ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΑ ΜΕΣΑ- ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΜΕ ΕΙΔΙΚΕΣ ΓΝΩΣΕΙΣ - ΑΠ 1205-2023

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

-Εξέταση μαρτύρων με ειδικές γνώσεις

Οι μάρτυρες με ειδικές γνώσεις εξετάζονται ως μάρτυρες και όχι με την ιδιότητα του πραγματογνώμονα . Επομένως τυγχάνουν εν προκειμένω εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 209-232, 337, 350-359 ΚΠΔ και όχι εκείνες που αφορούν τους πραγματογνώμονες. Συνεπώς ο κατηγορούμενος και εν προκειμένω η αναιρεσείουσα δεν μπορούσε να ζητήσει την εξαίρεση του εν λόγω μάρτυρα ή να διορίσει τεχνικό σύμβουλο. Ούτε συντρέχει περίπτωση ακυρότητας και δη βλάβης των υπερασπιστικών της δικαιωμάτων, όπως αβάσιμα υποστηρίζει, «διότι στερήθηκε του δικαιώματος διορισμού τεχνικού συμβούλου, λόγω της παράλειψης αναφοράς της επαγγελματικής ιδιότητας του άνω γνωστοποιηθέντος από την εγκαλούσα, μάρτυρος», αφού ο ισχυρισμός της στηρίζεται στην αναληθή προϋπόθεση της δυνατότητας χορήγησης τέτοιου δικαιώματος. Σε κάθε περίπτωση τα δικαιώματα της κατηγορουμένης προστατεύονται, αφού είχε τη δυνατότητα να καλέσει μάρτυρα υπεράσπισης προς ανατροπή της κατάθεσης, καθώς και να υποβάλλει ερωτήσεις.

 

 

Αριθμός 1205/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου – Εισηγήτρια, Μαρία Βάρκα, Ελευθέριο Σισμανίδη και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαΐου 2023, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας – κατηγορουμένης  , κατοίκου …. Ηλείας, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Νικολάου Καραντώνη, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 434/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηλείας. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την  ……., κάτοικο Πύργου Ηλείας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χειρδάρη.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηλείας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαρτίου 2023 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Ηλείας,  …., έλαβε αριθμό 1/2023 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 255/23.

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα στην αναιρεσείουσα και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 20-2-2023 αίτηση της  …., για αναίρεση της υπ' αριθμό 434/2022 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηλείας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την οποίαν η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη για την πράξη της κλοπής και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 7 μηνών με τριετή αναστολή, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 462 παρ.1β, 464, 466 παρ.1, 473 παρ.2, 474 παρ.1, 4, 501 παρ.1, 504 παρ.1 ΚΠΔ), περιέχει δε λόγους αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ.1 Α’, Δ’, Ε’ και Θ’ ΚΠΔ. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από την διάταξη αυτής προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από τον νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από τον νόμο στην συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά τον νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στην δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ 1/2008, ΟλΑΠ 3/2005, ΑΠ 667/2023, ΑΠ 504/2023, ΑΠ 1515/2022, ΑΠ 95/2022, ΑΠ 711/2021, ΑΠ 1098/2021, ΑΠ 192/2021, ΑΠ 1003/2020, ΑΠ 831/2020, ΑΠ 1310/2019, ΑΠ 847/2014). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 2 και 498 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης, πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά, προκειμένου για έφεση, κατά το άρθρο 486 παρ.1 περ. β' ΚΠΔ, Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, στο άρθρο 487 ΚΠΔ ορίζεται ότι: «Η άσκηση έφεσης από τον Εισαγγελέα, κατά το προηγούμενο άρθρο, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον εισαγγελέα έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης, αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ένδικου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σ' αυτό, με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Μόνη δε η παράθεση στην έκθεση έφεσης των αποδεικτικών στοιχείων, από τα οποία προκύπτει ενοχή του κατηγορουμένου, με αναφορά στο κατηγορητήριο, και εντεύθεν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε σχέση με αυτό, δεν αρκεί κατά το νόμο για την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της έφεσης του εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης, εφόσον δεν αντικρούει με συλλογισμούς και σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά μέσα την κρίση του δικαστηρίου περί της αθωότητας του κατηγορουμένου (Ολ.ΑΠ. 9/2005). Επιπροσθέτως, η έφεση του Εισαγγελέα, στερείται της επιβαλλόμενης από την άνω διάταξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όταν, μεταξύ άλλων, δεν μνημονεύονται σ` αυτήν τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου. Η επιλεκτική παράθεση ορισμένων, από την οποία δημιουργείται αμφιβολία για το αν συνεκτιμήθηκαν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τα οποία ούτε κατά κατηγορία μνημονεύονται, συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, εκτός εάν, από το όλο περιεχόμενο της αιτιολογίας της έφεσης, προκύπτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα (ΑΠ 181/2019). Αν η έφεση του Εισαγγελέα δεν έχει τέτοια αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, την κρίνει παραδεκτή και, ακολούθως, εξετάζοντας την ουσία της υποθέσεως, καταλήξει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση της εξουσίας του, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ' του νέου ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. (ΑΠ 1411/2020, ΑΠ 568/2019, ΑΠ 566/2017), με την επιπλέον επισήμανση ότι σύμφωνα με το άρθρο 465 ΚΠΔ ο εισαγγελέας εφετών και ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, σε όσες περιπτώσεις τους παρέχει ο νόμος ένδικα μέσα, μπορούν να τα ασκήσουν, οποιαδήποτε γνώμη ή πρόταση και αν είχαν διατυπώσει κατά τη συζήτηση, ύστερα από την οποία εκδόθηκε η απόφαση που προσβάλλεται, είτε οι ίδιοι είτε κατώτερος εκπρόσωπος της εισαγγελικής αρχής. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι με την υπ' αριθ. 1747/2018 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηλείας, (και κατόπιν προτάσεως για κήρυξη της ενοχής της από τον εισαγγελέα της έδρας), κηρύχθηκε αθώα η κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα της αποδοθείσας σε αυτήν πράξης της κλοπής κατ’ εξακολούθηση. Ειδικότερα το ως άνω (πρωτοβάθμιο) Δικαστήριο, στο σκεπτικό της απόφασης του, δέχθηκε ότι από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: «…την 6η-12-2016 και ώρα 9.15 π.μ. (στο σύστημα καταγραφής των διαδραματιζομένων καταγράφεται η θερινή ώρα 10.15, την οποία δεν είχε αλλάξει η πολιτικώς ενάγουσα), η κατηγορουμένη, εργαζόμενη τότε στο φαρμακείο της πολιτικώς ενάγουσας, μετά την αποχώρηση της έτερης υπαλλήλου  …., παρουσία του πατέρα της πολιτικώς ενάγουσας και ενός φίλου του, λαμβάνει από το συρτάρι του φαρμακείου ένα χαρτονόμισμα των 50,00 ευρώ και αφού το επιδεικνύει στον πατέρα της πολιτικώς ενάγουσας, ζητά από αυτόν και τον φίλο του να της κάνουν ψιλά, πλην όμως, επειδή δεν είχαν οι τελευταίοι, η κατηγορουμένη βγήκε από το φαρμακείο, στο οποίο παρέμειναν οι προαναφερόμενοι άντρες, και επέστρεψε μετά από ένα λεπτό περίπου, οπότε κατευθύνθηκε στο ίδιο συρτάρι του φαρμακείου και τοποθέτησε εντός αυτού ένα κόκκινο χαρτονόμισμα των 10,00 ευρώ και δύο όμοια μπλε χαρτονομίσματα των 20,00 ευρώ έκαστο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την 8η-12 -2016 και ώρα 07. 49 (στο σύστημα καταγραφής των διαδραματιζομένων καταγράφεται η θερινή ώρα 08.49, την οποία δεν είχε αλλάξει η πολιτικώς ενάγουσα κατά τα προρρηθέντα) εισήλθε η κατηγορουμένη στο φαρμακείο. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, πριν ανοίξει η κατηγορουμένη τα φώτα, να ανεβάσει τις γρίλιες, να ανοίξει τον υπολογιστή και την ταμειακή μηχανή, εισήλθαν εντός του φαρμακείου η μάρτυρας  …., η οποία είναι συγχωριανή της κατηγορουμένης και ο  …., φίλος του πατέρα της πολιτικώς ενάγουσας. Η πρώτη κοντοστάθηκε στην πόρτα, πίσω από την οποία βρισκόταν το ράφι με τα γάλατα, όπου πλησίασε η κατηγορουμένη αμέσως να την εξυπηρετήσει, ενώ ο δεύτερος έκατσε στον καναπέ. Η κατηγορουμένη πήρε από το ράφι δύο κουτιά βρεφικού γάλακτος, συνολικής αξίας (12,50€ + 12,50€ =) 25,00 ευρώ και τα εναπόθεσε σε ένα σημείο δίπλα από τον πάγκο. Στη συνέχεια, αφού βρήκε μια νάυλον σακούλα, τα εναπόθεσε εντός αυτής και τοποθέτησε τη σακούλα πάνω στον πάγκο. Αμέσως μετά, η κατηγορουμένη έδωσε στην πελάτισσα μία κρέμα χεριών, αξίας 7,00 ευρώ, για να τη δοκιμάσει, την οποία η τελευταία αγόρασε. Στο μεταξύ, όσο η πελάτισσα δοκίμαζε την κρέμα, η κατηγορουμένη άνοιξε τα φώτα του φαρμακείου και τον υπολογιστή. Η  …. για την αγορά των παραπάνω προϊόντων, συνολικής αξίας (25,00 € + 7,00 € =) 32,00 ευρώ έδωσε στην κατηγορουμένη 5,00 ευρώ και η τελευταία έδωσε στην πελάτισσα ένα νόμισμα των 2,00 ευρώ, το οποίο βρισκόταν στο συρτάρι του πάγκου- Ταυτόχρονα, η κατηγορουμένη έθεσε σε λειτουργία την ταμειακή μηχανή. Στη συνέχεια, η  …. έβαλε τη σακούλα με τα παραπάνω είδη στην τσάντα της και αποχώρησε από το κατάστημα. Το υπόλοιπο της αξίας των αγορών, ήτοι (32,00 € -3,00 € =) 29,00 ευρώ, πιστώθηκε και η  …..  το κατέβαλε σε μεταγενέστερη επίσκεψή της στο φαρμακείο. Όταν αποχώρησε η πελάτισσα από το φαρμακείο, η κατηγορουμένη ανέβασε τις γρίλιες, εναπόθεσε την τσάντα της εντός ενός διπλανού δωματίου και στη συνέχεια εξυπηρέτησε τον έτερο πελάτη του φαρμακείου, ο οποίος μέχρι τότε βρισκόταν στον καναπέ και είχε οπτική και ακουστική επαφή με όσα διαδραματίζονταν εντός του φαρμακείου. Κατόπιν τούτων, ουδέποτε αποδείχθηκε ότι η κατηγορούμενη την 6η- 12- 2016 αφαίρεσε από το φαρμακείο της πολιτικώς ενάγουσας το ποσό των 20,00 ή 35,00 ευρώ και ότι την 8η- 12 - 2016 αφαίρεσε το χρηματικό ποσό των 29,00 ευρώ, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και θα πρέπει να κηρυχθεί αθώα των αποδιδόμενων σε αυτήν πράξεων». Κατά της απόφασης αυτής ο Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Ηλείας άσκησε την υπ' αρ. 322/19.10.2018 έφεσή του ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Ηλείας. Όπως προκύπτει από την ανωτέρω έκθεση έφεσης του άνω Αντεισαγγελέως Πλημμελειοδικών, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, αναφέρεται σ'αυτήν κατά πιστή αντιγραφή, ότι: «Στην ένδικη υπόθεση, κατά την ακροατηριακή διαδικασία και δη από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, το οπτικό υλικό που επισκοπήθηκε και την απολογία της κατηγορουμένης αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη  …. στον Πύργο Ηλείας αφαίρεσε από το φαρμακείο της εγκαλούσας  …. , όπου εργαζόταν ως βοηθός: α) στις 6-12-2016 το χρηματικό ποσό των 20 ευρώ και β) στις 8-12- 2016 το χρηματικό ποσό των είκοσι εννέα (29) ευρώ, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί όπως και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Πλέον συγκεκριμένα από την επισκόπηση του εν λόγω οπτικού υλικού σε συνδυασμό με τις καταθέσεις της πολιτικώς ενάγουσας  … .και του  …. αποδείχθηκε ότι στις 6-12-2016 και ώρα 09.15 (στο σύστημα καταγραφής των διαδραματιζομένων αναγράφεται η θερινή ώρα 10.15, την οποία δεν είχε αλλάξει η πολιτικώς ενάγουσα) η κατηγορουμένη, μετά την αποχώρηση από το φαρμακείο της έτερης υπαλλήλου  …., μένει μόνη της σε αυτό. Βάζει τα χέρια της στις μπροστινές τσέπες του παντελονιού της και βγάζει κέρματα. Εν συνεχεία παίρνει ένα φακελάκι από το ταμείο πίσω από τον πάγκο του φαρμακείου, το τοποθετεί σε σημείο του φαρμακείου που δεν υπάρχει κάμερα, για να καταγράψει τη δραστηριότητά της (τυφλό σημείο), πράγμα το οποίο αυτή γνωρίζει, κατευθύνεται στο ταμείο πάλι, παίρνει ένα χαρτονόμισμα των 50 ευρώ και εξέρχεται του φαρμακείου περί ώρα 09.16, χωρίς να υπάρχει πελάτης στο φαρμακείο, χωρίς να βρίσκεται σε εξέλιξη οποιαδήποτε συναλλαγή και χωρίς η κατηγορουμένη να ελέγξει, εάν υπάρχουν καν άλλα χρήματα στο συρτάρι του ταμείου. Ακολούθως και περί ώρα 09.17 εισέρχεται στο φαρμακείο, κατευθύνεται στο τυφλό σημείο, όπου φαίνεται να αφήνει κάτι και πηγαίνει μετά στο ταμείο πίσω από τον πάγκο, όπου φαίνεται να αφήνει ένα χαρτονόμισμα των 20 ευρώ και ένα χαρτονόμισμα των 10 ευρώ, με δύο κινήσεις των χεριών της, ιδιοποιούμενη παρανόμως το έτερο χαρτονόμισμα των 20 ευρώ. Επίσης, από την επισκόπηση του ιδίου ως άνω οπτικού υλικού σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των προαναφερθέντων αποδείχθηκε ότι στις 8-12-2016 και ώρα 07.49 (στο σύστημα καταγραφής των διαδραματιζομένων αναγράφεται η θερινή ώρα 08.49, την οποία η πολιτικώς ενάγουσα δεν είχε αλλάξει κατά τα προρρηθέντα) εισέρχεται η κατηγορουμένη στο φαρμακείο, η οποία, χωρίς να ανοίξει τα φώτα, να ανεβάσει τις γρίλιες, να αποθέσει την τσάντα της, να ανοίξει τον υπολογιστή και την ταμειακή μηχανή, κινήσεις που παγίως έκανε, όπως κατέθεσε ενόρκως ο ίδιος ο σύζυγός της, κατευθύνεται στο ράφι με τα βρεφικά γάλατα. Αμέσως εισέρχεται στο φαρμακείο και μια άγνωστη έως τότε στην πολιτικώς ενάγουσα νεαρή γυναίκα, ήτοι η μάρτυρας  …, η οποία διαμένει στο  … Ηλείας, δηλαδή είναι συγχωριανή της κατηγορουμένης. Η  …… κατευθύνεται επίσης στο ράφι με τα γάλατα. Η κατηγορουμένη παίρνει από το ράφι δύο κουτιά βρεφικού γάλακτος, συνολικής αξίας 25 (12,50 + 12,50) ευρώ. Εν συνεχεία μεταβαίνει στο ανωτέρω σημείο του φαρμακείου που δεν υπάρχει κάμερα, για να καταγράψει τη δραστηριότητά της. Ακολούθως εναποθέτει τα γάλατα, που βρίσκονται μέσα σε μια νάυλον σακούλα, στον πάγκο. Αμέσως μετά η κατηγορουμένη δίνει στην πελάτισσα μια κρέμα χεριών, για να τη δοκιμάσει, την οποία η τελευταία και αγοράζει. Η κρέμα χεριών είναι αξίας επτά (7) ευρώ. Η συνολική τιμή πώλησης των ανωτέρω προϊόντων ανέρχεται στο ποσό των 32 (12,50 + 12,50 + 7) ευρώ. Η  ….. για την αγορά των παραπάνω προϊόντων δίνει στην κατηγορουμένη πέντε (5) ευρώ. Η κατηγορουμένη τοποθετεί το χαρτονόμισμα των 5 ευρώ στο ταμείο και δίνει στην πελάτισσα ένα νόμισμα των 2 ευρώ ως ρέστα, το οποίο η τελευταία τοποθετεί στον πάγκο και εν συνεχεία το παίρνει και το βάζει στο πορτοφόλι της. Η κατηγορουμένη για την εν λόγω συναλλαγή δεν κόβει απόδειξη, αλλά κάνει κινήσεις στο πληκτρολόγιο της ταμειακής μηχανής σαν να τη χειρίζεται, ενώ δεν την έχει θέσει καν σε λειτουργία, η δε  …., αφού βάζει τη σακούλα με τα παραπάνω είδη μέσα στη δική της τσάντα, αποχωρεί από το φαρμακείο. Η κατηγορουμένη δεν καταγράφει πίστωση του τιμήματος ούτε στο τετράδιο που αποδείχθηκε ότι τηρεί η πολιτικώς ενάγουσα για τον σκοπό αυτό, ούτε σε αυτοκόλλητο χαρτί στο υπολογιστή. Μετά την αποχώρηση της  ….. η κατηγορουμένη κάνει τις κινήσεις να ανεβάσει πλήρως τις γρίλιες, να αποθέσει την τσάντα της, να ανοίξει τον υπολογιστή και την ταμειακή μηχανή. Τότε και μόνο τότε εξυπηρετεί τον έτερο παριστάμενο πελάτη, παρά το ότι, κατά την κατάθεση της  ……., προηγείτο αυτής και ήθελε επείγουσα εξυπηρέτηση. Η μάρτυρας  ……. κατέθεσε ότι πλήρωσε την ίδια την κατηγορουμένη το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, μεταξύ 13:30 και 14:00 και τότε κόπηκε απόδειξη από την πολιτικώς ενάγουσα, την οποία και παρέλαβε. Πλην, όμως, η πολιτικώς ενάγουσα με την προσκόμιση του «Ζ» της ταμειακής μηχανής της απέδειξε ότι η τελευταία συναλλαγή της ταμειακής μηχανής το μεσημέρι της 8ης-12-2016 έχει γίνει 13:15. Επομένως, δεν παρίσταται αληθής ο ισχυρισμός της  ..….. ότι κατέβαλε στην πολιτικώς ενάγουσα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα τα χρήματα της συναλλαγής της. Και εάν ακόμη γίνει δεκτό ότι η  ….. κατέβαλε στην κατηγορούμενη το αντίτιμο της πώλησης, τούτο έλαβε χώρα εν αγνοία της πολιτικώς ενάγουσας και η κατηγορουμένη τα ιδιοποιήθηκε τελώντας το αδίκημα της κλοπής, καθόσον η κατηγορούμενη παραδίδοντας τα προϊόντα του φαρμακείου της πολιτικώς ενάγουσας ως βοηθός κατόχου, κρατώντας δε τα χρήματα που αναλογούσαν στο τίμημα, διέκοψε την κατοχή της πολιτικώς ενάγουσας και θεμελίωσε τη δική της. Η κατηγορούμενη προκειμένου να αντικρούσει τη σε βάρος της κατηγορία ισχυρίσθηκε ότι η κρινόμενη έγκληση υπεβλήθη προσχηματικώς επί σκοπώ απολύσεώς της άνευ καταβολής της νόμιμης αποζημιώσεως σε συνέχεια της αρνήσεώς της να δεχθεί μείωση του μισθού της. Κάτι τέτοιο όμως ουδόλως αποδείχθηκε καθόσον η διαπραγμάτευση για τη μείωση του μισθού της έγινε τον Νοέμβριο 2016, και τελείωσε, παρά την αρχική αποδοχή της πρότασης της πολιτικώς ενάγουσας, με την άρνησή της να μειωθεί ο μισθός της και την καταβολή κανονικά του μισθού του μηνός Νοεμβρίου. Το γεγονός αυτό κατατέθηκε από τον σύζυγο της κατηγορουμένης και αποδείχθηκε από έγγραφη εξοφλητική απόδειξη αποδοχών του μηνός Νοεμβρίου του 2016 που προσκόμισε η πολιτικώς ενάγουσα. Το γεγονός αυτό είναι πρότερο των ημερομηνιών των κλοπών και είναι λογικά άτοπο και πρωθύστερο να γίνεται επίκλησή του, για να δικαιολογηθεί το μεταγενέστερο περιστατικό των κλοπών ωσάν δηλαδή η πολιτικώς ενάγουσα να γνώριζε κατά μήνα Νοέμβριο ότι η κατηγορουμένη στις 06-12-2016 και στις 08-12-2016 θα προβεί στις προπεριγραφείσες ενέργειες, για τις οποίες αψευδής μάρτυρας τυγχάνει το οπτικό υλικό που επισκοπήθηκε. Έτι περαιτέρω η κατηγορουμένη ανέφερε ότι η πολιτικώς ενάγουσα την κατηγόρησε προσχηματικώς, για να προσλάβει στη θέση της την αδελφή της. Αποδείχθηκε, όμως, ότι στα τέλη Ιουλίου 2016 διαπιστώθηκε η εγκυμοσύνη του δεύτερου τέκνου της πολιτικώς ενάγουσας, λόγω των επιπλοκών της οποίας οι θεράποντες ιατροί της συνέστησαν να μην κουράζεται ιδιαίτερα και να μη στέκεται όρθια επί πολλές ώρες πίσω από τον πάγκο του φαρμακείου. Προς τούτο προσέλαβε την 01-09-2016 ως βοηθό φαρμακείου και την  …., η οποία έκτοτε εργαζόταν καθημερινά (Δευτέρα έως Παρασκευή) από ώρα 08.00 έως ώρα 13.00. Εάν η πολιτικώς ενάγουσα ήθελε να προσλάβει την αδελφή της, θα το είχε κάνει από τον Σεπτέμβριο του 2016. Είναι πρόδηλο ότι η μεταγενέστερη πρόσληψη της αδελφής της πολιτικώς ενάγουσας δεν ήταν η αιτία της απόλυσης της κατηγορουμένης αλλά το αποτέλεσμα αυτής. Η κατηγορουμένη, επίσης, απολογούμενη ανέφερε ότι η πολιτικώς ενάγουσα δεν της ανακοίνωσε την κατηγορία περί κλοπών στις 29-12-2016, αλλά μόνον της ζήτησε να υπογράψει οικειοθελή αποχώρηση. Ανέφερε ότι o σύζυγος της πολιτικώς ενάγουσας την εξύβρισε και της έδειξε τα γεννητικά του όργανα. ότι αποχώρησε εξοργισμένη. Κατά το στάδιο της ανάγνωσης των εγγράφων προβλήθηκε το βιντεοληπτικό υλικό της ημέρας, για να διαπιστωθεί η αλήθεια. Αποδείχθηκε από την επισκόπησή του ότι πέραν της συνήθους έντασης σε τέτοιες συνομιλίες ουδείς προπηλακίσθηκε ούτε ο σύζυγος της πολιτικώς ενάγουσας της έδειξε τα γεννητικά του όργανα, ούτε η κατηγορουμένη έφυγε οργισμένη μετά το άκουσμα των κατηγοριών. Αντίθετα προέκυψε συνομιλία για χρονικό διάστημα πλέον της μίας ώρας. Προσέτι δεν αποδείχθηκε ότι πρόθεση της πολιτικώς ενάγουσας ήταν η απόλυση της κατηγορουμένης. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι το μόνο που έκανε η πολιτικώς ενάγουσα ήταν να αποκλείσει από το ταμείο τις δύο υπαλλήλους από 13-12-2018, γεγονός για το οποίο, όλως περιέργως δεν παραπονέθηκε η κατηγορουμένη, αλλά μόνον η άλλη υπάλληλος ….. Τα αντίθετα κρίνοντας η εκκαλουμένη έσφαλε, εκτιμώντας κακώς το αποδεικτικό υλικό και για αυτό δέον όπως εκκληθεί και εξαφανισθεί, προσέτι δε να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη  ….., της πράξης της κλοπής κατ' εξακολούθηση, πράξη που η άνω κατηγορουμένη τέλεσε στον  …… Ηλείας στις 06-12-2016 και στις 08-12-2016». Το Εφετείο, στο συναφές σκεπτικό του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή του, αφού παρέθεσε αυτούσιο το περιεχόμενο της πρωτόδικης - απαλλακτικής για την αναιρεσείουσα απόφασης, αλλά και το περιεχόμενο της ασκηθείσας από τον Εισαγγελέα της έδρας εφέσεως, διέλαβε εν συνεχεία επί λέξει τα ακόλουθα: «…Η ως άνω έφεση ασκήθηκε την επόμενη από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης ημέρα, ήτοι μέσα στη νόμιμη προθεσμία των δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης (άρθρο 473 παρ. 1 εδ. α' του ισχύοντος μέχρι και την 30 η Ιουνίου 2019 ΚΠΔ, υπό το καθεστώς του οποίου ασκήθηκε) και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις- Είναι συνεπώς εμπρόθεσμη και συντρεχόντων και των λοιπών όρων του παραδεκτού της ασκήσεώς της (άρθρα 462 παρ. Ια', 463, 464, 486 1 περ. γ, 3 και 498 εδ. α' του ίδιου ως άνω ΚΠΔ), παραδεκτή. Ειδική μνεία γίνεται ότι όπως προκύπτει από το ως άνω παρατεθέν περιεχόμενό της, η εισαγγελική έφεση περιέχει την απαιτούμενη, κατά την έννοια του άρθρου 486 παρ. 3 του προηγούμενου ΚΠΔ, υπό το καθεστώς του οποίου ασκήθηκε η έφεση (αλλά και του όμοιου άρθρου 487 του ισχύοντος ΚΠΔ, που κυρώθηκε με τον 4620/2019 και ισχύει από Ιουλίου 2019), ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι επαρκώς και διεξοδικά θεμελιώνεται σε αυτή ο λόγος της έφεσης για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ειδικότερα, από όσα εκτίθενται στην εισαγγελική έφεση, προκύπτει ότι ο εκκαλών Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών έλαβε υπόψη του όλα τα εξετασθέντα πρωτοδίκως αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αναφερόμενος στην αρχή της έφεσής του σε όλα τα ληφθέντα υπόψη από το πρωτοβάθμια Δικαστήριο αποδεικτικά μέσα («....Στην ένδικη υπόθεση, κατά την ακροατηριακή διαδικασία και δη από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, το οπτικό υλικό που επισκοπήθηκε και την απολογία της κατηγορουμένης »). Το γεγονός ότι στη συνέχεια γίνεται ειδικότερη αναφορά σε ορισμένα μεν πλην όμως τα περισσότερα αποδεικτικά μέσα, όπως π.χ. στις καταθέσεις των μαρτύρων  ….. και  ….., σε ορισμένα από τα έγγραφα (όπως ιδίως στο «Ζ» της ταμειακής μηχανής του φαρμακείου της πολιτικώς ενάγουσας, στις αποδείξεις εξόφλησης μισθοδοσίας και στο βιντεοληπτικό υλικό) και στα προκύπτοντα από αυτά πραγματικά περιστατικά, δεν σημαίνει ότι o εκκαλών Αντεισαγγελέας δεν έλαβε υπόψη του και τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, επιπλέον δε αιτιολογεί γιατί τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα εκτιμήθηκαν πλημμελώς από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Περαιτέρω, με επαρκώς αιτιολογημένους συλλογισμούς εκτίθενται οι πλημμέλειες που αποδίδονται στην πρωτόδικη απόφαση, οι οποίες ανάγονται σε εσφαλμένη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκτίμηση των αποδείξεων, με ειδική και εμπεριστατωμένη αναφορά πραγματικών περιστατικών και αποδεικτικών μέσων, από τα οποία προκύπτει κατά τον εκκαλούντα Εισαγγελέα, η πλήρωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της κλοπής που αποδίδεται στην κατηγορουμένη και συνακόλουθα η ενοχή της αθωωθείσας κατηγορουμένης για την αξιόποινη πράξη της κλοπής κατ’ εξακολούθηση, σε αντίθεση με τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς της κατηγορουμένης στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης και με τις παραδοχές της εκκαλουμένης αποφάσεως. Επομένως, πρέπει η ένδικη έφεση να γίνει δεκτή κατά το τυπικό μέρος της, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της κατηγορουμένης και να εξετασθεί η υπόθεση κατ' ουσίαν…». Εν συνεχεία, το δικαστήριο της ουσίας , αφού απέρριψε τον ισχυρισμό της κατηγορουμένης περί απαραδέκτου της εφέσεως, δέχθηκε τυπικά την 322/19-10-2018 έφεση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ηλείας κατά της υπ' αριθμ. 1747/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πύργου και ακολούθως, αφού ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης και απάλλαξε την αναιρεσείουσα για τη μερικώτερη πράξη της κλοπής με χρόνο τέλεσης την 6η-12-2016, κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη για την πράξη της κλοπής που τέλεσε στις 8-12-2016. …». Έτσι όπως διατυπώθηκε η παραπάνω Εισαγγελική έφεση, περιέχει την από τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ, (ήδη 487 του νέου ΚΠΔ) απαιτούμενη για την άσκησή της ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση, αφού εκτίθενται σε αυτήν με σαφήνεια οι, κατά την άποψη του εκκαλούντος Εισαγγελέως, πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην πρωτόδικη απόφαση, οι οποίες ανάγονται σε εσφαλμένη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκτίμηση των αποδείξεων, με ειδική και εμπεριστατωμένη αναφορά πραγματικών περιστατικών και αποδεικτικών μέσων, από τα οποία προέκυπτε, κατά τον εκκαλούντα Εισαγγελέα, η ενοχή της αθωωθείσας αναιρεσείουσας κατηγορουμένης για την επίμαχη αξιόποινη πράξη της κλοπής, σε αντίθεση με τις παραδοχές της εκκληθείσας αποφάσεως. Συγκεκριμένα στην έκθεση εφέσεως εκτίθενται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το δικαστήριο έπρεπε να πεισθεί για τον δόλο της αναιρεσείουσας κατηγορούμενης και οι λόγοι με τους οποίους αντικρούονται τα αποδεικτικά μέσα, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απαλλακτική του κρίση. Ειδικότερα, εκτίθεται σαφώς, τι κατά την κρίση του εκκαλούντος Εισαγγελέως, προέκυψε από το αποδεικτικό υλικό και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι με βάση τις εν λόγω αποδείξεις προέκυπταν τα περιστατικά που ήσαν θεμελιωτικά της ενοχής της αναιρεσείουσας για την πράξη για την οποία κατά τα ανωτέρω καταδικάστηκε και ενδιαφέρει εν προκειμένω τον αναιρετικό έλεγχο, αφού συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 372 ΠΚ κατά την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος και δη : οι περιστάσεις υπό τις οποίες η αναιρεσείουσα παρέδωσε ως βοηθός της εγκαλούσας φαρμακοποιού σε φιλικό της πρόσωπο (συγχωριανή της) με πίστωση προϊόντα του φαρμακείου και το τίμημα της πώλησης που η τελευταία αργότερα κατέβαλε εν αγνοία της εργοδότιδας της αναιρεσείουσας για τα συγκεκριμένα προϊόντα, αυτή το ιδιοποιήθηκε χωρίς δικαίωμα, αντί να το αποδώσει στο ταμείο του φαρμακείου. Επισημαίνεται ειδικότερα, ότι δεν αξιολογήθηκαν προσηκόντως τα αποδεικτικά στοιχεία που προέκυψαν από τη δημόσια στο ακροατήριο συζήτηση της υποθέσεως, όπως οι καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα αντιστοίχως, με ιδιαίτερες δε σκέψεις αιτιολογούνται τα περιστατικά που συνιστούν το δόλο της αναιρεσείουσας (τη μεθόδευσή της προκειμένου να ιδιοποιηθεί το επίμαχο τίμημα των πωληθέντων προϊόντων), καθώς και ότι κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των ως άνω περιστατικών κρίθηκε η αναιρεσείουσα αθώα, αντικρούοντας με αιτιολογημένη επάρκεια τους συναφείς συλλογισμούς της πρωτόδικης απόφασης. Επομένως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο (αφού άκουσε τη συναφή πρόταση της Εισαγγελέως της έδρας και τους συνηγόρους υποστήριξης της κατηγορίας και υπεράσπισης), έκρινε ως τυπικά δεκτή την εν λόγω έφεση του Εισαγγελέως και επιλήφθηκε της κατ' ουσία έρευνας της εφέσεως αυτής, δεν υπερέβη την εξουσία του και ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ' του Κ.Ποιν.Δ. δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος .

 Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 εδ. α' της ΕΣΔΑ, η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα αρχικά με το ν. 2329/1953, εκ νέου δε με το ΝΔ 53/74 και έχει κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος υπερνομοθετική ισχύ, ορίζεται ότι «Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε... είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως ….» (ΑΠ302/2020, ΑΠ181/2016). Στο δικαίωμα αυτό (της δίκαιης δίκης) περιλαμβάνονται ειδικότερα, σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ: α) το δικαίωμα ελεύθερης και ανεμπόδιστης πρόσβασης στο δικαστήριο και β) το δικαίωμα του προσώπου να τύχει σχετικά με την υπόθεσή του ακρόασης (ΑΠ 10/2020, όπως επίσης αναγνωρίζεται από το άρ 20 παρ.1 του Συντάγματος και το άρ. 2 περ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με τον ν. 1705/1987), καθώς επίσης και η υποχρέωση αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων. Το ανωτέρω δικαίωμα ακρόασης πρέπει να είναι αποτελεσματικό, έτσι ώστε οι διάδικοι να μπορούν να υποβάλλουν οποιουσδήποτε ισχυρισμούς, επιχειρήματα, παρατηρήσεις ή αποδείξεις, οι οποίοι πρέπει να «ακούγονται», να λαμβάνονται υπόψη και να εξετάζονται καταλλήλως από το δικαστήριο, το οποίο αντιστοίχως οφείλει να αιτιολογεί επαρκώς την απόφασή του, καθιστώντας σαφείς τους λόγους στους οποίους την βάσισε, χωρίς να απαιτείται λεπτομερής αξιολόγηση των προβαλλόμενων από τους διαδίκους ισχυρισμών και των προσκομιζομένων από αυτούς αποδεικτικών μέσων, αλλά αρκεί η αναφορά στους ισχυρισμούς που είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ενδεικτικά από τη συναφή νομολογία του ΕΔΔΑ Devinar κατά Σλοβενίας παρ.46, 22/5/2018, Pop και λοιποί κατά Ρουμανίας παρ.63, 24/3/2015, Χορομίδης κατά Ελλάδος παρ.75 και 76, 26/7/2011, Η. κατά Βελγίου 30/11/1987, Χατζηαναστασίου κατά Ελλάδος παρ.33, 16/12/1992, Ivan Stoyanov Vasilev κατά Βουλγαρίας παρ.33, 4/6/2013, D.Y.S κατά Τουρκίας παρ.38, 16/7/2015, Boldea κατά Ρουμανίας παρ. 29, 15/2/2007, Ruis Torija κατά Ισπανίας 9/12/1994, Hiro Balani κατά Ισπανίας, 9/12/1994, Vetrenko κατά Μολδαβίας παρ.56, 18/5/2010, Donadze κατά Γεωργίας 7/3/2006, Buzescu κατά Ρουμανίας, 24/5/2005). Η παραβίαση της άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης κατά το άρ. 510παρ.1 Δ' ΚΠΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται επίσης απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρ. 171 παρ.1 εδ. δ' Κ ΠΔ και ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρ. 510 παρ. 1 Α' του ίδιου Κώδικα (ΟλΑΠ 2/2014, ΑΠ 694/2020, ΑΠ 1090/2020, ΑΠ 1924/2019, ΑΠ 1925/2019, ΑΠ 1821/2016). Ειδικότερα, κατά το άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α` ΚΠΔ ως λόγος αναίρεσης μπορεί να προταθεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, σύμφωνα δε με το άρθρο 171 παρ.1δ ΚΠΔ , απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, υπάρχει, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορούμενου και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από το νόμο, τις προαναφερόμενες διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και του Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγουμένη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου (ΑΠ 681/2023, ΑΠ 1175/2022, ΑΠ 302/2020), ο όρος δε «υπεράσπιση» του κατηγορούμενου πρέπει να νοηθεί υπό ευρεία έννοια και σ’ αυτόν υπάγονται όλες οι διατάξεις που συμβάλλουν με οποιονδήποτε τρόπο στην υπεράσπισή του.

 Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση «για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο λόγω έλλειψης ακρόασης υπό τη μορφή της παρεμπόδισης άσκησης του δικαιώματος προβολής υπερασπιστικών ισχυρισμών και επίκλησης αποδεικτικών στοιχείων που τους θεμελίωναν, τα οποία δεν ελήφθησαν υπόψιν ή δεν αιτιολογήθηκαν σε σχέση με την κρίση του δικαστηρίου επί της ενοχής της, καθώς και για καταστρατήγηση του τεκμηρίου αθωότητας της αναιρεσείουσας και των αρχών της δίκαιης δίκης». Προς τούτο προβάλλει αιτιάσεις περί «μεροληπτικής συμπεριφοράς από το Δικαστήριο έναντι της αναιρεσείουσας και υπέρ της εγκαλούσας , αμφισβητεί την ίδια την ακροαματική διαδικασία (δηλαδή τα τεκταινόμενα στο ακροατήριο του Εφετείου, όπως παρατίθενται-απεικονίζονται στα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά), τον τρόπο διεξαγωγής της ποινικής διαδικασίας από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου και ειδικότερα σε σχέση με την εξέταση του μάρτυρα …., καθώς και τις ερωτήσεις που υποβλήθηκαν από έδρας στην αναιρεσείουσα κατά το στάδιο της απολογίας, τις οποίες αποδοκιμάζει ως διεπόμενες από προκατάληψη εναντίον της, προσάπτοντας μάλιστα παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητάς της με την υποβολή ερωτήσεων που υποδηλώνουν κρίση περί της ενοχής της πριν να διαπιστωθεί τούτο νομίμως από το δικαστήριο, προδικάζοντας την καταδικαστική σε βάρος της απόφαση». Ωστόσο, από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση του συνόλου των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία σημειωτέον δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά και επομένως αποδεικνύουν σύμφωνα με τα άρθρα 140,141ΚΠΔ, όλα όσα αναγράφονται σ’ αυτά (ΑΠ 1386/2017, ΑΠ 287/2016, ΑΠ 318/2016, ΑΠ 785/2015, ΑΠ 231/2015, ΑΠ 33/2015), δεν προκύπτει ότι παραβιάστηκε οποιοδήποτε υπερασπιστικό δικαίωμα της αναιρεσείουσας, πέραν του ότι αυτή δεν επικαλείται την παραβίαση από το Εφετείο συγκεκριμένων δικονομικών διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπισή της, όπως λ.χ. των άρθρων 327 παρ.2 (μη κλήτευση μαρτύρων της από τον εισαγγελέα), 362 (λήψη υπόψη από το δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώστηκε), 363 (ανάγνωση κατάθεσης της προδικασίας παρά την ενατίωσή της, ή μη ανάγνωση παρόλο που ζητήθηκε), 365 (μη κλήση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης να απολογηθεί), 367 ( μη δόση του λόγου στον κατηγορούμενο και στο συνήγορό του να αναπτύξει την υπεράσπιση). Αντίθετα από τα εν λόγω πρακτικά, από τα οποία παρέχεται πλήρης απόδειξη κατά τα προεκτεθέντα, τόσο για τις θετικές βεβαιώσεις που περιέχονται σ’ αυτά, όσο και ως προς την έλλειψη βεβαίωσης ότι τηρήθηκε κάποια διατύπωση και δεν χωρεί απλή ανταπόδειξη κατ’ αυτών (ΑΠ52/2011), προκύπτει ότι έλαβε χώρα μία πολυήμερη ακροαματική διαδικασία 4 ημερών , δυσανάλογη προς τη φύση της υπόθεσης , με την τήρηση πολυσέλιδων πρακτικών, στα οποία αποτυπώνονται με κάθε λεπτομέρεια τα λαβόντα χώρα κατά την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο, αναφέρονται αναλυτικά οι ισχυρισμοί που υπέβαλε η αναιρεσείουσα δια του συνηγόρου της, ακόμη και οι μη αυτοτελείς (αρνητικοί της κατηγορίας) και τα αιτήματά της, που στο σύνολό τους απαντήθηκαν με αιτιολογημένη επάρκεια από το Δικαστήριο, το οποίο, για την προβολή και παρακολούθηση του βιντεοληπτικού υλικού στους 2 ψηφιακούς δίσκους από το φαρμακείο της εγκαλούσας, μετέβη στην αίθουσα της Ολομελείας του δικαστικού μεγάρου Πύργου που διέθετε τον κατάλληλο προς τούτο τεχνολογικό εξοπλισμό. Δεν προκύπτει ωσαύτως από τα πρακτικά ότι προσκομίσθηκε η 177/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας και το δικαστήριο αρνήθηκε να τη συμπεριλάβει αναιτιολογήτως στα αναγνωστέα έγγραφα. Στο συνήγορο της αναιρεσείουσας δίδονταν ο λόγος σε κάθε στάση της δίκης, (όπως και στους λοιπούς παράγοντες της δίκης), με τήρηση της προβλεπόμενης από τα άρθρα 331, 332 και 333 του ΚΠΔ δικονομικής διαδικασίας καθώς και για την αγόρευση του προς υπεράσπιση της αναιρεσείουσας κατ’ αρθρο 367 ΚΠΔ, ενώ δεν προκύπτει καθ’οιονδήποτε τρόπο παρεμπόδιση του υπερασπιστικού έργου του συνηγόρου της και δη παρεμπόδιση της εξέτασης της εγκαλούσας και αξιολόγησης των καταθέσεων των μαρτύρων κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ μετά την ολοκλήρωση των καταθέσεών τους, όπως αβάσιμα προβάλλεται. Ειδικά δε όσον αφορά την αιτίαση της αναιρεσείουσας για εσφαλμένη εφαρμογή από το Εφετείο του άρθρου 203 ΚΠΔ, παρότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του, διότι ο … εξετάσθηκε ως μάρτυρας με ειδικές γνώσεις σε σχέση με το βιντεοληπτικό υλικό των 2 ψηφιακών δίσκων που υπήρχε ως στοιχείο της δικογραφίας και όχι για να διαγνώσει κατάσταση πραγμάτων που δεν υπήρχε πλέον, όπως προβλέπεται από την άνω διάταξη, επισημαίνονται τα ακόλουθα: Οι μάρτυρες με ειδικές γνώσεις εξετάζονται ως μάρτυρες και όχι με την ιδιότητα του πραγματογνώμονα . Επομένως τυγχάνουν εν προκειμένω εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 209-232, 337, 350-359 ΚΠΔ και όχι εκείνες που αφορούν τους πραγματογνώμονες. Συνεπώς ο κατηγορούμενος και εν προκειμένω η αναιρεσείουσα δεν μπορούσε να ζητήσει την εξαίρεση του εν λόγω μάρτυρα ή να διορίσει τεχνικό σύμβουλο. Ούτε συντρέχει περίπτωση ακυρότητας και δη βλάβης των υπερασπιστικών της δικαιωμάτων, όπως αβάσιμα υποστηρίζει, «διότι στερήθηκε του δικαιώματος διορισμού τεχνικού συμβούλου, λόγω της παράλειψης αναφοράς της επαγγελματικής ιδιότητας του άνω γνωστοποιηθέντος από την εγκαλούσα, μάρτυρος», αφού ο ισχυρισμός της στηρίζεται στην αναληθή προϋπόθεση της δυνατότητας χορήγησης τέτοιου δικαιώματος. Σε κάθε περίπτωση τα δικαιώματα της κατηγορουμένης προστατεύονται, αφού είχε τη δυνατότητα να καλέσει μάρτυρα υπεράσπισης προς ανατροπή της κατάθεσης, καθώς και να υποβάλλει ερωτήσεις. Το Εφετείο που με συναφή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας για εξαίρεση του συγκεκριμένου μάρτυρα, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 171 παρ.δ’ ΚΠΔ και δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 510 παρ.1 Α’ πλημμέλεια, πέραν του ότι ο ως άνω αναιρετικός λόγος κατά το μέρος τούτο ανεξαρτήτως του αβασίμου του είναι και αλυσιτελής, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, διότι η κατάθεση του μάρτυρα αυτού οδήγησε σε απαλλακτική και όχι σε καταδικαστική κρίση, όσον αφορά την επί μέρους πράξη της κλοπής με χρόνο τέλεσης την 6η-12-2016. Επίσης, όσον αφορά τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι στερήθηκε του υπερασπιστικού της δικαιώματος «να υποβάλει παρατηρήσεις επί του βιντεοληπτικού υλικού των δύο ψηφιακών δίσκων κατά τη διάρκεια της προβολής τους», από τα πρακτικά της προσβαλλομένης προκύπτει ότι μετά την κατά τα άνω προβολή του (στον ως άνω χώρο, εκτός του ακροατηρίου) το δικαστήριο επανήλθε προς συνέχιση της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριό του και η Πρόεδρος έδωσε το λόγο στους συνηγόρους της εγκαλούσας και της κατηγορούμενης , αν ήθελαν να προβούν σε δηλώσεις, εξηγήσεις, παρατηρήσεις σχετικά με τις καταθέσεις των μαρτύρων και των εγγράφων που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο κατ’ άρθρο 362 ΚΠΔ, (μεταξύ των οποίων αυτονοήτως συμπεριλαμβάνεται και η επισκόπηση του βιντεοληπτικού υλικού των 2 ψηφιακών δίσκων κατ’ άρθρο 13γ ΠΚ, του οποίου η γνησιότητα δεν προκύπτει από τα οικεία πρακτικά ότι αμφισβητήθηκε) και αυτοί απάντησαν αρνητικά. Εφόσον λοιπόν δεν προκύπτει από τα ως άνω πρακτικά ότι ζητήθηκε από την υπεράσπιση της αναιρεσείουσας ο λόγος για σχολιασμό του βιντεοληπτικού υλικού των 2 ψηφιακών δίσκων και δεν δόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας, δεν συντρέχει περίπτωση παραβίασης του άρθρο 358 ΚΠΔ. Συνεπώς δεν θεμελιώνεται ακυρότητα εκ του άρθρου 171 παρ.δ του ΚΠΔ και εντεύθεν δεν ιδρύεται πλημμέλεια εκ του άρθρου 510 παρ.1 Α΄ΚΠΔ και ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος στο σύνολό του, εφόσον ουδέν υπερασπιστικό δικαίωμα της αναιρεσείουσας καταστρατηγήθηκε και κατ’ ουδένα τρόπο παραβιάστηκε το τεκμήριο της αθωότητάς της παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από αυτήν. Πέραν των ανωτέρω, ο ίδιος λόγος είναι και απαράδεκτος διότι οι λοιπές αιτιάσεις του, υπό την επίφαση της συνδρομής του, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ανάγονται σε απλά νομικά και πραγματικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς αντίκρουση της σε βάρος της κατηγορίας.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ., με την οποίαν καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυε από την τέλεση της πράξης μέχρι τον χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος, με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμία από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου Π.Κ., ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Ενόψει τούτων η διάταξη αυτή είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο σε σχέση μ' εκείνην του προϊσχύσαντος Π.Κ.. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται, κατ' αρχάς, υπόψη το ύψος των απειλούμενων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης, ενώ η πρώτη θεωρείται βαρύτερη της δεύτερης, σε περίπτωση δε χρηματικής ποινής λαμβάνεται υπόψη επί ίσων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης και η χρηματική ποινή, η οποία, σε κάθε περίπτωση, θεωρείται ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής (ΑΠ 86/2020, ΑΠ 1820/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 του Π.Κ., περί κλοπής, όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019, με βάση την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη εναντίον της αναιρεσείουσας «Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών…». Η ανωτέρω διάταξη μετά την ισχύ του νέου Π.Κ. από 1-7-2019, που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019, ορίζει ότι: "1. Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή…". Το ίδιο ως άνω άρθρο μετά την τροποποίηση του από το άρθρο 86 του ν. 4855/2021 ορίζει ότι «Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση». Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι η νομοτυπική μορφή της αξιόποινης πράξης της κλοπής δεν έχει μεταβληθεί, πλην όμως η διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 του νέου Π.Κ, όπως τούτο ίσχυε πριν την τροποποίησή του από το άρθρο 86 του ν.4855/2021, η οποία και εφαρμόσθηκε από το Εφετείο, είναι επιεικέστερη της αντίστοιχης του προϊσχύσαντος (παλαιού) Π.Κ, αλλά και εκείνης του ίδιου άρθρου όπως σήμερα ισχύει, αφού απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη ή χρηματική ποινή (ΑΠ 621/2020, ΑΠ 21/2020, ΑΠ 1821/2019). Κατά την έννοια της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 372 του νέου Π.Κ, (υπό την ισχύ του ν.4619/2019) που προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής, απαιτείται αφαίρεση, με θετική ενέργεια του δράστη, από την κατοχή άλλου, ξένου ολικά ή εν μέρει κινητού πράγματος, με σκοπό την παράνομη, δηλαδή χωρίς δικαίωμα, ιδιοποίησή του (ΑΠ23/ 2020). Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής και τη θεμελίωση νέας (κατοχής) στο πράγμα από το δράστη, προς το σκοπό της παράνομης ιδιοποίησης αυτού, δηλαδή να το έχει δικό του και να το χρησιμοποιεί (ΑΠ 27/2021), είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε τελικά, όπως και το κίνητρο της κλοπής. Περαιτέρω, στην έννοια της κατοχής περιλαμβάνεται τόσο η πραγματική εξουσία επί του πράγματος όσο και η βούληση για την εξουσίασή του (ΑΠ647/2021). Η έννοια δηλαδή της κατοχής εκφράζει μια φυσική εξουσίαση κάποιου προσώπου σε σχέση με ένα πράγμα που ανήκει στο ίδιο ή σε άλλο πρόσωπο. Εδώ η κατοχή δεν ενδιαφέρει ως περιεχόμενο προστατευόμενου δικαιώματος, αλλά ως παρακολούθημα της ιδιοκτησίας, η οποία και αποτελεί το προστατευόμενο έννομο αγαθό. Επομένως, στην καταδικαστική για κλοπή απόφαση δεν είναι αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να κατονομάζεται και το πρόσωπο στην κατοχή του οποίου βρισκόταν το πράγμα που αφαιρέθηκε, αρκεί τούτο να προσδιορίζεται ως τρίτο έναντι του φερόμενου ως δράστη της κλοπής, δεδομένου ότι με τον ορισμό της κατοχής οριοθετείται η κλοπή από την υπεξαίρεση (ΑΠ 943/2022, ΑΠ 164/2001), η αφαίρεση δε απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος (ΑΠ 31/2022, ΑΠ 674/2021, ΑΠ 682/2020). Το έγκλημα της κλοπής θεωρείται τετελεσμένο, όταν εκείνος που αφαίρεσε το ξένο πράγμα από την κατοχή του άλλου θέσει αυτό ολοκληρωτικά στη δική του φυσική εξουσία, έστω και για ελάχιστο χρόνο (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 943/2022, ΑΠ 486/2019, ΑΠ 58/2019, ΑΠ 177/2019, ΑΠ 3/2017). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ.1 Δ΄ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 757/2022, ΑΠ 476/2022, ΑΠ 384/2022, ΑΠ 132/2022). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται κατ` άρθρ. 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρ. 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν είναι, κατ` αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, ενώ, όταν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω "σκοπού" (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), τότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα στοιχεία αυτά. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 Κ. Π. Δ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογή για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. (ΟλΑΠ 1/2005,ΑΠ 756/ 2023, ΑΠ 753/2023, ΑΠ 524/2022, ΑΠ 760/2020, ΑΠ 668/2020, ΑΠ 393/2020, ΑΠ 189/20, ΑΠ 587/2020, AΠ 999/2020, ΑΠ 1574/2019, ΑΠ 1645/2019, ΑΠ 1662/2019, ΑΠ 1512/2019, ΑΠ489/ 2019, ΑΠ160/2019). Επίσης κατά τα άνω απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά επίσης να εκτείνεται στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο και τον συνήγορό του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρ. 170 παρ.2 και 333παρ.2 ΚΠΔ και οι οποίοι τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Το δικαστήριο της ουσίας όμως δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς, ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους, εφόσον η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών δεν έγινε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς επίσης και προφορικώς, δηλαδή με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται κατά νόμο για τη νομική και πραγματική θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και σε περίπτωση αποδοχής τους να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 721/2022, ΑΠ 130/2022, ΑΠ 31/2022, ΑΠ 425/2020, ΑΠ 395/2020, ΑΠ 189/2020, ΑΠ 636/2020, ΑΠ 294/2019). Ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και εντεύθεν άρνηση της κατηγορίας (όπως λ.χ η άρνηση από τον κατηγορούμενο του νομικού χαρακτηρισμού της αποδιδόμενης σ’ αυτόν πράξης), ή απλά υπερασπιστικά (νομικά) ή πραγματικά επιχειρήματα, που αναφέρονται σε αρνητικούς ισχυρισμούς προς απόκρουση της ενοχής (ΑΠ1615/2005), δεν είναι αυτοτελείς υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια και συνεπώς το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αποφανθεί επ' αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (ΑΠ 784/2020, ΑΠ 761/2020, ΑΠ 653/2020, ΑΠ 660/2020, ΑΠ 350/2020, ΑΠ 1525/2019, ΑΠ 648/2019, ΑΠ 1267/2017). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. (ΟλΑΠ1/2020,ΟλΑΠ3/2008,ΑΠ504/2023,ΑΠ904/2022, ΑΠ33/2021, ΑΠ587/2020, ΑΠ20/2019).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε με το σκεπτικό του επί λέξει τα ακόλουθα: «…. Η κατηγορουμένη προσελήφθη την 1η Αυγούστου 2006 ως βοηθός φαρμακείου στο φαρμακείο που διατηρούσε ο πατέρας της παρισταμένης προς υποστήριξη της κατηγορίας στη συμβολή των οδών  … και  …. στην πόλη του Πύργου. Συνέχισε δε να προσφέρει τις υπηρεσίες της στην ίδια ως άνω επιχείρηση και μετά την 21 η Μαρτίου 2012, όταν το ως άνω φαρμακείο μεταβιβάσθηκε ως επιχείρηση στην παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας. Έκτοτε η κατηγορουμένη εργαζόταν ανελλιπώς στο ως άνω φαρμακείο, λόγω δε της πολυετούς υπηρεσίας της σε αυτό είχαν αναπτυχθεί μεταξύ της ιδίας και της παρισταμένης προς υποστήριξη της κατηγορίας ιδιαίτεροι δεσμοί και η ίδια απολάμβανε της απόλυτης εμπιστοσύνης της παρισταμένης προς υποστήριξη της κατηγορίας. Το θέρος του έτους 2016 η παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας έμεινε έγκυος στο δεύτερο (2ο) παιδί της και επειδή είχε δύσκολη εγκυμοσύνη, προσέλαβε από τον μήνα Σεπτέμβριο του ίδιου έτους και δεύτερη (2η) βοηθό και δη την εξετασθείσα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου μάρτυρα  …... Μετά δε και την πρόσληψη της ως άνω βοηθού το φαρμακείο άνοιγε το πρωί περί ώρα 08.00 π.μ. η κατηγορουμένη, η οποία είχε κλειδιά του καταστήματος, ενώ η παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας προσερχόταν περί ώρα 10.00 π.μ.. Η πρόσληψη και δεύτερης (2ης) βοηθού είχε ως συνέπεια την αύξηση των λειτουργικών εξόδων της επιχείρησης και για τον λόγο αυτό η παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας ζήτησε περί τα τέλη Νοεμβρίου του ίδιου έτους από την κατηγορουμένη να συναινέσει σε μείωση των αποδοχών της, ενώ είχε προηγουμένως καταθέσει στην Επιθεώρηση Εργασίας τον από 12 ης Νοεμβρίου 2016 πίνακα προσωπικού της επιχείρησής της, όπου αναγραφόταν ως καθαρές αποδοχές της κατηγορουμένης το μειωμένο ποσό των εξακοσίων εξήντα δύο ευρώ και δεκαοχτώ λεπτών (662,18 Ε) αντί του ποσού των εννιακοσίων δεκαεπτά ευρώ και δεκαοχτώ λεπτών (917,08 Ε), που ελάμβανε ως τότε η κατηγορουμένη ως καθαρές αποδοχές. Ωστόσο, η κατηγορουμένη δεν συναίνεσε σε μία τέτοια δραστική μείωση των αποδοχών της (ενώ αρχικά δεν είχε αποκλείσει εντελώς το ενδεχόμενο να αποδεχθεί μια μικρή περικοπή των αποδοχών της) και έτσι η παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας κατέθεσε στην Επιθεώρηση Εργασίας τη 15η Δεκεμβρίου 2016 νέο τροποποιημένο πίνακα εργασίας προσωπικού, με τον οποίο οι καθαρές αποδοχές της κατηγορουμένης επαναφέρονταν στο προηγούμενο ύψος τους, ήτοι στο καθαρό ποσό των εννιακοσίων δεκαεπτά ευρώ και δεκαοχτώ λεπτών (917,08 Ε). Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι σε περίπτωση πώλησης είδους με πίστωση η παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας είχε δώσει σαφείς οδηγίες στις ως άνω βοηθούς της να καταγράφουν την οφειλή είτε σε αυτοκόλλητο σημείωμα, το οποίο όφειλαν να αναρτούν σε εμφανή θέση πάνω στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή (εφόσον επρόκειτο για οφειλή που θα τακτοποιούταν βραχυπρόθεσμα), είτε σε τετράδιο που τηρούσαν για τον λόγο αυτό (βλ. ιδίως την κατάθεση της συναδέλφου της κατηγορουμένης  …., η οποία κατέθεσε από προσωπική αντίληψη και για την αξιοπιστία της οποίας το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφιβάλλει, καθώς ήδη από το έτος 2019 έχει παύσει να εργάζεται για την εγκαλούσα και ουδεμία σχέση εξάρτησης τη συνδέει μαζί της και η κατάθεση της οποίας ως προς την ως άνω ακολουθούμενη πρακτική επιβεβαιώνεται και από την απολογία της κατηγορουμένης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία αναγνώσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ως περιεχόμενη στην εκκαλουμένη και στα ταυτάριθμα με αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης) και σε περίπτωση αποπληρωμής της οφειλής σε ώρα απουσίας της να τοποθετούν τα χρήματα που λάμβαναν εντός ιδιαίτερου φακέλου, μαζί με το σημείωμα «ταυτότητας» της οφειλής, στο ταμείο του φαρμακείου. Αποδείχθηκε ακόμη ότι την 6η Δεκεμβρίου 2016 και περί ώρα 09.15 π.μ. η κατηγορουμένη βρισκόταν μόνη της πίσω από τον ταμειακό πάγκο του φαρμακείου, καθώς η έτερη υπάλληλος είχε μόλις αναχωρήσει για εξωτερικές εργασίες της επιχείρησης, ενώ στον χώρο του φαρμακείου βρισκόταν εκείνη την ώρα τόσο ο πατέρας της παρισταμένης προς υποστήριξη της κατηγορίας όσο και ένας φίλος του, οι οποίοι συνομιλούσαν καθήμενοι σε καναπέ έμπροσθεν του ταμειακού πάγκου. Η κατηγορουμένη έχει καταγραφεί από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του φαρμακείου (τη λειτουργία του οποίου η κατηγορουμένη γνώριζε, χωρίς να έχει εναντιωθεί σε αυτή) την ώρα εκείνη (σημειώνεται ότι στο σύστημα καταγραφής των διαδραματιζομένων αναγράφεται η θερινή ώρα 10.15 π.μ., την αλλαγή της οποίας δεν είχε επιμεληθεί η παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας) να βάζει τα χέρια της στις μπροστινές τσέπες του παντελονιού της και να βγάζει κέρματα, ενώ στη συνέχεια λαμβάνει έναν φάκελο κάτω από το ταμείο και το τοποθετεί πάνω σε ένα μεγάλο χαρτόκουτο που βρίσκεται στην αριστερή (σε σχέση με όσους βρίσκονται πίσω από τον ταμειακό πάγκο) απόληξη του πάγκου, σε σημείο όπου η όποια δραστηριότητα δεν καταγράφεται πλήρως από τις κάμερες παρακολούθησης. Ακολούθως η κατηγορουμένη κατευθύνεται στο ταμείο πάλι, παίρνει ένα χαρτονόμισμα των πενήντα (50) ευρώ, ζητά από τους ευρισκομένους εντός του φαρμακείου (πατέρα της παρισταμένης προς υποστήριξη της κατηγορίας και φίλο του), αν μπορούν να της το μετατρέψουν σε νομίσματα μικρότερης αξίας και σε αρνητική τους απάντηση εξέρχεται του φαρμακείου περί ώρα 09.16 π.μ., προκειμένου να πράξει τούτο σε γειτονικό περίπτερο. Ακολούθως και περί ώρα 09.17 π.μ. η κατηγορουμένη απεικονίζεται να εισέρχεται στο φαρμακείο, κρατώντας κάτι χρώματος άσπρου στο αριστερό της χέρι, κατευθύνεται πίσω από τον ταμειακό πάγκο, διερχόμενη από την αριστερή (σε όσους βρίσκονται πίσω από τον πάγκο) απόληξή του, φαίνεται να ακουμπά κάτι πάνω,) στο προαναφερθέν χαρτόκουτο και χωρίς να διακόψει την κίνησή της, κατευθύνεται στο ταμείο, το συρτάρι του οποίου ανοίγει με το δεξί της χέρι, ακολούθως μεταφέρει από το δεξί της χέρι στο αριστερό ένα κόκκινο χαρτονόμισμα (προφανώς αξίας δέκα 10 ευρώ), και τοποθετεί το εναπομένον ή τα εναπομένοντα στο δεξί της χέρι χαρτονομίσματα χρώματος μπλε (προφανώς αξίας είκοσι 20 ευρώ) στο συρτάρι του ταμείου και ακριβώς πάνω σε αυτό (ή αυτά) το χαρτονόμισμα των δέκα (10) ευρώ. Ακολούθως κλείνει το συρτάρι, κατευθύνεται στα αριστερά του πάγκου, αφαιρεί από την οθόνη του υπολογιστή ένα κίτρινο σημείωμα, το επικολλά στον φάκελο που είχε προηγουμένως, κατά τα προπεριγραφέντα, ετοιμάσει και τοποθετεί τον φάκελο εντός του ταμείου. Η παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας ισχυρίζεται ότι η κατηγορουμένη εντός του ταμείου τοποθέτησε ένα χαρτονόμισμα των δέκα (10) ευρώ και ένα μόνο χαρτονόμισμα των είκοσι (20) ευρώ, ήτοι χαρτονομίσματα συνολικής αξίας τριάντα (30) ευρώ, ενώ το έτερο εναπομένον (από τη μετατροπή του χαρτονομίσματος των πενήντα - 50 - ευρώ) χαρτονόμισμα των είκοσι (20) ευρώ, το τοποθέτησε εντός του προαναφερθέντος φακέλου, προκειμένου να εξοφληθεί οφειλή από αγορά φαρμάκων πελάτη της ονόματι …., ο οποίος διαμένει στο ίδιο χωριό με την κατηγορουμένη, στην οποία αυτός είχε προηγουμένως εξοφλήσει την οφειλή του, πλην όμως η κατηγορουμένη είχε ιδιοποιηθεί τα χρήματα που της κατέβαλε ο ως άνω πελάτης. Αντίθετα, η κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι εντός του φακέλου τοποθέτησε μόνο κέρματα, η αξία των οποίων αντιστοιχούσε σε ένα φθηνό αναλγητικό που είχε παραδώσει σε άλλο συγχωριανό της και ότι αυτό που φαίνεται να αφήνει διερχόμενη πάνω στο χαρτόκουτο αριστερά του πάγκου είναι μια ιατρική συνταγή, που της έδωσαν προς εκτέλεση στο περίπτερο, όπου μετέβη, κατά τα προεκτεθέντα. Από την επισταμένη επισκόπηση του βιντεοληπτικού υλικού, που προβλήθηκε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, δεν κατέστη δυνατό να διακριβωθεί με απόλυτη βεβαιότητα ο αριθμός των χρώματος μπλε χαρτονομισμάτων που η κατηγορουμένη τοποθέτησε εντός του ταμείου, καθώς αυτό ή αυτά τα τοποθέτησε απευθείας από το δεξί της χέρι, όπου το / ή τα κρατούσε. Είναι αλήθεια βέβαια ότι ο εξετασθείς στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου μάρτυρας … επανέλαβε την περιεχόμενη στην έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης διαπίστωσή του ότι στο συρτάρι του ταμείου τοποθετήθηκε ένα χαρτονόμισμα των είκοσι (20) ευρώ και ένα χαρτονόμισμα των δέκα (10) ευρώ, πλην όμως διευκρίνισε ότι η διαπίστωσή του αυτή είναι συμπερασματική, με βάση τα στοιχεία της δικογραφίας, καθώς η ποιότητα της ανάλυσης του βιντεοληπτικού υλικού δεν επιτρέπει ξεκάθαρη απεικόνιση των χαρτονομισμάτων. Κατόπιν τούτων και δοθέντος ότι αφενός μεν ο ισχυρισμός της παρισταμένης προς υποστήριξη της κατηγορίας δεν επιρρωνύεται από έτερα αποδεικτικά μέσα (π.χ. δεν προσκομίζεται αντίγραφο της συνταγής φαρμάκων του πελάτη …., για την εξόφληση της αξίας συμμετοχής της οποίας φέρεται, κατά τους ισχυρισμούς της εγκαλούσας, να έγινε η λαθροχειρία της κατηγορουμένης), ενώ αυτό που φαίνεται να αφήνει η κατηγορουμένη πριν κατευθυνθεί στο ταμείο είναι όντως χρώματος άσπρου (γεγονός που παραπέμπει μάλλον σε ιατρική συνταγή παρά σε χαρτονόμισμα), το Δικαστήριο δεν άγεται σε πλήρη δικανική πεποίθηση για τον αριθμό των χαρτονομισμάτων που η κατηγορουμένη τοποθέτησε εντός του ταμείου του φαρμακείου και ως εκ τούτου διατηρεί αμφιβολίες, αν η κατηγορουμένη αφαίρεσε την 6η Δεκεμβρίου 2016 και περί ώρα 09.17 π.μ. το χρηματικό ποσό των είκοσι (20) ευρώ από την κατοχή της παρισταμένης προς υποστήριξη της κατηγορίας, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι στις 8 Δεκεμβρίου 2016 και ώρα 07.49 π.μ. (στο σύστημα καταγραφής των διαδραματιζομένων αναγράφεται η θερινή ώρα 08.49 π.μ., την οποία η παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας δεν είχε αλλάξει κατά τα προρρηθέντα) εισέρχεται η κατηγορουμένη στο φαρμακείο, η οποία, χωρίς να ανάψει τα φώτα, να ανεβάσει τις γρίλιες, να αποθέσει την τσάντα της, να ανοίξει τον υπολογιστή και την ταμειακή μηχανή, κινήσεις που παγίως έκανε, όπως κατέθεσε ενόρκως ως μάρτυρας o ίδιος ο σύζυγός της τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατευθύνεται στο ράφι με τα βρεφικά γάλατα. Αμέσως εισέρχεται στο φαρμακείο και η εξετασθείσα τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όσο και στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου μάρτυρας…., η οποία διαμένει στο…….., δηλαδή είναι συγχωριανή της κατηγορουμένης, καθώς επίσης και ένας ακόμα πελάτης με το όνομα …., o οποίος κάθεται στον καναπέ έμπροσθεν του ταμειακού πάγκου, περιμένοντας να έλθει η σειρά του να εξυπηρετηθεί. Η …… κατευθύνεται επίσης στο ράφι με τα γάλατα. Η κατηγορουμένη παίρνει από το ράφι δύο (2) κουτιά βρεφικού γάλακτος, συνολικής αξίας είκοσι πέντε ευρώ (12,50 € + 12,50 € = 25 Ε), τα οποία δεν ακουμπά σε εμφανή θέση πάνω στον ταμειακό πάγκο αλλά πάνω στο χαρτόκουτο αριστερά αυτού, όπου, όπως προαναφέρθηκε, δεν υπάρχει καταγραφή από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Αφού λάβει δε κάτω από τον πάγκο μία νάιλον σακούλα και τοποθετήσει εντός αυτής τα δύο (2) κουτιά, εξέρχεται του πάγκου από τα αριστερά αυτού και εγχειρίζει στη Μαρία Χριστοπούλου τη σακούλα με τα γάλατα, χωρίς η κίνησή της αυτή να υπάρχει η τεχνική δυνατότητα να καταγραφεί από την κάμερα λόγω του ύψους του ταμειακού πάγκου και των παρακείμενων οπτικών εμποδίων (ενός διαφημιστικού βάθρου — “stand"-). Ωστόσο, η….., επιθυμώντας να δοκιμάσει μια κρέμα χεριών, ακουμπά τη σακούλα με τα γάλατα πάνω στον ταμειακό πάγκο, οπότε και η ύπαρξη της καταγράφεται για πρώτη φορά από την κάμερα. Όσο η ……. δοκιμάζει την κρέμα, η κατηγορουμένη ανεβάζει τις γρίλιες της προθήκης του φαρμακείου, ενώ πριν επιστρέψει στον πάγκο, λέει κάτι στο αυτί της   και αμέσως η  ….. βάζει τη σακούλα με τα γάλατα στην προσωπική της τσάντα, αν και η τελευταία με δυσκολία χωράει την πρώτη. Ακολούθως η κατηγορουμένη επανέρχεται όπισθεν του πάγκου, όπου λαμβάνει από τη  .. .., η οποία έχει αποφασίσει να αγοράσει και την κρέμα χεριών, αξίας επτά (7) ευρώ, ένα χαρτονόμισμα των πέντε (5) ευρώ. Η συνολική τιμή πώλησης των ανωτέρω προϊόντων (γαλάτων και κρέμας χεριών) ανέρχεται στο ποσό των (12,50 € + 12,50 € + 7 € = 32 Ε) τριάντα δύο ευρώ. Η  ….   για την αγορά των παραπάνω προϊόντων δίνει στην κατηγορουμένη πέντε (5) ευρώ. Η κατηγορουμένη τοποθετεί το χαρτονόμισμα των πέντε (5) ευρώ στο συρτάρι του ταμείου και δίνει στη  ….  ένα κέρμα των δύο (2) ευρώ, το οποίο η τελευταία τοποθετεί στον πάγκο και στη συνέχεια το παίρνει και το βάζει στο πορτοφόλι της. Η κατηγορουμένη για την εν λόγω συναλλαγή δεν εκδίδει απόδειξη πώλησης, αλλά κάνει κινήσεις στο πληκτρολόγιο της ταμειακής μηχανής σαν να τη χειρίζεται, ενώ δεν την έχει θέσει καν σε λειτουργία, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι κατά την πραγματοποίηση των ως άνω κινήσεων δεν μεταβάλλεται καμία φωτεινή ένδειξη στην οθόνη της μηχανής (ενώ αντίθετα στο προβληθέν δημόσια βιντεοληπτικό υλικό από το βράδυ της 29 ης Δεκεμβρίου 2016, όταν η κατηγορουμένη κάνει τις ίδιες κινήσεις, για να θέσει εκτός λειτουργίας την ταμειακή μηχανή, αποτυπώνεται ξεκάθαρα ότι σβήνει η φωτεινή ένδειξη στην πάνω δεξιά οθόνη της μηχανής), η δε  …. αποχωρεί από το φαρμακείο. Λαμβανομένου υπόψη ότι η συνολική αξία των αγαθών που έλαβε κατά τα προεκτεθέντα η  …. από το φαρμακείο της εγκαλούσας ανέρχεται, όπως προαναφέρθηκε, στο ποσό των τριάντα δύο (32) ευρώ, προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι η  …. έδωσε μόλις πέντε (5) ευρώ, από τα οποία μάλιστα έλαβε πίσω δύο (2) ευρώ. Τόσο η ίδια η  …… όσο και ο μάρτυρας  …., σύζυγος της κατηγορουμένης, κατέθεσαν ότι το υπόλοιπο της συναλλαγής πιστώθηκε και ότι τα δύο (2) ευρώ τα έλαβε πίσω η  ….., ύστερα από αίτημά της, καθώς τα πέντε (5) ευρώ που έδωσε στην κατηγορουμένη ήταν τα μοναδικά χρήματα που είχε επάνω της, πέφτοντας, ωστόσο, αμφότεροι οι ανωτέρω μάρτυρες σε αντιφάσεις για τον λόγο που η  …… ήθελε να κρατήσει έστω τα δύο (2) ευρώ (η μεν  …. κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι τα ζήτησε, προκειμένου να μπορεί να πάρει ένα μπουκαλάκι νερό αν χρειαστεί, ενώ ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου έναν καφέ, ο δε  …. κατέθεσε σχετικά ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας ότι τα χρειαζόταν για το εισιτήριο της επιστροφής — βλ. 22η σελίδα των με αριθμό 12/2018 πρακτικών της από 11ης Οκτωβρίου 2017 δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας -, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ήτοι του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηλείας, για νεράκι και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου για μία τυρόπιτα, ένα εισιτήριο ή οποιαδήποτε άλλη ανάγκη).Η κατηγορουμένη, ωστόσο, δεν καταγράφει πίστωση του τιμήματος ούτε στο τετράδιο που αποδείχθηκε ότι τηρούσε η παρισταμένη για την υποστήριξη της κατηγορίας για τον σκοπό αυτό, ούτε σε αυτοκόλλητο χαρτάκι στον υπολογιστή. Μετά δε την αποχώρηση της  …. η κατηγορουμένη τοποθετεί τα προσωπικά της είδη σε παρακείμενο ερμάριο και ακολούθως εξυπηρετεί τον έτερο παριστάμενο πελάτη. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ακόμη ότι το πιστωθέν ποσό το κατέβαλε αργότερα  …. εν αγνοία της παρισταμένης προς υποστήριξη της κατηγορίας (αφού δεν είχε λάβει, κατά τα προεκτεθέντα, χώρα οποιαδήποτε σημείωση της γενόμενης πίστωσης) στην κατηγορουμένη, η οποία και το ενθυλάκωσε, τελώντας το αδίκημα της κλοπής, καθόσον η κατηγορουμένη παραδίδοντας τα προϊόντα του φαρμακείου της εγκαλούσας ως βοηθός της εγκαλούσας κατόχου, κρατώντας δε τα χρήματα που αναλογούσαν στο τίμημα, διέκοψε την κατοχή της εγκαλούσας και θεμελίωσε τη δική της. Η κατηγορουμένη απολογούμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ισχυρίσθηκε ότι το πιστωθέν ποσό καταβλήθηκε παρουσία της από τη  ….. στην εγκαλούσα, η οποία και το εισέπραξε («Την  ….. την είδα που πλήρωσε αυτά που χρωστούσε γιατί ήμουν παρούσα. Τα χρήματα τα πήρε η μηνύτρια. Η  ….. τ' άφησε πάνω στον πάγκο και έφυγε.»), πλην όμως ο ισχυρισμός της αυτός δεν αποδεικνύεται βάσιμος. Συγκεκριμένα, εξεταζόμενη προανακριτικά ενώπιον της Πταισματοδίκη Πύργου η μάρτυρας  ……. κατέθεσε «Δεν θυμάμαι αν αργότερα το μεσημέρι πήγα και πλήρωσα στο φαρμακείο (που πιθανώς έτσι έγινε) ή αν έδωσα τα χρήματα εκτός φαρμακείου στην κυρία  ……. αλλά σίγουρα θυμάμαι ότι πλήρωσα 24 ευρώ για τα δύο κουτιά γάλα και 3 ευρώ το υπόλοιπο για την κρέμα χεριών» (βλ. την από 25ης Ιουλίου 2017 ένορκη εξέταση της  …….. ενώπιον της Πταισματοδίκη Πύργου, η ανωτέρω περικοπή της οποίας αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, προκειμένου στο πλαίσιο του σχολιασμού της μαρτυρικής κατάθεσης της  ………. να επισημανθούν οι αντιφάσεις της — άρθρ. 357 παρ. 4 εδ. γ' και 358 ΚΠΔ) εξεταζόμενη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η μάρτυρας  …… κατέθεσε ότι « Στις 13.30 πήρα τα χρήματα από την κυρία που της φύλαγα τα παιδιά, πήγα στο φαρμακείο και τα έδωσα στο ταμείο, ήταν η κ.  … με την κ.  …., κόπηκε απόδειξη… Στις 8-12-2016 πήγα στο φαρμακείο 13.40 ήμουν 13.40 με 13.45 εκεί» (βλ. την κατάθεση της ως άνω μάρτυρα, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πύργου, που αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου), ενώ ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ισχυρίσθηκε ότι τα γάλατα τα πλήρωσε το μεσημέρι της ίδιας ημέρας αλλά δεν έλαβε απόδειξη, καθώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μετά την εξέτασή της η εγκαλούσα προσκόμισε το «Ζ» της ταμειακής μηχανής της και απέδειξε ότι η τελευταία συναλλαγή της ταμειακής μηχανής το μεσημέρι της 8ης Δεκεμβρίου 2016 είχε γίνει 13:14. Περαιτέρω, ο μάρτυρας  … εξεταζόμενος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας κατέθεσε ότι «Μετά, την επόμενη ή μεθεπόμενη μέρα προσήλθε πάλι η κυρία που είχε πάρει τα γάλατα και μάλιστα τα πλήρωσε και παρουσία του πατέρα της εργοδότριας αλλά και της άλλης υπαλλήλου» (βλ. τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό 12/2018 πρακτικά της από 11ης Οκτωβρίου 2017 δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας). Ο ίδιος μάρτυρας, ωστόσο, ένα χρόνο αργότερα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατέθεσε «πήγε το μεσημέρι της ίδιας ημέρας στο φαρμακείο και τα πλήρωσε, δεν ξέρω πού έδωσε τα χρήματα» (βλ. την κατάθεση του ως άνω μάρτυρα που περιέχεται στην αναγνωσθείσα στο ακροατήριο εκκαλουμένη με τα ταυτάριθμα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης). Από τις ανωτέρω καταθέσεις το μόνο που επιβεβαιώνεται είναι η καταβολή των χρημάτων, όχι όμως και ότι η καταβολή έγινε προς την εγκαλούσα, καθώς οι δύο (2) μάρτυρες περιέπεσαν, ως προεκτέθηκε, σε πλείστες σχετικά αντιφάσεις. Αντίθετα, μια αυθόρμητη αποστροφή του λόγου της  … κατά την εξέτασή της αποκάλυψε ότι τα χρήματα τα είχε καταβάλει στην κατηγορουμένη, καθώς κατέθεσε «Εγώ δεν γνωρίζω αν η κατηγορουμένη ήθελε να κρατήσει τα χρήματα από τα γάλατα», γεγονός που μαρτυρά ότι τα χρήματα τα έδωσε στην κατηγορουμένη, διαφορετικά δεν υπήρχε λόγος να προβεί στην ως άνω σκέψη. Η κατηγορουμένη, εξάλλου, προκειμένου να αντικρούσει τη σε βάρος της κατηγορία ισχυρίσθηκε ότι η κρινόμενη έγκληση υπεβλήθη προσχηματικώς με τον σκοπό καταγγελίας της εργασιακής της σύμβασης άνευ καταβολής της νόμιμης αποζημιώσεως σε συνέχεια της αρνήσεώς της να δεχθεί, κατά τα προεκτεθέντα, μείωση του μισθού της. Κάτι τέτοιο όμως ουδόλως αποδείχθηκε καθόσον η διαπραγμάτευση για τη μείωση του μισθού της έγινε τον Νοέμβριο 2016, και τελείωσε με την άρνηση της κατηγορουμένης να μειωθεί ο μισθός της και την καταβολή κανονικά του μισθού του μηνός Νοεμβρίου. Το γεγονός αυτό κατατέθηκε από τον σύζυγο της κατηγορουμένης και αποδείχθηκε από έγγραφη εξοφλητική απόδειξη αποδοχών του μηνός Νοεμβρίου του 2016 που προσκόμισε η παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας. Το γεγονός αυτό είναι πρότερο των ημερομηνιών των κλοπών και είναι λογικά άτοπο και πρωθύστερο να γίνεται επίκλησή του, για να δικαιολογηθεί το μεταγενέστερο περιστατικό των κλοπών ωσάν δηλαδή η παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας να γνώριζε κατά μήνα Νοέμβριο ότι η κατηγορουμένη την 8η Δεκεμβρίου 2016 θα προβεί στις προπεριγραφείσες ενέργειες, για τις οποίες αψευδής μάρτυρας τυγχάνει το οπτικό υλικό που επισκοπήθηκε. Έτι περαιτέρω η κατηγορουμένη ανέφερε ότι η εγκαλούσα την κατηγόρησε προσχηματικώς, για να προσλάβει στη θέση της την αδελφή της. ‘Οπως προαναφέρθηκε, όμως, μετά τη διαπίστωση της δεύτερης εγκυμοσύνης της, η εγκαλούσα προσέλαβε την 01η Σεπτεμβρίου 2016 ως βοηθό φαρμακείου και την  …. Εάν επομένως η εγκαλούσα ήθελε να προσλάβει την αδελφή της, θα το είχε κάνει από τον Σεπτέμβριο του 2016. Είναι πρόδηλο ότι η μεταγενέστερη πρόσληψη της αδελφής της εγκαλούσας δεν ήταν η αιτία της απόλυσης της κατηγορουμένης αλλά το αποτέλεσμα αυτής. Από τα ανωτέρω, επομένως, αποδεικνύεται ότι η κατηγορουμένη αφαίρεσε την 8η Δεκεμβρίου 2016 από την κατοχή της εγκαλούσας το ποσό των είκοσι εννέα – 29 -ευρώ και συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της υπό στοιχείο (β) πράξης, που της αποδίδεται με το κατηγορητήριο». Εν συνεχεία το Εφετείο, με το διατακτικό του, κήρυξε την αναιρεσείουσα α) αθώα του ότι: «Στον Πύργο Ηλείας, στις 06 Δεκεμβρίου 2016, με πρόθεση αφαίρεσε από την κατοχή άλλου ξένα ολικά κινητά πράγματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και ειδικότερα αφαίρεσε από το φαρμακείο της εγκαλούσας  ……, όπου εργαζόταν ως βοηθός το χρηματικό ποσό των είκοσι (20) ή τριάντα πέντε (35) ευρώ, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί, όπως και το ιδιοποιήθηκε παράνομα». Και ένοχη του ότι: «Στον … Ηλείας στις 08 Δεκεμβρίου 2016, με πρόθεση αφαίρεσε από την κατοχή άλλου ξένα ολικά κινητά πράγματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και ειδικότερα αφαίρεσε από το φαρμακείο της εγκαλούσας  ….., όπου εργαζόταν ως βοηθός, το χρηματικό ποσό των είκοσι εννέα (29) ευρώ, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, όπως και το ιδιοποιήθηκε παράνομα».

 Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και αλληλοσυμπληρώνονται με όσα περιέχονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της κλοπής για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1, 2, 14, 26 α’, 27παρ. 1, 50, 51, 53, 57, 79 και εκείνες του άρθρου 372 παρ.1 του νέου ΠΚ, όπως το τελευταίο τούτο άρθρο ίσχυε από την 1-7-2019 (ν.4619/2019) και πριν την τροποποίηση του με το άρθρο 86 του ν.4855/2021, που εφαρμόζονται ως ευνοϊκότερες για την αναιρεσείουσα, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, στο πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της άνω αξιόποινης πράξεως, εφόσον αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εν λόγω εγκλήματος και παρατίθενται εκτενώς τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την κατά τα άνω ποινικά επιλήψιμη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας , αφού προσδιορίζεται με ακρίβεια κατά τόπο , χρόνο και λοιπές περιστάσεις η τέλεση της συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης υπό τις παραδοχές ότι η αναιρεσείουσα παρέδωσε στις 8-12-2016 ως βοηθός της εγκαλούσας φαρμακοποιού σε φιλικό της πρόσωπο (συγχωριανή της) με πίστωση προϊόντα του φαρμακείου και αντί να αποδώσει στο ταμείο του φαρμακείου το τίμημα της πώλησης, που η εν λόγω πελάτης αργότερα (το μεσημέρι της ίδιας ημέρας) κατέβαλε εν αγνοία της εργοδότιδος της αναιρεσείουσας για τα συγκεκριμένα προϊόντα, αυτή κρατώντας τα χρήματα που αναλογούσαν στο τίμημα, τα οποία ενθυλάκωσε, διέκοψε την κατοχή της εγκαλούσας και θεμελίωσε τη δική της, ιδιοποιούμενη τούτο, χωρίς δικαίωμα. Υπό δε τις παραδοχές ότι προέβη σε κινήσεις (δήθεν) έκδοσης απόδειξης για τα εν λόγω προϊόντα στην ταμειακή μηχανή, χωρίς πράγματι να την εκδώσει, ότι δεν κατέγραψε την πίστωση στο τετράδιο που τηρούνταν για το λόγο αυτό στο φαρμακείο, ούτε την καταχώρησε σε αυτοκόλλητο χαρτί επί του Η/Υ κατά την τηρούμενη από την εγκαλούσα διαδικασία , αιτιολογείται με επάρκεια ο δόλος της, αφού με τις προπεριγραφόμενες μεθοδεύσεις θεμελιώνεται η θέλησή της να περιέλθει εν αγνοία της εργοδότιδός της το αντίτιμο των προϊόντων συνολικής αξίας 29 ευρώ, στη δική της φυσική εξουσίαση, με την ενθυλάκωση του αντίστοιχου ποσού, με την επισήμανση ότι η χρήση από το Εφετείο του ρήματος «ενθυλάκωσε» αποτελεί γραμματικά την απολύτως δόκιμη ερμηνεία της πράξης (ενθυλακώνω = βάζω στην τσέπη μου =ιδιοποιούμαι, κυρίως χρήματα με παράνομο τρόπο= λαϊκά =τσεπώνω, Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη). Η καταδίκη της στηρίχθηκε σε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της αποφάσεως και ιδίως από την εκτεταμένη αναφορά της, μάλιστα και κατ' είδος, στα ληφθέντα υπόψη και συνεκτιμηθέντα στο σύνολό τους αποδεικτικά μέσα και δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρει καθένα ιδιαιτέρως, ούτε τι αποδείχθηκε συγκεκριμένα από καθένα από αυτά, μεταξύ των οποίων αδιαμφισβήτητα συμπεριλαμβάνονται και τα διαλαμβανόμενα στα καταχωρηθέντα στα ταυτάριθμα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως και αναγνωσθέντα έγγραφα και δη: α) η με αρ.1747/2018 πρωτόδικη απόφαση (που εξαφανίστηκε με την παραδοχή της εφέσεως του Εισαγγελέως), με τα πρακτικά της και τα συναφή έγγραφα που αναγνώσθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίω διαδικασία, στα οποία βεβαίως συμπεριλαμβάνονται και τα φερόμενα αβασίμως, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, «ως αγνοηθέντα» : ο από 15-11-2016 πίνακας προσωπικού (χωρίς ωστόσο από την παραδεκτή επισκόπησή τους να προκύπτει έγγραφο με αντίστοιχη ημερομηνία, αλλά με ημερομηνία 15-12-2016) καθώς και το έντυπο αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης, υπεύθυνη δήλωση περί μη υπάρξεως απαιτήσεως, αλλά και η από 5-4-2018 μήνυση της …., β) η με αριθμό 12/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας και τα ταυτάριθμα πρακτικά της συνεδρίασης της 11ης Οκτωβρίου 2017, γ) το υπ’ αριθμ. 123/2019 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηλείας, δ) η με αρ.362/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, τα οποία λήφθηκαν αδιάστικτα υπόψιν και συναξιολογήθηκαν, χωρίς η κρίση της τελευταίας (363/2019 αποφάσεως) να είναι δεσμευτική , στα πλαίσια της ποινικής δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 484/2020), ε) η από1/11/2016 (ανυπόγραφη) γνωστοποίηση όρων ατομικής σύμβασης εργασίας, οι από 19-10-2015, 12-11-2016 και 15-12-2016 πίνακες προσωπικού, στ) το από 30-12-2016 εξώδικο της αναιρεσείουσας προς τη μηνύτρια ζ) η από 9-2-2017 μήνυση της εγκαλούσας, η) η κατάθεση της μάρτυρος …. ,με την επισήμανση, ότι δεν προσδιορίζεται ποια άλλη κατάθεση, πέραν εκείνων της…, του  …., του …, της …., του Ι … και της …., που δόθηκαν στο ακροατήριο, δεν έλαβε το Εφετείο υπόψη, οι οποίες κατά την ρητή περί τούτου βεβαίωσή συναξιολογήθηκαν, ώστε το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση. Όσον αφορά δε την επικαλούμενη με αριθμό 177/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, που επίσης φέρεται από την αναιρεσείουσα ως «αγνοηθείσα» στο Εφετείο, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης, τα οποία σε κάθε περίπτωση, δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά, ουδόλως προκύπτει ότι η εν λόγω απόφαση συμπεριλαμβανόταν στα οικεία πρακτικά και παρά ταύτα δεν λήφθηκε υπόψιν, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα. Εδώ να σημειωθεί ότι οι λοιπές διάσπαρτες στους αναιρετικούς λόγους, εκτεταμένες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, αποτελούν απλά πραγματικά επιχειρήματα στο πλαίσιο της άρνησης της κατηγορίας, ανάγονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, συνιστώσες αμφισβήτηση των ουσιαστικών παραδοχών της απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος, όπως άλλωστε και οι λοιπές αιτιάσεις της, «γιατί το Εφετείο δεν απάντησε στους ισχυρισμούς της , ότι αν και η εγκαλούσα γνώριζε από 12-12-2016 για την πράξη της δεν την απέλυσε αμέσως και υπέβαλε την έγκληση καθυστερημένα (19-1-2017), καθώς και γιατί άλλαξε τη μισθοδοσία στις 15-12-2016 από 820,51 ευρώ σε 1259 ευρώ», οι οποίες ωσαύτως συνιστούν αμφισβήτηση των παραδοχών της απόφασης και είναι απαράδεκτες, αφού, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας και της μη θεμελίωσης της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της κλοπής, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και δεν ιδρύουν αντίστοιχους λόγους αναίρεσης. Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίον η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη για παραβίαση του άρθρου 510 παρ.1Ε’, ήτοι για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 372 παρ.1 ΠΚ και έλλειψη νόμιμης βάσης, καθώς και ο τέταρτος αναιρετικός λόγος με τον οποίον ψέγει η αναιρεσείουσα την προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ’ΚΠΔ, ήτοι για έλλειψη αιτιολογίας, αλλά και ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το αντίστοιχο μέρος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (κατ’ ορθή νοηματική εκτίμηση) η ίδια ως άνω παραβίαση εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ’ΚΠΔ, για έλλειψη αιτιολογίας σε σχέση με τη μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμοι, αλλά και απαράδεκτοι κατά τις προπαρατεθείσες διακρίσεις.

 Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα κατ’ άρθρο 578 ΚΠΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Απορρίπτει την από 8-3-2023 αίτηση της  …….. για αναίρεση της με αριθμό 434/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηλείας.

 Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2023.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Σεπτεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Login