ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΕΦΕΤΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2/2000
Προς τον κ. Διευθύνοντα την Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης
Ύστερα από το υπ' αριθ. 2026/24.4. 2000 έγγραφό σας που κοινοποιήθηκε και σε μας και αφορά το θέμα της αναβολής εκτέλεσης ποινής, σας γνωρίζουμε, ότι η γνώμη μας είναι η ακόλουθη:
Ι) Η εκτέλεση (υπό την ευρεία έννοια) της απόφασης και της δι' αυτής καταγνωσθείσης ποινής, συνιστά την πραγμάτωση της τιμωρού εξουσίας του Κράτους και, αποτελούσα την τελευταία φάση της ποινικής δίωξης ή άλλως το τρίτο στάδιο της ποινικής δίκης και ανήκουσα ως εκ τούτου στη Δικαστική Λειτουργία, δημιουργεί δικονομική έννομη σχέση δημοσίου δικαίου μεταξύ του κράτους και του καταδικασθέντος (Μπουροπούλου, Ερμ. Κ.Π.Δ., τόμ. Β', έκδ. Β', 1957, σ. 346, Κ. Γαρδίκα, ΠοινΧρ Δ' 438, Ι. Ζαγκαρόλα, Το δίκαιον εκτελέσεως εις τους νέους Κώδικας, ΠοινΧρ Α' 333, αγορ. ΕισΑΠ υπό την ΑΠ 215/1953 ΠοινΧρ Γ' 391).
ΙΙ) Η υπό την ανωτέρω έννοια εκτέλεση διακρίνεται: α) στην εκτέλεση υπό τη στενή έννοια που διέπεται από δικονομικούς κανόνες (άρθρα 546 - 572 ΚΠΔ) και β) στην έκτιση της ποινής, περί της οποίας προβλέπουν οι κανόνες του σωφρονιστικού δικαίου (Ζησιάδη, Ποιν. Δικον., τόμ. Γ', έκδ. Γ', 1977 σ. 413, 414, Ι. Ζαγκαρόλα, ό.π., σ. 334, 335) και που αποτελεί κι αυτή στάδιον εκτέλεσης της απόφασης, δεδομένου ότι μετά την απότιση της ποινής εξαντλείται και η εκτελεστότητά της (ΑΠ 856/1985 ΠοινΧρ ΛΕ' 996).
ΙΙΙ) Η εκτέλεση υπό τη στενή έννοια περιλαμβάνει τις ενέργειες εκείνες του επιτετραμένου την εκτέλεση της απόφασης (άρθρο 549 παρ. 1 ΚΠΔ) που προπαρασκευάζουν την έκτιση της ποινής. Είναι δε οι ενέργειες αυτές:
α) Επί ερήμην αμετακλήτως καταδικασθέντος (φυγόποινου) σε ποινή στερητική της ελευθερίας. Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 549 παρ. 1 και 552 ΚΠΔ, ο φροντίζων για την εκτέλεση διαβιβάζει στην αρμόδια αστυνομική αρχή έγγραφη εντολή εκτέλεσης της αμετάκλητης απόφασης που περιέχει τα στοιχεία που ορίζονται στο άρθρο 552 παρ. 2 εδ. τελ. ΚΠΔ (Ζησιάδη, ό.π. σ. 417). Στην πρακτική η εντολή αυτή είναι απλούν διαβιβαστικό έγγραφο συνοδευόμενο από απόσπασμα της καταδικαστικής απόφασης. Η αστυνομική αρχή είναι υπόχρεη προς σύλληψη του καταδιωκόμενου και στην προσαγωγή του ενώπιον του επιμελουμένου την εκτέλεση της απόφασης, ο οποίος στη συνέχεια (μετά την προσαγωγή) δίδει έγγραφη εντολή προς τον Διευθυντή της συγκεκριμένης φυλακής προς φυλάκισή του, δηλαδή προς έκτιση της ποινής. Η τελευταία αυτή εντολή συνοδεύεται από απόσπασμα ή αντίγραφο της καταδικαστικής απόφασης επί του οποίου ο επιμελούμενος την εκτέλεσή της αναγράφει το χρόνο λήξης της ποινής (άρθρο 554 ΚΠΔ).
β) Εάν ο καταδικασθείς είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, δεν κρατείται προσωρινά και η απόφαση είναι αμέσως εκτελεστή, η εντολή προς εκτέλεση δίδεται και προφορικά από τον προς τούτο επιμελούμενο (άρθρο 552 παρ. 2 εδ. α' ΚΠΔ) προς τον επικεφαλής της φρουράς του ακροατηρίου. Στην πράξη ο πιο πάνω καταδικασθείς, εφόσον αδυνατεί να αποτίσει την ποινήν αμέσως, μετά την απαγγελία της απόφασης προσάγεται από το αστυνομικό όργανο με απόσπασμα ή αντίγραφο της απόφασης στον Εισαγγελέα υπηρεσίας, ο οποίος εκδίδει και διαβιβάζει αρμοδίως την κατά τα προλεχθέντα εντολή φυλάκισης. γ) Εάν όμως στην ανωτέρω περίπτωση β', η απόφαση δεν είναι αμετάκλητη, ο επιμελούμενος την εκτέλεση ενεργεί με τον τρόπο που αναφέρθηκε (ως άνω περίπτωση α'), μόλις η απόφαση καταστεί αμετάκλητη (άρθρο 552 παρ. 2 εδ. τελ. ΚΠΔ). Οι ανωτέρω παραγγελίες του Εισαγγελέως (προς την αστυνομική αρχή και στο Διευθυντή Φυλακής) είναι διοικητικές πράξεις (ΑΠ 1079/1979 ΠοινΧρ Λ' 152, Μαργαρίτη - Παρασκευόπουλου, Θεωρία της ποινής, σ. 279, σημ. 5), ταυτόχρονα όμως, ως και τα συνοδεύοντα αυτές έγγραφα, αποτελούν και καταδιωκτικά έγγραφα (άρθρον 123 παρ. 1 - 2 στοιχεία γ - η - θ - ιγ π.δ. 141/1991).
IV) Το πέρας όμως του προπαρασκευαστικού σταδίου εκτέλεσης της απόφασης προς έκτιση της ποινής, δηλαδή το πέρας της εκτέλεσης υπό στενή έννοια, επέρχεται από τη διαβίβαση της παραγγελίας του επιμελουμένου την εκτέλεση προς τον Διευθυντή Φυλακών για τη φυλάκιση του καταδικασθέντος, οπότε και άρχεται πλέον το στάδιον έκτισης της ποινής, δηλαδή έχουμε την ουσιαστική έναρξη αυτής, η υλοποίηση της οποίας επιτυγχάνεται και επί πλέον αποδεικνύεται με την παράδοση του καταδικασθέντος από το αστυνομικό όργανο στο Διευθυντή της φυλακής μαζί με απόσπασμα ή αντίγραφο της απόφασης επί του οποίου ο επιμελούμενος την εκτέλεση αναγράφει, όπως προαναφέρθηκε, το χρόνο λήξης της ποινής, δεδομένου ότι εκείνος της έναρξης αυτής είναι γνωστός, συμπίπτων κατά κανόνα με εκείνο της παραγγελίας προς φυλάκιση, και άνευ των οποίων (εντολής προς φυλάκιση και αποσπάσματος ή αντιγράφου της απόφασης) δεν είναι δυνατή η παραλαβή του καταδικασθέντος από τον Διευθυντή της φυλακής και η εισαγωγή του σ' αυτήν (άρθρο 21 παρ. 1 στοιχ. α' ν. 1851/1989). Για την παράδοση αυτή συντάσσεται σχετική έκθεση που επισυνάπτεται στη δικογραφία (άρθρο 552 παρ. 1 ΚΠΔ), καθώς και έκθεση φυλάκισης. Οι εκθέσεις όμως αυτές είναι διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος για να πιστοποιήσουν και βεβαιώσουν το γεγονός, ότι ο καταδικασθείς, που ήδη άρχισε να εκτίει ποινή με την παραγγελία φυλάκισης, εισήχθη στο συγκεκριμένο και προωρισμένο προς τούτο χώρο. Αποδεικνύουν δηλαδή την τυπική έναρξη έκτισης της ποινής με την παράδοση του καταδικασθέντος και όχι την ουσιαστική. Ότι αυτή ήταν η πρόθεση του νομοθέτη ενισχύεται από το ότι στη διάταξη του άρθρου 552 παρ. 1 ΚΠΔ δεν αναφέρεται ότι από την παράδοση αρχίζει η διάρκεια έκτισης της ποινής, όπως αντίθετα ορίζεται ρητά στο άρθρο 284 παρ. 1 ΚΠΔ για την έναρξη διάρκειας της προσωρινής κράτησης, προκειμένου για τον καθ' ου εκδόθηκε ένταλμα τοιαύτης και παραδοθέντα στο Διευθυντή φυλακής υποδίκων. Ενόψει τούτων γίνεται φανερό, ότι χρόνος ουσιαστικής έναρξης έκτισης της ποινής είναι ο από της διαβίβασης της παραγγελίας του επιμελουμένου την εκτέλεση προς τον Διευθυντή της φυλακής προς φυλάκιση του καταδικασθέντος και όχι εκείνος της παράδοσης τούτου στο Διευθυντή. Επομένως η σύλληψη του ερήμην καταδικασθέντος (περί της οποίας συντάσσεται έκθεση) σε εκτέλεση της Εισαγγελικής εντολής προς ενώπιόν του προσαγωγήν ή η άτυπη σύλληψη και κράτηση, για τον αυτό σκοπό, του κατ' αντιμωλίαν καταδικασθέντος με προφορική εντολή του Εισαγγελέως της έδρας ή και με σημείωμα του Γραμματέως της έδρας, εκδιδόμενο με όμοια εντολή τούτου στην περίπτωση που δε λειτουργεί η Γραμματεία κατά την έκδοση της απόφασης, ώστε να επακολουθήσει την επόμενη η έκδοση του αποσπάσματος της απόφασης (ΓνμδΕισΕφΑθ 38071/1988 ΠοινΧρ ΛΗ' 146), δεν συνιστούν έναρξη έκτισης ποινής, αλλ' εμπίπτουν στην εκτέλεση υπό την στενή έννοια, αποτελούσες ενέργειες προπαρασκευής εκείνης, αφού μετά από αυτές και την προσαγωγή του καταδικασθέντος στον επιφορτισμένο με την εκτέλεση της απόφασης θα επακολουθήσει η έκδοση και διαβίβαση της παραγγελίας του τελευταίου προς φυλάκιση τούτου.
V) Προϋπόθεση της αναβολής εκτέλεσης της ποινής είναι η μη έναρξη εκτέλεσης της ποινής και ότι ο καταδικασθείς δεν κρατείται προσωρινά (Ζησιάδη, ό.π., σ. 428, Μαργαρίτη - Παρασκευόπουλου, ό.π., σ. 273, Σιφναίου, Πανδ. Ποιν. Δικ., τόμ. Β', σ. 1690, σημ. 3). Μεταξύ δε των περιοριστικώς προβλεπομένων περιπτώσεων δυνητικής αναβολής εκτέλεσης ποινής στερητικής της ελευθερίας (Αιτιολ. Έκθ. Σχ. ΚΠΔ σ. 652, Σιφναίου, ό.π. σημ. 4, Μπουροπούλου, Ερμ. ΚΠΔ, 1951, σ. 669), είναι και η ένεκα αποδεδειγμένων οικογενειακών ή επαγγελματικών αναγκών (άρθρο 556 στοιχ. δ' ΚΠΔ ως αντικ. με το άρθρο 18 παρ. 8 ν. 2721/1999), χορηγουμένη με αιτιολογημένη διάταξη του υπευθύνου για την εκτέλεση Εισαγγελέως (άρθρο 559 στοιχ. γ', ΚΠΔ), υπό τους εξής όρους: α) Η προς εκτέλεση ποινή πρέπει να είναι κατώτερη των δύο ετών. β) Υπαρξη επαγγελματικών ή οικογενειακών αναγκών, των πρώτων αφορωσών το ασκούμενο κύριο επάγγελμα του αιτούντος, των δε δευτέρων αφορωσών την οικογένειά του, όπως αυτή νοείται κατά το οικογενειακό δίκαιο. γ) Οι ανωτέρω ανάγκες πρέπει να περιγράφονται στην υποβαλλόμενη αίτηση και ταυτόχρονα να αποδεικνύονται κατά τρόπο βέβαιο και αναμφισβήτητο με επισυναπτόμενα σ' αυτήν στοιχεία. δ) Το ανώτατο όριο αναβολής είναι έξι (6) μήνες. Η χορήγηση της αναβολής όμως είναι επιτρεπτή πέραν της μίας φοράς, εφόσον η πρώτη τοιαύτη ήταν κατώτερη των έξι μηνών. Μη συντρεχόντων των ως άνω όρων, η αίτηση αναβολής εκτελέσεως είναι απορριπτέα.
VI) Εφόσον κατά τα προλεχθέντα η ουσιαστική έναρξη έκτισης της ποινής αρχίζει με τη διαβίβαση της παραγγελίας του Εισαγγελέα προς τον Διευθυντή φυλακής για φυλάκιση, έπεται ότι αυτή (παραγγελία) είναι και το έσχατο χρονικό όριο μέχρι το οποίο μπορεί να ζητηθεί η αναβολή εκτέλεσης και επομένως περιλαμβάνεται και το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα από τη σύλληψη του καταδικασθέντος μέχρι την παραγγελία φυλάκισής του. Αντιθέτως, τέτοιο αίτημα δε μπορεί να υποβληθεί μετά την παραγγελία φυλάκισης και μέχρι την παράδοση του καταδικασθέντος στο Διευθυντή φυλακής, διότι, όπως είπαμε, αρχίζει από μεν την πρώτη η ουσιαστική έναρξη από δε την τελευταία η τυπική έναρξη έκτισης της ποινής. Στην περίπτωση αυτή μόνο για διακοπή εκτέλεσης ποινής (άρθρο 557 ΚΠΔ) μπορεί να γίνει λόγος. Η άποψή μας αυτή είναι ορθή και δικαία, αντιμετωπίζουσα με ίσους όρους τους καταδικασθέντες και δίδουσα λύση σε ζητήματα καθημερινής πρακτικής που εμφανίζονται κατά την εκτέλεση των αποφάσεων. VII) Η παραδοχή της άποψης ότι η έναρξη εκτέλεσης της ποινής αρχίζει από τη σύλληψη του καταδικασθέντος και κατά συνέπεια ότι μετ' αυτήν είναι παραδεκτή η αίτηση αναβολής εκτέλεσης, δεν είναι ορθή, διότι: α) παρορά τη φύση και το σκοπό της σύλληψης ως προπαρασκευαστικού της έκτισης της ποινής μέσου και σταδίου, β) περιορίζει ανεπιτρέπτως το πεδίον εφαρμογής του άρθρου 556 στοιχ. δ' ΚΠΔ και γ) οδηγεί σε ανεπιεική και άνιση μεταχείριση των καταδικασθέντων, αφού ευνοείται και επιβραβεύεται ο φυγόποινος και μη εισέτι συλληφθείς, που οποτεδήποτε δικαιούται και δύναται να υποβάλει τη σχετική αίτηση, έναντι του συλληφθέντος φυγοποίνου, καθώς και του παρόντος κατά την απαγγελίαν της αμέσως εκτελεστής απόφασης καταδικασθέντος, που δεν θα μπορούν να ασκήσουν αυτό το δικαίωμα. Το γεγονός ότι ο χρόνος από τη σύλληψη μέχρι τη φυλάκιση του καταδικασθέντος αφαιρείται από τη διάρκεια της εκτιόμενης ποινής, δεν αναιρεί την ορθότητα της άποψης ότι η ουσιαστική έναρξη έκτισης της ποινής γίνεται με την έκδοση και διαβίβαση της παραγγελίας φυλάκισης, διότι η ως άνω αφαίρεση αναφέρεται σε άλλο θέμα και δη στον υπολογισμό του χρόνου κράτησης, τούτου θεωρουμένου απλώς και μόνο κατά τεκμήριον ως τέτοιου εκτιόμενης ποινής, λόγω του ότι ο συλληφθείς στερείται της ελευθερίας του πριν την ουσιαστική έναρξη έκτισης της ποινής. Αλλ' ούτε η άποψη ότι η έναρξη εκτέλεσης της ποινής γίνεται με τη φυλάκιση είναι ορθή, διότι: α) Η φυλάκιση συνιστά την τυπική έναρξη αυτής, η δε περί ταύτης συντασσομένη έκθεση αποδεικνύει και μόνον το γεγονός τούτο, β) η φυλάκιση είναι δυνατόν να μη γίνει αυθημερόν με την έκδοση της περί ταύτης παραγγελίας του Εισαγγελέως ως κατωτέρω εκτίθεται.
VIII) Η άποψη ότι η εκτέλεση της ποινής στερητικής της ελευθερίας ενεργείται με την παράδοση του καταδικασθέντος υπό του εκτελούντος την απόφαση δημοσίου οργάνου στον Διευθυντή της φυλακής (Ζησιάδη, ό.π., σ. 425) και επομένως ότι μέχρι την ως άνω παράδοση μπορεί να ζητηθεί η αναβολή εκτέλεσης της ποινής (Λ. Μαργαρίτη, Υπερ 1999. 1506), μπορεί να θεωρηθεί ορθή μόνον όμως στο μέτρο που αναφέρεται στο συνήθως συμβαίνον, δηλαδή όταν η παραγγελία του Εισαγγελέως προς φυλάκιση και η παράδοση γίνονται αυθημερόν, οπότε πρακτικά, με ελάχιστη χρονική διαφορά, έχουμε την ουσιαστική και τυπική έναρξη έκτισης της ποινής, αποκλειομένης πάντως σε κάθε περίπτωση της υποβολής αίτησης αναβολής εκτέλεσης μετά την έκδοση και διαβίβαση της παραγγελίας προς φυλάκιση, δεδομένου άλλωστε ότι ο Εισαγγελέας έκτοτε απεκδύεται της προς εκτέλεση της απόφασης δικαιοδοσίας του. Με την έννοιαν αυτή η ανωτέρω άποψη προφανώς υπολαμβάνει ως παράδοση του καταδικασθέντος την παραγγελία φυλάκισης του Εισαγγελέως, μετά την οποίαν αρχίζει η ουσιαστική έκτιση της ποινής, για την τυπική έναρξη και απόδειξη της οποίας απαιτείται η τήρηση των διατυπώσεων του νόμου (σύνταξη εκθέσεων παράδοσης και φυλάκισης) που αποτελούν και την υλοποίηση της Εισαγγελικής παραγγελίας προς φυλάκιση (βλ. σχετ. ΓνμδΕισΑΠ 12/1925 Θεμ ΛΣΤ' 589). Εάν όμως η άποψη αυτή περιορίζεται να θεωρεί ως χρόνον ουσιαστικής και τυπικής έναρξης έκτισης της ποινής καθώς και ως απώτατο χρονικό σημείο δυνατότητας υποβολής αίτησης αναβολής εκτέλεσης αποκλειστικά και μόνον το χρόνο της παράδοσης του καταδικασθέντος στο Διευθυντή φυλακής, δεν είναι ορθή, για τους εξής λόγους: α) Αντιτίθεται προς το πνεύμα και το σκοπό του νομοθέτου, ο οποίος εάν ήθελε την παράδοση ως ουσιαστικό χρόνο έναρξης έκτισης της ποινής θα το ώριζε ρητά, ως επί προσωρινής κράτησης όπως προείπαμε. β) Δε λαμβάνει υπόψη της ότι η υποβολή μιας τέτοιας αίτησης είναι καταχρηστική, εάν γίνει μετά την παραγγελία φυλάκισης, δημιουργούσα σοβαρά διαδικαστικά προβλήματα και δυσχέρειες περί την εκτέλεση της απόφασης που κείνται εκτός της πρόθεσης του νομοθέτη, αφού ο καταδικασθείς και ενώπιον του Εισαγγελέως προσαχθείς προς έκδοση της παραγγελίας φυλάκισης, οσονδήποτε χρόνο και αν κρατήθηκε μέχρι τότε, αρκούντως είχε την ευχέρεια να υποβάλει την εν λόγω αίτηση. γ) Δε λαμβάνει υπόψη της, ότι ο υπεύθυνος για την εκτέλεση της απόφασης Εισαγγελεύς, μετά την έκδοση και διαβίβαση της εντολής φυλάκισης του καταδικασθέντος στερείται δικαιοδοσίας να αποφανθεί για την αίτηση αναβολής εκτέλεσης. Τούτο δε διότι με την ως άνω παραγγελία περατούται το στάδιο εκτέλεσης υπό τη στενή έννοια και άρχεται η έκτιση της ποινής μη προβλεπομένου οιουδήποτε ενδιαμέσου δικονομικού σταδίου και δ) Δεν δύναται να αντιμετωπίσει και να δώσει λύσεις στα προβλήματα της καθημερινής πρακτικής που απαντώνται στο πλαίσιο του σωφρονιστικού συστήματος και ιδιαίτερα όταν μετά την παραγγελία φυλάκισης καθίσταται ανέφικτη η τήρηση των διατυπώσεων έναρξης έκτισης της ποινής (παράδοσης και φυλάκισης) εξαιτίας αντικειμενικής αδυναμίας (π.χ. υπερπλήρωση της συγκεκριμένης φυλακής), οπότε ο καταδικασθείς αναγκαίως κρατείται (πολλάκις και επί μακρόν χρόνον) στο Τμήμα Μεταγωγών ή στα κρατητήρια των Αστυνομικών Τμημάτων ή σταθμών μέχρι την παράδοσή του στο Διευθυντή της συγκεκριμένης φυλακής. Στην περίπτωση αυτή γίνεται φανερό ότι η ως άνω κράτηση ενεργεί ως υποκατάστατο της παράδοσης του καταδικασθέντος στο Διευθυντή φυλακής και επομένως η διάρκεια αυτής θεωρείται διάστημα έκτισης της ποινής (βλ. ΓνμδΕισΑΠ 12/1925 ό.π.), ανατρέχουσα στο χρόνο έκδοσης και διαβίβασης της παραγγελίας φυλάκισης, μη δυναμένης να θεωρηθεί ως μη αρξαμένης της έκτισης της ποινής λόγω μη παράδοσης του καταδικασθέντος, οπότε μόνο για διακοπή εκτέλεσης της ποινής μπορεί να γίνει λόγος, διότι άλλως θα κατελύετο το δίκαιον εκτέλεσης.
ΙΧ) Κατόπιν των ανωτέρω παρακαλούμε να ανακαλέσετε το έγγραφό σας που αναφέρεται στην αρχή και να μεριμνήσετε για την κοινοποίηση της παρούσας στους Εισαγγελικούς Λειτουργούς της υπηρεσίας σας.
ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΜΟΥΡΑΤΗΣ