ΑΝΘΡΩΠΟΚΤΟΝΙΑ ΑΠΟ ΑΜΕΛΕΙΑ- ΙΑΤΡΟΣ- ΧΙΡΟΤΕΡΕΥΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Η ΕΠΙΒΟΛΗ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΠΟΙΝΗΣ ΑΝΤΙ ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ- ΑΠ 1287-2023

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Ανθρωποκτονία από αμέλεια από υπόχρεο. Ιδιαίτερη νομική υποχρέωση. Ιατρός . Θεμελιώνεται ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια, όταν το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση από αυτόν των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση, εφόσον η αντίστοιχη ενέργεια ή παράλειψή του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, που απορρέει από την άσκηση του επαγγέλματός του και ανάγεται σε νομική υποχρέωσή του με επιτακτικούς κανόνες, καθώς και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς, η οποία δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης. Ειδικότερα, η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς θεμελιώνεται: Α) Στον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν. 3418/2005), στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 3 εδ. α`, 3 παρ. 2 και 10 παρ. 1, 2 και 3  και Β) Στον ισχύοντα κατά το χρόνο κατά τον οποίο φέρεται ότι τελέστηκε η πράξη, για την οποία κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορούμενη, Κώδικα Ασκήσεως Ιατρικού Επαγγέλματος (Α.Ν. 1565/1939, στις διατάξεις των άρθρων 13 και 24 )

-Χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου αποτελεί και η επιβολή χρηματικής ποινής, αντί της ποινής φυλακίσεως, όταν η εκτέλεση αυτής (της ποινής φυλακίσεως) έχει ανασταλεί κατ` άρθρο 99 παρ.1 εδ. α`Π.Κ. (Α.Π.532/2022) .

 

 

Αριθμός 1287/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

 

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Νάστα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Τριανταφύλλη Δρακοπούλου, Μαλαματένια Κουράκου, Παναγιώτα Γκουδή – Νινέ – Εισηγήτρια και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νίκης – Αναστασίας Μουζάκη και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας – κατηγορουμένης  ….., κατοίκου Αγρινίου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Νικάκη, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 304/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1.  ….. και 2.  ……, κάτοικοι Αγρινίου, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χριστόφορο Ζαράκη.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Δυτικής Στερεάς Ελλάδας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19-6-2023 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 635/23.

Αφού άκουσε

Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 19.6.2023 αίτηση της  ….., κατοίκου Αγρινίου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 304/2022 καταδικαστικής απόφασης του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, με την οποία επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για την οποία κηρύχθηκε ένοχη με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 α΄ και ε΄ του Π.Κ., ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία,  η οποία (αναίρεση) ασκήθηκε από τον Δημήτριο Νικάκη, δικηγόρο Αγρινίου (Α.Μ. 66), για λογαριασμό της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, ενεργώντας ως συνήγορός της που είχε παραστεί στη συζήτηση κατόπιν της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο στις 31.5.2023), από πρόσωπο που είχε δικαίωμα και έννομο συμφέρον προς τούτο (άρθρα 462 περ.β, 466 παρ.2, 473 παρ.2 και 3 ,474 παρ.1, 2, 504 παρ.1 και 505 παρ.1α του Κ.Ποιν.Δ.), περιέχει δε σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης που συνίστανται στην έλλειψη από την προσβαλλόμενη απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και στην αρνητική υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄, Ε΄ και Θ΄ του Κ.Ποιν.Δ.) Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί η βασιμότητα των λόγων της.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 302 του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια σκότωσε άλλον τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 28 του ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, η οποία συντρέχει, όταν ο δράστης, από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής, δεν προβλέπει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο προκαλεί η πράξη του, και σε ενσυνείδητη, η οποία συντρέχει, όταν ο δράστης προβλέπει μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πιστεύει όμως ότι δεν θα επέλθει. Για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράση η επιβαλλόμενη κατ` αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και, κυρίως, εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα που επήλθε, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που άμεσα προκάλεσε το αποτέλεσμα και, συνεπώς, βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς αυτό. Αρκεί, για τη θεμελίωση της ευθύνης, η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους ενεργούς παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, είναι δε αδιάφορο αν συνέβαλαν και άλλοι όροι, αμέσως ή εμμέσως, διότι η κρατούσα στο ποινικό δίκαιο άποψη ακολουθεί τα πορίσματα της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων, με την παραλλαγή της ενεργού αιτίας, σε αντίθεση με τη θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας, η οποία επικρατεί ως προς την αστική ευθύνη. Περαιτέρω, η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 παρ. 1 του ΠΚ, κατά το οποίο, "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί σε ενέργεια για την αποτροπή του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει από νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη επικίνδυνη ενέργεια του υπαιτίου". Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, η οποία επιφορτίζει τον υπαίτιο της παράλειψης με τη δημιουργία και τη διασφάλιση πραγματικής κατάστασης που εξυπηρετεί και διαφυλάσσει τα έννομα αγαθά που προσβάλλονται με την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, μπορεί να πηγάζει: α) από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, β) από ειδική σχέση που δημιουργήθηκε, είτε από σύμβαση, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, με την οποία ο υπαίτιος της παράλειψης αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον και γ) από προηγούμενη πράξη του υπαίτιου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Περαιτέρω, με τις ως άνω προϋποθέσεις θεμελιώνεται ειδικότερα ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια, όταν το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση από αυτόν των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση, εφόσον η αντίστοιχη ενέργεια ή παράλειψή του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, που απορρέει από την άσκηση του επαγγέλματός του και ανάγεται σε νομική υποχρέωσή του με επιτακτικούς κανόνες, καθώς και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς, η οποία δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης. Ειδικότερα, η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς θεμελιώνεται: Α) Στον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν. 3418/2005), στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 3 εδ. α`, 3 παρ. 2 και 10 παρ. 1, 2 και 3 του οποίου ορίζεται ότι: «Το ιατρικό λειτούργημα ασκείται σύμφωνα με τους γενικά αποδεκτούς και ισχύοντες κανόνες της ιατρικής επιστήμης» (άρθρο 2 παρ. 3 εδ. α`). «Ο ιατρός ενεργεί με βάση: α) την εκπαίδευση που του έχει παρασχεθεί κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών του σπουδών, την άσκησή του για την απόκτηση τίτλου ιατρικής ειδικότητας και τη συνεχιζόμενη ιατρική του εκπαίδευση, β) την πείρα και τις δεξιότητες που αποκτά κατά την άσκηση της ιατρικής και γ) τους κανόνες της τεκμηριωμένης και βασισμένης σε ενδείξεις ιατρικής επιστήμης» (άρθρο 3 παρ. 2). «Η άσκηση της ιατρικής γίνεται σύμφωνα με τους γενικά παραδεκτούς κανόνες της ιατρικής επιστήμης. Ο ιατρός έχει υποχρέωση συνεχιζόμενης δια βίου εκπαίδευσης και ενημέρωσης σχετικά με τις εξελίξεις της ιατρικής επιστήμης και της ειδικότητάς του.» (άρθρο 10 παρ. 1). «Η υποχρέωση αυτή περιλαμβάνει όχι μόνο τις ιατρικές γνώσεις, αλλά και τις κλινικές δεξιότητες, καθώς και τις ικανότητες συνεργασίας σε ομάδα, οι οποίες είναι απαραίτητες για την παροχή ποιοτικής φροντίδας υγείας…» άρθρο 10 παρ. 2) «Ο ιατρός οφείλει να αναγνωρίζει τα όρια των επαγγελματικών του ικανοτήτων και να συμβουλεύεται τους συναδέλφους του» (άρθρο 10 παρ. 3). Β) Στον ισχύοντα κατά το χρόνο κατά τον οποίο φέρεται ότι τελέστηκε η πράξη, για την οποία κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορούμενη, Κώδικα Ασκήσεως Ιατρικού Επαγγέλματος (Α.Ν. 1565/1939, στις διατάξεις των άρθρων 13 και 24 του οποίου οριζόταν ότι: «Ο Ιατρός (οφείλει) να ασκή ευσυνειδήτως το επάγγελμα αυτού και να συμπεριφέρηται τόσον εν τη ενασκήσει του επαγγέλματος, όσον και εκτός αυτής κατά τρόπον αντάξιον της αξιοπρέπειας και εμπιστοσύνης τας οποίας απαιτεί το ιατρικόν επάγγελμα». (άρθρο 13) «Ο ιατρός οφείλει να παρέχη μετά ζήλου ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης, και της κτηθείσης πείρας, τηρών τας ισχυούσας διατάξεις περί διαφυλάξεως των ασθενών και προστασίας των υγειών» (άρθρο 24). Και Γ) στην εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς, η οποία δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης (Α.Π.270/2023, Α.Π.326/2021). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο (Α.Π.326/2021), δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ` επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διάφορων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π.61/2020, Α.Π.530/2020, Α.Π.1288/2020, Α.Π.1308/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα ειδικώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής:  “……………………

  ……..   ……..»

 Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το σκεπτικό και το διατακτικό της αλληλοσυμπληρώνονται, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, οι αποδείξεις από τις οποίες δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28 και 302 του Π.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας, με τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές του: 1) Παρέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφαση, με πληρότητα και σαφήνεια, τα κατά νόμο αναγκαία πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την αμελή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, καθώς και τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, 2) προσδιόρισε λεπτομερώς το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα και 3) αιτιολόγησε το μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης ως ιατρού και του αξιόποινου αποτελέσματος αιτιώδη σύνδεσμο. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης του. Οι ειδικότερες δε αιτιάσεις της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των γονέων του θανόντος ανηλίκου είναι αβάσιμες, αφού στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται αναφορά και αξιολόγηση των καταθέσεων αυτών. Περαιτέρω, διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ειδική αιτιολογία για το είδος της αμέλειας της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, που είναι η μη συνειδητή (αμέλεια), αφού αναφέρεται στις παραδοχές της ότι «...από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε κατά τις περιστάσεις να καταβάλει, ως μέση συνετή παιδίατρος, αν και είχε την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ως ιατρός να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του τέκνου των εγκαλούντων - υποστηριζόντων την κατηγορία… και κατά παράλειψη των επιβεβλημένων από το λειτούργημά της, κοινώς αποδεδειγμένων και παραδεδεγμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και της ιατρικής δεοντολογίας… δεν προέβλεψε ως πιθανό το αξιόποινο αποτέλεσμα που προξένησε η παράλειψη των οφειλομένων, κατά τα κατωτέρω, ενεργειών της και επέφερε με τις παραλείψεις της αυτές το θάνατο του ανηλίκου τέκνου των παρισταμένων προς υποστήριξη της κατηγορίας, αν και ως θεράπουσα παιδίατρος του, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση για την αποτροπή του, των παραλείψεών της αυτών συνδεομένων αιτιωδώς με τον επελθόντα θάνατο αυτού.»  Στη συνέχεια δε παρατίθενται όλες οι παραλείψεις της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, ως παιδιάτρου ιατρού, είναι δε οι ακόλουθες: α) δεν εκτίμησε σωστά τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων του ασθενούς και μετέπειτα θανόντος ανηλίκου τέκνου των παρισταμένων προς υποστήριξη της κατηγορίας, οι οποίοι ήρθαν ήδη από ώρα 03:39 της 12ης.11.2015 σε τηλεφωνική επικοινωνία μαζί της, για παροχή της ιατρικής της συνδρομής στο τέκνο τους και της ανέφεραν ότι έπασχε από οξύ κοιλιακό άλγος, εμετούς και εξάντληση, ενώ περί ώρα 08:50 της ίδιας ημέρας την ενημέρωσαν εκ νέου ότι η κατάσταση της υγείας του ανηλίκου, παρά την αρχική της διάγνωση για απλή ιωσούλα, είχε χειροτερέψει ανησυχητικά, καθώς είχαν μελανιάσει τα δάχτυλα του χεριού του (κυάνωση), αυτή (αναιρεσείουσα) δεν προέβη, ως όφειλε και μπορούσε λόγω της ιατρικής της ιδιότητας, σε ορθή εκτίμηση της σοβαρότητας της κατάστασης του ως άνω ασθενούς, β) δεν επιλήφθηκε, ως όφειλε και μπορούσε, της άμεσης φυσικής εξέτασης του ανηλίκου είτε από την ίδια, είτε με υπόδειξη στους γονείς για άμεση εισαγωγή του ανηλίκου σε νοσοκομείο προς εξέτασή του από εξειδικευμένους ιατρούς και προς υποβολή του σε εκτεταμένο εργαστηριακό έλεγχο, ενέργειες που ήταν οι μόνες ενδεδειγμένες και αναγκαίες ιατρικές πράξεις με βάση τους γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης για τη διάσωσή του, γ)  καθησύχασε τους γονείς του ανηλίκου και τους υπέδειξε κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας μαζί τους, χωρίς να έχει προβεί προηγουμένως σε φυσική εξέταση του πάσχοντος νηπίου, να του χορηγήσουν παυσίπονο (depon) και τσάι, κάνοντας εσφαλμένη (τηλεφωνική) διάγνωση ότι ο ανήλικος πάσχει από (ιογενή) γαστρεντερίτιδα, δ) παρά του ότι  περί ώρα 8.50 της ιδίας ημέρας οι γονείς του ανηλίκου, της ανέφεραν από τηλεφώνου, επιδείνωση της κατάστασής του και νέα συμπτώματα, που ήταν εν δυνάμει επικίνδυνα ακόμα και για τη ζωή του (κυάνωση των άκρων του), δεν έσπευσε στην οικία του ανηλίκου προς κλινική εξέτασή του, ούτε  συνέστησε στους γονείς του άμεση εισαγωγή του παιδιού τους για νοσοκομειακή περίθαλψη, μη προβλέποντας από έλλειψη της προσοχής της ως παιδιάτρου τον κίνδυνο της κατάστασης της υγείας του ανηλίκου ακόμα και για τη ζωή του. Αποτέλεσμα των ανωτέρω παραλείψεων της αναιρεσείουσας, που από αμέλειά της και έλλειψη της απαιτούμενης ως παιδιάτρου προσοχής δεν προέβλεψε, ήταν να μη διαγνωστεί έγκαιρα ιατρικώς ότι ο ως άνω ασθενής έπασχε από λοίμωξη μετά συνοδών καταστάσεων - επιπλοκών (πνευμονίτιδα παιδικής ηλικίας, με ενδεχόμενο συστροφής ή εγκολεασμού), καταστάσεις σοβαρότατες  που παρέμειναν από αμέλειά της, αδιάγνωστες και επομένως χωρίς καμία ιατρική αντιμετώπιση, δική της ή τρίτου ιατρού, καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, εκ των οποίων παραλείψεων, επήλθε τελικώς ο θάνατος του ανηλίκου, περί ώρα 10.18 π.μ., της ιδίας ως άνω ημέρας, κατά τη μεταφορά του στο Νοσοκομείο Αγρινίου, των υπαιτίων αυτών παραλείψεών της, συνδεομένων αιτιωδώς, ως μόνων ενεργών όρων πρόκλησης του αποτελέσματος του επελθόντος θανάτου του ανηλίκου, το οποίο αυτή είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποτρέψει και θα μπορούσε, μετά μεγάλης πιθανότητας, να είχε αποκλειστεί, εάν αυτή δρούσε επιμελώς, σύμφωνα με το επιβαλλόμενο ιατρικό της καθήκον και τους κοινώς αναγνωρισμένους και αποδεδειγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, για διάγνωση και θεραπευτική αγωγή μετά από προηγούμενη κλινική εξέταση του ανηλίκου και υπόδειξη κατάλληλης ιατρικής αντιμετώπισης της όλης κλινικής κατάστασής του. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά  το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. (Ολ.Α.Π.1/2019, Ολ.Α.Π. 3/2008, Α.Π. 200/2020). Περαιτέρω, υπέρβαση εξουσίας, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 στοιχ. Θ` ΚΠΔ, υπάρχει όταν το ποινικό δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του ή υπαγόταν στη δικαιοδοσία του αλλά δεν συνέτρεχαν οι όροι άσκησής της (θετική υπέρβαση εξουσίας) και όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα, που υπαγόταν στη δικαιοδοσία του και είχε υποχρέωση να αποφασίσει (αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΟΛ.Α.Π.6/2017, Α.Π.19/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 470 εδ. α` του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα, που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Με τη διάταξη αυτή, καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως και δη είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχείρισης αυτού, δηλαδή, κυρίως, αν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη με τη σύγκριση του περιεχομένου του διατακτικού, αφενός της απόφασης που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από το δικαστήριο του ενδίκου μέσου (Α.Π.191/2021). Τοιαύτη δε χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου αποτελεί και η επιβολή χρηματικής ποινής, αντί της ποινής φυλακίσεως, όταν η εκτέλεση αυτής (της ποινής φυλακίσεως) έχει ανασταλεί κατ` άρθρο 99 παρ.1 εδ. α`Π.Κ. (Α.Π.532/2022). Εξάλλου, κατά το άρθρο 83 του ισχύοντος από 1-7-2019 Π.Κ., όπως με το άρθρο 7 του Ν.4855/2021 αναριθμήθηκαν οι περιπτ. γ΄ και δ΄ αυτού σε περιπτ. δ΄και ε΄ και προστέθηκε η περιπτ. γ΄ " όπου στον νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή χωρίς άλλο προσδιορισμό, το πλαίσιο της καθορίζεται ως εξής: α)... ε) σε κάθε άλλη περίπτωση, ο δικαστής μειώνει την ποινή ελεύθερα έως το ελάχιστο όριο της. Αν ο νόμος προβλέπει σωρευτικά ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή, μπορεί να επιβληθεί και μόνο η τελευταία". Κατά δε το άρθρο 85 παρ.1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ (συρροή λόγων μείωσης της ποινής) "Όταν στο πρόσωπο του υπαιτίου συντρέχουν περισσότεροι λόγοι μείωσης της ποινής ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 ή περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, το δικαστήριο ελαττώνει περαιτέρω το κατώτατο όριο της μειωμένης κατά το άρθρο 83 ποινής ως εξής: α) τα πέντε έτη μειώνονται σε τρία, β) τα δύο έτη σε ένα, γ) το ένα έτος, σε έξι μήνες και δ) η μειωμένη ποινή της φυλάκισης, σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή.". Ήδη, με το άρθρο 98 του ν. 4623/2019, ανεστάλη η ισχύς των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα, κατά το μέρος που προβλέπουν την παροχή κοινωφελούς εργασίας είτε ως κύρια ποινή είτε ως μετατροπή στερητικής της ελευθερίας ποινής ή χρηματικής ποινής. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι, εφόσον συντρέχει λόγος μείωσης της ποινής το μειωμένο πλαίσιο ποινής για την ανωτέρω πράξη, ρυθμίζεται από το άρθρο 83 του νέου ΠΚ, αν δε συρρέουν περισσότεροι λόγοι μείωσης της ποινής, όπως στην προκείμενη περίπτωση, από τη διάταξη του άρθρου 85 του ίδιου κώδικα (Α.Π.449/2022, ΑΠ 750/2020, ΑΠ 299/2020).

 Στην προκείμενη περίπτωση, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια για την οποία κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα – κατηγορουμένη, προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μετά την αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπο της κατηγορουμένης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 α` ΠΚ, επέβαλε σε αυτήν ποινή φυλάκισης εντός των οριζόμενων στο άρθρο 83 περ. ε` Π.Κ. μειωμένων πλαισίων και συγκεκριμένα ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αναγνώρισε την συνδρομή και της υπό στοιχ. ε` του άρθρου 84 ΠΚ ελαφρυντικής περίστασης και προέβη στην περαιτέρω μείωση της ποινής, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 85 του ΠΚ, που ίσχυε κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιόν του και που ως ευμενέστερη όφειλε, κατά το άρθρο 2 ΠΚ, να εφαρμόσει και επέβαλε σε αυτήν ποινή φυλάκισης δεκαπέντε μηνών (15), την οποία ανέστειλε επί τριετία, ενώ ορθά δεν της επέβαλε χρηματική ποινή, αντί της ποινής φυλάκισης, καθόσον η εκτέλεση αυτής (της ποινής φυλάκισης) έχει ήδη, πρωτόδικα, ανασταλεί κατ` άρθρο 99 παρ.1 εδ. α`Π.Κ. και συνεπώς έτσι, σύμφωνα μ’ όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, θα καθιστούσε χειρότερη τη θέση της. Επομένως, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 83 και 85 του Π.Κ. και δεν υπερέβη, αρνητικά, την εξουσία του, καθόσον με την επιβολή της ως άνω ποινής δεν κατέστησε χειρότερη της θέση της αναιρεσείουσας και κατά συνέπεια, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Θ΄, αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, με τις οποίες υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ) και στη δικαστική δαπάνη των υποστηριζόντων την κατηγορία, οι οποίοι παραστάθηκαν νόμιμα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.6.2023 αίτηση της ….., κατοίκου Αγρινίου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 304/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των υποστηριζόντων την κατηγορία, η οποία ανέρχεται στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 2023.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2023.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ                                        Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

 

Login