ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Η αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Το αίτημα είναι ορισμένο, μόνον όταν αναφέρονται τα ζητήματα για τα οποία θα κατέθετε ο μάρτυρας ή να προσκομισθούν έγγραφα εκτός δικογραφίας ώστε να κριθεί αν τα ζητήματα αυτά είναι κρίσιμα για να σχηματίσει το δικαστήριο ασφαλέστερη κρίση.
Αριθμός 30/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 ΚΠΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, για ελλιπή αιτιολογία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ' ΚΠΔ και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγουμένη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Τέτοιο δικαίωμα του κατηγορουμένου είναι και το παραδεκτά υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις. Το αίτημα αυτό πρέπει να υποβάλλεται παραδεκτά και να είναι ορισμένο, είναι δε ορισμένο, μόνον όταν αναφέρονται τα ζητήματα για τα οποία θα κατέθετε ο μάρτυρας ή να προσκομισθούν έγγραφα εκτός δικογραφίας ώστε να κριθεί αν τα ζητήματα αυτά είναι κρίσιμα για να σχηματίσει το δικαστήριο ασφαλέστερη κρίση. Αν το δικαστήριο, απορρίψει το αίτημα αυτό, παρ' ότι υποβλήθηκε παραδεκτά και είναι ορισμένο, χωρίς στην παρεμπίπτουσα απόφασή του να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στη συνέχεια δε προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, ιδρύονται λόγοι αναίρεσης τόσο για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω παραβίασης του δικαιώματος του κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη, το οποίο ρυθμίζεται από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, όσο και για έλλειψη αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' του ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντα υπέβαλαν αίτημα αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης κατ' άρθρο 352 ΚΠΔ προκειμένου, κατά τη νέα δικάσιμο που θα οριστεί, να προσκομισθεί στο Δικαστήριο η αναγγελία της πρόσληψης του θανόντος Γ. Κ. του Σ. από τον Δήμο ..., στην Υπηρεσία Καθαριότητας του οποίου εργαζόταν, από όπου θα προκύπτει εάν ο θανών είχε νοητική υστέρηση. Το Δικαστήριο της ουσίας, αφού επιφυλάχθηκε, απέρριψε το αίτημα αυτό μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, μετά από την παράθεση της νομικής σκέψης με την ακόλουθη αιτιολογία: "Το, εν λόγω, αίτημα παραδεκτά υποβάλλεται, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην αμέσως προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη της παρούσας, ωστόσο, από την αποδεικτική διαδικασία, κρίνεται ότι τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, που έχουν τεθεί υπόψιν του Δικαστηρίου και έχουν άμεση σχέση με την υπό κρίση ποινική υπόθεση, είναι επαρκή για τη διαλεύκανση της ουσίας της υπόθεσης και για τον σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης, σχετικά με την ενοχή ή όχι του άνω κατηγορούμενου και η προσκόμιση του άνω εγγράφου, ουδέν περαιτέρω θα συνεισφέρει στην αποδεικτική διαδικασία. Το Δικαστήριο, συνεπώς, κρίνει ότι δύναται να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η υπό κρίση κατηγορία και να διαμορφώσει με ασφάλεια την κρίση του επί της ένδικης ποινικής υπόθεσης, ενώ το έγγραφο του οποίου ζητείται η προσκόμιση και αφορά την διανοητική του κατάσταση του θανόντα από το ένδικο τροχαίο ατύχημα δεν θα συμβάλλει ουσιωδώς στη διαλεύκανση της υπόθεσης και στην ανεύρεση της αλήθειας σχετικά με τη συμπεριφορά που σε κάθε περίπτωση (ήτοι ανεξάρτητα από την διανοητική κατάσταση και τη συμπεριφορά του παθόντα) επέδειξε ο κατηγορούμενος κατά την οδήγηση του οχήματός του την κρίσιμη χρονική στιγμή ούτε σχετικά με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και του επελθόντος αποτελέσματος. Ως εκ τούτου, το αίτημα για αναβολή της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης για κρείσσονες αποδείξεις και δη προκειμένου να προσκομιστεί η αναγγελία της πρόσληψης του θανόντος, κρίνεται παντελώς αβάσιμο και σαν τέτοιο πρέπει να απορριφθεί". Με την προπαρατεθείσα αιτιολογία, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη δεν κρίνεται σκόπιμη η προσκόμιση της αναγγελίας πρόσληψης του θανόντος Γ. Κ. του Σ. από τον Δήμο ..., στην Υπηρεσία Καθαριότητας του οποίου εργαζόταν, με την έννοια ότι το Δικαστήριο σχημάτισε από αυτά δικανική πεποίθηση, η προσβαλλομένη διέλαβε την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την απόρριψη του άνω αιτήματος, δεν ήταν δε αναγκαία για την επάρκεια αυτής η παράθεση επιπλέον στοιχείων.Συνεπώς, η απορριπτική του ανωτέρω αιτήματος ως άνω παρεμπίπτουσα απόφαση δεν πάσχει από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ούτε παραβιάστηκε δι' αυτής το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντα (171 παρ.1 δ' Κ.Π.Δ.) και έτσι δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα και οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Α' και Δ' ΚΠΔ, λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.