ΠΕΡΙΛΗΨΗ :
-Πρόταση εισαγγελέα επί αιτήματος αναβολής .Η πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν η υπόθεση, καθώς και η πρόταση του ιδίου να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, ενέχουν και σιωπηρή πρότασή του για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης.
Αριθμός 1243/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Κουβίδου, Βασίλειο Μαχαίρα – Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Μωραϊτάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου ………., κατοίκου Καμμένων Βούρλων Φθιώτιδας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ψάρρη, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 26/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λαμίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 04 Μαΐου 2022 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 05.05.2022, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 3983/2022 και στους από 19.10.2022 πρόσθετους λόγους αυτής, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 488/22.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη, από 4-5-2022 και με αριθ. πρωτ. 3983/5-5-2022 αίτηση του κατηγορουμένου ……., για αναίρεση της με αριθμό 26/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας, που τον καταδίκασε, σε δεύτερο βαθμό, για την αξιόποινη πράξη της διακίνησης (κατοχής – μεταφοράς) ναρκωτικών ουσιών από κοινού, με την επιβαρυντική περίπτωση της υποτροπής, σε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών και σε χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, ασκήθηκε νομότυπα, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο 473 παρ.3 ΚΠΔ) και εμπρόθεσμα, εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο την 15-4-2022 (άρθρο 473 παρ.2 και 3 ΚΠΔ και άρθρο 168 παρ.1 εδ.γ’ και δ’ του ίδιου Κώδικα). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί για το βάσιμο των λόγων της. Εκτός από τους λόγους της παραπάνω αίτησης, πρέπει να ερευνηθεί και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης, τον οποίο παραδεκτά πρότεινε ο αναιρεσείων με το από 19-10-2022 δικόγραφό του, που κατατέθηκε στον Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου την 24-10-2022, εμπρόθεσμα, δηλαδή δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη για τη συζήτηση της αναίρεσης ημέρα και συντάχθηκε η σχετική έκθεση (άρθρο 509 εδ.α’ ΚΠΔ).
ΙΙ. Με το Ν. 4139/20-3-2013 «Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις» (Φ.Ε.Κ. 74/20-3-2013, τεύχος πρώτο), με το άρθρο 100 του οποίου καταργήθηκε από την έναρξη ισχύος του (20-3-2013) ο Ν. 3459/ 2006, εκτός από τα άρθρα 1 παρ. 1, 58 και 61 αυτού, ρυθμίζονται οι παραβάσεις διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Ειδικότερα με το άρθρο 20 παρ. 1 του ανωτέρω Ν. 4139/2013, που ορίζει ότι: «Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ», τυποποιείται ως βασικό έγκλημα η παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, ως τοιαύτη νοούμενη, κατά την παράγραφο 2, κάθε πράξη με την οπαία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 αυτού, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 29 του ίδιου νόμου (χρήση, προμήθεια ή κατοχή ναρκωτικών σε ποσότητες που δικαιολογούνται μόνο για την ατομική χρήση του δράστη ή καλλιέργεια φυτών κάνναβης σε αριθμό ή έκταση που δικαιολογούνται μόνο για την ατομική χρήση). Με την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου 20 του Ν. 4139/2013 καθορίσθηκαν ενδεικτικά οι τρόποι τέλεσης της διακίνησης των ναρκωτικών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η αγορά, κατοχή, μεταφορά και πώληση. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 20 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, το ανωτέρω έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών πραγματώνεται, με τη μορφή της αγοράς ή πώλησης αυτών, με την κατά τους όρους του άρθρου 513 του Α.Κ. μεταβίβαση της κυριότητας των ναρκωτικών στον αγοραστή, που γίνεται με την παράδοση τους προς αυτόν αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος, ενώ η κατοχή των ναρκωτικών ουσιών πραγματώνεται με την φυσική εξουσίασή τους από το δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέτει σε τρίτους. Για την αιτιολόγηση της τέλεσης των παραπάνω πράξεων της αγοράς ή πώλησης και κατοχής ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός, α) της ποσότητας τούτων (βάρους), που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεσή τους, αλλά ούτε και το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του χρόνου τέλεσης των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας, γ) του ύψους του επιτευχθέντος τιμήματος και δ) της ταυτότητας των πωλητών ή αγοραστών ( ΑΠ 5/2023, ΑΠ 1193/2022, ΑΠ 19/2019). Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών απαιτείται δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητας των ουσιών ως ναρκωτικών και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει την πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση, Ειδικότερη αιτιολογία για το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου, δεν απαιτείται, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και επομένως εξυπακούεται ότι υπάρχει αυτός στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή (ΑΠ 127/2022, ΑΠ 167/2017). Περαιτέρω, το άρθρο 22 του Ν. 4139/213 «Διακεκριμένες περιπτώσεις», στην παράγραφο 1 ορίζει ότι: «Με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ, τιμωρείται όποιος τελεί κάποια από τις πράξεις των άρθρων 20 και 21 παράγραφος 1α: α) …., β)…». Κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, «Με την ποινή της παραγράφου 1 τιμωρείται όποιος παράνομα: α)….., β)…., γ) είναι υπότροπος: υπότροπος θεωρείται όποιος, χωρίς να έχει κριθεί ως εξαρτημένος, έχει ήδη καταδικαστεί αμετάκλητα για κακούργημα διακίνησης ναρκωτικών μέσα στην προηγούμενη δεκαετία». Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019) «Αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου». Επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση (in concreto) και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου, όταν δηλαδή διαφοροποιεί το πραγματικό του κανόνα δικαίου, εφόσον εκ τούτου ωφελείται ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος (ΑΠ 543/2022, ΑΠ 442/2021, ΑΠ 174/2021, ΑΠ 808/2020). Εξάλλου, με το νέο ΠΚ καταργήθηκαν οι διατάξεις που αναφέρονται στους υπότροπους εγκληματίες, για τους οποίους προβλεπόταν βαρύτερη μεταχείριση (άρθρα 88-90 προϊσχύσαντος ΠΚ). Παράλληλα, με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 463 παρ.5 του νέου ΠΚ, ορίσθηκε ότι: «Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Κώδικα καταργούνται όλες οι διατάξεις που περιέχονται σε ειδικούς νόμους με τις οποίες καθορίζονται παρεπόμενες ποινές ή άλλες συνέπειες που καταργούνται με αυτόν». Επομένως, η κατάργηση των ως άνω διατάξεων περί υπότροπους εγκληματίες επεκτείνεται και στο Ν.4139/2013 περί εξαρτησιογόνων ουσιών (ΑΠ 808/2020).
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 30 παρ.2 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΚΠΔ, «Καμία απόφαση ή ποινική διαταγή ποινικού δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο και καμία διάταξη ανακριτή δεν έχουν κύρος, αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο Εισαγγελέας», ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 138 παρ.1 εδ.α’ του ίδιου Κώδικα «πριν από κάθε απόφαση ή διάταξη του δικαστή που εκδίδεται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο παίρνουν το λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου ο Εισαγγελέας καθώς και οι παρόντες διάδικοι». Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 περ. β’ του νέου ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα υπάρχει, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: «α) …, β) την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα και την υποχρεωτική συμμετοχή του στη διαδικασία στο ακροατήριο και σε πράξεις της προδικασίας που ορίζονται στο νόμο». Ένεκα της ακυρότητας αυτής ιδρύεται λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α’ ΚΠΔ (ΑΠ 581/2022, ΑΠ 467/2020, ΑΠ 220/2019). Όταν, όμως, ο Εισαγγελέας της έδρας λαμβάνει το λόγο, αναπτύσσει την κατηγορία και προτείνει την ενοχή ή την αθώωση του κατηγορουμένου, σιωπηρώς προτείνει και την απόρριψη των υποβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών και αιτημάτων του, επί των οποίων είχε επιφυλαχθεί προηγουμένως και, κατά συνέπεια, ουδεμία απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο δημιουργείται (ΑΠ 174/2021, ΑΠ 522/2019, ΑΠ 882/2002). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ .Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά κατ' επιλογή (Ολ. ΑΠ 3/2012), για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί ο κατ’ είδος ή κατά κατηγορίες προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους ούτε μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Επίσης, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όμως, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 2/2022, ΑΠ 318/2023, ΑΠ 1506/2022, ΑΠ 478/2020, ΑΠ 735/2020).
- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, με αριθμό 26/2022 απόφασης, το Τριμελές Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας, που την εξέδωσε δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ένορκη κατάθεση μάρτυρα κατηγορίας, έγγραφα που αναγνώσθηκαν), δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: «Ο κατηγορούμενος στο Καινούργιο Φθιώτιδος την 6-7-2016, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης με τον ανήλικο …., κατά τη διάρκεια αστυνομικού ελέγχου κατελήφθη να κατέχει από κοινού με τον ως άνω ανήλικο δύο νάιλον σακούλες που περιείχαν ποσότητα ινδικής κάνναβης βάρους (693) και (800) γραμμαρίων, αντίστοιχα, οι οποίες ήταν επιμελώς τοποθετημένες εντός σάκου ταξιδιού στα πόδια του συνοδηγού του υπ' αρ. ……. ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ίδιος. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη ινδικής κάνναβης εντός του σάκου ταξιδιού, αφού μετέφερε αυτόν κατόπιν παράκλησης του γνωστού του …. χωρίς να έχει ελέγξει το περιεχόμενο της δεν αποδείχθηκε. Η ανωτέρω συμπεριφορά του κατηγορουμένου συγκροτεί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης σ’ αυτόν πράξης της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών από κοινού (κατοχής και μεταφοράς) υπό την επιβαρυντική περίπτωση της υποτροπής, αφού αυτός είχε καταδικασθεί αμετάκλητα εντός της προηγούμενης από την ως άνω πράξη δεκαετίας για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών και συγκεκριμένα καταδικάσθηκε με την υπ’ αρ. 139/2008 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας για την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος». Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε τον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο της παραπάνω πράξης της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, από κοινού, με τη μορφή της κατοχής και της μεταφοράς τους, με την επιβαρυντική περίπτωση της υποτροπής, από μη τοξικομανή και του επέβαλε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών, καθώς και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. Διέλαβε συγκεκριμένα, για την ενοχή του το ακόλουθο διατακτικό: «ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΕΝΟΧΟ τον κατηγορούμενο του ότι: Κατά τους κατωτέρω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, ενεργώντας από κοινού και ως υπότροπος με πολλές πράξεις τέλεσε περισσότερα από ένα εγκλήματα που τιμωρούνται με ποινές στερητικές της ελευθερίας και συγκεκριμένα χωρίς να είναι τοξικομανής διακίνησε ναρκωτικές ουσίες. Ειδικότερα: Στο Καινούργιο Φθιώτιδος την 6-7-2016, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης με τον ανήλικο …., για τον οποίο χωρίσθηκε η δικογραφία, κατείχε, με την έννοια της φυσικής εξουσίασης και κατά τρόπο που να μπορεί να διαπιστώνει κάθε στιγμή την ύπαρξής τους και κατά τη βούλησή του να διαθέτει, απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου, οι οποίες περιλαμβάνονται στον πίνακα Α' αρ.6, τού άρθρου 1 παρ.1, 2 του Ν. 3459/2006 περί ναρκωτικών και συγκεκριμένα κατά τη διάρκεια αστυνομικού ελέγχου κατελήφθη να κατέχει από κοινού με τον ως άνω ανήλικο δύο νάιλον σακούλες που περιείχαν ποσότητα ινδικής κάνναβης βάρους (693) και (800) γραμμαρίων, αντίστοιχα, οι οποίες ήταν επιμελώς τοποθετημένες εντός σάκου ταξιδιού στα πόδια του συνοδηγού του υπ' αρ. ……. ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ίδιος. Τις ποσότητες αυτές προόριζε όχι αποκλειστικά προς ιδία χρήση, αλλά για περαιτέρω διάθεσή τους σε τρίτους. Στο Καινούργιο Φθιώτιδος την 6-7-2016 οδηγώντας το υπ' αρ. …… ΙΧΕ αυτοκίνητο, μετέφερε από κοινού με τον ανωτέρω ανήλικο ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου και συγκεκριμένα μετέφερε με το ανωτέρω αυτοκίνητο τις αναφερόμενες ως άνω στο στοιχείο «1» της κατηγορίας ναρκωτικές ουσίες, τις οποίες προόριζε όχι αποκλειστικά προς ιδία χρήση, αλλά για περαιτέρω διάθεσή τους σε τρίτους. Τις ως άνω πράξεις διακίνησης ναρκωτικών ουσιών τέλεσε ως υπότροπος δεδομένου ότι είχε καταδικασθεί αμετάκλητα εντός της προηγούμενης από την ως άνω πράξη δεκαετίας για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών και συγκεκριμένα καταδικάσθηκε με την υπ’ αρ. 139/2008 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας για την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών». Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α’ ΚΠΔ, ο αναιρεσείων διατείνεται απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ισχυριζόμενος ότι το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημά του για αναβολή της δίκης, χωρίς προηγουμένως να δοθεί ο λόγος στον Εισαγγελέα, προκειμένου να διατυπώσει την πρότασή του επί του εν λόγω αιτήματος. Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, προκύπτει ότι ο τότε κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, δεν εμφανίστηκε κατά την εκδίκαση της έφεσής του, αλλά ζήτησε, δια του εξουσιοδοτηθέντος προς τούτο Δικηγόρου Λαμίας Δημητρίου Τσιγάνη, την αναβολή της δίκης, για το λόγο ότι νοσηλευόταν στο νοσοκομείο Λαμίας. Ο Εισαγγελέας της έδρας, ζήτησε τη διακοπή της δίκης για μία (1) ώρα, προκειμένου το τμήμα επειγόντων περιστατικών του ανωτέρω νοσοκομείου, παράσχει, επιμελεία της Εισαγγελίας, έγγραφες πληροφορίες για τους λόγους εισαγωγής και παραμονής του κατηγορουμένου στο νοσοκομείο. Η Πρόεδρος του Τριμελούς Εφετείου διέκοψε την εκδίκαση της υπόθεσης για μία ώρα, μετά το πέρας της οποίας ο Εισαγγελέας της έδρας, αφού έλαβε το λόγο, πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος προσήλθε στα Τ.Ε.Π του ως άνω νοσοκομείου, λόγω οξείας μέθης, με πρόγνωση εξιτηρίου την 14:00 ώρα. Ακολούθως η Πρόεδρος ανακοίνωσε δημόσια ότι η εκδίκαση της υπόθεσης θα γίνει μετά την 14:00 ώρα, ώστε να μπορέσει να προσέλθει ο κατηγορούμενος. Περί ώρα 15.40 μμ η Πρόεδρος εκφώνησε το όνομα του κατηγορουμένου και αυτός βρέθηκε απών. Στη συνέχεια το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα της αναβολής της δίκης, χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης ότι, στο σημείο αυτό της διαδικασίας και πριν από την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα της έδρας, για να προτείνει σχετικά. Από τα ίδια πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης προκύπτει ότι στη συνέχεια ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο, πρότεινε να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και να εξετασθεί η υπόθεση στην ουσία της και ότι ακολούθησε η αποδεικτική διαδικασία, μετά το πέρας της οποίας η Πρόεδρος έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω και κατά τις προεκτεθείσες στην παρούσα απόφαση νομικές σκέψεις, η πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν η υπόθεση, καθώς και η πρόταση του ιδίου να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, ενέχουν και σιωπηρή πρότασή του για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης. Επομένως, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο ουδεμία απόλυτη ακυρότητα συνέβη και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τις πιο πάνω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, αφού παρατίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα χωρίς αντιφάσεις και κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, από κοινού και υπό τις ειδικότερες μορφές της κατοχής και της μεταφοράς, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1, 45 του ΠΚ, 1 παρ.1 και 2, πίνακας Α’ αριθ.6 του Ν.3459/2006, καθώς και των άρθρων 1 παρ.1, 2, 20 παρ.1, 2, 3, 40, 41, 99 του Ν. 4139/2013, διατάξεις που παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αναφέρεται ο τρόπος τέλεσης των πιο πάνω πράξεων της κατοχής και μεταφοράς της ναρκωτικής ουσίας ινδικής κάνναβης, κατά τόπο, χρόνο, μέσο μεταφοράς, τρόπο φυσικής εξουσίασης, καθόσον η ναρκωτική ουσία, κατά τις παραδοχές του Εφετείου μεταφερόταν στο όχημα που οδηγούσε ο αναιρεσείων, εντός σάκου ταξιδίου, τοποθετημένου στα πόδια του συνοδηγού ανηλίκου συγκατηγορουμένου του, αναφέρονται δε και οι λοιπές περιστάσεις και επιπλέον αιτιολογείται επαρκώς ο προορισμός της ως άνω ναρκωτικής ουσίας, όχι προς ιδία χρήση, αλλά για διάθεσή τους σε τρίτους. Συνακόλουθα, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που διαλαμβάνονται στον πρόσθετο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1, στοιχ.Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, ότι δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλεται για την καταδίκη του, ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της από κοινού τέλεσης του αδικήματος και της κατοχής, με δυνατότητα φυσικής εξουσίασης, της επίδικης ποσότητας ναρκωτικής ουσίας και, έτσι, της εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 45 ΠΚ και 20 παρ.1 και 2 Ν. 4139/2013, είναι αβάσιμες. Με την επίφαση δε του αναιρετικού ελέγχου, παρατιθέμενης στο αναιρετήριο και της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα κατηγορίας, αστυνομικού ……, κατά περιεχόμενο, ο αναιρεσείων βάλει κατά της ανέλεγκτης αναιρετικά ουσιαστικής κρίσης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Αντίθετα, το Δικαστήριο αυτό της ουσίας, που κήρυξε τον κατηγορούμενο – αναιρεσείοντα ένοχο, με την διακεκριμένη περίπτωση του υπότροπου, κατά την παρ.2 περ.γ΄ του άρθρου 22 του Ν.4139/2013 και του επέβαλε την ποινή της κάθειρξης δέκα (10) ετών, καθώς και την χρηματική ποινή των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 22 του ίδιου νόμου, ενώ χωρίς την διακεκριμένη αυτή περίπτωση το ως άνω αδίκημα τιμωρείται με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 20 παρ.1 του Ν.4139/2013 μικρότερες ποινές της κάθειρξης τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και της χρηματικής ποινής μέχρι 300.000 ευρώ, έσφαλε. Συγκεκριμένα, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ.1 και 2 περ.γ’ του Ν.4139/2013, την οποία εσφαλμένα εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα και δεν εφάρμοσε, ως προς την επιβολή της ποινής, τη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 του ίδιου νόμου, η οποία ήταν εφαρμοστέα και, έτσι, παραβιάστηκε, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις νομικές σκέψεις της παρούσας απόφασης με το νέο ΠΚ (Ν.4619/2019), που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, είχαν καταργηθεί οι περί υποτροπής διατάξεις των άρθρων 88 και 89 του προϊσχύσαντος ΠΚ, δυσμενείς συνέπειες που επίσης είχαν καταργηθεί και ως περιεχόμενες σε ειδικούς ποινικούς νόμους όπως ο ν.4139/2013, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 463 παρ.5 του νέου ΠΚ. Άρα, έπρεπε να εφαρμοσθεί, κατά το άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ, ως επιεικέστερη η διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 Ν.4139/2013, αλλά η προσβαλλόμενη απόφαση δεν την εφάρμοσε, ως προς την ποινή, όπως και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1 και 463 παρ.5 του νέου ΠΚ, οι οποίες ήταν, επίσης, εφαρμοστέες. Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1, στοιχ. Ε’ ΚΠΔ και πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο σχετικός δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τις περί ποινής διατάξεις της, κατά το μέρος που αφορά τη διακεκριμένη (επιβαρυντική) περίπτωση της καθ’ υποτροπής τέλεσης του αδικήματος της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, την οποία ο Άρειος Πάγος πρέπει να απαλείψει από το σκεπτικό και το διατακτικό, απορριπτομένης κατά τα λοιπά, της αίτησης αναίρεσης και του πρόσθετου λόγου αυτής. Περαιτέρω η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο είναι δυνατόν να συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασε προηγουμένως (άρθρα 519 και 522 ΚΠΔ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 159 του Ν.4855/2021).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά ένα μέρος, την με αριθμό 26/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας, και συγκεκριμένα ως προς τις περί ποινής διατάξεις της.
Απαλείφει από το σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης παραπάνω απόφασης τη διακεκριμένη περίπτωση της καθ’ υποτροπή τέλεσης των πράξεων της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, υπό τις ειδικότερες μορφές της κατοχής και της μεταφοράς τους.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 4-5-2022 και με αριθ. πρωτ. 3983/2022 αίτηση αναίρεσης, καθώς και τον από 19-10-2022 πρόσθετο λόγο αυτής, του κατηγορουμένου ………., κατοίκου Καμένων Βούρλων Φθιώτιδας, οδός Ιπποκράτους αριθ.11.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2023.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΠΕΡΙΛΗΨΗ :
-Πρόταση εισαγγελέα επί αιτήματος αναβολής .
Η πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν η υπόθεση, καθώς και η πρόταση του ιδίου να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, ενέχουν και σιωπηρή πρότασή του για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης.
Αριθμός 1243/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Κουβίδου, Βασίλειο Μαχαίρα – Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Μωραϊτάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου ………., κατοίκου Καμμένων Βούρλων Φθιώτιδας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ψάρρη, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 26/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λαμίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 04 Μαΐου 2022 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 05.05.2022, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 3983/2022 και στους από 19.10.2022 πρόσθετους λόγους αυτής, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 488/22.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη, από 4-5-2022 και με αριθ. πρωτ. 3983/5-5-2022 αίτηση του κατηγορουμένου ……., για αναίρεση της με αριθμό 26/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας, που τον καταδίκασε, σε δεύτερο βαθμό, για την αξιόποινη πράξη της διακίνησης (κατοχής – μεταφοράς) ναρκωτικών ουσιών από κοινού, με την επιβαρυντική περίπτωση της υποτροπής, σε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών και σε χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, ασκήθηκε νομότυπα, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο 473 παρ.3 ΚΠΔ) και εμπρόθεσμα, εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο την 15-4-2022 (άρθρο 473 παρ.2 και 3 ΚΠΔ και άρθρο 168 παρ.1 εδ.γ’ και δ’ του ίδιου Κώδικα). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί για το βάσιμο των λόγων της. Εκτός από τους λόγους της παραπάνω αίτησης, πρέπει να ερευνηθεί και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης, τον οποίο παραδεκτά πρότεινε ο αναιρεσείων με το από 19-10-2022 δικόγραφό του, που κατατέθηκε στον Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου την 24-10-2022, εμπρόθεσμα, δηλαδή δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη για τη συζήτηση της αναίρεσης ημέρα και συντάχθηκε η σχετική έκθεση (άρθρο 509 εδ.α’ ΚΠΔ).
ΙΙ. Με το Ν. 4139/20-3-2013 «Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις» (Φ.Ε.Κ. 74/20-3-2013, τεύχος πρώτο), με το άρθρο 100 του οποίου καταργήθηκε από την έναρξη ισχύος του (20-3-2013) ο Ν. 3459/ 2006, εκτός από τα άρθρα 1 παρ. 1, 58 και 61 αυτού, ρυθμίζονται οι παραβάσεις διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Ειδικότερα με το άρθρο 20 παρ. 1 του ανωτέρω Ν. 4139/2013, που ορίζει ότι: «Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ», τυποποιείται ως βασικό έγκλημα η παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, ως τοιαύτη νοούμενη, κατά την παράγραφο 2, κάθε πράξη με την οπαία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 αυτού, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 29 του ίδιου νόμου (χρήση, προμήθεια ή κατοχή ναρκωτικών σε ποσότητες που δικαιολογούνται μόνο για την ατομική χρήση του δράστη ή καλλιέργεια φυτών κάνναβης σε αριθμό ή έκταση που δικαιολογούνται μόνο για την ατομική χρήση). Με την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου 20 του Ν. 4139/2013 καθορίσθηκαν ενδεικτικά οι τρόποι τέλεσης της διακίνησης των ναρκωτικών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η αγορά, κατοχή, μεταφορά και πώληση. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 20 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, το ανωτέρω έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών πραγματώνεται, με τη μορφή της αγοράς ή πώλησης αυτών, με την κατά τους όρους του άρθρου 513 του Α.Κ. μεταβίβαση της κυριότητας των ναρκωτικών στον αγοραστή, που γίνεται με την παράδοση τους προς αυτόν αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος, ενώ η κατοχή των ναρκωτικών ουσιών πραγματώνεται με την φυσική εξουσίασή τους από το δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέτει σε τρίτους. Για την αιτιολόγηση της τέλεσης των παραπάνω πράξεων της αγοράς ή πώλησης και κατοχής ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός, α) της ποσότητας τούτων (βάρους), που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεσή τους, αλλά ούτε και το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του χρόνου τέλεσης των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας, γ) του ύψους του επιτευχθέντος τιμήματος και δ) της ταυτότητας των πωλητών ή αγοραστών ( ΑΠ 5/2023, ΑΠ 1193/2022, ΑΠ 19/2019). Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών απαιτείται δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητας των ουσιών ως ναρκωτικών και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει την πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση, Ειδικότερη αιτιολογία για το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου, δεν απαιτείται, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και επομένως εξυπακούεται ότι υπάρχει αυτός στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή (ΑΠ 127/2022, ΑΠ 167/2017). Περαιτέρω, το άρθρο 22 του Ν. 4139/213 «Διακεκριμένες περιπτώσεις», στην παράγραφο 1 ορίζει ότι: «Με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ, τιμωρείται όποιος τελεί κάποια από τις πράξεις των άρθρων 20 και 21 παράγραφος 1α: α) …., β)…». Κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, «Με την ποινή της παραγράφου 1 τιμωρείται όποιος παράνομα: α)….., β)…., γ) είναι υπότροπος: υπότροπος θεωρείται όποιος, χωρίς να έχει κριθεί ως εξαρτημένος, έχει ήδη καταδικαστεί αμετάκλητα για κακούργημα διακίνησης ναρκωτικών μέσα στην προηγούμενη δεκαετία». Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019) «Αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου». Επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση (in concreto) και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου, όταν δηλαδή διαφοροποιεί το πραγματικό του κανόνα δικαίου, εφόσον εκ τούτου ωφελείται ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος (ΑΠ 543/2022, ΑΠ 442/2021, ΑΠ 174/2021, ΑΠ 808/2020). Εξάλλου, με το νέο ΠΚ καταργήθηκαν οι διατάξεις που αναφέρονται στους υπότροπους εγκληματίες, για τους οποίους προβλεπόταν βαρύτερη μεταχείριση (άρθρα 88-90 προϊσχύσαντος ΠΚ). Παράλληλα, με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 463 παρ.5 του νέου ΠΚ, ορίσθηκε ότι: «Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Κώδικα καταργούνται όλες οι διατάξεις που περιέχονται σε ειδικούς νόμους με τις οποίες καθορίζονται παρεπόμενες ποινές ή άλλες συνέπειες που καταργούνται με αυτόν». Επομένως, η κατάργηση των ως άνω διατάξεων περί υπότροπους εγκληματίες επεκτείνεται και στο Ν.4139/2013 περί εξαρτησιογόνων ουσιών (ΑΠ 808/2020).
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 30 παρ.2 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΚΠΔ, «Καμία απόφαση ή ποινική διαταγή ποινικού δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο και καμία διάταξη ανακριτή δεν έχουν κύρος, αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο Εισαγγελέας», ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 138 παρ.1 εδ.α’ του ίδιου Κώδικα «πριν από κάθε απόφαση ή διάταξη του δικαστή που εκδίδεται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο παίρνουν το λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου ο Εισαγγελέας καθώς και οι παρόντες διάδικοι». Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 περ. β’ του νέου ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα υπάρχει, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: «α) …, β) την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα και την υποχρεωτική συμμετοχή του στη διαδικασία στο ακροατήριο και σε πράξεις της προδικασίας που ορίζονται στο νόμο». Ένεκα της ακυρότητας αυτής ιδρύεται λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α’ ΚΠΔ (ΑΠ 581/2022, ΑΠ 467/2020, ΑΠ 220/2019). Όταν, όμως, ο Εισαγγελέας της έδρας λαμβάνει το λόγο, αναπτύσσει την κατηγορία και προτείνει την ενοχή ή την αθώωση του κατηγορουμένου, σιωπηρώς προτείνει και την απόρριψη των υποβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών και αιτημάτων του, επί των οποίων είχε επιφυλαχθεί προηγουμένως και, κατά συνέπεια, ουδεμία απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο δημιουργείται (ΑΠ 174/2021, ΑΠ 522/2019, ΑΠ 882/2002). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ .Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά κατ' επιλογή (Ολ. ΑΠ 3/2012), για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί ο κατ’ είδος ή κατά κατηγορίες προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους ούτε μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Επίσης, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όμως, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 2/2022, ΑΠ 318/2023, ΑΠ 1506/2022, ΑΠ 478/2020, ΑΠ 735/2020).
- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, με αριθμό 26/2022 απόφασης, το Τριμελές Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας, που την εξέδωσε δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ένορκη κατάθεση μάρτυρα κατηγορίας, έγγραφα που αναγνώσθηκαν), δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: «Ο κατηγορούμενος στο Καινούργιο Φθιώτιδος την 6-7-2016, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης με τον ανήλικο …., κατά τη διάρκεια αστυνομικού ελέγχου κατελήφθη να κατέχει από κοινού με τον ως άνω ανήλικο δύο νάιλον σακούλες που περιείχαν ποσότητα ινδικής κάνναβης βάρους (693) και (800) γραμμαρίων, αντίστοιχα, οι οποίες ήταν επιμελώς τοποθετημένες εντός σάκου ταξιδιού στα πόδια του συνοδηγού του υπ' αρ. ……. ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ίδιος. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη ινδικής κάνναβης εντός του σάκου ταξιδιού, αφού μετέφερε αυτόν κατόπιν παράκλησης του γνωστού του …. χωρίς να έχει ελέγξει το περιεχόμενο της δεν αποδείχθηκε. Η ανωτέρω συμπεριφορά του κατηγορουμένου συγκροτεί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης σ’ αυτόν πράξης της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών από κοινού (κατοχής και μεταφοράς) υπό την επιβαρυντική περίπτωση της υποτροπής, αφού αυτός είχε καταδικασθεί αμετάκλητα εντός της προηγούμενης από την ως άνω πράξη δεκαετίας για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών και συγκεκριμένα καταδικάσθηκε με την υπ’ αρ. 139/2008 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας για την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος». Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε τον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο της παραπάνω πράξης της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, από κοινού, με τη μορφή της κατοχής και της μεταφοράς τους, με την επιβαρυντική περίπτωση της υποτροπής, από μη τοξικομανή και του επέβαλε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών, καθώς και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. Διέλαβε συγκεκριμένα, για την ενοχή του το ακόλουθο διατακτικό: «ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΕΝΟΧΟ τον κατηγορούμενο του ότι: Κατά τους κατωτέρω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, ενεργώντας από κοινού και ως υπότροπος με πολλές πράξεις τέλεσε περισσότερα από ένα εγκλήματα που τιμωρούνται με ποινές στερητικές της ελευθερίας και συγκεκριμένα χωρίς να είναι τοξικομανής διακίνησε ναρκωτικές ουσίες. Ειδικότερα: Στο Καινούργιο Φθιώτιδος την 6-7-2016, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης με τον ανήλικο …., για τον οποίο χωρίσθηκε η δικογραφία, κατείχε, με την έννοια της φυσικής εξουσίασης και κατά τρόπο που να μπορεί να διαπιστώνει κάθε στιγμή την ύπαρξής τους και κατά τη βούλησή του να διαθέτει, απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου, οι οποίες περιλαμβάνονται στον πίνακα Α' αρ.6, τού άρθρου 1 παρ.1, 2 του Ν. 3459/2006 περί ναρκωτικών και συγκεκριμένα κατά τη διάρκεια αστυνομικού ελέγχου κατελήφθη να κατέχει από κοινού με τον ως άνω ανήλικο δύο νάιλον σακούλες που περιείχαν ποσότητα ινδικής κάνναβης βάρους (693) και (800) γραμμαρίων, αντίστοιχα, οι οποίες ήταν επιμελώς τοποθετημένες εντός σάκου ταξιδιού στα πόδια του συνοδηγού του υπ' αρ. ……. ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ίδιος. Τις ποσότητες αυτές προόριζε όχι αποκλειστικά προς ιδία χρήση, αλλά για περαιτέρω διάθεσή τους σε τρίτους. Στο Καινούργιο Φθιώτιδος την 6-7-2016 οδηγώντας το υπ' αρ. …… ΙΧΕ αυτοκίνητο, μετέφερε από κοινού με τον ανωτέρω ανήλικο ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου και συγκεκριμένα μετέφερε με το ανωτέρω αυτοκίνητο τις αναφερόμενες ως άνω στο στοιχείο «1» της κατηγορίας ναρκωτικές ουσίες, τις οποίες προόριζε όχι αποκλειστικά προς ιδία χρήση, αλλά για περαιτέρω διάθεσή τους σε τρίτους. Τις ως άνω πράξεις διακίνησης ναρκωτικών ουσιών τέλεσε ως υπότροπος δεδομένου ότι είχε καταδικασθεί αμετάκλητα εντός της προηγούμενης από την ως άνω πράξη δεκαετίας για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών και συγκεκριμένα καταδικάσθηκε με την υπ’ αρ. 139/2008 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας για την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών». Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α’ ΚΠΔ, ο αναιρεσείων διατείνεται απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ισχυριζόμενος ότι το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημά του για αναβολή της δίκης, χωρίς προηγουμένως να δοθεί ο λόγος στον Εισαγγελέα, προκειμένου να διατυπώσει την πρότασή του επί του εν λόγω αιτήματος. Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, προκύπτει ότι ο τότε κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, δεν εμφανίστηκε κατά την εκδίκαση της έφεσής του, αλλά ζήτησε, δια του εξουσιοδοτηθέντος προς τούτο Δικηγόρου Λαμίας Δημητρίου Τσιγάνη, την αναβολή της δίκης, για το λόγο ότι νοσηλευόταν στο νοσοκομείο Λαμίας. Ο Εισαγγελέας της έδρας, ζήτησε τη διακοπή της δίκης για μία (1) ώρα, προκειμένου το τμήμα επειγόντων περιστατικών του ανωτέρω νοσοκομείου, παράσχει, επιμελεία της Εισαγγελίας, έγγραφες πληροφορίες για τους λόγους εισαγωγής και παραμονής του κατηγορουμένου στο νοσοκομείο. Η Πρόεδρος του Τριμελούς Εφετείου διέκοψε την εκδίκαση της υπόθεσης για μία ώρα, μετά το πέρας της οποίας ο Εισαγγελέας της έδρας, αφού έλαβε το λόγο, πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος προσήλθε στα Τ.Ε.Π του ως άνω νοσοκομείου, λόγω οξείας μέθης, με πρόγνωση εξιτηρίου την 14:00 ώρα. Ακολούθως η Πρόεδρος ανακοίνωσε δημόσια ότι η εκδίκαση της υπόθεσης θα γίνει μετά την 14:00 ώρα, ώστε να μπορέσει να προσέλθει ο κατηγορούμενος. Περί ώρα 15.40 μμ η Πρόεδρος εκφώνησε το όνομα του κατηγορουμένου και αυτός βρέθηκε απών. Στη συνέχεια το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα της αναβολής της δίκης, χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης ότι, στο σημείο αυτό της διαδικασίας και πριν από την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα της έδρας, για να προτείνει σχετικά. Από τα ίδια πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης προκύπτει ότι στη συνέχεια ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο, πρότεινε να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και να εξετασθεί η υπόθεση στην ουσία της και ότι ακολούθησε η αποδεικτική διαδικασία, μετά το πέρας της οποίας η Πρόεδρος έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω και κατά τις προεκτεθείσες στην παρούσα απόφαση νομικές σκέψεις, η πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν η υπόθεση, καθώς και η πρόταση του ιδίου να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, ενέχουν και σιωπηρή πρότασή του για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης. Επομένως, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο ουδεμία απόλυτη ακυρότητα συνέβη και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τις πιο πάνω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, αφού παρατίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα χωρίς αντιφάσεις και κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, από κοινού και υπό τις ειδικότερες μορφές της κατοχής και της μεταφοράς, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1, 45 του ΠΚ, 1 παρ.1 και 2, πίνακας Α’ αριθ.6 του Ν.3459/2006, καθώς και των άρθρων 1 παρ.1, 2, 20 παρ.1, 2, 3, 40, 41, 99 του Ν. 4139/2013, διατάξεις που παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αναφέρεται ο τρόπος τέλεσης των πιο πάνω πράξεων της κατοχής και μεταφοράς της ναρκωτικής ουσίας ινδικής κάνναβης, κατά τόπο, χρόνο, μέσο μεταφοράς, τρόπο φυσικής εξουσίασης, καθόσον η ναρκωτική ουσία, κατά τις παραδοχές του Εφετείου μεταφερόταν στο όχημα που οδηγούσε ο αναιρεσείων, εντός σάκου ταξιδίου, τοποθετημένου στα πόδια του συνοδηγού ανηλίκου συγκατηγορουμένου του, αναφέρονται δε και οι λοιπές περιστάσεις και επιπλέον αιτιολογείται επαρκώς ο προορισμός της ως άνω ναρκωτικής ουσίας, όχι προς ιδία χρήση, αλλά για διάθεσή τους σε τρίτους. Συνακόλουθα, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που διαλαμβάνονται στον πρόσθετο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1, στοιχ.Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, ότι δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλεται για την καταδίκη του, ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της από κοινού τέλεσης του αδικήματος και της κατοχής, με δυνατότητα φυσικής εξουσίασης, της επίδικης ποσότητας ναρκωτικής ουσίας και, έτσι, της εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 45 ΠΚ και 20 παρ.1 και 2 Ν. 4139/2013, είναι αβάσιμες. Με την επίφαση δε του αναιρετικού ελέγχου, παρατιθέμενης στο αναιρετήριο και της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα κατηγορίας, αστυνομικού ……, κατά περιεχόμενο, ο αναιρεσείων βάλει κατά της ανέλεγκτης αναιρετικά ουσιαστικής κρίσης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Αντίθετα, το Δικαστήριο αυτό της ουσίας, που κήρυξε τον κατηγορούμενο – αναιρεσείοντα ένοχο, με την διακεκριμένη περίπτωση του υπότροπου, κατά την παρ.2 περ.γ΄ του άρθρου 22 του Ν.4139/2013 και του επέβαλε την ποινή της κάθειρξης δέκα (10) ετών, καθώς και την χρηματική ποινή των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 22 του ίδιου νόμου, ενώ χωρίς την διακεκριμένη αυτή περίπτωση το ως άνω αδίκημα τιμωρείται με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 20 παρ.1 του Ν.4139/2013 μικρότερες ποινές της κάθειρξης τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και της χρηματικής ποινής μέχρι 300.000 ευρώ, έσφαλε. Συγκεκριμένα, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ.1 και 2 περ.γ’ του Ν.4139/2013, την οποία εσφαλμένα εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα και δεν εφάρμοσε, ως προς την επιβολή της ποινής, τη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 του ίδιου νόμου, η οποία ήταν εφαρμοστέα και, έτσι, παραβιάστηκε, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις νομικές σκέψεις της παρούσας απόφασης με το νέο ΠΚ (Ν.4619/2019), που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, είχαν καταργηθεί οι περί υποτροπής διατάξεις των άρθρων 88 και 89 του προϊσχύσαντος ΠΚ, δυσμενείς συνέπειες που επίσης είχαν καταργηθεί και ως περιεχόμενες σε ειδικούς ποινικούς νόμους όπως ο ν.4139/2013, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 463 παρ.5 του νέου ΠΚ. Άρα, έπρεπε να εφαρμοσθεί, κατά το άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ, ως επιεικέστερη η διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 Ν.4139/2013, αλλά η προσβαλλόμενη απόφαση δεν την εφάρμοσε, ως προς την ποινή, όπως και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1 και 463 παρ.5 του νέου ΠΚ, οι οποίες ήταν, επίσης, εφαρμοστέες. Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1, στοιχ. Ε’ ΚΠΔ και πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο σχετικός δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τις περί ποινής διατάξεις της, κατά το μέρος που αφορά τη διακεκριμένη (επιβαρυντική) περίπτωση της καθ’ υποτροπής τέλεσης του αδικήματος της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, την οποία ο Άρειος Πάγος πρέπει να απαλείψει από το σκεπτικό και το διατακτικό, απορριπτομένης κατά τα λοιπά, της αίτησης αναίρεσης και του πρόσθετου λόγου αυτής. Περαιτέρω η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο είναι δυνατόν να συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασε προηγουμένως (άρθρα 519 και 522 ΚΠΔ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 159 του Ν.4855/2021).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά ένα μέρος, την με αριθμό 26/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας, και συγκεκριμένα ως προς τις περί ποινής διατάξεις της.
Απαλείφει από το σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης παραπάνω απόφασης τη διακεκριμένη περίπτωση της καθ’ υποτροπή τέλεσης των πράξεων της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, υπό τις ειδικότερες μορφές της κατοχής και της μεταφοράς τους.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 4-5-2022 και με αριθ. πρωτ. 3983/2022 αίτηση αναίρεσης, καθώς και τον από 19-10-2022 πρόσθετο λόγο αυτής, του κατηγορουμένου ………., κατοίκου Καμένων Βούρλων Φθιώτιδας, οδός Ιπποκράτους αριθ.11.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2023.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ