ΚΛΗΤΗΡΙΟ ΘΕΣΠΙΣΜΑ - ΑΡΘΡΟ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΝΟΜΟΥ - ΑΠ 1272-2017

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε ισχύουσα κατά το χρόνο τέλεσης ουσιαστική ποινική διάταξη του ΠΚ ή και άλλου ειδικού ποινικού νόμου που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει τις προϋποθέσεις του αξιοποίνου της πράξης και την απειλούμενη ποινή. Αν δεν περιέχονται τα στοιχεία αυτά ή γίνεται μνεία ποινικής διάταξης άσχετης προς τη διωχθείσα πράξη ή καταργηθείσας, το κλητήριο θέσπισμα και μαζί του η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο είναι άκυρο, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 Κ.Π.Δ. Ορθά το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε άκυρο το κλητήριο θέσπισμα εξαιτίας της μη αναφοράς σ’ αυτό της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 28 του Ν. 1650/1986, η οποία ήταν, ως επιεικέστερη, εφαρμοστέα στη συγκεκριμένη περίπτωση, έναντι της (βαρύτερης) μεταγενέστερης διάταξης του άρθρου 28 παρ. 2 α του Ν. 1650/1986, η οποία αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 7 του Ν. 4042/2012 και συνεπώς κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης δεν ίσχυε.

Απόφαση 1272 / 2017    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1272/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 98/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη-Εισηγητή, Ιωάννη Μαγγίνα και Μαρία Παπασωτηρίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2017, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Ζαχαρή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λαμίας, περί αναιρέσεως της 1099/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας, με κατηγορούμενο τον Γ. Κ. του Π., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Γεωργούση.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Πρωτοδικών Λαμίας ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία ...11-2016 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως Πλημμελειοδικών Λαμίας Β. Σ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ....

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 21-11-2016 με .../2016 αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε παραδεκτώς, αφού ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Πρωτοδικών Λαμίας είναι δικαιούμενο πρόσωπο (άρθρ. 505 παρ. 1 δ Κ.Ποιν.Δ.), στρέφεται κατά της 1099/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας, η οποία ακύρωσε το κλητήριο θέσπισμα που είχε συνταχθεί σε βάρος του κατηγορουμένου Γ. Κ., ασκήθηκε εμπροθέσμως (καταχώριση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 Κ.Π.Δ. στις 10-11-2016 και άσκηση δι’ εκθέσεως στις 21-11-2016, λαμβανομένου υπ’ όψη ότι η καταληκτική ημέρα 20-11-2016 είναι εξαιρετέα, Κυριακή, συνεπώς, η προθεσμία παρατείνεται για την επόμενη μη εξαιρετέα, ημέρα άρθρο 168 Κ.Π.Δ.), τηρήθηκαν οι διατυπώσεις που ορίζει ο νόμος για την άσκησή της περιέχει δε ως λόγο αναιρέσεως την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ Κ.Π.Δ.). Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 28 του ν.1650/1986 "Με φυλάκιση τριών μηνών έως δύο έτη και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος: α) προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή των κατ’ εξουσιοδότησή του εκδιδομένων διαταγμάτων και υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων ή β) ασκεί δραστηριότητα ή επιχείρηση χωρίς την απαιτούμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού ή των κατ’ εξουσιοδότησή του εκδιδομένων διαταγμάτων και υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων, άδεια ή έγκριση, ή υπερβαίνει τα όρια της άδειας ή έγκρισης που του έχει χορηγηθεί και υποβαθμίζει το περιβάλλον", ενώ κατά την παρ. 2 του αυτού άρθρου "2. Σε περίπτωση τέλεσης των εγκλημάτων της παρ. 1 από αμέλεια επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ένα έτος". Ακολούθως η παρ. 2 του άνω άρθρου αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 4042/2012 ως εξής "Όποιος προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή και χρηματική ποινή 3.000,00 έως 60.000,00 ευρώ. Αν η πράξη του προηγούμενου εδαφίου τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή και χρηματική ποινή. Αν οι αρνητικές επιπτώσεις της ρύπανσης ή της υποβάθμισης του περιβάλλοντος είναι, με βάση το είδος ή την ποσότητα των ρύπων ή την έκταση ή τη σημασία της υποβάθμισης, περιορισμένες, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή και χρηματική ποινή".

Εξ αυτών συνάγεται ότι η παράγραφος 2 του άρθρου 28 του ν. 1650/1986, μετά την προαναφερθείσα αντικατάστασή της, κατέστη βαρύτερη από της ισχύος της και συνεπώς η εφαρμογή της (βαρυτέρας) για προ αυτής τελεσθείσες αξιόποινες πράξεις προσκρούει στον κανόνα της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ.

Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Κατά το άρθρο 321 παρ. 1 στοιχ. δ’ Κ.Ποιν.Δ., το κλητήριο θέσπισμα πρέπει, μεταξύ άλλων, να μνημονεύει τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος και μνεία του άρθρου, του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε ισχύουσα κατά το χρόνο τέλεσης ουσιαστική ποινική διάταξη του ΠΚ ή και άλλου ειδικού ποινικού νόμου που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει τις προϋποθέσεις του αξιοποίνου της πράξης και την απειλούμενη ποινή. Αν δεν περιέχονται τα στοιχεία αυτά ή γίνεται μνεία ποινικής διάταξης άσχετης προς τη διωχθείσα πράξη ή καταργηθείσας, το κλητήριο θέσπισμα και μαζί του η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο είναι άκυρο, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 Κ.Π.Δ. Την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, που είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας, αν δεν καλυφθεί αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε να την προτείνει, επαναφέροντάς την με λόγο έφεσης και στη δευτεροβάθμια δίκη. Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα: "Με το από 28-2-2010 κλητήριο θέσπισμα της Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λαμίας, που επιδόθηκε ακολούθως στον κατηγορούμενο παραπέμφθηκε ο τελευταίος στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου προκειμένου να δικασθεί για παράβαση των άρθρων 1,2,14,26,27, 51, 53, 57, 79, 80, 94 ΠΚ, 12 παρ. 5, 18 παρ. 1, 28 παρ. 2α ν.1650/1986 ως ισχύει και άρθ. 88 παρ. 1α ν.4052/2012 σε συνδ. με άρθρο 28 παρ. 1, 3, 139 ν. 4251/14 και 86 παρ.1, 4 ν. 3386/2005 και ειδικότερα για το ότι στην ..., την 16-3-2011 τέλεσε περισσότερα εγκλήματα: Α) Με πρόθεση υποβάθμισε το περιβάλλον με πράξη, που αντιβαίνει στις διατάξεις του Ν. 1650/1986 και συγκεκριμένα με πρόθεση και άνευ αδείας λειτουργούσε επιχείρηση παραγωγής χάρτου με έκταση 15 περίπου στρεμμάτων, χωρίς να λαμβάνει μέτρα για την τάξη και την καθαριότητα της εκτάσεως αυτής, καθώς λίμναζαν εκεί ελαιώδη και μη υγρά και εναπόθετε ανεξέλεγκτα στο χώρο άχρηστο μηχανολογικό εξοπλισμό, καμένα και κατεστραμμένα οχήματα, στελέχη θαλασσίων σκαφών, λάστιχα αυτοκινήτων, αποκόμματα χάρτου, καμένα χαρτιά, πλαστικά υπολείμματα, συσκευασίες αναψυκτικών και καλωδίων, με αποτέλεσμα να δημιουργούν εστίες αναπτύξεως τρωκτικών, να υποβαθμίζουν (και αισθητικά) το περιβάλλον (αφού μάλιστα η επιχείρηση γειτνιάζει με ελαιώνες και αγροτικές εκτάσεις), καθιστώντας το ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του. Β) Κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο απασχολούσε συστηματικά υπήκοο τρίτης χώρας στερούμενο άδειας διαμονής και συγκεκριμένα απασχολούσε στην ανωτέρω επιχείρηση συστηματικά κατά την προηγούμενη διετία ως εργάτη, τον F. N. του N., υπήκοο Αλβανίας, χωρίς να διαθέτει άδεια διαμονής στην Ελλάδα.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, και πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου πρόβαλε με έγγραφους αυτοτελείς ισχυρισμούς αντιρρήσεις στην πρόοδο της διαδικασίας και ένσταση, ακυρότητας του επιδοθέντος στον κατηγορούμενο κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω ανακριβούς καθορισμού της αξιόποινης πράξης και λόγω μη αναγραφής των διατάξεων του ισχύοντος ουσιαστικού ποινικού νόμου, αλλά παράθεση μόνο καταργημένων και ανίσχυρων διατάξεων. Ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός, όσον αφορά την πρώτη πράξη της υποβάθμισης περιβάλλοντος πρέπει να γίνει δεκτός και να ακυρωθεί εν μέρει το κλητήριο θέσπισμα για τους ακόλουθους λόγους: Στο κρινόμενο κλητήριο θέσπισμα περιγράφεται η διάταξη του άρ. 28 παρ. 2α του ν. 1650/1986, όπως ισχύει και ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της ποινικής δίωξης, πλην όμως η παράγραφος 2 του ως άνω άρθρου, σύμφωνα με την οποία "Όποιος προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή και χρηματική ποινή 3.000,00 έως 60.000,00 ευρώ ...", αντικαταστάθηκε ως άνω με την παράγραφο 2 του άρθρου 7 ν. 4042/2012 (ΦΕΚ Α 24/13-2-2012) και κατά συνέπεια κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης (16-3-2011) δεν ίσχυε, Σύμφωνα δε με τις ισχύσασες κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης διατάξεις του άρ. 28 του ίδιου νόμου " 1. Με φυλάκιση τριών μηνών έως δύο έτη και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος: α) προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή των κατ’ εξουσιοδότηση του εκδιδόμενων διαταγμάτων και υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων ή β) ασκεί δραστηριότητα η επιχείρηση χωρίς την απαιτούμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού η των κατ’ εξουσιοδότηση του εκδιδόμενων διαταγμάτων και υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων, άδεια ή έγκριση, ή υπερβαίνει τα όρια της άδειας ή έγκρισης που του έχει χορηγηθεί και υποβαθμίζει το περιβάλλον. 2. Σε περίπτωση τέλεσης των εγκλημάτων της παρ. 1 από αμέλεια επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ένα έτος. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση είναι η προϊσχύσασα διάταξη του άρ. 28 παρ. 1 ν. 1650/1986, ως ευμενέστερη διάταξη, η οποία όμως δεν αναφέρεται στο εν λόγω κλητήριο θέσπισμα. Η έλλειψη αυτή καθιστά άκυρο το κλητήριο θέσπισμα, κατ’ άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ, εφόσον, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, πρέπει σε αυτό να αναφέρεται ο ποινικός νόμος που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει τις προϋποθέσεις του αξιοποίνου της πράξης και την απειλούμενη ποινή. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 111,112 και 113 παρ. 2 ΠΚ, το αξιόποινο της πράξης εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν από τρία έτη. Η κυρία διαδικασία, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 320, 321, 339, 340 και 343 ΚΠΔ, αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσης, αφού το παραπεμπτικό βούλευμα καταστεί αμετάκλητο, ή του κλητηρίου θεσπίσματος, με τα οποία καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και την μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης. Από τις άνω διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 ΠΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β’ και 370 στοιχ. β’ ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, και επομένως το Δικαστήριο, εφόσον διαπιστώσει τη συμπλήρωση της παραγραφής οφείλει να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον από την τέλεση της πράξης μέχρι την εκδίκασή της έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, χωρίς να χωρήσει αναστολή της παραγραφής, πρέπει να παύσει η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής (άρθρ. 310 σε συνδ. με 370 περ. β Κ.Π.Δ)". Ακολούθως το Δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου λόγω παραγραφής για την 1η πράξη και συγκεκριμένα του ότι: στην ... την 16-3-2011 με πρόθεση υποβάθμισε το περιβάλλον με πράξη που αντιβαίνει στις διατάξεις του Ν.1650/1986 και συγκεκριμένα με πρόθεση και άνευ αδείας λειτουργούσε επιχείρηση παραγωγής χάρτου με έκταση 15 περίπου στρεμμάτων, χωρίς να λαμβάνει μέτρα για την τάξη και την καθαριότητα της εκτάσεως αυτής, καθώς λίμναζαν εκεί ελαιώδη και μη υγρά και εναπόθετε ανεξέλεγκτα στο χώρο άχρηστο μηχανολογικό εξοπλισμό, καμένα και κατεστραμμένα οχήματα, στελέχη θαλασσίων σκαφών, λάστιχα αυτοκινήτων, αποκόμματα χάρτου, καμένα χαρτιά, πλαστικά υπολείμματα, συσκευασίες αναψυκτικών και καλωδίων με αποτέλεσμα να δημιουργούν εστίες αναπτύξεως τρωκτικών, να υποβαθμίζουν (και αισθητικά) το περιβάλλον (αφού μάλιστα η επιχείρηση γειτνιάζει με ελαιώνες και αγροτικές εκτάσεις), καθιστώντας το ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαμίας), ορθά έκρινε κηρύσσοντας άκυρο το κλητήριο θέσπισμα, διότι δεν αναφέρονταν σ’ αυτό η ισχύουσα κατά το χρόνο τέλεσης ουσιαστική ποινική διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και καθορίζει τις προϋποθέσεις του αξιοποίνου της πράξης και την απειλούμενη ποινή ήτοι δεν αναφέρονταν η παρ. 1 του άρθρου 28 του ν.1650/1986 (το κείμενο της οποίας ήδη αναφέρθηκε) η οποία, όμως, ήταν ευνοϊκότερη της αναφερθείσης στο κλητήριο διατάξεως του άρθρου 28 παρ. 2α του ν.1650/1986 (το κείμενο της οποίας, επίσης, ήδη αναφέρθηκε), η οποία (παρ. 2α του άνω νόμου) αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 7 του ν.4042/2012 (ΦΕΚ 24/13-2-2012) και συνεπώς κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης (16-3-2011) δεν ίσχυε. Εκ των προαναφερομένων συνάγεται ότι η παράγραφος του άρθρου 28 του ν.1650/1986 μετά την προαναφερθείσα αντικατάστασή της, κατέστη βαρύτερη από της ισχύος της και συνεπώς η εφαρμογή της (βαρύτερης) για προ αυτής τελεσθείσες πράξεις προσκρούει στον κανόνα της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1. Ορθά, λοιπόν, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε άκυρο το κατηγορητήριο εξαιτίας μη αναφοράς σ’ αυτό της εφαρμοστέας στην συγκεκριμένη περίπτωση διατάξεως της παρ. 1 του άρθρου 28 του ν.1650/1986 που προβλέπει και τυποποιεί το έγκλημα της ρύπανσης περιβάλλοντος, που αποδόθηκε στον κατηγορούμενο και περαιτέρω δέχθηκε ότι από την τέλεση της πράξης που αποδίδεται στον κατηγορούμενο (16-3-2011) μέχρι την εκδίκασή της (13-10-2016) είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, χωρίς να χωρήσει αναστολή της παραγραφής και τα αντίθετα υποστηρίζων λόγος της αναίρεσης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λαμίας είναι αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-11-2016 και με .../2016 αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λαμίας κατά της 1099/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2017. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ     O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ                                                         

Login