ΑΝΘΡΩΠΟΚΤΟΝΙΑ ΑΠΟ ΑΜΕΛΕΙΑ -ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΝΟΜΙΚΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ - ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΚΛΗΤΗΡΙΟΥ ΘΕΣΠΙΣΜΑΤΟΣ - ΑΠ 197-2024

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Ιδιαίτερη νομική υποχρέωση  . Ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος.

Για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη σύμφωνα με το άρθρο 28 και 302 του Π.Κ , εκτός των προβλεπόμενων στο άρθρο 321 παρ. 1 του ΚΠΔ άλλων στοιχείων πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου να ενεργήσει και σε περίπτωση που αυτή πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός. Ο κανόνας δικαίου μπορεί να παραλείπεται αν αναφέρεται στο κλητήριο θέσπισμα η ιδιότητα του κατηγορουμένου από την οποία απορρέει η ιδιαίτερη νομική του υποχρέωση αποτροπής του ως εγκληματικού αποτελέσματος (ΑΠ 689/2020). Κατά συνέπεια, ενόψει τούτων, όταν η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, η επικινδυνότητα του επαγγέλματος ή της εργασίας του οποίου επιβάλλει, ως εκ της φύσεως της, την λήψη μέτρων προς αποτροπή του αξιόποινου αποτελέσματος, δεν είναι αναγκαία η αναφορά επιτακτικού κανόνα δικαίου, από τον οποίο να πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση του αποτελέσματος αυτού (ΑΠ 1053/2016) και υφίσταται δυνατότητα παραλείψεως του κανόνα δικαίου, εφ' όσον αναφέρεται η ιδιότητα του κατηγορουμένου από την οποία εκπορεύεται η ευθύνη για την λήψη και τήρηση των απαραίτητων μέτρων ασφαλείας (ΑΠ 1132/2015). 

 Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ως άκυρο το επιδοθέν στην κατηγορούμενη κλητήριο θέσπισμα και δέχτηκε ότι δεν ανεστάλη η κύρια διαδικασία και στη συνέχεια, λόγω μη αναστολής της πενταετούς παραγραφής, έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατά της κατηγορουμένης ποινική δίωξη για το αποδιδόμενο σε αυτήν πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, φερόμενο ως τελεσθέν την 13.10.2016, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 112, 113 του ΠΚ και υπερέβη αρνητικά την εξουσία του. Στο κλητήριο θέσπισμα, πέραν της μνείας των άρθρων του ποινικού νόμου (άρθρα 15, 28 και 302 παρ. 1 ΠΚ) που προβλέπουν και τιμωρούν την αποδιδόμενη στην κατηγορουμένη πράξη, αναφέρεται ρητώς και προσδιορίζεται, εκτός των λοιπών στοιχείων της κατηγορίας, η έννομη σχέση, από την οποία πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση της κατηγορουμένης να παρεμποδίσει το αποτέλεσμα του θανάτου εργαζομένου στο έργο από ηλεκτροπληξία, ήτοι η διττή ιδιότητα της ως μηχανικού και κυρίως ως - ορισθείσας τεχνικού ασφαλείας της εργολάβου - αναδόχου, εντεύθεν δε, αναδεχομένης την υποχρέωση αποτροπής οποιουδήποτε κινδύνου από ηλεκτροπληξία στον χώρο κατασκευής του έργου και την ευθύνη για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων, μεταξύ αυτών και να προβεί στις απαραίτητες υποδείξεις και την καθοδήγηση προς τον συγκεκριμένο εργαζόμενο αναφορικά με τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας, ως εκ της φύσεως και της επικινδυνότητας των εργασιών στο εν λόγω έργο, εξαιτίας των οποίων καθίσταται εγγυητής ασφάλειας του έννομου αγαθού της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων στο έργο. Ενόψει τούτων, επαρκώς θεμελιώνεται στο πρόσωπο της κατηγορουμένης η κατηγορία της ανθρωποκτονίας από αμέλεια δια παραλείψεως κατά τρόπο που παρέχεται σε αυτή η δυνατότητα να πληροφορηθεί με σαφήνεια το ακριβές περιεχόμενο της αποδιδόμενης σ' αυτήν κατηγορίας και να προετοιμάσει την υπεράσπιση της και δεν χρειαζόταν για το κύρος του κλητηρίου θεσπίσματος να αναφέρεται σ' αυτό επιτακτικός κανόνας δικαίου, αφού τέτοιου είδους αναφορά είναι αναγκαία, όταν η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει μόνον από επιτακτικό κανόνα δικαίου, ενώ στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με το περιεχόμενο του κλητηρίου θεσπίσματος, η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση απορρέει, από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση, ως εκ της προμνημονευόμενης ιδιότητας της και συνεπώς παρατίθενται τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προσδιορίζεται η κατά τα άνω ιδιαίτερη νομική της υποχρέωση, ήτοι να παρίσταται ανελλιπώς στον τόπο του έργου, καθ' όλη τη διάρκεια των εκτελούμενων εργασιών και να ενημερώνει τους εργαζομένους για τους σχετικούς κινδύνους.

 

 

 

 

Αριθμός 197/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Φραγκάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Κατσούλη, Δημήτριο Τράγκα - Εισηγητή, Ελένη Μπερτσιά και Διονύσιο Παλλαδινό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουάριου 2023, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Λάμπρου Σοφουλάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Βόλου, περί αναιρέσεως της απόφασης 1271/2022 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Με κατηγορούμενη την  …………………….., κάτοικο Βόλου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαπέτρο και υποστηρίζουσα την κατηγορία την …………………., κάτοικο ……… Μαγνησίας, που δεν εμφανίστηκε.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα Εισαγγελέας Πρωτοδικών Βόλου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 2 από 26-9-2022 αίτησή της, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Βόλου ………………. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 991/22.

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της κατηγορουμένης που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 26.09.2022 και με αριθμό 2/2022 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βόλου για αναίρεση της με αριθμό 1271/29.06.2022 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, με την οποία το εν λόγω Δικαστήριο έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη σε βάρος της κατηγορούμενης ………………….., κατοίκου Βόλου, για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια τελεσθείσα με παράλειψη (άρθρα 28 και 302 του Π Κ), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 474 παρ. 1 εδ. α' και γ', 504 παρ. 1, 505 παρ. 1 περ. β' και 507 του ΚΠΔ), περιέχει, δε, λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Θ' (εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και υπέρβαση εξουσίας, αντίστοιχα). Συνακόλουθα, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς τη βασιμότητα των λόγων της. Σημειώνεται, τέλος, ότι η υποστηρίζουσα την κατά της κατηγορούμενης - αναιρεσιβλήτου κατηγορία,  ………….., η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ενώ δεν υπέβαλε και σχετικό υπόμνημα, κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα να παραστεί δια συνηγόρου στο ακροατήριο του ως άνω Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου) κατά τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, όπως τούτο προκύπτει από το από 10.1 1.2022 αποδεικτικό επίδοσης του Ανθυπαστυνόμου Ηλία Παναγιώτη, που υπηρετεί στο Α.Τ. Βόλου.

Σύμφωνα με το άρθρο 15 του Π.Κ., όπως αυτό ίσχυε μέχρι την 30η Ιουνίου 2019 «όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος». Ήδη, στο άρθρο 15 του ισχύοντος από 01.07.2019 νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019), ορίζεται ότι: «1. Όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί σε ενέργεια για την αποτροπή του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει από νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη επικίνδυνη ενέργεια του υπαιτίου. 2. Στις περιπτώσεις των εγκλημάτων με παράλειψη ο δικαστής μπορεί να επιβάλλει μειωμένη ποινή (άρθρο 83)». Η τελευταία αυτή διάταξη, περιέχει επιεικέστερη ποινική μεταχείριση του κατηγορούμενου, κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, αφού προβλέπει, δυνητικά την επιβολή μειωμένης ποινής επί εγκλημάτων που τελούνται με παράλειψη. Για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη σύμφωνα με το άρθρο 28 και 302 του Π.Κ , εκτός των προβλεπόμενων στο άρθρο 321 παρ. 1 του ΚΠΔ άλλων στοιχείων πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου να ενεργήσει και σε περίπτωση που αυτή πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός. Ο κανόνας δικαίου μπορεί να παραλείπεται αν αναφέρεται στο κλητήριο θέσπισμα η ιδιότητα του κατηγορουμένου από την οποία απορρέει η ιδιαίτερη νομική του υποχρέωση αποτροπής του ως εγκληματικού αποτελέσματος (ΑΠ 689/2020). Κατά συνέπεια, ενόψει τούτων, όταν η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, η επικινδυνότητα του επαγγέλματος ή της εργασίας του οποίου επιβάλλει, ως εκ της φύσεως της, την λήψη μέτρων προς αποτροπή του αξιόποινου αποτελέσματος, δεν είναι αναγκαία η αναφορά επιτακτικού κανόνα δικαίου, από τον οποίο να πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση του αποτελέσματος αυτού (ΑΠ 1053/2016) και υφίσταται δυνατότητα παραλείψεως του κανόνα δικαίου, εφ' όσον αναφέρεται η ιδιότητα του κατηγορουμένου από την οποία εκπορεύεται η ευθύνη για την λήψη και τήρηση των απαραίτητων μέτρων ασφαλείας (ΑΠ 1 132/2015). Η υποχρέωση να περιέχει τα πρόσθετα αυτά στοιχεία το κλητήριο θέσπισμα επιβάλλεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδ. α της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και αποτελεί εσωτερικό δίκαιο, το οποίο ορίζει ότι"... ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να πληροφορείται στη βραχύτερη προθεσμία, στη γλώσσα την οποία εννοεί και με κάθε λεπτομέρεια, τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας παρεπομένου ότι το δικαίωμα της λεπτομερούς πληροφορήσεως εμπεριέχει και τη γνώση του επιτακτικού κανόνα δικαίου από τον οποίο υποκειμενικώς και αντικειμενικώς απορρέει η υποχρέωση του να ενεργήσει. Αν δεν περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα τα ως άνω στοιχεία που απαιτούνται για την θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη από κατηγορούμενο ο οποίος είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει, τότε, αυτό, και μαζί του η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο είναι άκυρα, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ, η δε προκληθείσα ακυρότητα είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της  διαδικασίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.1, 3, 112 και 113 παρ.1, 2, 3 του ΠΚ, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία χρόνια για τα πλημμελήματα. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 343 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει, είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως με τα οποία καλείται αυτός στο ακροατήριο, αδιάφορα αν η υπόθεση αναβλήθηκε ή εκδικάσθηκε, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Αν το κλητήριο θέσπισμα που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο είναι άκυρο, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία, ούτε επέρχεται αναστολή της παραγραφής, ήτοι αν ακυρωθεί το κλητήριο θέσπισμα από το δικαστήριο, η επίδοση του δεν έχει διακόψει την παραγραφή. Αν ακυρωθεί το κλητήριο θέσπισμα από το δικαστήριο, η επίδοση του δεν έχει διακόψει την παραγραφή, επανέρχεται η υπόθεση στο στάδιο της προδικασίας και μάλιστα δεν αποκλείεται να μην εισαχθεί πάλι στο ακροατήριο, αν τυχόν εκδοθεί απαλλακτικό βούλευμα και επομένως η αναστολή της παραγραφής, που επήλθε με την επίδοση της αρχικής κλήσης ή κλητηρίου θεσπίσματος ανατρέπεται. Ακόμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1,4 του ΚΠΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370). Αν ζητηθεί η αναίρεση σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2, θεωρούνται ότι προσβάλλονται μαζί και οι προπαρασκευαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από αυτήν που προσβάλλεται. Από τις διατάξεις αυτές και εκείνες των άρθρων 138 και 548 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκεινται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, οι ανέκκλητες αποφάσεις των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων, από δε  τις λοιπές  αποφάσεις των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, όσες είναι οριστικές, με την έννοια ότι το δικαστήριο αποφαίνεται τελειωτικά για την αθώωση, την καταδίκη, την οριστική παύση ποινικής διώξεως και την κήρυξη αυτής ως απαράδεκτης, ίσιες προπαρασκευαστικές και επομένως ανακλητές αποφάσεις, κατά την έννοια του άρθρου 548 ΚΠΔ, είναι οι αποφάσεις του δικαστηρίου, που εκδίδονται πριν από την τελειωτική κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της κατηγορίας, δεν είναι οριστικές και μπορούν πάντοτε να ανακαλούνται. Αντίθετα, μη γνήσιες προπαρασκευαστικές, είναι οι οριστικές αποφάσεις των δικαστηρίων, με τις οποίες περατώνεται οριστικά η δίκη ή κάποιο αναφυέν ζήτημα. Έτσι, η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία γίνεται δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί ακυρότητας του επιδοθέντος σε αυτόν κλητηρίου θεσπίσματος και ακυρώνεται το σχετικό κλητήριο θέσπισμα, είναι οριστική, επιλύει οριστικά θέμα σχετιζόμενο με την κατηγορία και όχι / προπαρασκευαστική, δεν υπόκειται αυτοτελώς σε ένδικα μέσα, ούτε σε ανάκληση, η δε χωρήσασα με την επίδοση του ως άνω ακύρου κλητηρίου θεσπίσματος αναστολή της παραγραφής δεν ισχύει και πρέπει να γίνει επίδοση νέου κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, για να ανασταλεί εκ νέου η κύρια διαδικασία, αν δεν έχει ήδη επέλθει παραγραφή και από τη νέα επίδοση πλέον αναστέλλεται και η παραγραφή του διωχθέντος εγκλήματος. Σε αντίθετη περίπτωση, που χωρούσε ανάκληση της αποφάσεως ακυρώσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, θα είχαμε ανεπίτρεπτη αναβίωση της αναστολής και άρα σε αποτροπή της επελθούσας τη στιγμή ακυρώσεως παραγραφής. Περαιτέρω, από τις ίδιες παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, λόγω κρίσεως, με παρεμπίπτουσα απόφαση του, ότι είναι άκυρο το επιδοθέν στον κατηγορούμενο κλητήριο θέσπισμα, ακυρώσει το κλητήριο θέσπισμα κα μετέπειτα με άλλη οριστική του απόφαση, λόγω ανατροπής της χωρήσασας με την επίδοση αυτού αναστολής της παραγραφής, προχωρήσει στην οριστική παύση της ποινικής δίωξης, γιατί στο μεταξύ παρήλθε ο από το νόμο προβλεπόμενος χρόνος παραγραφής της αξιόποινης πράξης, ο αρμόδιος εισαγγελέας Πλημμελειοδικών, έχει δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως κατά της άνω οριστικής περί παραγραφής αποφάσεως, αλλά και δικαίωμα να συμπροσβάλει και την ως άνω προπαρασκευαστική περί ακυρώσεως του κλητηρίου θεσπίσματος απόφαση (ΑΠ 261/2013).

 Εξάλλου, τα άρθρα 111 και 112 του π.δ. 1073/1981 "Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού" ορίζουν τα ακόλουθα: «(άρθρ. 111). Διά την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος ως και του Π.Δ/τος 778/80 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" εις τας οικοδομικές και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίσταται, ανελλιπώς καθ’  όλην την διάρκειαν της ημερήσιας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων. Το προσωπικόν εκάστου συνεργείου πρέπει να επιθεωρείται τουλάχιστον άπαξ της ημέρας υπό του επικεφαλής του υπεργολάβου, άπαξ δε της εβδομάδος, υπό του εργολάβου, εφ όσον έχει ειδικός γνώσεις, ή υπό καταλλήλου εκπροσώπου του. Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι, οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των, κατά φάσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας, (άρθρ. 112) Οι απασχολούμενοι, ειδικώς δε οι νεοπροσλαμβανόμενοι, πρέπει να διαφωτίζωνται μερίμνη των αμέσως προϊσταμένων των σχετικώς με τους κινδύνους τους συνυφασμένους με την εργασίαν των και γενικώτερον να ενημερώνονται επί των διατάξεων του παρόντος». Στα δε άρθρα 14 και 15 του Ν. 3850/2010 ορίζονται τα εξής: Άρθρο 14 " Συμβουλευτικές αρμοδιότητες του τεχνικού ασφάλειας: 1. Ο ’τεχνικός ασφάλειας παρέχει στον εργοδότη υποδείξεις και   συμβουλές, γραπτά ή προφορικά, σε θέματα σχετικά με την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων και την πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων. Τις γραπτές υποδείξεις ο τεχνικός ασφάλειας καταχωρεί σε ειδικό βιβλίο της επιχείρησης, το οποίο σελιδομετρείται και θεωρείται από την Επιθεώρηση Εργασίας. Ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει γνώση ενυπογράφως των υποδείξεων που καταχωρούνται σε αυτό το βιβλίο. 2. Ειδικότερα ο τεχνικός ασφάλειας: α) συμβουλεύει σε θέματα σχεδιασμού, προγραμματισμού, κατασκευής και συντήρησης των εγκαταστάσεων, εισαγωγής νέων παραγωγικών διαδικασιών, προμήθειας μέσων και εξοπλισμού, επιλογής και ελέγχου της αποτελεσματικότητας των ατομικών μέσων προστασίας, καθώς και διαμόρφωσης και διευθέτησης των θέσεων και του περιβάλλοντος εργασίας και γενικά οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας, β) ελέγχει την ασφάλεια των εγκαταστάσεων και των τεχνικών μέσων, πριν από τη λειτουργία τους, καθώς και των παραγωγικών διαδικασιών και μεθόδων εργασίας πριν από την εφαρμογή τους και επιβλέπει την εφαρμογή των μέτρων υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων και πρόληψης των ατυχημάτων, ενημερώνοντας σχετικά τους αρμόδιους προϊσταμένους των τμημάτων ή τη διεύθυνση της επιχείρησης." Αρθρο 15: "Επίβλεψη συνθηκών εργασίας 1. Για την επίβλεψη των συνθηκών εργασίας ο τεχνικός ασφάλειας έχει υποχρέωση: α) να επιθεωρεί τακτικά τις θέσεις εργασίας από πλευράς υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων, να αναφέρει στον εργοδότη οποιαδήποτε παράλειψη των μέτρων υγείας και ασφάλειας, να προτείνει μέτρα αντιμετώπισης της και να επιβλέπει την εφαρμογή τους, β) να επιβλέπει την ορθή χρήση των ατομικών μέσων προστασίας, γ) να ερευνά τα αίτια των εργατικών ατυχημάτων, να αναλύει και αξιολογεί τα αποτελέσματα των ερευνών του και να προτείνει μέτρα για την αποτροπή παρόμοιων ατυχημάτων, δ) να εποπτεύει την εκτέλεση ασκήσεων πυρασφάλειας και συναγερμού για τη διαπίστωση ετοιμότητας προς αντιμετώπιση ατυχημάτων. 2. Για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας στην επιχείρηση ο τεχνικός ασφάλειας έχει υποχρέωση: α) να μεριμνά ώστε οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση να τηρούν τους κανόνες υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων και να τους ενημερώνει και καθοδηγεί για την αποτροπή του επαγγελματικού κινδύνου που συνεπάγεται η εργασία τους, β) να συμμετέχει στην κατάρτιση και εφαρμογή των προγραμμάτων εκπαίδευσης των εργαζομένων σε θέματα υγείας και ασφάλειας. 3. Η άσκηση του έργου του τεχνικού ασφάλειας δεν αποκλείει την ανάθεση σε αυτόν από τον εργοδότη και άλλων καθηκόντων, πέρα από το ελάχιστο όριο ωρών απασχόλησης του ως τεχνικού ασφάλειας. 4. Ο τεχνικός ασφάλειας έχει, κατά την άσκηση του έργου του, ηθική ανεξαρτησία απέναντι στον εργοδότη και στους εργαζομένους. Τυχόν διαφωνία του με τον εργοδότη, για θέματα της αρμοδιότητας του, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο καταγγελίας της σύμβασης του. Σε κάθε περίπτωση η απόλυση του τεχνικού ασφάλειας πρέπει να είναι αιτιολογημένη. 5. Ο τεχνικός ασφάλειας έχει υποχρέωση -να τηρεί το επιχειρησιακό απόρρητο.".

 Τέλος, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε1 του ΚΠΔ, η εσφαλμένη ερμηνεία η εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης η οποία υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη  εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ακόμη υπέρβαση εξουσίας κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Θ' του ΚΠΔ υπάρχει, όταν το δικαστήριο ασκεί  δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος, διακρίνεται δε αυτή σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της  δικαιοδοσίας του (ΟλΑΠ 1/2015, ΑΠ 799/2023, ΑΠ 1114/2023).

  Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των έγγραφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το με αριθμ. Α.Β.Μ. Γ17-1882 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βόλου, παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, ο  ………… και ο …………………, για να δικαστούν ως υπαίτιοι ανθρωποκτονίας από αμέλεια του εργάτη …….., πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε στις 13.10.2016, δια παραλείψεων του πρώτου, ιδιοκτήτη και οδηγού του Δ.Χ.Φ. αυτοκινήτου με το οποίο τροφοδοτείτο ο διαστρωτήρας - FINISHER με ασφαλτικό υλικό για την εκτέλεση των εργασιών ασφαλτόστρωσης στο 3° χλμ της επαρχιακής οδού Καναλιών- Βελεστίνου του Δήμου Ρήγα Φεραίου, τις οποίες είχε αναλάβει η τεχνική εταιρία με την επωνυμία « ………….», ως ανάδοχος από την Περιφέρεια Θεσσαλίας του έργου « ……………………..)» και δεύτερου, νόμιμου εκπροσώπου της εταιρείας αυτής και εργοδότη του θανόντος, ο οποίος ήταν εργαζόμενος από την  12η.10.2016. Με την με αριθμ. 631/2018 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου κηρύχθηκαν αθώοι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι. Δέχτηκε, ειδικότερα, το Δικαστήριο ότι ο δεύτερος  κατηγορούμενος δεν είναι ένοχος της πράξης καθώς, αν και είχε οριστεί επί τόπου μηχανικός για την κατασκευή του έργου και τεχνικός ασφαλείας αυτού, είχε, ανατεθεί σε άλλο πρόσωπο η επί τόπου επίβλεψη του έργου. Παράλληλα διατάχθηκε η διαβίβαση αντιγράφων στον αρμόδιο Εισαγγελέα για τη διερεύνηση τέλεσης αξιόποινης πράξης από την πολιτική μηχανικό και αναπληρώτρια τεχνικό ασφαλείας του έργου,  ……………. Στη συνέχεια με το με αριθμ. Τ19-75 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βόλου που επιδόθηκε στην κατηγορούμενη  ……………… στις 09.09.2019, παραπέμφθηκε η τελευταία στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, για να δικαστεί ως υπαίτια της πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του εργάτη  ……………….., δια παραλείψεων αυτής ούσας επιβλέπουσας μηχανικού επί τόπου του έργου και τεχνικού ασφαλείας του έργου. Κατά την ορισθείσα δικάσιμο στις 23.09.2019, η κατηγορούμενη πρόβαλε δια του συνηγόρου της ακυρότητα του επιδοθέντος σε αυτήν κλητηρίου θεσπίσματος, επειδή δεν αναφερόταν η διάταξη που προέβλεπε την ειδική νομική υποχρέωσή της. Η ένσταση έγινε δεκτή με την 1 123/23.09.2019 απόφαση του πρωτοβαθμίου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Στη συνέχεια, με το με αριθμ. ΑΒΩ ΤΡ21-8 κλητήριο θέσπισμα του εισαγγελέα Πρωτοδικών Βόλου, που επιδόθηκε στην κατηγορούμενη στις 07.04.2021, παραπέμφθηκε η τελευταία εκ νέου στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, για να δικαστεί για την ως άνω πράξη. Κατά την ορισθείσα δικάσιμο, στις 29.06.2022, ενώ δηλαδή είχε συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή, αλλά είχε ανασταλεί η κύρια διαδικασία επί τριετία με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος και δεν είχε συμπληρωθεί η οκταετία, η κατηγορούμενη προέβαλε εκ νέου ακυρότητα του επιδοθέντος σε αυτήν κλητηρίου θεσπίσματος, επειδή δεν περιείχε τις ορθές διατάξεις, αναφορικά με τις δικές της παραλείψεις, που δεν συνέχονται με τις δικές της ιδιαίτερες νομικές υποχρεώσεις, αλλά μ' αυτές των εργοδοτών και δη επειδή περιείχε τις διατάξεις των άρθρων 111 και 112 του π.δ. 1073/1981, που αναφέρονται στις υποχρεώσεις των εργοδοτών και όχι των τεχνικών ασφαλείας. Η ένσταση έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη με αριθμ. 1271/29.06.2022 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και ακολούθως το Δικαστήριο, δεχόμενο ότι δεν έχει αρχίσει η κύρια διαδικασία και ανετράπη η επελθούσα με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος αναστολή της παραγραφής της αποδιδόμενης ν κατηγορούμενη πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, εφόσον από το χρόνο τέλεσης της πράξης (13.10.2016) μέχρι την 29.06.2022, που ακυρώθηκε το κλητήριο θέσπισμα, είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη λόγω εξάλειψης του αξιόποινου συνεπεία πενταετούς παραγραφής. Ειδικότερα με το αιτιολογικό σκέλος της απόφασης έγιναν κατά πλειοψηφία (μειοψηφούντος του εκ δεξιών συνέδρου) δεκτά τα εξής: «Με το παρόν υπ' Α.Β.Μ. Α2020-3848 κλητήριο θέσπισμα (κατηγορητήριο κατ' άλλη διατύπωση) αποδίδεται στην κατηγορουμένη η τέλεση της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια τελεσθείσας με παράλειψη σε βάρος του  …………………….., πράξη που φέρεται ως τελεσθείσα εντός των γεωγραφικών - διοικητικών ορίων του Δήμου Ρήγα Φεραίου Μαγνησίας και συγκεκριμένα στο 3 ο χλμ. της επαρχιακής οδού Καναλιών -Βελεστίνου τη 13-10-2016. Η δε παράλειψη που της αποδίδεται είναι επί λέξει ότι: «Στον ως άνω τόπο, κατά τον ανωτέρω χρόνο, υπό την ιδιότητα της πολιτικής μηχανικού — ορισθείσας τεχνικού ασφαλείας της " ………….. Ε.Π.Ε.", εργολάβου - αναδόχου του έργου " …………….", παρέλειψε τις εκ του νόμου (111 και 112 Π.Δ. 1073/1981) υποχρεώσεις της, να παρίσταται ανελλιπώς καθ' όλη τη διάρκεια της εκεί ενεργούμενης εργασίας, ασφαλτόστρωσης, να ενημερώσει τον εκεί εργαζόμενο  ……………… για τους συνυφασμένους με την εργασία του κινδύνους, όπως και αυτόν της ηλεκτροπληξίας λόγω της εκφόρτισης ρεύματος από την εγγύτητα, σε απόσταση μικρότερη των 6 μέτρων, της υπερυψωμένης καρότσας με τα ηλεκτροφόρα καλώδια, να του υποδείξει τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας και να τον καθοδηγήσει σχετικώς. προκειμένου αυτός να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός για να μην ακουμπήσει τα χέρια του τόσο στο μεταλλικό πλαίσιο του κουβά του διαστρωτήρα (finisher) όσο και στην καρότσα του φορτηγού κατά την τροφοδοσία του διαστρωτήρα από αυτήν, με αποτέλεσμα, όταν η υπ' αριθ. κυκλοφορίας  ……..επικαθήμενη καρότσα του υπ' αριθ. κυκλοφορίας …………… Δ. X. Φ. αυτοκινήτου, με την οποία τροφοδοτούνταν ο διαοτρωτήρας με ασφαλτικό υλικό, πλησίασε πολύ κοντά στους ηλεκτροφόρους αγωγούς μεσαίας τάσης, να δημιουργηθεί ηλεκτρικό τόξο, δηλαδή εκφόρτιση ρεύματος από τον ηλεκτροφόρο αγωγό στη μεταλλική καρότσα του φορτηγού, μέσω της οποίας έφτασε στον εργαζόμενο …………, που την στιγμή εκείνη ακουμπούσε στο μεταλλικό πλαίσιο του κουβά του διαστρωτήρα (finisher) και στην καρότσα του φορτηγού, διήλθε του σώματος του και του προκάλεσε ηλεκτροπληξία, συνεπεία της οποίας επήλθε άμεσα ο θάνατος του». Συνεπώς, οι υποχρεώσεις τις οποίες παρέλειψε να τηρήσει κατά το ανωτέρω κλητήριο θέσπισμα και στις οποίες επιχειρείται να θεμελιωθεί η ευθύνη της για μη γνήσιο έγκλημα παραλείψεως υπό την έννοια του άρθρ. 15 νΠΚ, ήτοι για έγκλημα που τελείται κατ' αρχήν με ενέργεια αλλά μπορεί να τελεστεί και με παράλειψη, πηγάζουν ευθέως από επιτακτικό κανόνα δικαίου και δη από τα άρθρα 111 και 112 του π.δ. 1073/1981 ενόψει και της ιδιότητας της ως πολιτικού μηχανικού -ορισθείσας ως τεχνικού ασφαλείας του ανωτέρω έργου. Ωστόσο, κατά τα εκτεθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη (στο τέλος της), τα ανωτέρω άρθρα - επιτακτικοί κανόνες δικαίου ουδόλως προσδιορίζουν τις υποχρεώσεις τεχνικού ασφαλείας έργου ή πολιτικού μηχανικού (σε αντίθεση με άλλα άρθρα του ιδίου νομοθετήματος, π.χ. άρθρ. 2). Από δε το προπαρατεθέν στο τέλος της ανωτέρω νομικής σκέψεως περιεχόμενο των ανωτέρω  άρθρων προκύπτει με σαφήνεια ότι αυτά ορίζουν, κατά 0* περίπτωση, τις υποχρεώσεις των εργοδοτών, των (κατάλληλων) εκπροσώπων τους, των εργολάβων, των υπεργολάβων και των αμέσως προϊσταμένων των απασχολουμένων, χωρίς με το παρόν κατηγορητήριο να προσδίδεται κάποια τέτοια ιδιότητα στην κατηγορουμένη, ήτοι δεν υφίσταται καμία αντιστοιχία της ιδιότητας της που αναφέρεται στο κατηγορητήριο με τους επιτακτικούς κανόνες στους οποίους επιχειρείται να θεμελιωθεί η παράλειψη της και, συνακόλουθα, η τέλεση της αξιόποινης πράξεως που της αποδίδεται. Αντιθέτως, την ιδιότητα του εργοδότη είχε ο  ……………….., εκεί πρώτος κατηγορούμενος, που κηρύχθηκε (όπως και ο εκεί πρώτος κατηγορούμενος ……………) κατά πλειοψηφία αθώος της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε βάρος του ιδίου αποβιώσαντος με την υπ' αριθμ. 631/2018 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου. Οι δε υποχρεώσεις του τεχνικού ασφαλείας έργου προβλέπονται σε άλλες διατάξεις και ιδίως σε αυτές των άρθρων 14 και 15 του ν. 3850/2010 [βλ ΑΠ(Ποιν) 545/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ], και σε κάθε περίπτωση όχι στις προπαρατεθείσες του παρόντος κλητηρίου θεσπίσματος (κατηγορητηρίου). Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, κατά τα εκτεθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη και δεδομένου ότι ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός περί σχετικής ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο (δια του συνηγόρου υπεράσπισης της) εγκαίρως πριν να αρχίσει για πρώτη φορά η αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο (κατ' άρθρο 175 παρ. 2 εδ. α του ν.ΚΠΔ). πρέπει να γίνει κατά την πλειοψηφούσα γνώμη δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν και να ακυρωθεί το παρόν υπ' Α.Β.Μ. Α2020-3848 κλητήριο θέσπισμα». Μετά δε, και τη γνώμη του εκ δεξιών συνέδρου του πιο πάνω Δικαστηρίου, ο οποίος, για τους λόγους που διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση είχε την άποψη «ότι το κατηγορητήριο δεν πάσχει ακυρότητας, καθώς περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία κατά το άρθρο 321 ΚΠΔ, και ως εκ τούτου ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός» (της κατηγορούμενης- αναιρεσιβλήτου) τύγχανε απορριπτέος, το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, έκρινε (ομόφωνα) ότι: «δεδομένου ότι η πράξη που αποδίδεται στην κατηγορούμενη φέρεται ως τελεσθείσα τη 13.10.2016 και έχουν παρέλθει περισσότερα από πέντε (5) έτη χωρίς να της έχει επιδοθεί εγκύρως (κατά την πλειοψηφούσα γνώμη) κλητήριο θέσπισμα, αφού με την ακύρωση ανατρέπεται αναδρομικώς και η επελθούσα με την επίδοσή του (που έλαβε χώρα την 08.02.2021) αναστολή της παραγραφής, ότι πρέπει, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 3, 112 εδ.α', 113 παρ. 1 πΠΚ εξ αντιδιαστολής και 368 περ. β' του νΚΠΔ, η ποινική δίωξη για την πράξη που αποδίδεται στην κατηγορούμενη να παύσει οριστικά λόγω παραγραφής, είναι δε περιττή για λόγους οικονομίας των δικαστικών ενεργειών η διαβίβαση της δικογραφίας στον αρμόδιο εισαγγελέα πλημμελειοδικών για τις δικές του ενέργειες (για να την εισαγάγει στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο και αυτό να αποφασίσει την οριστική παύση της)». Όμως το ειρημένο Δικαστήριο με την ανωτέρω απόφασή του εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 15, 112 και 113 του ΠΚ και ακολούθως, παύοντας οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, υπερέβη την εξουσία του. Ειδικότερα, από την για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση του αντιτύπου του κλητηρίου θεσπίσματος, που υπάρχει στη δικογραφία, προκύπτει ότι η αποδοθείσα με αυτό στην κατηγορούμενη πράξη συνίστατο στο ότι στον ως άνω τόπο, κατά τον ανωτέρω χρόνο, υπό την ιδιότητα της πολιτικής μηχανικού - ορισθείσας τεχνικού ασφαλείας της « ……………..», εργολάβου - αναδόχου του έργου  «……………. », παρέλειψε τις εκ του νόμου (111 και 112 Π.Δ. 1073/1981) υποχρεώσεις της, να παρίσταται ανελλιπώς καθ' όλη τη διάρκεια της εκεί ενεργούμενης εργασίας ασφαλτόστρωσης, να ενημερώσει τον εκεί εργαζόμενο  ……………. για τους συνυφασμένους με την εργασία του κινδύνους, όπως και αυτόν της ηλεκτροπληξίας λόγω της εκφόρτισης ρεύματος από την εγγύτητα, σε απόσταση μικρότερη των 6 μέτρων, της υπερυψωμένης καρότσας με τα ηλεκτροφόρα καλώδια, να του υποδείξει τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας και να τον καθοδηγήσει σχετικώς, προκειμένου αυτός να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός για να μην ακουμπήσει τα χέρια του τόσο στο μεταλλικό πλαίσιο του κουβά του διαστρωτήρα (finisher) όσο και στην καρότσα του φορτηγού κατά την τροφοδοσία του διαστρωτήρα από αυτήν, με αποτέλεσμα, όταν η υπ' αριθμ. κυκλοφορίας Ρ ……… επικαθήμενη καρότσα του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας  ……….. Δ.Χ.Φ. αυτοκινήτου, με την οποία τροφοδοτούνταν ο διαστρωτήρας με το ασφαλτικό υλικό, πλησίασε πολύ κοντά στους ηλεκ τροφό ρους αγωγούς μεσαίας τάσης, να δημιουργηθεί ηλεκτρικό τόξο, δηλαδή εκφόρτιση ρεύματος από τον ηλεκτροφόρο αγωγό στη μεταλλική καρότσα του φορτηγού, μέσω της οποίας έφτασε στον εργαζόμενο ……………, που την στιγμή εκείνη ακουμπούσε στο μεταλλικό πλαίσιο του κουβά του διαστρωτήρα (finisher) και στην καρότσα του φορτηγού, διήλθε του σώματος του και του προκάλεσε ηλεκτροπληξία, συνεπεία της οποίας επήλθε άμεσα ο θάνατος του. Πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων: 1, 14, 15, 16, 17, 18, 26 εδ. β', 28, 51, 53, 79 και 302 ΠΚ και 111 και 112 Π.Δ. 1073/1981). Από τα παραπάνω προκύπτει ότι στο κλητήριο θέσπισμα, πέραν της μνείας των άρθρων του ποινικού νόμου (άρθρα 15, 28 και 302 παρ. 1 ΠΚ) που προβλέπουν και τιμωρούν την αποδιδόμενη στην κατηγορουμένη πράξη, αναφέρεται ρητώς και προσδιορίζεται, εκτός των λοιπών στοιχείων της κατηγορίας, η έννομη σχέση, από την οποία πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση της κατηγορουμένης να παρεμποδίσει το αποτέλεσμα του θανάτου εργαζομένου στο έργο από ηλεκτροπληξία, ήτοι η διττή ιδιότητα της ως μηχανικού και κυρίως ως - ορισθείσας τεχνικού ασφαλείας της εργολάβου - αναδόχου, εντεύθεν δε, αναδεχομένης την υποχρέωση αποτροπής οποιουδήποτε κινδύνου από ηλεκτροπληξία στον χώρο κατασκευής του έργου και την ευθύνη για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων, μεταξύ αυτών και να προβεί στις απαραίτητες υποδείξεις και την καθοδήγηση προς τον συγκεκριμένο εργαζόμενο αναφορικά με τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας, ως εκ της φύσεως και της επικινδυνότητας των εργασιών στο εν λόγω έργο, εξαιτίας των οποίων καθίσταται εγγυητής ασφάλειας του έννομου αγαθού της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων στο έργο. Ενόψει τούτων, επαρκώς θεμελιώνεται στο πρόσωπο της κατηγορουμένης η κατηγορία της ανθρωποκτονίας από αμέλεια δια παραλείψεως κατά τρόπο που παρέχεται σε αυτή η δυνατότητα να πληροφορηθεί με σαφήνεια το ακριβές περιεχόμενο της αποδιδόμενης σ' αυτήν κατηγορίας και να προετοιμάσει την υπεράσπιση της και δεν χρειαζόταν για το κύρος του κλητηρίου θεσπίσματος να αναφέρεται σ' αυτό επιτακτικός κανόνας δικαίου, αφού τέτοιου είδους αναφορά είναι αναγκαία, όταν η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει μόνον από επιτακτικό κανόνα δικαίου, ενώ στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με το περιεχόμενο του κλητηρίου θεσπίσματος, η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση απορρέει, από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση, ως εκ της προμνημονευόμενης ιδιότητας της και συνεπώς παρατίθενται τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προσδιορίζεται η κατά τα άνω ιδιαίτερη νομική της υποχρέωση, ήτοι να παρίσταται ανελλιπώς στον τόπο του έργου, καθ' όλη τη διάρκεια των εκτελούμενων εργασιών και να ενημερώνει τους εργαζομένους για τους σχετικούς κινδύνους. Περαιτέρω, στο κλητήριο θέσπισμα η κατηγορουμένη αναφέρεται ως "ορισθείσα" τεχνικός ασφαλείας της εργολάβου - αναδόχου, όπως από τούτο προκύπτει από τα περιλαμβανόμενα στη δικογραφία, μεταξύ άλλων έγγραφα: α) της από 16-9-2016 υπεύθυνης δήλωσης του  ……….., νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της αναδόχου του έργου με την επωνυμία "………..", προς την Γενική Δ/νση Αναπτυξιακού Προγραμματισμού της Περιφερειακής Ενότητας Μαγνησίας και Σποράδων, κυρία του έργου, με την οποία ορίζεται ως αναπληρώτρια επί τόπου μηχανικός από την ανάδοχο εταιρία για το έργο "……………." η κατηγορουμένη,  ……………….. και β) της από 16-9-2016 υπεύθυνης δήλωσης της κατηγορουμένης προς την Γενική Δ/νση Αναπτυξιακού Προγραμματισμού της Περιφερειακής Ενότητας Μαγνησίας και Σποράδων, κύριο του έργου, με την οποία αποδέχεται τον διορισμό της ως αναπληρώτρια επί τόπου μηχανικός από την ανάδοχο εταιρία "…………." για το έργο "……………". Από τα δύο ως άνω έγγραφα συνάγεται ότι μεταξύ της αναδόχου του έργου με την επωνυμία "…….." και της κατηγορουμένης έχει συναφθεί σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών μηχανικού και τεχνικού ασφαλείας του έργου και εντεύθεν προκύπτει αβίαστα ότι η κατηγορουμένη αναδέχτηκε την υποχρέωση αποτροπής οποιουδήποτε κινδύνου από ηλεκτροπληξία στον χώρο κατασκευής του έργου και την ευθύνη για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων, μεταξύ αυτών και να προβεί στις απαραίτητες υποδείξεις και την καθοδήγηση προς τον συγκεκριμένο εργαζόμενο αναφορικά με τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας, ως εκ της φύσεως και της επικινδυνότητας των εργασιών στο εν λόγω έργο, εξαιτίας των οποίων καθίσταται εγγυητής ασφάλειας του έννομου αγαθού της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων στο έργο, η δε ιδιαίτερη αυτή νομική της υποχρέωση, της οποίας το περιεχόμενο συνίσταται ειδικώς στην αποτροπή του εγκληματικού αποτελέσματος, με ενέργειες και παραλείψεις της ιδίας της κατηγορουμένης, που επενεργούν αμέσως, και η οποία υπέχει θέση εγγυητή της διαφυλάξεως του προσβαλλόμενου (με το ως άνω αποτέλεσμα) εννόμου αγαθού, πηγάζει και θεμελιώνεται εν προκειμένω και από το συμβατικό δεσμό που τη συνδέει με την ανάδοχο εταιρία ενώ, περαιτέρω, η από μέρους της κατά την επίβλεψη τήρηση των κανόνων ασφαλείας όπως αναφέρονται στα άρθρα 14 και 15 του Ν.3850/2010 ανάγεται σε ζήτημα ουσίας το οποίο θα ερευνηθεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Μετά ταύτα, και για τον πρόσθετο αυτό λόγο, δε χρειαζόταν για το κύρος του κλητηρίου θεσπίσματος να αναφέρεται σ' αυτό επιτακτικός κανόνας δικαίου, αφού τέτοιου είδους αναφορά είναι αναγκαία, όταν η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει μόνον από επιτακτικό κανόνα δικαίου. Κατ' ακολουθίαν, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ως άκυρο το επιδοθέν στην κατηγορούμενη κλητήριο θέσπισμα και δέχτηκε ότι δεν ανεστάλη η κύρια διαδικασία και στη συνέχεια, λόγω μη αναστολής της πενταετούς παραγραφής, έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατά της κατηγορουμένης ποινική δίωξη για το αποδιδόμενο σε αυτήν πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, φερόμενο ως τελεσθέν την 13.10.2016, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 112, 113 του ΠΚ και υπερέβη αρνητικά την εξουσία του. Συνακόλουθα πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμων των περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και υπέρβασης εξουσίας από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Θ'  του ΚΠΔ, αντίστοιχα, προβληθέντων λόγων αναίρεσης, να ^ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η. υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την απόφαση με αριθμό 1271/29.06.2022 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου.

 


Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουάριου 2024.

 

Login