ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟ ΕΠΙΔΟΣΗΣ - ΚΛΗΣΗ ΠΡΟΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗ - ΠΡΟΟΔΟΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΠΑΡΑ ΤΗΝ ΕΛΛΕΙΨΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ - ΑΠ 200-2024

ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟ ΕΠΙΔΟΣΗΣ -ΑΠ 200-2024  :Για την επίδοση της Κλήσης στον εκκαλούντα, προς εμφάνιση του στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, συντάσσεται, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 162 παρ. 1 ΚΠοινΔ, αποδεικτικό επίδοσης, στο οποίο, με ποινή ακυρότητας της επίδοσης, πρέπει να σημειώνεται με ακρίβεια ο τόπος, το έτος, ο μήνας, η ημέρα, ο Αριθμός (της Κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος), ο καλών Εισαγγελέας και το ονοματεπώνυμο του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε η Κλήση και να υπογράφεται το αποδεικτικό από το πρόσωπο αυτό και από εκείνον που ενεργεί την επίδοση. Με το αποδεικτικό αυτό επίδοσης αποδεικνύεται, σύμφωνα με το άρθρο 162 του ίδιου Κώδικα, η προς τον εκκαλούντα επίδοση της Κλήσης για εμφάνιση του στο δικαστήριο προς υποστήριξη της εφέσεως του Αν λόγω έλλειψης κάποιου από τα  στοιχεία του  άρθρου 162 παρ. 1 ΚΠοινΔ, το αποδεικτικό πάσχει ακυρότητας, δεν εμποδίζεται η πρόοδος της διαδικασίας, αν κριθεί ότι ο ενδιαφερόμενος πληροφορήθηκε εγκαίρως το περιεχόμενο του εγγράφου, σύμφωνα και με την διάταξη του άρθρου 163 ΚΠοινΔ.

 ΚΛΗΣΗ ΠΡΟΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗ -ΑΠ 200-2024  : Η έλλειψη αναγραφής των στοιχείων του  άρθρου 162 παρ. 2 ΚΠοινΔ, στο έγγραφο που επιδίδεται δεν επιβάλλεται με ποινή ακυρότητας της σχετικής επίδοσης, δεδομένου  ότι η ως άνω διάταξη (άρθρο 162 παρ. 2) δεν είναι από εκείνες, η μη τήρηση των οποίων επιφέρουν, κατ' άρθρο 154 παρ. 2 του ΚΠοινΔ ακυρότητα της επίδοσης. Έτσι, η παράλειψη αναγραφής στην επιδιδόμενη προς τον εκκαλούντα ή σε περίπτωση θυροκόλλησης προς τον ορισμένο αντίκλητο του (άρθρ. 155 παρ. 2 εδ. β', γ', δ' ΚΠΔ) Κλήση προς συζήτηση της έφεσης του, της ως άνω σημείωσης ή η μη αναγραφή στην σημείωση αυτή κάποιου από τα ως άνω στοιχεία, ή η μη υπογραφή της από τον επιδίδοντα δεν επιφέρει ακυρότητα της επίδοσης της Κλήσης, ούτε επιδρά στην αποδεικτική δύναμη του αποδεικτικού επίδοσης, που νομότυπα συντάχθηκε για την επίδοση αυτή (ΑΠ 1070/2013, ΑΠ 433/2013, ΑΠ 2116/2003, ΑΠ 983/2003), σε περίπτωση δε διαφοράς μεταξύ του αποδεικτικού και της σημειώσεως επικρατεί το αποδεικτικό (ΑΠ 1026/2017, ΑΠ 1937/2007).Ισχυρισμός κατηγορούμενου ότι στην επιδοθείσα προς αυτόν Κλήση του Εισαγγελέως Πρωτοδικών, προς υποστήριξη της εφέσεώς του, δεν αναγραφόταν ο τόπος επίδοσης. Η παράλειψη της αναγραφής του τόπου της επίδοσης, στο πρωτότυπο της Κλήσης προς τον κατηγορούμενο-εκκαλούντα, όπου σημειώνεται μόνον η ημερομηνία και η ώρα θυροκολλήσεως της Κλήσης (02/03/2023 και ώρα 10.45) καθώς και το όνομα και η ιδιότητα του επιδόσαντος, ήτοι του Η. Κ., Επιμελητή Δικαστηρίων Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, ουδεμία ακυρότητα επιφέρει στην κλήτευση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου. Τούτο δε διότι η επίδοση της ένδικης κλήσεως, αποδεικνύεται αποκλειστικά και μόνον από το προαναφερόμενο αποδεικτικό επιδόσεως, σύμφωνα με το άρθρο 162 παρ.1, 2 του παραπάνω ΚΠοινΔ, το οποίο, στην προκειμένη περίπτωση, ουδεμία ακυρότητα πάσχει, κατά τα προαναφερθέντα.

 

 

 Αριθμός 200/2024

 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Βάρκα-Εισηγήτρια, Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Ελευθέριο Σισμανίδη και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Αρεοπαγίτες.

 

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ.-Κ. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Αθανασόπουλο, για αναίρεση της υπ’αριθμ. ΔΤ 1076/2023 απόφασης του Δ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Δ’ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουλίου 2023 αίτησή του, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 20.07.2023, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 5445/2023 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 770/2023.

 

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 20-7-2023, αίτηση, του Σ.-Κ. Π. του Χ., ασκηθείσα με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που επιδόθηκε σ' αυτόν στις 20-7-2023 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 5445/20-7-2023, για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΔΤ 1076/2023 αποφάσεως του Δ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, για τις αξιόποινες πράξεις: α) της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών και β) της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών και, μετά την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα, από δικαιούμενο και έχοντα προς τούτο συμφέρον πρόσωπο και δη ασκήθηκε αυτοπροσώπως από τον ίδιο τον κατηγορούμενο - καταδικασθέντα, με δήλωσή του στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (κατ' άρθρο 466 παρ.1 και 474 παρ. 2Α' του ΚΠοινΔ), εμπροθέσμως (εντός της προθεσμίας των είκοσι ημερών κατ' άρθρο 473 παρ.2 ΚΠοινΔ, δεδομένου ότι η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρήθηκε στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ. βιβλίο καθαρογραφής στις 6-7-2023), περιέχει δε ως μοναδικό λόγο αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία (έλλειψη αιτιολογίας) επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και υπέρβαση εξουσίας, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί απαραδέκτου συζητήσεως της εφέσεως, λόγω μη νόμιμης κλήτευσής του (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’, Δ’ και Θ’ του ΚΠοινΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα του λόγου της.

Με το άρθρο 155 παρ. 1, 2 του ΚΠοινΔ καθορίζεται, εκτός των άλλων, και ο τρόπος φυσικής επίδοσης του ποινικού δικογράφου που γίνεται με παράδοση του εγγράφου στα χέρια του ενδιαφερομένου διαδίκου από ποινικό ή δικαστικό επιμελητή ή σε περίπτωση που δεν υπάρχουν από όργανο της δημόσιας δύναμης, ενώ αν (ο ενδιαφερόμενος) απουσιάζει με εγχείρηση στα πρόσωπα που αναφέρονται σ' αυτό ή τέλος, σε περίπτωση που τα ανωτέρω πρόσωπα αρνήθηκαν να παραλάβουν το επιδιδόμενο έγγραφο ή απουσίαζαν ή δεν υπήρχαν, η επίδοση γίνεται με θυροκόλληση του εγγράφου (εντός σφραγισμένου φακέλου) και , στην περίπτωση αυτή, με επίδοση αντιγράφου του εγγράφου στον διορισμένο αντίκλητο του ενδιαφερομένου, ανεξάρτητα αν ο διορισμός του ήταν ή όχι υποχρεωτικός από το νόμο, από αυτήν δε την τελευταία χρονικά επίδοση αρχίζουν τα αποτελέσματα (προθεσμίες κλπ). Η κατά τα ως άνω επίδοση ποινικού δικογράφου, σύμφωνα με το άρθρο 162 παρ.1, 2 του ίδιου Κώδικα, αποδεικνύεται αποκλειστικά από το αποδεικτικό επιδόσεως, το οποίο συντάσσει εκείνος που την ενεργεί στον τόπο όπου αυτή γίνεται. Ειδικότερα, για την επίδοση της Κλήσης στον εκκαλούντα, προς εμφάνιση του στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, συντάσσεται, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 162 παρ. 1 ΚΠοινΔ, αποδεικτικό επίδοσης, στο οποίο, με ποινή ακυρότητας της επίδοσης, πρέπει να σημειώνεται με ακρίβεια ο τόπος, το έτος, ο μήνας, η ημέρα, ο Αριθμός (της Κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος), ο καλών Εισαγγελέας και το ονοματεπώνυμο του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε η Κλήση και να υπογράφεται το αποδεικτικό από το πρόσωπο αυτό και από εκείνον που ενεργεί την επίδοση. Με το αποδεικτικό αυτό επίδοσης αποδεικνύεται, σύμφωνα με το άρθρο 162 του ίδιου Κώδικα, η προς τον εκκαλούντα επίδοση της Κλήσης για εμφάνιση του στο δικαστήριο προς υποστήριξη της εφέσεως του. Αν λόγω έλλειψης κάποιου από τα ως άνω στοιχεία, το αποδεικτικό πάσχει ακυρότητα, δεν εμποδίζεται η πρόοδος της διαδικασίας, αν κριθεί ότι ο ενδιαφερόμενος πληροφορήθηκε εγκαίρως το περιεχόμενο του εγγράφου, σύμφωνα και με την διάταξη του άρθρου 163 ΚΠοινΔ.

Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του άρθρου 162 ορίζεται ότι αυτός που επιδίδει το έγγραφο οφείλει σε κάθε περίπτωση να σημειώσει σ' αυτό τη χρονολογία και τον τόπο της επίδοσης καθώς και το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκε και να υπογράψει τη σχετική σημείωση, πλην όμως η σχετική αυτή σημείωση στο επιδιδόμενο έγγραφο, καθώς και η έλλειψη αναγραφής των στοιχείων αυτής, δεν επιβάλλεται με ποινή ακυρότητας της σχετικής επίδοσης, δεδομένου μάλιστα ότι η ως άνω διάταξη (άρθρο 162 παρ. 2) δεν είναι από εκείνες, η μη τήρηση των οποίων επιφέρουν, κατ' άρθρο 154 παρ. 2 του ΚΠοινΔ ακυρότητα της επίδοσης. Έτσι, η παράλειψη αναγραφής στην επιδιδόμενη προς τον εκκαλούντα ή σε περίπτωση θυροκόλλησης προς τον ορισμένο αντίκλητο του (άρθρ. 155 παρ. 2 εδ. β', γ', δ' ΚΠΔ) Κλήση προς συζήτηση της έφεσης του, της ως άνω σημείωσης ή η μη αναγραφή στην σημείωση αυτή κάποιου από τα ως άνω στοιχεία, ή η μη υπογραφή της από τον επιδίδοντα δεν επιφέρει ακυρότητα της επίδοσης της Κλήσης, ούτε επιδρά στην αποδεικτική δύναμη του αποδεικτικού επίδοσης, που νομότυπα συντάχθηκε για την επίδοση αυτή (ΑΠ 1070/2013, ΑΠ 433/2013, ΑΠ 2116/2003, ΑΠ 983/2003), σε περίπτωση δε διαφοράς μεταξύ του αποδεικτικού και της σημειώσεως επικρατεί το αποδεικτικό (ΑΠ 1026/2017, ΑΠ 1937/2007).

Επίσης, όπως ρητά ορίζεται με την παρ. 3 της διατάξεως του άρθρου 162 ΚΠοινΔ: "Η επίδοση μπορεί να αποδεικνύεται και με απόδειξη παραλαβής, η οποία συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του εγγράφου που επιδίδεται και υπογράφεται από αυτόν προς τον οποίο γίνεται η επίδοση ή σύνοικό του. Η απόδειξη συντάσσεται από τα όργανα της επίδοσης ή από τους υπαλλήλους της γραμματείας για τις επιδόσεις που γίνονται μέσα στα δικαστικά καταστήματα και περιέχει απαραιτήτως το ονοματεπώνυμο εκείνου που επιδίδει και εκείνου που παραλαμβάνει το έγγραφο, καθώς και τον τόπο και τη χρονολογία της επίδοσης. Ο τόπος και η χρονολογία της επίδοσης σημειώνεται και στο έγγραφο που παραδίδεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 2, αλλιώς η επίδοση είναι άκυρη». Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ., απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους επαφίεται στην διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί απαραδέκτου της κλητεύσεώς του, για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, καθώς και τις σκέψεις, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού κρίση του. Επιπλέον, η απόρριψη χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού, επειδή συνάπτεται άμεσα με την ανάγκη νόμιμης απόδειξης της ενοχής του κατηγορουμένου, προσβάλλει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, κατά τα άρθρα 6 παρ. 1, 2 και 3 περ. δ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε αρχικά με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974, που αποτελεί εγχώριο δίκαιο και, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, και επιφέρει, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠοινΔ., απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, στοιχειοθετεί δε τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ίδιου κώδικα, καθώς και της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ’ του ίδιου κώδικα, σε περίπτωση καταδίκης του κατηγορουμένου, εφόσον το δικαστήριο, απορρίπτοντας τον παραδεκτώς υποβληθέντα ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του περί απαραδέκτου της συζητήσεως ελλείψει νομίμου κλητεύσεώς του, αναιτιολόγητα ή χωρίς απάντησή του, προχωρεί στην εκδίκαση της υπόθεσης και τον καταδικάζει. (ΑΠ 154/2023, ΑΠ 631/2022, ΑΠ 547/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. ΔΤ 1076/2023 απόφαση του Δ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε μετά από αναίρεση της υπ' αριθμ. ΔΤ 366/2022 απόφασης του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, με την υπ' αριθμ. 102/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου, απορρίφθηκε ο αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος περί ακυρότητας επίδοσης της κλήσεως του στο ακροατήριο. Συγκεκριμένα, κατά την έναρξη της διαδικασίας στο ακροατήριο, ο αναιρεσείων, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ανέπτυξε προφορικώς και υπέβαλε γραπτώς τον κάτωθι αυτοτελή ισχυρισμό, περί απαραδέκτου της κλητεύσεώς του, και δη, ότι στην επιδοθείσα προς αυτόν Κλήση του Εισαγγελέως Πρωτοδικών, προς υποστήριξη της εφέσεώς του, δεν αναγραφόταν ο τόπος επίδοσης: "Ένσταση ακυρότητας επίδοσης Κλήσης για τα πρακτικά (141 παρ.2 ΚΠΔ). Ο κατηγορούμενος Σ.-Κ. Π., δια της υπερασπίσεώς του, πριν την έναρξη εκδικάσεως της υποθέσεως, αντέλεξε στην πρόοδο της δίκης και προέβαλε Ένσταση ακυρότητας της επίδοσης της Κλήσης και απαραδέκτου της συζητήσεως ελλείψει νομίμου κλητεύσεώς του, η οποία αναπτύχθηκε προφορικώς και κατατέθηκε εγγράφως, για καταχώρηση στα πρακτικά: 1. Σύμφωνα με το άρθρο 162 παρ. 3, "η επίδοση μπορεί να αποδεικνύεται και με απόδειξη παραλαβής η οποία συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του εγγράφου που επιδίδεται... Ο τόπος και η χρονολογία της επίδοσης σημειώνεται και στο έγγραφο που παραδίδεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 2, αλλιώς η επίδοση είναι άκυρη». 2. Εν προκειμένω, στην Κλήση που μου επιδόθηκε (με αριθμό Κλήσεως: .../2023), για να εμφανισθώ την 05-05-2023 στο Δ’ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και να υποστηρίξω την έφεσή μου κατά της υπ' αριθμ. 119096/2017 αποφάσεως του Ε’ Μονομελούς Πλημ/κειου Αθηνών (μετά από αναίρεση της υπ' αριθμ. 366/2022 απόφασης του Δ’ Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών), δεν αναγράφεται στο σώμα της, όπως απαιτεί ο νόμος, ο τόπος της επίδοσης και, ως εκ τούτου, αυτή είναι άκυρη ..... 3. Είναι λοιπόν, αναμφισβήτητο ότι η επιδοθείσα Κλήση πάσχει, ο, ως άνω, δε λόγος ακυρότητας (έλλειψη αναγραφής τόπου επίδοσης) προκύπτει αβίαστα από το ίδιο το σώμα της. 4. Πρέπει, συνεπώς, η επίδοση της Κλήσης προς συζήτηση της προαναφερθείσας υποθέσεως που προσβάλλεται νομοτύπως και εμπροθέσμως, πριν από την έναρξη, δηλαδή, της ακροαματικής διαδικασίας, να κηρυχθεί άκυρη, κατ' άρθρο 162 παρ. 3 ΚΠοινΔ και η συζήτηση να κηρυχθεί απαράδεκτη ελλείψει νομίμου κλητεύσεως και να διαταχθούν τα περαιτέρω νόμιμα». Ο αυτοτελής ως άνω ισχυρισμός του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση του δικάσαντος ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Σύμφωνα με το άρθρο 162 ΚΠοινΔ παρ. 3 "η επίδοση μπορεί να αποδεικνύεται και με απόδειξη παραλαβής η οποία συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του εγγράφου που επιδίδεται και υπογράφεται από αυτόν προς τον οποίο γίνεται η επίδοση ή από σύνοικό του. Η απόδειξη συντάσσεται από τα όργανα της επίδοσης ή από τους υπαλλήλους της γραμματείας για τις επιδόσεις που γίνονται μέσα στα δικαστικά καταστήματα και περιέχει απαραιτήτως το ονοματεπώνυμο εκείνου που επιδίδει και εκείνου που παραλαμβάνει το έγγραφο, καθώς και τον τόπο και τη χρονολογία της επίδοσης. Ο τόπος και η χρονολογία της επίδοσης σημειώνεται και στο έγγραφο που παραδίδεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 2, αλλιώς η επίδοση είναι άκυρη». Στην προκειμένη περίπτωση προέκυψε ότι στο πρωτότυπο της Κλήσης, που επιδείχθηκε στο παρόν δικαστήριο σημειώθηκε η ημερομηνία και η ώρα (02/03/2023 και ώρα 10.45), που επιδόθηκε η Κλήση καθώς και το όνομα και η ιδιότητα του επιδίδοντος, ήτοι Η. Κ., επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, αλλά δεν σημειώθηκε ο τόπος επίδοσης στο σημείο που υπογράφει ο ως άνω επιμελητής, πλην όμως ανωτέρω περιγράφεται στην Κλήση ότι θυροκόλλησε την εν λόγω Κλήση στον Σταύρο Παπασπύρου, κάτοικο Αγ. Νικολάου, αριθμ. 44, Νέος Κόσμος και ως εκ τούτου δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία για τον τόπο επίδοσης της εν λόγω Κλήσης, ώστε να τίθεται θέμα ακυρότητας αυτής. Επομένως, απορρίπτει την Ένσταση ακυρότητας». Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθά και με την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε την Ένσταση περί απαραδέκτου της κλήτευσης του αναιρεσείοντος στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Ειδικότερα, από την, παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως και των εγγράφων της δικογραφίας και δη του ανωτέρω αποδεικτικού επιδόσεως και της κλήσεως, προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθμ. .../2023 ΑΣΦ 17-340, από 17-2-2023, Κλήση του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, με κατάλογο μαρτύρων κατηγορίας, κλήθηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων Π. Σ. - Κ., του Χ., κάτοικος ..., να εμφανισθεί αυτοπροσώπως στις 5-5-2023, ημέρα Παρασκευή και ώρα 09.00 στο ακροατήριο του Δ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθήνας, για να υποστηρίξει την έφεσή του κατά της ΕΜ 119096/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με ρητή αναφορά ότι αν δεν εμφανισθεί ή δεν εκπροσωπηθεί από συνήγορο η έφεσή του θα απορριφθεί ως ανυποστήρικτη. Η ως άνω Κλήση, επιδόθηκε, με θυροκόλληση, στον κατηγορούμενο-εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα (καθώς και στον αντίκλητο δικηγόρο αυτού Αλέξιο Αθανασόπουλο, βλ. το από 13-2-2023 αποδεικτικό επίδοσης Κλήσης) στις 2-3-2023 και, συντάχθηκε το με την ίδια ημερομηνία αποδεικτικό επιδόσεως, το οποίο περιέχει άπαντα τα απαιτούμενα με ποινή ακυρότητας της επίδοσης, στοιχεία. Ειδικότερα, στο εν λόγω αποδεικτικό μνημονεύονται : α) το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα του οργάνου επιδόσεως, ήτοι Κ. Η., Επιμελητής Δικ. Εισ. Πρωτ. Αθηνών, β) ο τόπος σύνταξης του αποδεικτικού (...) και ο τόπος της επίδοσης (...), γ) ο χρόνος επίδοσης, ήτοι το έτος, ο μήνας και η ημέρα (2-3-2023 και ώρα 10.45), δ) η ταυτότητα του επιδοθέντος εγγράφου, ήτοι προσδιορίζεται: ότι πρόκειται για επίδοση ΚΛΗΣΗΣ με αριθμό .../2023, ότι ο καλών είναι ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, ότι το δικαστήριο στο οποίο καλείται ο εκκαλών είναι το επακριβώς προσδιοριζόμενο Δ’ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, Πρώην Σχολή Ευελπίδων, Αθήνα, Κτίριο 7, η ημέρα και ώρα συνεδριάσεως 5-5-2023, ημέρα Παρασκευή και ώρα 09.00', προκειμένου να υποστηρίξει την έφεσή του 1586/2020, κατά της ΕΜ 119096 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και τέλος, περιέχεται η υπενθύμιση, ότι αν δεν εμφανισθεί ή δεν εκπροσωπηθεί από συνήγορο η έφεση θα απορριφθεί ως ανυποστήρικτη. Επίσης, αναγράφεται το όνομα και πατρώνυμο του εκκαλούντος- κατηγορουμένου. ε). Περαιτέρω, ο ως άνω επιδόσας δικαστικός επιμελητής σημειώνει τον τρόπο επίδοσης, κατά το άρθρο 155 ΚΠοινΔ και δη, βεβαιώνει ότι δεν βρήκε τον ίδιο (κατηγορούμενο), ούτε άλλο πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 155 παρ.1 ΚΠΔ και θυροκόλλησε κατ' άρθρο 155 παρ.2 ΚΠοινΔ σε κλειστό φάκελο, την παραπάνω Κλήση παρουσία της μάρτυρα Π. Θ., Επιμελήτριας Δικαστηρίων Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και εν τέλει, το ως άνω αποδεικτικό επιδόσεως, υπογράφει ιδιοχείρως αυτός και η ως άνω συμπράξασα στην θυροκόλληση μάρτυρας. Με τα δεδομένα αυτά, η παράλειψη της αναγραφής του τόπου της επίδοσης, στο πρωτότυπο της εν λόγω με αριθμό .../17-2-2023 Κλήσης προς τον κατηγορούμενο-εκκαλούντα, η οποία επιδείχθηκε στο δικάσαν ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπου σημειώνεται μόνον η ημερομηνία και η ώρα θυροκολλήσεως της Κλήσης (02/03/2023 και ώρα 10.45) καθώς και το όνομα και η ιδιότητα του επιδόσαντος, ήτοι του Η. Κ., Επιμελητή Δικαστηρίων Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, ουδεμία ακυρότητα επιφέρει στην κλήτευση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου. Τούτο δε διότι η επίδοση της ένδικης κλήσεως, αποδεικνύεται αποκλειστικά και μόνον από το προαναφερόμενο αποδεικτικό επιδόσεως, σύμφωνα με το άρθρο 162 παρ.1, 2 του παραπάνω ΚΠοινΔ, το οποίο, στην προκειμένη περίπτωση, ουδεμία ακυρότητα πάσχει, κατά τα προαναφερθέντα. Η επικαλούμενη, από τον αναιρεσείοντα, εκ της διατάξεως της παρ. 3 του άρθρου 162 ΚΠοινΔ, ακυρότητα της επιδοθείσας κλήσεως, εξαιτίας της μη αναγραφής του τόπου επιδόσεως, στη σημείωση του δικαστικού επιμελητή, επ'αυτής (κλήσεως), δεν επιδρά στην αποδεικτική δύναμη του ανωτέρω αποδεικτικού επιδόσεως, αφού με την εν λόγω διάταξη του άρθρου 162 παρ. 3 ΚΠοινΔ περί αποδείξεως της επίδοσης με την αναφερόμενη απόδειξη παραλαβής προβλέπεται δυνητικός τρόπος απόδειξης επίδοσης και δη ρητά ορίζεται ότι "η επίδοση μπορεί να αποδεικνύεται». Επομένως, αφού στο σώμα της με αριθμό .../2023 Κλήσεως επακριβώς αναγράφεται ο τόπος κατοικίας του κατηγορουμένου "...», ο οποίος επίσης επακριβώς σημειώνεται και στο αποδεικτικό επίδοσης, ως ο τόπος στον οποίο θυροκολλήθηκε η εν λόγω Κλήση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία ως προς τον τόπο επίδοσης της κλήσεως ο οποίος προκύπτει σαφώς κατά τα ως άνω, ούτε τίθεται θέμα ακυρότητας αυτής και γι' αυτό πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί των αντιθέτων ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος. Κατά συνέπεια, οι ελεγχόμενες, από το άρθρο 510 στοιχ. Α’, Δ’ και Θ’ του ΚΠοινΔ, ανωτέρω πλημμέλειες, που αποδίδονται με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας, αναφορικά με την απόρριψη του παραπάνω αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες.

Κατά συνέπεια, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 20-7-2023, αίτηση αναίρεσης, του Σ.-Κ. Π., του Χ. και της Σ., κατοίκου ..., ..., κατά της ΔΤ 1076/2023 αποφάσεως του Δ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε για τις αξιόποινες πράξεις: α) της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών και β) της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών. Και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

 

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2024.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2024.

 

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

Login