ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Το έγκλημα της από πρόθεση πρόκλησης σωματικής βλάβης διαβαθμίζεται κατά το άρθρο 308 ΠΚ, αναλόγως της σπουδαιότητας αυτής ως απλή ή εντελώς ελαφρά, η οποία χωρίς να είναι εντελώς επουσιώδης, έχει επιπόλαιες συνέπειες. Σωματική κάκωση είναι κάθε εξωτερική επενέργεια επί του σώματος, όπως τραύματα, εκδορές, οιδήματα, παραμορφώσεις κλπ,
Στην απόφαση διαλαμβάνονται τα ειδικότερα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν τη νομοτυπική μορφή του αδικήματος και δη: α) ο τόπος και ο χρόνος τέλεσης, β) ο τρόπος που έλαβε χώρα η ένδικη αξιόποινη πράξη (σωματική επίθεση με κτυπήματα και γροθιές στο πρόσωπο), από τον οποίο συνάγεται η ηθελημένη τέλεση αυτής από τον κατηγορούμενο, γ) το είδος των βλαβών που προκλήθηκαν στην εγκαλούσα (μώλωπες προσώπου και εκδορές έσω άνω χείλους), καθώς και δ) η παραδοχή ότι η πρόκλησή τους έγινε στο πρόσωπο της εγκαλούσας, ήτοι σε ευαίσθητο και σημαντικό σημείο του σώματος, που καθιστούν τη σωματική βλάβη απλή και όχι όλως ελαφρά, όπως ισχυρίστηκε στην ως άνω δίκη, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος.
Αριθμός 556/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 53/... πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Σοφία Οικονόμου-Εισηγήτρια, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη και Σταυρούλα Κουσουλού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου ..., με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Λάμπρου Σοφουλάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Τρύφωνα Αλυκάτορα, για αναίρεση της .../2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων .... Με υποστηρίζουσα την κατηγορία τη Σ. Π. του Θ., κάτοικο ..., η οποία δεν εμφανίστηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων ... με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 9-2-... αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .......
Αφού άκουσε 1) τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και β) να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και 2) τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 9-2-... αίτηση-δήλωση του Δ. Κ. του Α., κατοίκου ... (οδ. ...) που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 13-2-..., για αναίρεση της με αριθ.... απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων ..., με την οποία καταδικάστηκε για το αδίκημα της απλής σωματικής βλάβης, σε ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών με τριετή αναστολή, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχει λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε' και Θ' ΚΠΔ (άρθρα 462, 464, 466, 473 παρ.2, 3 και 4, 474 παρ.2Α και 4 και 504 παρ.1 ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Ι) Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο, όπως στην περίπτωση που καταδίκασε για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη έγκληση ή αίτηση (άρθρα 41 και 53 ΚΠΔ) ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά το νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (Ολ ΑΠ 3/2005, ΑΠ 1003/2020).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 46 παρ/φος 2 και 42 παρ/φος 4 του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 ΚΠΔ, όπως αυτές ίσχυαν από 23-1-..., μετά την αντικατάστασή τους με τα άρθρα 40 παρ.3 και 45 του Ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α' 240/22-12-2016), στην περίπτωση των απολύτως κατ' έγκληση διωκομένων εγκλημάτων, ο εγκαλών όφειλε για το παραδεκτό της έγκλησης, να καταθέσει κατά το χρόνο της υποβολής της, παράβολο υπέρ του Δημοσίου ποσού πενήντα (50) ευρώ, το οποίο είχε τη δυνατότητα να προσκομίσει εντός προθεσμίας τριών εργασίμων ημερών (ΑΠ 275/2019). Ήδη, με το άρθρο 51 του ισχύοντος από 1.7.2019 ΚΠΔ (Ν. 4620/2019), ο εγκαλών δεν υποχρεούται σε κατάθεση παραβόλου κατά την υποβολή της έγκλησης. Κατά δε, τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 590 παρ.1 του ίδιου Κώδικα όπως το εδ. γ της παρ. 1 προστέθηκε με την παρ. 59 του άρθρου 7 του Ν. 4637/2019 "Υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα... Εγκλήσεις που υποβλήθηκαν πριν την 1.7.2019 για κατ' έγκληση διωκόμενα εγκλήματα, χωρίς την προσκόμιση παραβόλου, δεν θεωρούνται απαράδεκτες για τον λόγο αυτό, μετά την 1.7.2019". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για το παραδεκτό των εγκλήσεων που υποβλήθηκαν προ της 1-7-2019,σε υποθέσεις που είναι εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νέου ΚΠΔ, δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου (ΑΠ 42/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων που εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθ. ... απόφαση, υπερέβη θετικά την εξουσία του, διότι έκρινε παραδεκτή την από 26-8-... έγκληση της παθούσας Σ. Π. και τον κήρυξε ένοχο για το ένδικο κατ' έγκληση διωκόμενο αδίκημα της απλής σωματικής βλάβης, ενώ κατά την υποβολή της ανωτέρω έγκλησης δεν καταβλήθηκε το οφειλόμενο παράβολο των πενήντα ευρώ και η ασκηθείσα ποινική δίωξη έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη, λόγω του απαραδέκτου της εγκλήσεως. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, διότι σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές διατάξεις του νέου ΚΠΔ, από 1-7-2019 δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου για το παραδεκτό της έγκλησης και η απαλλαγή από την υποχρέωση αυτή καταλαμβάνει και τις εγκλήσεις που υποβλήθηκαν, όπως η ανωτέρω έγκληση, πριν από την 1-7-2019. [Σημειωτέον ότι η ανωτέρω έγκληση ήταν παραδεκτή και υπό το καθεστώς του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, διότι όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, το σχετικό παράβολο καταβλήθηκε στις 30-8-..., ήτοι εντός της προβλεπόμενης τότε, προθεσμίας των τριών εργασίμων ημερών από την υποβολή της].
Συνεπώς, ο ανωτέρω τρίτος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος.
ΙΙ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ (ν. 4619/2019), όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 64 του Ν. 4855/2021, η οποία εφαρμόζεται στην παρούσα εκκρεμή κατά το χρόνο εισαγωγής του υπόθεση, ως ευμενέστερη διάταξη ως προς την ποινή, ορίζεται ότι "όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή. Αν η κάκωση ή η βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι εντελώς ελαφρά τιμωρείται με χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας." Το έγκλημα της από πρόθεση πρόκλησης σωματικής βλάβης διαβαθμίζεται κατά το άρθρο 308 ΠΚ, αναλόγως της σπουδαιότητας αυτής ως απλή ή εντελώς ελαφρά, η οποία χωρίς να είναι εντελώς επουσιώδης, έχει επιπόλαιες συνέπειες. Σωματική κάκωση είναι κάθε εξωτερική επενέργεια επί του σώματος, όπως τραύματα, εκδορές, οιδήματα, παραμορφώσεις κλπ, ενώ βλάβη της υγείας είναι κάθε διατάραξη των εσωτερικών λειτουργιών, η κάκωση δε, μπορεί να είναι συγχρόνως και βλάβη της υγείας, αλλά η βλάβη της υγείας μπορεί να επέλθει και χωρίς κάκωση, καθώς, επίσης, μπορεί η καθεμία να επέλθει χωριστά ή να είναι η μία συνέπεια της άλλης και δε δημιουργείται αντίφαση από τη σωρευτική παραδοχή σωματικής κάκωσης και βλάβης της υγείας του παθόντος ταυτόχρονα. Η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, προκειμένου να συνάγει τι δέχθηκε τούτο, δεν αρκείται στις αφηρημένες εκφράσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά εκτιμά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εκείνο δέχθηκε, προκειμένου να αποφανθεί σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για το είδος της σωματικής βλάβης που προξενήθηκε. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου επί απλής σωματικής βλάβης, ότι κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, πρόκειται για όλως ελαφρά σωματική βλάβη (άρθρο 308 παρ.1 εδάφ. β του ΠΚ), δεν είναι αυτοτελής αλλά αρνητικός (ΑΠ 963/2019, ΑΠ 20/2019, 582/...).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο αιτιολογίας. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), πράγμα που δεν συμβαίνει στην απλή σωματική βλάβη. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. Α.Π. 3/2008, ΑΠ 20/2019, ΑΠ 1611/2018, ΑΠ 1115/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της με αριθ. ... προσβαλλόμενης απόφασης και των πρακτικών της, καθώς και της με αριθ. ... παραπεμπτικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ..., προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων ..., εκδίκασε την υπόθεση σε πρώτο βαθμό (ως καθ' ύλη αρμόδιο κατ' άρθρα 111 παρ.6 και 128 περ.γ'του ΚΠΔ), σε βάρος επτά κατηγορουμένων, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, Δ. Κ., για τις σ'αυτή ειδικότερα αναφερόμενες για τον καθένα αξιόποινες πράξεις και ειδικά για τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο που ενδιαφέρει εν προκειμένω (μεταξύ άλλων πράξεων, σε βάρος άλλων προσώπων) και για τις αξιόποινες πράξεις της εξύβρισης, φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και απλής σωματικής βλάβης σε βάρος της εγκαλούσας Σ. Π.. Ακολούθως δε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο έπαυσε υφ' όρον την ασκηθείσα ποινική δίωξη κατ' αυτού, κατ' άρθρο 63 του Ν. 4689/2020, για τις πράξεις α) της εξύβρισης και β) της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας (μικρής αξίας) σε βάρος της ανωτέρω εγκαλούσας, ενώ τον κήρυξε ένοχο για την τελεσθείσα σε βάρος της απλή σωματική βλάβη και του επέβαλε (ανέκκλητη) ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών, με τριετή αναστολή. Ειδικότερα, το ανωτέρω Δικαστήριο, αναφορικά με την αξιόποινη πράξη της απλής σωματικής βλάβης, δέχθηκε στο σκεπτικό του, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων (μαρτυρικές καταθέσεις, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογίες παρόντων κατηγορουμένων) ότι αποδείχθηκαν επί λέξει τα ακόλουθα "... ο πρώτος κατηγορούμενος στο ... ... στις 26-8-..., με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση και ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και χρόνο επιτέθηκε στη Σ. Π. του Θ. και τη χτύπησε με γροθιές, προξενώντας της μώλωπες προσώπου και εκδορά άνω χείλους (έσω). Η εν λόγω βλάβη της εγκαλούσας δεν συνιστά εντελώς ελαφρά σωματική κάκωση, διότι το πρόσωπο αποτελεί ευαίσθητο και σημαντικό σημείο του σώματος, ούτε ο πρώτος κατηγορούμενος ωθήθηκε στην πράξη αυτή από δικαιολογημένη αγανάκτησή του, λόγω της προγενέστερης συμπεριφοράς της εγκαλούσας, καθόσον το γεγονός ότι η εγκαλούσα Σ. Π. μαγνητοσκοπούσε τη σκηνή της αντιπαράθεσης μεταξύ όλων των διαδίκων, δεν αποτελεί ικανό λόγο προσβολής για πρόκληση σωματικής βλάβης.
Συνεπώς οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του πρώτου κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και να κηρυχθεί ένοχος απλής σωματικής βλάβης. Επίσης, πρέπει να παύσει υφ' ορον την ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων κατ' άρθρο 63 Ν. 4689/2020, για την πράξη της εξύβρισης, ...όπως αυτές αναφέρονται στο κατηγορητήριο, ...". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο (αφού έπαυσε υφ' όρον την εναντίον του ποινική δίωξη για τις πράξεις της εξύβρισης και της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας), κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο του ότι "στο ... ... στις 26-8-..., με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση και ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και χρόνο επιτέθηκε στη Σ. Π. του Θ., και τη χτύπησε με γροθιές, προξενώντας της μώλωπες προσώπου και εκδορά άνω χείλους (έσω)". Με αυτές τις παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς τον σχηματισμό της περί ενοχής κρίσης του για τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ένδικου εγκλήματος της απλής σωματικής βλάβης για το οποίο καταδικάστηκε, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις αναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 51, 53, 308 παρ.1 εδ. α' ΠΚ και 315 παρ.1 πΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή, ή αντιφατική αιτιολογία, στερώντας την απόφαση του από νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα, στην απόφαση διαλαμβάνονται τα ειδικότερα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν τη νομοτυπική μορφή του αδικήματος και δη: α) ο τόπος και ο χρόνος τέλεσης, β) ο τρόπος που έλαβε χώρα η ένδικη αξιόποινη πράξη (σωματική επίθεση με κτυπήματα και γροθιές στο πρόσωπο), από τον οποίο συνάγεται η ηθελημένη τέλεση αυτής από τον κατηγορούμενο, γ) το είδος των βλαβών που προκλήθηκαν στην εγκαλούσα (μώλωπες προσώπου και εκδορές έσω άνω χείλους), καθώς και δ) η παραδοχή ότι η πρόκλησή τους έγινε στο πρόσωπο της εγκαλούσας, ήτοι σε ευαίσθητο και σημαντικό σημείο του σώματος, που καθιστούν τη σωματική βλάβη απλή και όχι όλως ελαφρά, όπως ισχυρίστηκε στην ως άνω δίκη, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος. Περαιτέρω, παρατίθενται στο σκεπτικό τα περιστατικά των συνθηκών τελέσεως του αδικήματος, αφού αναφέρεται ότι προηγήθηκε της τελέσεως αυτού, αντιπαράθεση όλων των διαδίκων μεταξύ τους και ότι η επίθεση εναντίον της εγκαλούσας εκ μέρους του κατηγορουμένου, έγινε εξ αφορμής της μαγνητοσκόπησης από την ίδια της σκηνής της αντιπαράθεσης, με αξιολόγηση μάλιστα του περιστατικού της συμπεριφοράς της αυτής, ως μη ικανού να προκαλέσει στον κατηγορούμενο τη δικαιολογημένη αγανάκτηση που επικαλέστηκε προς αντίκρουση της κατηγορίας.
Συνεπώς, παρά τις περί του αντιθέτου σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, το σκεπτικό της απόφασης δεν ταυτίζεται με το διατακτικό, καθώς περιλαμβάνει πλείονα τούτου στοιχεία, ενώ (ορθώς) αιτιολογείται ο χαρακτήρας της ένδικης σωματικής βλάβης ως απλής και όχι ως εντελώς ελαφράς. Σημειωτέον επίσης, ότι ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της απόφασης, ούτε περιλαμβάνονται στο διατακτικό της αντιφατικές διατάξεις ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος, όπως ανακριβώς διατείνεται ο τελευταίος με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, αφού η επισημαινόμενη στο δικόγραφο της αιτήσεώς του περικοπή από το διατακτικό της απόφασης, στο 11ο φύλλο αυτής, για την πράξη υπό στοιχείο Α' με αριθμό 2, ήτοι η περικοπή ότι "...στον παραπάνω τόπο και χρόνο με πρόθεση χτύπησε με γροθιές στο πρόσωπο τη Σ. Π. του Θ. και έριξε στο έδαφος τα γυαλιά της...", δεν εμπεριέχεται σε απαλλακτική διάταξη της απόφασης για την ένδικη πράξη της απλής σωματικής βλάβης, αλλά στη διάταξη, με την οποία, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα στην οικεία θέση, το Δικαστήριο έπαυσε υφ' όρον την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για την πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας (θραύση των γυαλιών οράσεως της εγκαλούσας) και αποτελεί (η ανωτέρω περικοπή) μέρος της περιγραφής της εν λόγω πράξης, η οποία στο σύνολό της διατυπώνεται ως εξής:" με πρόθεση κατέστρεψε ολικά ξένο κινητό πράγμα και ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και χρόνο με πρόθεση χτύπησε με γροθιές στο πρόσωπο τη Σ. Π. του Θ. και έριξε στο έδαφος τα γυαλιά της, καταστρέφοντάς τα". Ενόψει των ανωτέρω, όλες οι αιτιάσεις που περιέχονται στους συναφείς πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 308 παρ.1 εδαφ. α' και β' ΠΚ, λόγω τυπικής, ελλιπούς και αντιφατικής αιτιολογίας, καθώς και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, λόγω του χαρακτηρισμού της σωματικής βλάβης, ως απλής και υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στη διάταξη του άρθρου 308 παρ.1εδ.α'ΠΚ, αντί του χαρακτηρισμού της ως εντελώς ελαφράς και υπαγωγής της στο άρθρο 308 παρ.1 εδαφ. β' ΠΚ, είναι αβάσιμες. Συνακόλουθα, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι, είναι αβάσιμοι. Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (αρθρο 578 παρ. 2 ΚΠΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-2-... αίτηση-δήλωση του Δ. Κ. του Α., κατοίκου ... (οδ. ...) που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου στις 13/2/... για αναίρεση της με αριθ. ... απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων ....
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου ....
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ