα, Μαρία Λεπενιώτη, Σοφία Οικονόμου και Σταυρούλα Κουσουλού - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2022, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αριστέας Θεοδόση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. A. S.-M. του M. - Q., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Γρεβενών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζαχαρία Κεσσέ. 2. R. M. του A., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Μαλανδρίνου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο Ευρύκλεια Πασπαλλή, η οποία διορίστηκε με την 199/2022 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών. 3. A. S. του R. κρατούμενου στο Κατάστημα Γρεβενών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζαχαρία Κεσσέ. 4. K. O. του G. κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Γρεβενών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζαχαρία Κεσσέ για αναίρεση της υπ'αριθ. 34/2021 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Βορείου Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και α) ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων A. S.-M., A. S. και K. O. ανέπτυξε και προφορικά τους λόγους που περιλαμβάνονται 1. στην από 30.12.2021 και με αρ. πρωτ. 19/2022 αναίρεση των A. S.-M. και A. S. και 2. στην από 3.1.2022 και με αρ. πρωτ. 18/2022 αναίρεση του K. O. και ζήτησε να γίνουν δεκτές και β) η ως άνω δικηγόρος του αναιρεσείοντος R. M. ανέπτυξε και προφορικά τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 29.9.2021 και με αρ. εκθ. 49/2021 αίτηση αναιρέσεως και τους από 6.5.2022 πρόσθετους λόγους που περιλαμβάνονται που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 70/2022.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης του 2ου αναιρεσείοντος και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται προς συζήτηση οι: 1) από 29-9-2021 και με αρ.εκθ. 49/2021 αίτηση αναίρεσης του M. (επών.) R. (όν.) του Α., υπηκόου ..., και νυν κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Μαλανδρίνου, 2) η από 30/12/2021 και με αρ. πρωτ. 19/2022 δήλωση αναίρεσης των: α) A. (επών.) S.-M. (όν.) του M.-Q. και β) A. (επών.) S. (όν.) του R., υπηκόων ... και νυν κρατουμένων στο Κατάστημα Κράτησης Γρεβενών και 3) η από 3/1/2022 και με αρ.πρωτ. 18/2022 δήλωση αναίρεσης του K. (επών.) O. (όν.) του G. υπηκόου ... και νυν κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Γρεβενών, για αναίρεση της υπ' αρ. 34/ 2021 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Βορείου Αιγαίου, με την οποία οι ως άνω αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι, σε δεύτερο βαθμό, άπαντες για τα ακόλουθα εγκλήματα, και δη: 1) της αρπαγής από κοινού και κατά συρροή με την μορφή της παράνομης κατακράτησης ,2) της σύστασης συμμορίας, και 3) της πορνογραφίας ανηλίκων από κοινού και κατά συρροή [με την μορφή παραγωγής υλικού παιδικής πορνογραφίας], ο δε εξ αυτών A. (επών.) S. (όν.) επιπλέον και για απλή σωματική βλάβη, και καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι M. (επών.) R. (όν.) και K. (επών.) O. (όν.) σε συνολική ποινή κάθειρξης έντεκα (11) ετών και πέντε (5) μηνών αντίστοιχα έκαστος, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος A. (επών.) S.-M. (όν.) σε συνολική ποινή κάθειρξης δέκα τριών (13) ετών και πέντε (5) μηνών και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος A. (επών.) S. (όν.) σε συνολική ποινή κάθειρξης έντεκα (11) ετών και επτά (7) μηνών. Οι ανωτέρω αναιρέσεις πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της προδήλου μεταξύ τους συναφείας, και να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό της ασκήσεώς τους.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ.2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1-2 και 510 ΚΠΔ προκύπτει ότι, για να είναι παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης πρέπει στη δήλωση άσκησής της να περιέχονται, κατά τρόπο σαφή, και ορισμένο, οι λόγοι αναίρεσης. Διαφορετικά, αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης από όσους αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Δεν αρκεί η απλή επανάληψη του κειμένου της διάταξης που προβλέπει τον λόγο αναίρεσης, χωρίς παράθεση των περιστατικών που θεμελιώνουν την προβαλλόμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της επικαλούμενης νομικής πλημμέλειας. Ούτε επιτρέπεται η συμπλήρωση αόριστου λόγου αναίρεσης με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με άσκηση προσθέτων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν άσκηση παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, δηλαδή της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απαιτείται α) αν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καμία αιτιολογία, ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο ή τα κεφάλαια που πλήττει η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία που δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, (απαιτείται) να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι συνίσταται η προβαλλόμενη έλλειψη, ασάφεια ή αντίφαση αιτιολογίας ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο ή τα κεφάλαια της απόφασης που πλήττονται ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ ΑΠ 2/2002, ΑΠ 923/2021). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 στοιχ. Ε' ΚΠΔ της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, απαιτείται να προσδιορίζονται στην αίτηση αναίρεσης η ουσιαστική ποινική διάταξη που παραβιάστηκε, η μορφή της παραβίασης και το περιεχόμενο των νομικών πλημμελειών της απόφασης. Δηλαδή, εάν προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία, πρέπει να προσδιορίζεται η έννοια που αποδόθηκε στη διάταξη κατά την ερμηνεία της από το δικαστήριο ή, εάν προβάλλεται εσφαλμένη υπαγωγή, πρέπει να προσδιορίζονται τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη. Σε περίπτωση δε που προβάλλεται εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης εκ πλαγίου και έλλειψη νόμιμης βάσης, πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να προσδιορίζονται οι ασάφειες ή οι αντιφάσεις ή τα λογικά κενά των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την υπαγωγική λειτουργία, εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που εφαρμόστηκε και προβλέπει την αξιόποινη πράξη, για την οποία υπήρξε καταδίκη (ΑΠ 118/2022, ΑΠ 923/2021, ΑΠ 311/2016). Περαιτέρω από τα άρθρα 476 παρ. 1 και 509 ΚΠΔ συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για το παραδεκτό των προσθέτων λόγων αναίρεσης, είναι η άσκηση παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Εάν αυτή είναι απαράδεκτη, εκτός άλλων λόγων και διότι είναι αόριστοι και ασαφείς οι λόγοι της, τότε είναι απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και δεν επιτρέπεται με αυτούς ούτε ακόμη και διασαφήνιση, ανάπτυξη ή συμπλήρωση των αόριστων και ασαφών λόγων, της αίτησης αναίρεσης. Αν δεν υπάρχει τουλάχιστον ένας ορισμένος λόγος αναιρέσεως, δεν ερευνώνται οι πρόσθετοι λόγοι, ακόμη και αν είναι από εκείνους που κατά το άρθρο 511 λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, διότι σε μια τέτοια περίπτωση δεν υπάρχει αναίρεση (Ολ ΑΠ 19/2001, ΑΠ 118/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη από 29-9-2021 αίτηση αναίρεσης του M. (επ.) R. (όν.) του Α. κατά της υπ' αρ. 34/2021 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Βορείου Αιγαίου, η οποία καταχωρήθηκε στις 14-12-2021 στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ, ασκήθηκε με δήλωσή του ενώπιον του διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Μαλανδρίνου, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 49/2021 έκθεση αναίρεσης, νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι προ της καταχώρησης της προσβαλλομένης αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο, και στην οποία αναφέρεται ότι ζητείται η αναίρεσή της για τους παρακάτω, κατά πιστή μεταφορά, λόγους "..για το λόγο ότι λείπει στην απόφαση η ειδική αιτιολογία που επιβάλλει το Σύνταγμα και επιπλέον υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης κατ' άρθρ. 510 ΚΠΔ όσον αφορά την καταδίκη μου: 1) για αρπαγή κατά συρροή, 2) της σύστασης συμμορίας, 3) της πορνογραφίας ανηλίκων με τη μορφή της παραγωγής και της επιδείξεως υλικού παιδικής πορνογραφίας κατά συρροή.
Απορρίπτει αναιτιολόγητα την αναγνώριση ελαφρυντικών άρθρ. 84 παρ.2 α' και του 84 παρ.2 ε'.
Απορρίπτει αναιτιολόγητα το άρθρ.133 ΠΚ". Οι προαναφερόμενοι λόγοι αναιρέσεως, όπως έχουν διατυπωθεί, είναι αόριστοι. Ειδικότερα, ο πρώτος λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αόριστος, καθόσον δεν προσδιορίζει σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, και δη ποιες είναι οι ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της ή οι αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με τις παραδοχές της, καθώς και ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν εκτιμήθηκαν από το δικάσαν Δικαστήριο. Επίσης, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 84 παρ.2 εδ.α' και ε', 133, 322 παρ.1, 187 παρ.3εδ.α' και 348 Α παρ.1,3 και 4 περ.β' εδ.β' του ΠΚ τυγχάνει αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνεται στην ένδικη αίτηση αναίρεσης ποιές είναι οι σχετικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με τις ανωτέρω ποινικές διατάξεις που παραβιάστηκαν, σε τι ακριβώς συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση σε σχέση με τις παραδοχές της, και ποια είναι η αληθής έννοια και ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του M. (επ.) R. (όν.) του Α. κατά της υπ' αρ. 34/ 2021 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Βορείου Αιγαίου, ως απαράδεκτη, ως μη περιέχουσα κανέναν σαφή και ορισμένο λόγο αναίρεσης. Περαιτέρω δε, οι πρόσθετοι λόγοι της ως άνω αναίρεσης, που κατατέθηκαν στην γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 6/5/2022, ήτοι άνευ τηρήσεως της οριζόμενης προθεσμίας από το άρ. 509 ΚΠΔ, από την διορισθείσα συνήγορο νομικής βοήθειας του ανωτέρω αναιρεσείοντος, Ευρίκλεια Πασπάλη, πρέπει επίσης να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφενός λόγω της εκπροθέσμου ασκήσεώς τους, αφετέρου διότι δεν υφίσταται παραδεκτός λόγος στην αίτηση αναιρέσεως, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων M. (επ.) R. (όν.) του Α. στα δικαστικά έξοδα, κατ' άρ. 578 παρ. 1 ΚΠοινΔ.
Περαιτέρω δε, οι κρινόμενες : 1) από 30/12/2021 και με αρ. πρωτ. 19 δήλωση αναιρέσεως των: α) A. (επών.) S.-M. (όν.) και β) A. (επών.) S. (όν.) και 2) από 3/1/2022 και με αρ. πρωτ. 18/2022 δήλωση αναίρεσης του K. (επών.) O. (όν.) κατά της υπ' αρ. 34/2021 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Βορείου Αιγαίου, έχουν ασκηθεί νομότυπα από τον ειδικώς εξουσιοδοτηθέντα δικηγόρο Αθηνών Ζαχαρία Κεσσέ ,με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρ. 474 2Α ΚΠΔ), και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας από το άρ. 473 παρ.2 και 3 ΚΠΔ, και περιέχουν λόγους αναίρεσης ,εκ του άρ.510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ.
Συνεπώς, είναι παραδεκτές και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των αναιρετικών τους λόγων.
Ι. Στη διάταξη του άρθρου 322 εδαφ. α' και β' περί αρπαγής του προϊσχύσαντος ΠΚ, οριζόταν ότι "Όποιος με απάτη ή βία ή με την απειλή βίας συλλαμβάνει, απάγει ή παράνομα κατακρατεί κάποιον έτσι ώστε να αποστερεί το συλλαμβανόμενο από την προστασία της πολιτείας και ιδίως όποιος περιάγει κάποιον σε ομηρία ή σε άλλη παρόμοια κατάσταση στέρησης της ελευθερίας τιμωρείται με κάθειρξη. Αν η πράξη έγινε με σκοπό να εξαναγκαστεί ο παθών ή κάποιος άλλος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για την οποία δεν υπάρχει υποχρέωσή του, τιμωρείται: α)... β) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών σε κάθε άλλη περίπτωση", ενώ στην αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 322 παρ. 1 εδ. α` και β` του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ ορίζεται ότι "Όποιος με εξαπάτηση, βία ή απειλή βίας συλλαμβάνει, απάγει ή παράνομα κατακρατεί άλλον, έτσι ώστε να τον αποστερεί από την προστασία της πολιτείας και ιδίως όποιος περιάγει άλλον σε ομηρία ή σε άλλη παρόμοια κατάσταση στέρησης της ελευθερίας, τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη. Αν η πράξη έγινε με σκοπό να εξαναγκαστεί ο παθών ή κάποιος άλλος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για την οποία δεν υπάρχει υποχρέωσή του, επιβάλλεται κάθειρξη, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με βάση τους κανόνες συρροής".
Από τη σύγκριση των προαναφερθεισών διατάξεων, κατά την τυποποίησή τους στον προϊσχύσαντα μέχρι 30-6-2019 παλαιό ΠΚ [που ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως (31-5-2018) της αντίστοιχης ένδικης πράξεως], και στο νέο ΠΚ [που εφαρμόστηκε εν προκειμένω], και του συνόλου των προϋποθέσεων, που προβλέπονται από κάθε μία απ' αυτές, ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως κάθε εγκλήματος, τα οποία δεν διαφοροποιούνται, προκύπτει ότι ευμενέστερες διατάξεις είναι αυτές του ισχύοντος από 1.7.2019 Ποινικού Κώδικα, οπότε είναι εφαρμοστέες εν προκειμένω, με βάση την αρχή της αναδρομικότητας της επιεικέστερης διατάξεως από την τέλεση της πράξεως μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της υποθέσεως. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρ. 322 του πρ. ΠΚ, η οποία δεν διαφοροποιείται ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως από εκείνη του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ, όπως προαναφέρθηκε, προκύπτει, ότι το αδίκημα της αρπαγής προσώπου αποσκοπεί στην προστασία του ατόμου από την αυθαίρετη στέρηση της ελευθερίας και την αδυναμία παροχής βοήθειας εκ μέρους των πολιτειακών οργάνων, στα οποία έχει ανατεθεί η διαφύλαξη και προστασία των πολιτών, χάριν της απρόσκοπτης λειτουργίας των κοινωνικών θεσμών και επιτεύξεως των σκοπών της πολιτείας. Η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος αυτού απαιτεί εναλλακτικώς την άσκηση απάτης προς ορισμένο πρόσωπο, δηλαδή με δόλιες υποσχέσεις και ανύπαρκτα πραγματικά περιστατικά, έτσι ώστε να πεισθεί το άτομο να ασπασθεί τα απατηλώς προβαλλόμενα, που φέρονται ως υπαρκτά και αληθινά, η άσκηση βίας, με την οποία κάμπτεται η ελεύθερη βούληση, με συνέπεια να επέρχεται αντίθετη κατάσταση ή με την απειλή βίας, η οποία ισοδυναμεί με τη δεδηλωμένη βία, με συνέπεια να παρέχεται η δυνατότητα στον αυτουργό να συλλάβει, απαγάγει ή κατακρατήσει παράνομα το άτομο, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η παροχή της αναγκαίας προστασίας της πολιτείας. Ενδεικτικώς δε ο νόμος θεωρεί, ότι ο συλλαμβανόμενος αποστερείται της προστασίας της πολιτείας διά της περιαγωγής του σε ομηρία ή σε άλλη παραλλαγμένη, στην ουσία όμως ταυτιζόμενη, κατάσταση, εξαιτίας της οποίας επέρχεται στέρηση της ελευθερίας του προσώπου, με την έννοια της ακούσιας υποταγής στη φυσική εξουσία του αυτουργού. Περαιτέρω ο νόμος, πλην της απλής μορφής του αδικήματος της αρπαγής, θεσμοθετεί και επιβαρυντική περίπτωση, με απειλή αυξημένης ποινής, υπό τον όρο ότι η πράξη αποσκοπούσε να εξαναγκασθεί ο παθών ή τρίτος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή χωρίς να υπάρχει υποχρέωσή του. Από τα ανωτέρω στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης, ως κατακράτηση νοείται η παρεμπόδιση κάποιου να απομακρυνθεί αυτοβούλως από το σημείο, στο οποίο κρατείται. Ως αποστέρηση της προστασίας της πολιτείας νοείται η κατάσταση, κατά την οποία κάποιος θέτει ένα άλλο πρόσωπο υπό τη δική του αυθαίρετη εξουσία, κατά τρόπο που τον αποκόπτει από την ομαλή συνθήκη βίου, όπου τελικά δεν μπορεί να ασκηθεί η προστασία του νόμου. Τέλος δε, περιαγωγή σε κατάσταση στέρησης της ελευθερίας νοείται η κατακράτηση διάρκειας στη διάθεση του δράστη, προκειμένου να επιτευχθούν οι όροι, που τέθηκαν από το δράστη. Ακόμη, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αρπαγής απαιτείται, υποκειμενικώς, δόλος, που καταλαμβάνει τόσο τη σύλληψη, απαγωγή ή παράνομη κατακράτηση, όσο και την αποστέρηση του συλληφθέντος από την προστασία της Πολιτείας. Στην περίπτωση της βασικής μορφής του εγκλήματος αυτού, που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο του άρθ. 322 ΠΚ, αρκεί και ενδεχόμενος δόλος, ενώ για τη διακεκριμένη μορφή του, που προβλέπει το δεύτερο εδάφιο του άρθρου αυτού, απαιτείται επιπλέον και ο σκοπός (υπερχειλής δόλος) εξαναγκασμού του παθόντος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, για την οποία δεν έχει υποχρέωση (ΑΠ 253/2021, ΑΠ 623/2020).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 187 παρ. 5 εδ. α' του προϊσχύσαντος ΠΚ μέχρι 30.6.2019, "Όποιος εκτός από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1, ενώνεται με άλλον για να διαπράξει κακούργημα (συμμορία), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών", κατά δε την παράγραφο 3 εδ. α' της ίδιας διατάξεως (187) του ισχύοντος από 1.7.2016 νέου ΠΚ, που εφαρμόστηκε εν προκειμένω, "Όποιος, εκτός από την περίπτωση της πρώτης παραγράφου, οργανώνεται με άλλον ή άλλους για να διαπράξουν κακούργημα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών". Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτει ότι για τη μορφή της σύστασης συμμορίας για τη διάπραξη κακουργήματος δεν διαφοροποιείται η ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου ως προς τα όρια της επιβλητέας ποινής, αφού και στις δύο ως άνω περιπτώσεις του παλαιού και νέου ΠΚ, η προβλεπόμενη ποινή είναι αυτή της φυλακίσεως των έξι (6) μηνών τουλάχιστον, είναι όμως ευμενέστερη η διάταξη του νέου ΠΚ, ως προς τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω αδικήματος, διότι δεν αρκεί πλέον η απλή "ένωση" με άλλον για τη διάπραξη κακουργήματος, αλλά προβλέπεται ρητά ότι το έγκλημα τελείται όταν ο δράστης "οργανώνεται" με άλλον ή άλλους για να διαπράξουν κακούργημα. Διευκρινίζεται με το τρόπο αυτό ότι για να υπάρχει συμμορία δεν αρκεί απλή σύμπτωση βουλήσεων, αλλά απαιτείται σύσταση οργάνωσης, με στοιχειώδη έστω δομή, ενώ απαιτείται και η ύπαρξη συμφωνίας για την από κοινού τέλεση των αξιόποινων πράξεων (ΑΠ 253/2021).
ΙΙΙ. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 45 ΠΚ συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποίαν έλαβαν, είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεσή της, ώστε καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεσή της και να γνωρίζει ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και να θέλει ή να αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο ,αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος (ΑΠ 253/2021).
IV. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 348 Α' "περί πορνογραφίας ανηλίκων" των παρ. 1, 3 και 4 περ. β` και περ. γ` εδ. α` του ν. ΠΚ (ν. 4619/2019), που εφαρμόστηκε εν προκειμένω ως επιεικέστερος για τους κατηγορούμενους, "1. Όποιος με πρόθεση παράγει, διανέμει, δημοσιεύει, επιδεικνύει, εισάγει στην Επικράτεια ή εξάγει από αυτήν, μεταφέρει, προσφέρει, πωλεί ή με άλλον τρόπο διαθέτει, αγοράζει, προμηθεύεται, αποκτά ή κατέχει υλικό παιδικής πορνογραφίας ή διαδίδει ή μεταδίδει πληροφορίες σχετικά με την τέλεση των παραπάνω πράξεων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή. 2... 3. Υλικό παιδικής πορνογραφίας, κατά την έννοια των προηγούμενων παραγράφων συνιστά η αναπαράσταση ή η πραγματική ή η εικονική αποτύπωση σε ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό φορέα των γεννητικών οργάνων ή του σώματος εν γένει του ανηλίκου, κατά τρόπο που προδήλως προκαλεί γενετήσια διέγερση, καθώς και της πραγματικής ή εικονικής γενετήσιας πράξης που διενεργείται από ή με ανήλικο. 4. Οι πράξεις των παραγράφων 1 και 2 τιμωρούνται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή: α..., β. αν η παραγωγή του υλικού της παιδικής πορνογραφίας συνδέεται με την εκμετάλλευση της ανάγκης, της ψυχικής ή της διανοητικής ασθένειας ή της σωματικής δυσλειτουργίας, λόγω οργανικής νόσου ανηλίκου ή με την άσκηση ή απειλή χρήσης βίας ανηλίκου ή με τη χρησιμοποίηση ανηλίκου που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος ή αν η παραγωγή του υλικού της παιδικής πορνογραφίας εξέθεσε τη ζωή του ανηλίκου σε σοβαρό κίνδυνο και γ. αν δράστης της παραγωγής του υλικού παιδικής πορνογραφίας είναι πρόσωπο στο οποίο έχουν εμπιστευθεί ανήλικο για να τον επιβλέπει ....". Tο άρθρο 348 Α ΠΚ ποινικοποιεί την πορνογραφία κατά ανηλίκων και δεν περιορίζει την ηλικία αυτών, το σώμα των οποίων αποτυπώνεται στο πορνογραφικό υλικό. Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως δεν αρκεί απλώς το υλικό να είναι πορνογραφικό με τη γενική του έννοια, αλλά θα πρέπει να αναφέρεται στο σώμα του ανηλίκου, δηλαδή προσώπου ανεξαρτήτως φύλου που δεν έχει συμπληρώσει το 18° έτος της ηλικίας του. Ως παρασκευή πορνογραφικού υλικού πρέπει να νοηθεί η δημιουργία αυτού, ενώ ως θέση με οποιονδήποτε τρόπο σε κυκλοφορία νοείται η παράδοση στη διάθεση του κοινού. Κατοχή νοείται η φυσική εξουσία του δράστη επ` αυτού ώστε να μπορεί να εξακριβώσει με δική του θέληση την ύπαρξή του και να το διαθέσει πραγματικά ενώ μεταφορά είναι η διαμετακόμιση από τόπο σε τόπο με οποιοδήποτε μέσο. Η επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 348Α του ΠΚ αφορά πορνογραφικό υλικό που συνδέεται με την εκμετάλλευση της ανάγκης της πνευματικής αδυναμίας, της κουφότητας ή της απειρίας ανηλίκου ή με την άσκηση σωματικής βίας κατ` αυτού ή με τη χρησιμοποίηση ανηλίκου που δεν έχει συμπληρώσει το 15ο έτος ή ο δράστης είναι πρόσωπο στο οποίο έχουν εμπιστευθεί τον ανήλικο για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει, έστω και προσωρινά (ΑΠ 1135/2020). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο αιτιολογίας. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ` επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ` αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. Α.Π. 3/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Βορείου Αιγαίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 34/2021 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και ειδικώς μνημονεύει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι είναι υπήκοοι ..., είχαν εισέλθει παράνομα στην Ελλάδα από την Τουρκία, χωρίς να είναι εφοδιασμένοι με τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα και διέμεναν στο Κ.Υ.Τ. .... Ήταν οργανωμένοι σε ομάδα με αρχηγό τον πρώτο κατηγορούμενο και επεδίωκαν να θέσουν υπό την εξουσία τους τους διαμένοντες στο Κ.Υ.Τ. ομοεθνείς τους και να τους καταστήσουν υποχείρια τους. Στο ως άνω Κ.Υ.Τ. υπήρχε η πτέρυγα Β', όπου διέμεναν οι ασυνόδευτοι ανήλικοι, η οποία ήταν περιφραγμένη και στην οποία η είσοδος γινόταν με επίδειξη προσωπικής κάρτας. Οι κατηγορούμενοι, χρησιμοποιώντας τις κάρτες εισόδου των διαμενόντων στην ως άνω πτέρυγα ανηλίκων, τις οποίες αφαιρούσαν από τους τελευταίους, είτε βιαίως είτε κατόπιν απειλών, εισέρχονταν στην πτέρυγα των ανηλίκων, καθόσον οι σχετικοί έλεγχοι ήταν ελλιπείς, όπου έκαναν χρήση των εγκαταστάσεων, οι οποίες ήταν σε καλύτερη κατάσταση από αυτές, στις οποίες αυτοί διέμεναν, ενώ παράλληλα απαιτούσαν από τους ανηλίκους διάφορες εξυπηρετήσεις. Στην ως άνω πτέρυγα Β' διέμεναν και οι ασυνόδευτοι ανήλικοι N. M., H. S. M., T. M., J. I., M. M. S., F. H. και E. S., ηλικίας 16 έως 17 ετών, υπήκοοι .... Τις απογευματινές ώρες της 30-5-2018 έλαβε χώρα μία λεκτική διένεξη, με αφορμή μία μπάλα ποδοσφαίρου, μεταξύ αφενός των ανωτέρω ανηλίκων και ετέρου ανηλίκου του J. E., ο οποίος βρισκόταν υπό την προστασία των κατηγορουμένων. Στη διένεξη επενέβησαν δύο ενήλικοι Αφγανοί, οι οποίοι ζήτησαν από τους ανωτέρω ανηλίκους να τους δώσουν τη μπάλα, πλην όμως οι τελευταίοι αρνήθηκαν και τότε οι ως άνω Αφγανοί είπαν στους ως άνω ανηλίκους "δεν μας ξέρετε; δεν ξέρετε ότι είμαστε στην ομάδα του "...", εννοώντας τον πρώτο κατηγορούμενο. Οι κατηγορούμενοι ενημερωθέντες για το ως άνω περιστατικό αποφάσισαν από κοινού να προβούν στη σύλληψη, απαγωγή και κατακράτηση των ως άνω ανηλίκων, προκειμένου να επιτύχουν την επιβολή της κυριαρχίας τους και την πλήρη υποταγή των ανηλίκων σε αυτούς. Έτσι την επομένη ημέρα (31-5-2018), στο πλαίσιο λειτουργίας της ανωτέρω οργάνωσης και σε εκτέλεση όσων πιο πάνω από κοινού και με κοινό δόλο συναποφάσισαν, έχοντας προηγουμένως κατανείμει μεταξύ τους και τους σχετικούς ρόλους για την επιτυχία του καταστρωθέντος σχεδίου τους, δύο από τους κατηγορουμένους, τις μεσημβρινές ώρες, πλησίασαν αρχικά τον ασυνόδευτο ανήλικο N. M., ο οποίος βρισκόταν στην πτέρυγα Β' έχοντας επιστρέψει από μάθημα πληροφορικής, που είχε παρακολουθήσει στη Μυτιλήνη και αφού τον τράβηξαν δυνατά από τα χέρια, τον έσυραν σε απόσταση 200 μέτρων περίπου και στη συνέχεια σπρώχνοντάς τον με δύναμη, τον έβαλαν μέσα στον υπ' αριθμ. 17 κλωβό (container), λέγοντάς του ότι αυτό είναι το κρατητήριο του ... και ότι σε αυτό μπαίνουν όσοι δεν συμμορφώνονται με τις εντολές του για να τιμωρηθούν. Μέσα στον κλωβό βρίσκονταν οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι έφεραν μαχαίρια, στο δάπεδο του κλωβού είχαν τοποθετήσει μαχαίρια, ενώ ο πέμπτος κατηγορούμενος A. S. έφερε και συσκευή εκκένωσης ηλεκτρικής ενέργειας (taser). Ο τελευταίος κτύπησε τον ανήλικο με τη συσκευή εκκένωσης ηλεκτρικής ενέργειας, στη συνέχεια του είπε να βγάλει τη μπλούζα, που φορούσε και τον έπληξε με το μαχαίρι, που κρατούσε, στο πρόσωπο, το στήθος και την κοιλιά, προξενώντας του εκδορές στη αριστερή μαστική χώρα με μήκος περίπου 15 εκατ. και 4 εκατ., εκδορά στην υποχόνδρια χώρα με μήκος περίπου 6 εκατ., πολλαπλές εκδορές παράλληλες μεταξύ τους άνωθεν και κάτωθεν της ομφαλικής χώρας με μήκος η μεγαλύτερη περίπου 5 εκατ. κεντρικά και αριστερά, 2 εκδορές παράλληλες στην αριστερή έξω-πρόσθια βραχιόνιο χώρα, 4 περίπου εκατ. αντίστοιχα, ερυθρότητα στη δεξιά ζυγωματική χώρα και ρινορραγία. Στη συνέχεια έκοψε με ψαλίδι μέρος των μαλλιών του ανηλίκου και ακολούθως του είπε να βγάλει και τα υπόλοιπα ρούχα του και, αφού ο ανήλικος έμεινε τελείως γυμνός και με εκτεθειμένα τα γεννητικά του όργανα, ο πέμπτος κατηγορούμενος βιντεοσκόπησε με το κινητό του τηλέφωνο το γυμνό σώμα του ανηλίκου και τα γεννητικά του όργανα, με σκοπό όχι μόνο τον εκφοβισμό και την τιμωρία του ανηλίκου, αλλά και τη διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας του ιδίου και των λοιπών κατηγορουμένων. Επίσης υποχρέωσε τον ως άνω ανήλικο να ακουμπήσει τη μύτη του στο δάπεδο, ως ένδειξη υποταγής. Ο ανήλικος κρατήθηκε παρά τη θέλησή του στον ως άνω κλωβό για αρκετή ώρα, ευρισκόμενος σε ομηρία και μη έχοντας καμία δυνατότητα να απομακρυνθεί, καθόσον οι κατηγορούμενοι βρίσκονταν μέσα στον κλωβό κρατώντας στα χέρια τους μαχαίρια και απειλώντας τον ότι εάν δεν υποταχθεί στη θέληση του πρώτου κατηγορουμένου και δεν εκτελεί τις διαταγές τους θα προβούν και σε άλλες παρόμοιες ενέργειες σε βάρος του και επίσης ότι θα δημοσιεύσουν το ως άνω βίντεο στο διαδίκτυο. Η ως άνω παράνομη κατακράτηση τού ανηλίκου από τους κατηγορουμένους έγινε με σκοπό να τον εξαναγκάσουν να εκτελεί τις διαταγές τους, που αφορούσαν την παράδοση σε αυτούς της κάρτας εισόδου του στην πτέρυγα των ασυνόδευτων ανηλίκων, τη χρήση εκ μέρους τους των εγκαταστάσεων αυτής καθώς και την εκτέλεση όποιων άλλων υπηρεσιών και εξυπηρετήσεων αυτοί (κατηγορούμενοι) επιθυμούσαν, για τις οποίες ο ανήλικος δεν είχε σχετική υποχρέωση. Στη συνέχεια, αφού απελευθέρωσαν τον ως άνω ανήλικο, δύο από τους κατηγορουμένους πλησίασαν, διαδοχικά, τους ασυνόδευτους ανηλίκους H. S. M., T. M., J. I., M. M. S., F. H. και E. S. και με τη χρήση βίας και συγκεκριμένα τραβώντας κάθε ανήλικο δυνατά από τα χέρια, τους έσυραν σε απόσταση 200 μέτρων περίπου και στη συνέχεια με τη χρήση βίας και πάλι, ήτοι σπρώχνοντάς τους με δύναμη, τους έβαλαν μέσα στον ανωτέρω υπ' αριθμ. 17 κλωβό. Μέσα στον κλωβό βρίσκονταν οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι έφεραν μαχαίρια, ενώ στο δάπεδο του κλωβού είχαν τοποθετήσει τρία μαχαίρια. Στη συνέχεια πήραν έναν από τους ανωτέρω ανηλίκους τον T. M., τον έβαλαν στο κέντρο του κλωβού πλησίον του σημείου, όπου είχαν τοποθετήσει τα τρία μαχαίρια και ο έκτος κατηγορούμενος A. S. με ένα ψαλίδι έκοψε όλα τα μαλλιά του ανηλίκου απειλώντας τον ότι εάν κουνηθεί θα του κόψει το κεφάλι. Στη συνέχεια υποχρέωσε τον ανήλικο να βγάλει τα ρούχα του και όταν αυτός έμεινε τελείως γυμνός και με εκτεθειμένα τα γεννητικά του όργανα ο πέμπτος κατηγορούμενος βιντεοσκόπησε με το κινητό του τηλέφωνο το γυμνό σώμα του ανηλίκου και τα γεννητικά του όργανα, με σκοπό όχι μόνο τον εκφοβισμό και την τιμωρία του ανηλίκου, αλλά και τη διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας του ιδίου και των λοιπών κατηγορουμένων. Οι ανωτέρω ανήλικοι H. S. M., T. M., J. I., M. M. S., F. H. και E. S. κρατήθηκαν παρά τη θέλησή τους στον ως άνω κλωβό για αρκετή ώρα, ευρισκόμενοι σε ομηρία και μη έχοντας καμία δυνατότητα να απομακρυνθούν, καθόσον οι κατηγορούμενοι βρίσκονταν μέσα στον κλωβό κρατώντας στα χέρια τους μαχαίρια και απειλώντας τους ότι εάν δεν υποταχθούν στη θέλησή τους και δεν εκτελούν τις διαταγές τους θα προβούν και σε άλλες παρόμοιες ενέργειες σε βάρος τους καθώς και ότι θα τους βιάσουν. Η ως άνω παράνομη κατακράτηση των ως άνω ανηλίκων από τους κατηγορουμένους έγινε με σκοπό να τους εξαναγκάσουν να εκτελούν τις διαταγές τους, που αφορούσαν την παράδοση σε αυτούς των καρτών εισόδου τους στην πτέρυγα Β' των ασυνόδευτων ανηλίκων, τη χρήση εκ μέρους τους των εγκαταστάσεων αυτής καθώς και την εκτέλεση όποιων άλλων υπηρεσιών και εξυπηρετήσεων αυτοί (κατηγορούμενοι) επιθυμούσαν, για τις οποίες οι ανήλικοι δεν είχαν σχετική υποχρέωση. Οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι οι ανωτέρω N. M. και T. M. ήταν ανήλικοι, καθόσον αυτοί διέμεναν στην ως άνω πτέρυγα, στην οποία διέμεναν αποκλειστικά ασυνόδευτοι ανήλικοι, πράγμα που γνώριζαν οι κατηγορούμενοι, ενώ επίσης οι τελευταίοι καθώς και οι ανήλικοι ήταν ομοεθνείς τους, υπήκοοι .... Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκαν πλήρως από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως από τις σαφείς και με λόγο γνώσεως καταθέσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του παρόντος δικαστηρίων των μαρτύρων κατηγορίας, Α. Τ., η οποία εργαζόταν ως υπεύθυνη συνοδός των ασυνόδευτων ανηλίκων στο ΚΥΤ Μόριας και Γ. Χ. και Δ. Μ., αστυνομικών, τις αναγνωσθείσες ανωμοτί καταθέσεις των ανωτέρω ανηλίκων, που δόθηκαν, παρουσία ψυχολόγου, κατά το στάδιο της προδικασίας, την υπ' αριθμ. πρωτ. 117Α'/17-9-2018 ιατροδικαστική έκθεση, τις υπ' αριθμ. πρωτ. 8364, 8365, 8366, 8367, 8368, 8369 και 8370/2018 ψυχολογικές εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης. Οι εις βάρος των ανηλίκων πράξεις των κατηγορουμένων αποκαλύφθηκαν όταν δύο από αυτούς ζήτησαν από την ως άνω μάρτυρα Α. Τ. την κουρευτική μηχανή και μετά από επιμονή της τελευταίας καθώς τους είδε τρομαγμένους και φοβισμένους, όλοι οι ανήλικοι, ξεχωριστά ο καθένας, της εκμυστηρεύτηκαν τις εις βάρος τους ως άνω πράξεις των κατηγορουμένων, η δε περιγραφή των γεγονότων από τον καθένα τους ήταν όμοια. Επίσης οι παθόντες αναγνώρισαν όλους τους κατηγορουμένους ως δράστες των εις βάρος τους πράξεων όχι μόνο από φωτογραφίες, αλλά και δια ζώσης. Οι αναγνωσθείσες υπεύθυνες δηλώσεις των παθόντων J. I., T. M., F. H. και N. M., σύμφωνα με τις οποίες ο τρίτος κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στις εις βάρος τους πράξεις, δεν κρίνονται ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, καθόσον αυτές έγιναν μετά από αρκετό διάστημα, είναι γραμμένες στην ελληνική γλώσσα, την οποία οι ανήλικοι δεν γνωρίζουν και είναι όλες πανομοιότυπες. Επιπροσθέτως, προέκυψε και από την κατάθεση της μάρτυρος Α. Τ. ότι οι παθόντες ανήλικοι, πριν από την εκδίκαση της ένδικης υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, της είπαν ότι δέχθηκαν απειλές, προκειμένου να αναιρέσουν τις προηγούμενες καταθέσεις τους. Επίσης δεν προέκυψε (ούτε οι κατηγορούμενοι επικαλούνται) ότι υπήρχε κάποιος λόγος ώστε οι ανωτέρω παθόντες να ισχυρισθούν ότι οι κατηγορούμενοι ομοεθνείς τους προέβησαν στις ανωτέρω πράξεις σε βάρος τους. Υπό τα εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν πλήρως από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία στοιχειοθετούνται πλήρως, κατά την αντικειμενική και υποκειμενική τους υπόσταση, οι αποδιδόμενες σε άπαντες τους κατηγορουμένους αξιόποινες πράξεις της συμμορίας, της αρπαγής από κοινού κατά συρροή και της πορνογραφίας ανηλίκων από κοινού κατά συρροή και επίσης η αποδιδόμενη στον πέμπτο κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη της απλής σωματικής βλάβης, για την οποία ο παθών N. M., υπέβαλε, κατ' αυτού, έγκληση στις 31-5-2018, όπως οι πράξεις αυτές περιγράφονται ειδικότερα στο διατακτικό, απορριπτόμενου ως αβασίμου του ισχυρισμού των πέμπτου και έκτου κατηγορουμένων περί μεταβολής της κατηγορίας από το έγκλημα της αρπαγής σε αυτό της παράνομης βίας. Επομένως οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις της συμμορίας, της αρπαγής από κοινού κατά συρροή και της πορνογραφίας ανηλίκων από κοινού κατά συρροή και επιπλέον ο πέμπτος κατηγορούμενος για την πράξη της απλής σωματικής βλάβης, σύμφωνα με όσα αναφέρονται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας".
Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους και νυν αναιρεσείοντες α) A. (επ.) S.-M. (όν.), β) A. (επ.) S. (όν.) και γ) K. (επ.) O. (όν.) για τα ακόλουθα εγκλήματα, και δη: 1) της αρπαγής από κοινού και κατά συρροή [με την μορφή της παράνομης κατακράτησης], 2) της σύστασης συμμορίας, και 3) της πορνογραφίας ανηλίκων από κοινού και κατά συρροή [με την μορφή παραγωγής υλικού παιδικής πορνογραφίας με την απειλή χρήσης βίας και άσκησης σωματικής βίας], τον δε εξ αυτών A. (επ.) S. (όν.) επιπλέον και για απλή σωματική βλάβη. Περαιτέρω δε, επέβαλε σε καθένα των ανωτέρω αναιρεσειόντων -κατηγορουμένων τις ακόλουθες ποινές, και δη στον A. (επών.) S.-M. (όν.) ποινή κάθειρξης δέκα τριών (13) ετών και πέντε (5) μηνών, στον A. (επών.) S. (όν.) ποινή κάθειρξης έντεκα (11) ετών και επτά (7) μηνών και στον K. (επών.) O. (όν.) ποινή κάθειρξης έντεκα (11) ετών και πέντε (5) μηνών, με το παρακάτω διατακτικό, ήτοι: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ ομόφωνα, ενόχους τους κατηγορουμένους του ότι: Στο Κ.Υ.Τ. ... στις 31.05.2018, με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα: Α. Στο Κ.Υ.Τ. ..., στις 31.05.2018, άπαντες οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού, ήτοι με κοινό δόλο, συνέστησαν μεταξύ τους καθώς και με τον ανήλικο (επ.) J. (ον.) E. του K. και της N. και συμμετείχαν σε οργάνωση, η οποία επεδίωκε τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων, ήτοι αυτά της αρπαγής και της πορνογραφίας ανηλίκων, όπως αυτά περιγράφονται παρακάτω. Β. Άπαντες οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, μετά του ανηλίκου (επ.) J. (ον.) E. του K. και της N., στον κατωτέρω τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο και με ταυτόχρονες και διαδοχικές, συγκλίνουσες συμπεριφορές, με χρήση σωματικής βίας και απειλές σωματικής βίας κατακράτησαν παράνομα άλλα πρόσωπα, αποστερώντας τα από την ελευθερία τους, με σκοπό να εξαναγκαστούν οι παθόντες σε πράξη και ανοχή, για τις οποίες δεν υπήρχε υποχρέωσή τους. Ειδικότερα, στο ΚΥΤ ..., στις 31.05.2018, τις μεσημβρινές ώρες, άπαντες οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού, ήτοι με κοινό δόλο και κατόπιν συναπόφασής τους, αφού με τη χρήση βίας συνέλαβαν και απήγαγαν τον ασυνόδευτο ανήλικο N. M., τον ώθησαν μέσα στον υπ' αριθμ. 17 κλωβό (container) και τον έκλεισαν εντός αυτού. Εκεί με την απειλή των μαχαιριών, που έφεραν οι κατηγορούμενοι, καθώς και με τη χρήση από τον πέμπτο κατηγορούμενο A. S. του μαχαιριού και της συσκευής εκκένωσης ηλεκτρικής ενέργειας, με τα οποία ο τελευταίος προκάλεσε στον ως άνω ανήλικο τις παρακάτω αναφερόμενες σωματικές βλάβες και την υποβολή του σε κουρά, τον κατακράτησαν, παρά τη θέλησή του, για αρκετή ώρα, περιάγοντάς τον σε ομηρία και στερώντας του την ελευθερία του, με σκοπό να τον εξαναγκάσουν να εκτελεί τις διαταγές αυτών κατηγορουμένων, που αφορούσαν την παράδοση σε αυτούς της κάρτας εισόδου του στην πτέρυγα των ασυνόδευτων ανηλίκων, τη χρήση εκ μέρους τους των εγκαταστάσεων αυτής καθώς και την εκτέλεση όποιων άλλων υπηρεσιών και εξυπηρετήσεων αυτοί (κατηγορούμενοι) επιθυμούσαν, για τα οποία δεν υπήρχε υποχρέωση του παθόντος ανηλίκου. Επιπροσθέτως, άπαντες οι κατηγορούμενοι την ίδια ως άνω χρονολογία στο ΚΥΤ ..., ενεργώντας από κοινού, ήτοι με κοινό δόλο και κατόπιν συναπόφασής τους, αφού με τη χρήση βίας, διαδοχικά, συνέλαβαν και απήγαγαν τους ασυνόδευτους ανηλίκους H. S. M., T. M., J. I., M. M. S., F. H. και E. S., τους ώθησαν μέσα στον υπ' αριθμ. 17 κλωβό (container) και τους έκλεισαν εντός αυτού. Εκεί με την απειλή των μαχαιριών καθώς και με την υποβολή του ανηλίκου T. M. σε κουρά, τους κατακράτησαν, παρά τη θέλησή τους για αρκετή ώρα, περιάγοντάς τους σε ομηρία και στερώντας τους την ελευθερία τους, με σκοπό να τους εξαναγκάσουν να εκτελούν τις διαταγές των κατηγορουμένων, που αφορούσαν την παράδοση σε αυτούς των καρτών εισόδου τους στην πτέρυγα των ασυνόδευτων ανηλίκων, τη χρήση εκ μέρους τους των εγκαταστάσεων αυτής καθώς και την εκτέλεση όποιων άλλων υπηρεσιών και εξυπηρετήσεων αυτοί (κατηγορούμενοι) επιθυμούσαν, για τα οποία δεν υπήρχε υποχρέωση των παθόντων ανηλίκων. Γ. Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, άπαντες οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο και με ταυτόχρονες και διαδοχικές, συγκλίνουσες συμπεριφορές, παρήγαγαν υλικό παιδικής πορνογραφίας, με την άσκηση και απειλή χρήσης βίας σε βάρος ανηλίκων. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού, με απειλές χρήσης σωματικής βίας, ήτοι των μαχαιριών, που έφεραν οι κατηγορούμενοι και επιπλέον άσκησης σωματικής βίας από τον πέμπτο κατηγορούμενο, ο οποίος έκανε χρήση του μαχαιριού και της συσκευής εκκένωσης ηλεκτρικής ενέργειας, εξανάγκασαν τον ασυνόδευτο ανήλικο N. M., γνωρίζοντας ότι είναι ανήλικος και τον οποίο παράνομα κατακρατούσαν εντός του ως άνω κλωβού, να βγάλει τα ρούχα του και στη συνέχεια ο έκτος κατηγορούμενος A. S. με το κινητό του τηλέφωνο βιντεοσκόπησε το γυμνό σώμα και τα γεννητικά όργανα του ως άνω ανηλίκου, με σκοπό τη διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας αυτών (κατηγορουμένων). Επίσης, στον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού, με απειλές χρήσης σωματικής βίας, ήτοι των μαχαιριών, που έφεραν αυτοί (κατηγορούμενοι) εξανάγκασαν τον ασυνόδευτο ανήλικο T. M., γνωρίζοντας ότι είναι ανήλικος και τον οποίο παράνομα κατακρατούσαν εντός του ως άνω κλωβού, να βγάλει τα ρούχα του και στη συνέχεια ο πέμπτος κατηγορούμενος A. S. με το κινητό του τηλέφωνο βιντεοσκόπησε το γυμνό σώμα και τα γεννητικά όργανα του ως άνω ανηλίκου, με σκοπό τη διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας αυτών (κατηγορουμένων). ΚΗΡΥΣΕΙ, ομόφωνα, ένοχο τον κατηγορούμενο (επ.) A.(ov.) S. του R. και της F., του ότι στον ως άνω τόπο και χρόνο, ενεργώντας με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο ενεργώντας με πρόθεση έπληξε με το μαχαίρι, που κρατούσε στα χέρια του, τον N. M., στο πρόσωπο, το στήθος και την κοιλιά, προκαλώντας του εκδορές στη αριστερή μαστική χώρα με μήκος περίπου 15 εκατ. και 4 εκατ., εκδορά στην υποχόνδρια χώρα με μήκος περίπου 6 εκατ., πολλαπλές εκδορές παράλληλες μεταξύ τους άνωθεν και κάτωθεν της ομφαλικής χώρας με μήκος η μεγαλύτερη περίπου 5 εκατ. κεντρικά και αριστερά, 2 εκδορές παράλληλες στην αριστερή έξω-πρόσθια βραχιόνιο χώρα, 4 περίπου εκατ. αντίστοιχα, ερυθρότητα στη δεξιά ζυγωματική χώρα και ρινορραγία ".
Με τις πιο πάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων της αρπαγής από κοινού και κατά συρροή, της σύστασης συμμορίας και της πορνογραφίας ανηλίκων από κοινού και κατά συρροή για τις οποίες οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν, και ως προς τις οποίες αυτή πλήττεται με τις ένδικες αιτήσεις αναίρεσης, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 5 παρ.1εδ.α',16, 12, 14, 16, 17,18, 26 εδ.α', 27, 45, 51, 53, 79,83, 84παρ.2εδ.δ', 94παρ.1,187 παρ.3 εδ.α', 322 παρ.1, 348 Α παρ.1,3 και 4 περ.β'εδ.β' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς, αντιφατικές ή ενδοιαστικές αιτιολογίες στερώντας έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Με τις παραδεκτά αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές του σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σαφώς προσδιορίστηκαν τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των ανωτέρω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι-αναιρεσείοντες α) A. (επ.) S.-M. (όν.), β) A. (επ.) S. (όν.) και γ) K. (επ.) O. (όν.). Συγκεκριμένα, A)ως προς την πρώτη κακουργηματική πράξη της αρπαγής από κοινού και κατά συρροή, γίνεται δεκτό στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι τελέστηκε σε βάρος των αναφερομένων ανηλίκων παθόντων από τους ανωτέρω αναιρεσείοντες-κατηγορούμενους , από κοινού με τους λοιπούς συγκατηγορούμενούς τους, με ταυτόχρονες, διαδοχικές και συγκλίνουσες συμπεριφορές, κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, στις 31-5-2018, οπότε και απομάκρυναν από την περιφραγμένη πτέρυγα Β' του Κ.Υ.Τ. ... στην οποία διέμεναν οι ανήλικοι ασυνόδευτοι ομοεθνείς τους και στην οποία η είσοδος γινόταν μόνον με την επίδειξη προσωπικής κάρτας, με τη χρήση βίας, τους αναφερόμενους επτά ανήλικους ασυνόδευτους παθόντες ομοεθνείς τους, ηλικίας 16 έως 17 ετών, καθέναν από τους οποίους, αφού τραβούσαν από τα χέρια και τον έσερναν σε απόσταση διακοσίων μέτρων, έκλεισαν, με τη χρήση βίας, ήτοι σπρώχνοντάς τον με δύναμη, στον υπ.αρ. 17 κλωβό (container) του Κ.Υ.Τ ..., μέσα στον οποίο εισήλθαν και οι αναιρεσείοντες [με τους συγκατηγορουμένους τους] και κράτησαν τους επτά ανήλικους παθόντες παρά τη θέλησή τους για αρκετή ώρα με την απειλή χρήσης μαχαιριών, άλλα εκ των οποίων κρατούσαν στα χέρια τους και άλλα είχαν τοποθετήσει στο δάπεδο του ανωτέρω κλωβού, ότι κάθε ανήλικος παθών βρέθηκε σε κατάσταση ομηρίας, μη έχοντας καμία δυνατότητα απομάκρυνσης από τον ανωτέρω κλωβό, καθόσον οι κατηγορούμενοι-αναιρεσείοντες [και οι συγκατηγορούμενοί τους], που βρίσκονταν μέσα στον άνω κλωβό, τους απειλούσαν με τα μαχαίρια που είχαν ότι, εάν δεν υποταχθούν στη θέλησή τους και δεν εκτελούν τις διαταγές τους, θα προβούν και σε άλλες παρόμοιες ενέργειες σε βάρος τους, ότι θα τους βιάσουν, καθώς και ότι η ως άνω παράνομη κατακράτηση των επτά ανήλικων παθόντων από τους ανωτέρω κατηγορούμενους-αναιρεσείοντες [και τους συγκατηγορουμένους τους] είχε ως αποτέλεσμα τη στέρηση των παθόντων από την προστασία της πολιτείας και την περιαγωγή τους σε κατάσταση στέρησης της ελευθερίας τους, που έγινε με σκοπό να τους εξαναγκάσουν να εκτελούν τις διαταγές τους, οι οποίες αφορούσαν στην παράδοση από τους ανήλικους παθόντες προς τους κατηγορούμενους-αναιρεσείοντες [και τους συγκατηγορουμένους τους] των καρτών εισόδου στην πτέρυγα Β' του Κ.Υ.Τ. Μόριας των ασυνόδευτων ανηλίκων, στη χρήση μέρους των εγκαταστάσεων αυτής, καθώς και στην εκτέλεση όποιων άλλων υπηρεσιών και εξυπηρετήσεων που αυτοί (ως άνω κατηγορούμενοι) επιθυμούσαν και για τις οποίες οι ανήλικοι παθόντες δεν είχαν σχετική υποχρέωση. 'Οσον αφορά την ανωτέρω αξιόποινη πράξη οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι επικεντρώνουν τις αιτιάσεις τους στο στοιχείο της "αποστέρησης της προστασίας της πολιτείας", το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, πρέπει να συντρέχει για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της αρπαγής, ισχυριζόμενοι ότι το δικάσαν Δικαστήριο εσφαλμένα υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την επ' ακροατηρίω διαδικασία στην ανωτέρω έννοια, διότι, κατά τους ισχυρισμούς τους, ο προαναφερθείς τόπος (ΚΥΤ Μόριας), όπου τελέστηκε η αποδιδόμενη σ' αυτούς ως άνω πράξη δεν ήταν πρόσφορος προς τούτο. Ωστόσο, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, οι επτά ανήλικοι παθόντες στερήθηκαν για "αρκετή ώρα" την προστασία της πολιτείας, καθόσον τέθηκαν από τους αναιρεσείοντες (και τους συγκατηγορουμένους τους), με τη χρήση βίας, ήτοι με την απειλή μαχαιριών, σε καθεστώς ομηρίας, δηλαδή υπό τη δική τους αυθαίρετη εξουσία, εντός κλειστού κλωβού (container), όπου κανένας δεν μπορούσε να ακούσει τις φωνές τους για βοήθεια, αποκοπτόμενοι κατ' αυτόν τον τρόπο από την ομαλή συνθήκη βίου, όπου δεν μπορούσε να ασκηθεί η προστασία του νόμου. Β) Αναφορικά με το έγκλημα της σύστασης συμμορίας, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι ανωτέρω αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι [και οι συγκατηγορούμενοι τους] όχι μόνο ενώθηκαν, αλλά οργανώθηκαν με τη δημιουργία έστω και στοιχειώδους υποδομής, αφού προηγουμένως είχαν κατανείμει μεταξύ τους σχετικούς ρόλους για την επιτυχία του καταστρωθέντος σχεδίου τους, και συμφώνησαν για την από κοινού διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων, ήτοι αυτά της αρπαγής και της πορνογραφίας ανηλίκων κατά συρροή που τέλεσαν. Γ) Όσον αφορά το έγκλημα της παραγωγής υλικού παιδικής πορνογραφίας από κοινού και κατά συρροή παρατίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την ποινική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος, και δη ότι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι-αναιρεσείοντες, ενεργώντας από κοινού (και με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους τους) με ταυτόχρονες, διαδοχικές και συγκλίνουσες συμπεριφορές, εξανάγκασαν, με απειλές χρήσης σωματικής βίας και επιπλέον άσκηση σωματικής βίας από τον κατηγορούμενο και νυν αναιρεσείοντα A.(επ.) S.(όν.) που έκανε χρήση μαχαιριού και συσκευής εκκένωσης ηλεκτρικής ενέργειας, τους αναφερόμενους δύο ανήλικους ασυνόδευτους παθόντες ομοεθνείς τους, που είχαν ήδη απαγάγει από την πτέρυγα Β' του Κ.Υ.Τ. ... και κατακρατούσαν παράνομα εντός του παραπάνω κλωβού, να βγάλουν τα ρούχα τους, και στη συνέχεια ο εξ αυτών κατηγορούμενος-αναιρεσείων A.(επ.) S.(όν.), βιντεοσκόπησε με το κινητό του τηλέφωνο το γυμνό σώμα των δύο ανηλίκων και τα γεννητικά τους όργανα, ήτοι ότι οι αναιρεσείοντες (και οι συγκατηγορούμενοι τους) προέβησαν από κοινού σε παραγωγή υλικού παιδικής πορνογραφίας και συγκεκριμένα σε πραγματική αποτύπωση σε υλικό φορέα (μνήμη του κινητού του τηλεφώνου) του γυμνού σώματος και των γεννητικών οργάνων των αναφερομένων δύο ανήλικων παθόντων, ηλικίας 16-17 ετών, γνωρίζοντας ότι είναι ανήλικοι, προς το σκοπό διέγερσης της γενετήσιας επιθυμίας τους (κατηγορουμένων).
Συνεπώς, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατ' άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με το εν λόγω έγκλημα, διότι δεν διασαφηνίζεται σ' αυτήν ποιος εκ των κατηγορουμένων παρήγαγε το υλικό παιδικής πορνογραφίας και ποιοι εξ αυτών στη συνέχεια το κατείχαν ,είναι αβάσιμες. Τούτο δε, διότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η εν λόγω αξιόποινη πράξη αποδίδεται σ' όλους τους ανωτέρω κατηγορούμενους-αναιρεσείοντες (καθώς και στους μη αναιρεσείοντες συγκατηγορουμένους τους), δοθέντος ότι αναφέρεται σ' αυτήν ότι η βιντεοσκόπηση με τη χρήση κινητού τηλεφώνου από τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα A.(επ.) S.(όν.) των γυμνών σωμάτων και των γεννητικών οργάνων των ανήλικων παθόντων, έγινε κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο όλων των ανωτέρω κατηγορουμένων (και των συγκατηγορουμένων τους-μη αναιρεσειόντων), οι οποίοι γνώριζαν την ανηλικότητά τους και επιδίωκαν την διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας τους. Εξάλλου, οι αιτιάσεις των ανωτέρω αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων περί του ότι η καταδικαστική κρίση της προσβαλλόμενης για το έγκλημα της πορνογραφίας ανηλίκων βασίστηκε αποκλειστικά στις ασαφείς καταθέσεις των δύο ανήλικων παθόντων, αφορούν σε εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, και, ως εκ τούτου, απαραδέκτως πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικάσαντος Δικαστηρίου. Επίσης, αβάσιμες είναι και οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου K. (επ.) O.(όν.), περί του ότι δημιουργείται σύγχυση ως προς τον εάν στην βιντεοσκόπηση με το κινητό τηλέφωνο του γυμνού σώματος και των γεννητικών οργάνων των ανηλίκων παθόντων, προέβη αυτός ή ο πέμπτος κατηγορούμενος-αναιρεσείων, A.(επ.) S.(όν.), καθόσον είναι απολύτως σαφές από τις παραδοχές του σκεπτικού αλλά και από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι στην εν λόγω βιντεοσκόπηση προέβη, κατόπιν συναπόφασης όλων των ως άνω κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων (και των λοιπών συγκατηγορουμένων-μη αναιρεσειόντων), ο κατηγορούμενος και νυν αναιρεσείων A.(επ.) S. (όν.) ο οποίος ρητά κατονομάζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η δε αναφορά του τελευταίου τόσο στο σκεπτικό (σελ.29) όσο και στο διατακτικό της (σελ.33) ως "έκτου κατηγορούμενου", που αντιστοιχούσε, σύμφωνα με τα πρακτικά συνεδρίασης που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, στον κατηγορούμενο -αναιρεσείοντα K. (επ.) O.(όν.), οφείλεται σε προφανή παραδρομή. Επομένως, οι αιτιάσεις, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ., που συνιστούν τον πρώτο και δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, λόγους αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρ.322 παρ.1 ΠΚ, και συγκεκριμένα για αναιτιολόγητη καταδικαστική κρίση των ανωτέρω αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων για τα εγκλήματα της αρπαγής από κοινού και κατά συρροή, της σύστασης συμμορίας και της πορνογραφίας ανηλίκων από κοινού και κατά συρροή, και ότι έπρεπε αυτοί να έχουν καταδικαστεί για την αξιόποινη πράξη της παράνομης κατακράτησης και όχι γι' αυτήν της αρπαγής από κοινού και κατά συρροή, αντίστοιχα, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και αυτός περί συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορούμενου ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ , αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής, την τυχόν συνδρομή των οποίων βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας ,κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης, ερευνά αυτεπαγγέλτως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 1 του νέου Ποινικού Κώδικα, "η ποινή μειώνεται επίσης κατά το μέτρο που προβλέπει το προηγούμενο άρθρο και στις περιπτώσεις που συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις". Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, κατά τις διατάξεις της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ άλλων, και η υπό στοιχείο α', η οποία συνίσταται στο ότι "ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα". Κριτήριο, επομένως, για τη συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, η οποία υπάρχει, όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, του λευκού ποινικού μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής, του δικαστού δυνάμενου να κρίνει στα πλαίσια που ορίζονται από τα άρθρο 178 του Κ.Ποιν.Δ. (Ολ ΑΠ 2/2022, ΑΠ 1135/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι κατηγορούμενοι και νυν αναιρεσείοντες A.(επ.) S.(όν.) και K. (επ.) O.(όν.), ζήτησαν δια των συνηγόρων τους την αναγνώριση του ελαφρυντικού του σύννομου βίου, σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 2 α' του ΠΚ. Ειδικότερα δε, ο πρώτος εκ των άνω αναιρεσειόντων για τη θεμελίωσή του επικαλέστηκε, κατά πιστή μεταφορά, ότι "......... μέχρι τη σύλληψή μου δεν είχα απασχολήσει τις αρχές, ενώ έχω λευκό ποινικό μητρώο. Γεννήθηκα στο ... και ήδη από μικρή ηλικία αναγκάστηκα να μεταναστεύσω και να έρθω μόνος μου στην Ελλάδα. Ήρθα στην Ελλάδα με σκοπό να έχω ένα καλύτερο μέλλον και παρά τις δύσκολες συνθήκες δεν υπέπεσα σε κανένα παράπτωμα". Το Δικαστήριο της ουσίας δεν αναγνώρισε στο πρόσωπο των ως άνω αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων το ανωτέρω αιτηθέν ελαφρυντικό (84 παρ.2 α' ΠΚ), αφού απέρριψε ως ουσία αβάσιμο τον σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό τους. Ειδικότερα, αναφορικά με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α` του ΠΚ [σύννομου βίου], για την απόρριψη της οποίας παραπονούνται οι ανωτέρω αναιρεσείοντες, το δικάσαν Εφετείο, διέλαβε τα εξής : "..., ο ισχυρισμός των .....πέμπτου και έκτου κατηγορουμένων περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, διότι από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι αυτοί έως το χρόνο που έγιναν τα ως άνω εγκλήματα δεν είχαν ζήσει σύννομα, καθόσον είχαν εισέλθει παράνομα στην Ελλάδα από την Τουρκία χωρίς να είναι εφοδιασμένοι με τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα, κατά παράβαση του άρθρου 83 παρ.1 του Ν. 3386/2005...". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού των ως άνω αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων περί σύννομου βίου, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με επάρκεια έκρινε ανελέγκτως, ότι δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, προϋποθέσεις για τη χορήγηση τoυ προαναφερθέντος ελαφρυντικού. Ειδικότερα, αφού, σύμφωνα με τις αναγραφόμενες στην αρχή της παρούσας νομικές σκέψεις, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του σύννομου βίου, δεν αρκεί το λευκό ποινικό μητρώο, αλλά απαιτείται η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξης, ήτοι η μη παραβίαση επιτακτικών ή απαγορευτικών κανόνων δικαίου, η αιτιολογία αυτή, που διέλαβε το Δικαστήριο της ουσίας στην απορριπτική κρίση του εν λόγω αυτοτελούς των ανωτέρω κατηγορουμένων ισχυρισμού, είναι αφενός επαρκής και αφετέρου εφαρμόστηκε ορθώς η εν λόγω διάταξη (άρθρο 84 παρ. 2 περ. α` του νέου ΠΚ), καθόσον το Δικαστήριο της ουσίας, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, αναφέρει αρνητικά περιστατικά που αναιρούν το σύννομο του βίου των ανωτέρω κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων, εκ των οποίων οδηγήθηκε στην απορριπτική του κρίση. Επομένως, υπό το πρίσμα της νέας ευμενέστερης διατάξεως του άρθρου 84 παρ. 2 α' του νέου Ποινικού Κώδικα, το Δικαστήριο της ουσίας, απορρίπτοντας τον εν λόγω αυτοτελή ισχυρισμό, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ. και οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος και δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγοι των υπό κρίση αναιρέσεων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ, μεταξύ άλλων, και η υπό στοιχείο ε', που συνίσταται στο ότι "ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του". Η σχετική διάταξη που αφορά στην ελαφρυντική αυτή περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης προϊσχύσασας, καθόσον η καλή συμπεριφορά του υπαιτίου αξιολογείται ως ελαφρυντική περίσταση ακόμα και όταν υφίσταται τον εξαναγκασμό της φυλακής (ΑΠ 627/2022, ΑΠ 1466/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζήτησαν προφορικά, δια των συνηγόρων τους, "την αναγνώριση του ελαφρυντικού της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς, σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 2 ε' του ΠΚ. Για τη θεμελίωσή του επικαλέστηκαν, δια των συνηγόρων τους, κατά πιστή μεταφορά, οι μεν κατηγορούμενοι -αναιρεσείοντες A. (επ.) S.-M. (όν.) και K. (επ.) O.(όν.) ότι "...... επέδειξαν καλή συμπεριφορά μετά την πράξη τους, πραγματοποιώντας 246 και 434 ημερομίσθια αντίστοιχα έκαστος στο κατάστημα κράτησης", ο δε A. (επ.) S.(όν.) ότι "....από την τέλεση της πράξης έως και σήμερα δεν έχω εμπλακεί σε οποιαδήποτε άλλη υπόθεση. Κατά τη διάρκεια της κράτησής μου δεν έχω τιμωρηθεί πειθαρχικά την ίδια στιγμή που τα φαινόμενα ταραχών στις φυλακές διαρκώς εντείνονται". Τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό το δικάσαν Δικαστήριο απέρριψε -κατά πλειοψηφία- ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, με την ακόλουθη αιτιολογία: "....., διότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στην αμέσως παραπάνω περί ενοχής απόφαση, δεν προκύπτει ότι οι ως άνω κατηγορούμενοι έχουν μεταστραφεί ηθικά και ψυχικά, έχουν αντιληφθεί τις συνέπειες των αξιοποίνων πράξεων, τις οποίες τέλεσαν, και έχουν εναρμονισθεί σταθερά προς τις επιταγές της έννομης τάξης, καθόσον μόνον από το ότι : 1) o πρώτος κατηγορούμενος, κατά τη διάρκεια της κράτησής του στις φυλακές πραγματοποίησε 246 ημέρες εργασίας, 2)........3) ο πέμπτος κατηγορούμενος πραγματοποίησε 438 ημέρες εργασίας,6) ο έκτος πραγματοποίησε 434 ημέρες εργασίας, ......δεν αρκούν ,κατά τα προκτεθέντα, και ενόψει ότι οι ημέρες εργασίας εντός της φυλακής ανταμείβονται και με πλασματική έκτιση ποινής, συνεπεία ευεργετικού υπολογισμού, για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 ε'του ΠΚ.......". Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε, την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και ορθώς απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπο των ανωτέρω κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του ΠΚ, την οποία διάταξη ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεχόμενο ότι η συνήθης καλή συμπεριφορά των κατηγορουμένων μέσα στη φυλακή και η πραγματοποίηση ημερομισθίων, ανταμειβομένων με πλασματική έκτιση της επιβληθείσας ποινής, δεν αποτελούν αυθεντική μαρτυρία για την ψυχική και ηθική μεταστροφή τους.
Συνεπώς, οι συναφείς πρώτος και δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγοι των ενδίκων αναιρέσεων, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, για ελλιπή και μη εμπεριστατωμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφορικά με την απόρριψη του ανωτέρω ελαφρυντικού και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρ. 84 παρ.2 ε' ΠΚ, είναι αβάσιμοι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 133 εδ. α' του νέου ΠΚ, "Όταν ο δράστης κατά το χρόνο τέλεσης αξιόποινης πράξης δεν έχει συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του, το δικαστήριο μπορεί να: α) να διατάξει τον περιορισμό του σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων (άρθρο 54) εφόσον κρίνει ότι η τέλεση της πράξης οφείλεται στην ελλιπή ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, λόγω της νεαρής ηλικίας και ότι περιορισμός αυτός θα είναι αρκετός για να αποφευχθεί η τέλεση άλλων εγκλημάτων, ή β) να επιβάλει μειωμένη ποινή (άρθρο 83)....". Η ανωτέρω ελαφρυντική περίσταση η συνδρομή της οποίας δίδει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να επιβάλλει στους νεαρούς ενήλικες ποινή ελαττωμένη (ελαφρυντική περίσταση μετεφηβικής ηλικίας), απαιτεί για τη στοιχειοθέτησή της να προκύπτει ότι η εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορούμενου έχει σχέση με την νεανική του ανωριμότητα, ώστε να δικαιολογείται η επιεικής μεταχείριση αυτού ενόψει και της ηλικίας του όταν τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε (ΑΠ 755/2022, Α.Π 1018/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι A. (επ.) S.-M. (όν.) και K. (επ.) O.(όν.), δια των συνηγόρων τους, ανέπτυξαν προφορικά, ο δε αναιρεσείων-κατηγορούμενος A.(επ.) S.(όν.) και γραπτά, τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπό τους του εκ του άρθρου 133 του ΠΚ ελαφρυντικού της μετεφηβικής ηλικίας, ενόψει του ότι κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων (31-5-2018) για τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι, είχαν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο (18ο ) έτος της ηλικίας του αλλά όχι και το εικοστό πέμπτο (25ο), ως γεννηθέντες κατά τα έτη 1993,1994 και 1995 αντίστοιχα έκαστος. Τον ισχυρισμό αυτό των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, απέρριψε ως αβάσιμο το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με σαφή και επαρκή αιτιολογία και ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας την ως άνω διάταξη του άρθρου 133 του ΠΚ , δεχόμενο κατά λέξη τα ακόλουθα: " ....από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι όπως ισχυρίζονται κατά τον ως άνω χρόνο τελέσεως των πράξεών τους δεν είχαν συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας τους, είχαν αποκτήσει μεγάλη εμπειρία ζωής και προς αναζήτηση καλύτερης τύχης και διασχίζοντας πολλές χώρες έφθασαν στην Ελλάδα, οι δε πράξεις τους δεν ήταν αποτέλεσμα νεανικής απερισκεψίας και επιπολαιότητας, αλλά προϊόν συνειδητής απόφασης και σχεδίου για την άσκηση εξουσίας επί των ως άνω ανήλικων ομοεθνών τους, ώστε να εκτελούν τις διαταγές τους". Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγοι αναίρεσης των κρινόμενων αναιρέσεων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με την απόρριψη του ανωτέρω ελαφρυντικού και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρ. 133 ΠΚ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, οι κρινόμενες από 30/12/2021 με αρ. πρωτ. 19/2022 και η από 3/1/2022 με αρ. πρωτ. 18/2022 δηλώσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να επιβληθούν σε βάρος καθενός των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρ. 578 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29/9/2021 και με αρ. έκθ.κατ. 49/2021 αίτηση αναίρεσης του Μ. (επ.) R. (όν.) του A., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Μαλανδρίνου, για αναίρεση της υπ` αρ. 34/2021 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Boρείου Αιγαίου, καθώς και τους από 6/5/2022 πρόσθετους λόγους αυτής. Και
Καταδικάζει τον ως άνω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Απορρίπτει την από 30/12/2021 και με αρ.πρωτ. 19/2022 δήλωση αναίρεσης των : 1) A. (επ.) S.-M. (όν.) του M.-Q. και 2) A.(επ.) S. (όν.) του R., κρατουμένων στο Κατάστημα Κράτησης Γρεβενών, για αναίρεση της υπ` αρ. 34/2021 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Boρείου Αιγαίου. Και
Καταδικάζει καθέναν των ανωτέρω αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Απορρίπτει την από 3/1/2022 και με αρ.πρωτ. 18/2022 δήλωση αναίρεσης του K. (επ.) O. (όν.) του G., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Γρεβενών, για αναίρεση της υπ` αρ. 34/2021 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Boρείου Αιγαίου. Και
Καταδικάζει τον ανωτέρω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Σεπτεμβρίου 2022.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Οκτωβρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ