ΚΛΗΤΗΡΙΟ ΘΕΣΠΙΣΜΑ - ΑΡΜΟΔΙΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ - ΟΛΑΠ 2-1997

ΠΕΡΙΛΗΨΗ :

- Για να αρχίσει η επιφέρουσα την αναστολή της παραγραφής κύρια διαδικασία αρκεί το επιδιδόμενο στον κατηγορούμενο, κλητήριο θέσπισμα ή κλήση, να περιέχει πλην άλλων και προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίο καλείται αυτός να εμφανισθεί, δεν είναι δε αναγκαίο, για την εγκυρότητά του, το αναγραφόμενο δικαστήριο να είναι πράγματι το αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση. Διότι η τυχόν αναγραφή στο επιδιδόμενο έγγραφο άλλου, από το αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, δικαστηρίου, δεν το καθιστά, το εισαγωγικό αυτό έγγραφο (κλητήριο ή κλήση), άκυρο και ανενεργές ως προς τις άνω έννομες συνέπειές του.

-Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία έπαυσε οριστικά , λόγω παραγραφής , η ποινική δίωξη λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 111, 112, και 113 Π.Κ. καθώς η επίδοση στον αναιρεσίβλητο κλητήριου θεσπίσματος, με το οποίο εκαλείτο να εμφανισθεί και να δικαστεί σε αναρμόδιο δικαστήριο, επέφερε αναστολή της παραγραφής .

Απόφαση 2 / 1997   (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθ. 2/1997 Ολομ

Πρόεδρος ο κ. Σ. ΜΑΤΘΙΑΣ

Εισηγητής ο κ. Γ. ΒΡΕΤΤΑΣ, αρεοπαγίτης

Δικηγόρος ο κ. Π. Σαγρόπουλος

Επειδή κατά το άρθρο 111 §§1 και 3 ΠΚ «το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή», «τα πλημμελήματα παραγράφονται μετά πέντε έτη». Περαιτέρω κατά το άρθρο 112 ΠΚ «Η προθεσμία της παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη». Τέλος κατά το άρθρο 113 §2 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 §4 του ν. 2172/1993 «Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η "κύρια διαδικασία" και ωσότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέρα από πέντε έτη για τα κακουργήματα, τρία για τα πλημμελήματα και ένα έτος για τα πταίσματα». Ως κύρια διαδικασία νοείται εκείνη που αρχίζει από την επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσης για την εκδίκαση στο ακροατήριο κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 320 επ. ΚΠΔ, διότι έκτοτε η κατηγορία καθίσταται εκκρεμής στο δικαστήριο. Εξάλλου κατά το άνω άρθρο 320 §1 εδάφιο πρώτο, «Στις περιπτώσεις των άρθρων 244, 245 στοιχ. α` και 308 §3, ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο με κλητήριο θέσπισμα και στις περιπτώσεις των άρθρων 314 και 315 §§3 και 4 με κλήση». Κατά το επόμενο άρθρο 321 §1 εδάφιο πρώτο στοιχ. α`, β`, 2 και 4 ΚΠΔ «το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει α) το ονοματεπώνυμο και, αν υπάρχει ανάγκη, και άλλα στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, β) τον προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίο καλείται, γ) ...», «Η κλήση για εμφάνιση (άρθρο 320) ως προς την αξιόποινη πράξη πρέπει να αναφέρεται στο παραπεμπτικό βούλευμα, κατά τα λοιπά πρέπει, επίσης, να περιέχει όσα και το κλητήριο θέσπισμα», «Η τήρηση των διατάξεων των §§1 και 2 επιβάλλεται με ποινή ακυρότητας του κλητηρίου θεσπί­σματος και της κλήσης». Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 120 §2 και 121 εδάφ. πρώτο του ίδιου Κώδικα, κατά τις οποίες «το δικαστήριο όταν κρίνει ότι είναι αναρμόδιο παραπέμπει με απόφασή του την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο. Σ’ αυτή την περίπτωση ενεργεί ό,τι και το συμβούλιο των πλημμελειοδικών όταν παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο», «το δικαστήριο που δικάζει κατ’ έφεση, αν κρίνει ότι το δικαστήριο που δίκασε σε πρώτο βαθμό ήταν αναρμόδιο, επειδή το έγκλημα υπαγόταν σ’ αυτό ή σε κατώτερο από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ακυρώνει την απόφαση που προσβάλλεται με έφεση και δικάζει ανέκκλητα το ίδιο την υπόθεση στην ουσία (άρθρο 502 §3)», προκύπτει ότι για να αρχίσει η επιφέρουσα την αναστολή της παραγραφής κύρια διαδικασία αρκεί το επιδιδόμενο στον κατηγορούμενο, κατά τις άνω διακρίσεις, κλητήριο θέσπισμα ή κλήση, να περιέχει πλην άλλων και προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίο καλείται αυτός να εμφανισθεί, δεν είναι δε αναγκαίο, για την εγκυρότητά του, το αναγραφόμενο δικαστήριο να είναι πράγματι το αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση. Διότι η τυχόν αναγραφή στο επιδιδόμενο έγγραφο άλλου, από το αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, δικαστηρίου, δεν το καθιστά, το εισαγωγικό αυτό έγγραφο (κλητήριο ή κλήση), άκυρο και ανενεργές ως προς τις άνω έννομες συνέπειές του. Πράγματι το έγγραφο αυτό, ως δηλωτικό του τέλους της προπαρασκευαστικής διαδικασίας και του αμετακλήτου της εισαγωγής της υπόθεσης στο ακροατήριο, διατηρεί την ισχύ του και δεν επαναλαμβάνεται, στηρίζει δε τη διαδικασία του επιλαμβανόμενου της υπόθεσης αναρμοδίου δικαστηρίου προκειμένου αυτό να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο καθ’ ύλην δικαστήριο, καθώς επίσης στηρίζει τη διαδικασία του κατ’ έφεση δικάζοντος την αναρμοδίως εισαχθείσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο υπόθεση, προκειμένου αυτό να δικάσει ανεκκλήτως στην ουσία, κατά τις άνω περιπτώσεις.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση 4644/1996 Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που έκρινε ότι η επίδοση στον αναιρεσιβλητο κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο είχε κληθεί να εμφανισθεί και δικασθεί για δόλια χρεοκοπία ανώνυμης εταιρίας ενώπιον του Τριμελούς Πλημμε­λειοδικείου Αθηνών αντί του αρμόδιου καθ’ ύλην, σύμφωνα με το άρθρο 111 §4 ΚΠΔ, Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δεν επέφερε αναστολή της παραγραφής, με συνέπεια να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου συνεπεία παραγραφής που συμπληρώθηκε πριν από την επίδοση της κλήσης στον κατηγορούμενο να εμφανισθεί ενώπιον τou (Τριμε­λούς Εφετείου Αθηνών), ως αρμοδίου καθ’ ύλην, κατόπιν παραπομπής από το άνω καθ’ ύλην αναρμόδιο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 ΠΚ και πρέπει, κατά παραδοχή του από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε` του ΚΠΔ βάσιμου λόγου της κρινόμενης αίτησης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη άνω απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο αφού είναι δυνατή η σύν­θεση από άλλους δικαστές.

Login