ΚΛΗΤΗΡΙΟ ΘΕΣΠΙΣΜΑ - ΑΚΡΙΒΗΣ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΠΡΑΞΗΣ - ΨΕΥΔΗΣ ΚΑΤΑΜΗΝΥΣΗ - ΑΠ 1102-2022

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Ψευδής καταμήνυση. Ακριβής καθορισμός της πράξης .Ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος.  Δεν είναι  αναγκαία για τον ακριβή καθορισμό της πράξης η αναφορά και των αληθινών γεγονότων, καθ' όσον αυτό είναι  θέμα της αποδεικτικής διαδικασίας (Α.Π. 1086/2019). Η παράθεση των πραγματικών περιστατικών και των λόγων που θεμελιώνουν τις παραδοχές για την αναλήθεια των γεγονότων για τα οποία καταμηνύθηκε ο εγκαλών και για τη σχετική γνώση του αναιρεσείοντος, είναι απαραίτητη για την αιτιολογία της απόφασης και όχι για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος.

Αριθμός 1102/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βασδέκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ζαμπέτα Στράτα – Εισηγήτρια, Σοφία Οικονόμου, Κωστούλα Πρίγγουρη και Παρασκευή Τσούμαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ζαχαρία Κοκκινάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Α Α του Α, κατοίκου Παλλήνης Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Καραμπάτσα και Ευδοκία Δοκοπούλου, για αναίρεση της υπ΄αριθ.144/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Ν Θ του Ζ, κάτοικο Ρόδου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κλειδαρά.

Το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25.11.2021 με αριθμό 10712/26-11-2021 αίτησή του αναιρέσεως και τους από 1.3.2022 πρόσθετους λόγους αυτής, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1208/21.

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 25-11-2021, με αριθμό 10712/26-11-2021 αίτηση του Α. Α.του Α .  , για αναίρεση της υπ' αριθμ. 144/08-10-2021 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, και εμπρόθεσμα (άρθρο 473 παρ.1, 2, 3 ΚΠΔ), καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο Ειδικό Βιβλίο στις 08-11-2021 και η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 26-11-2021 με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο 466 παρ.1, 473 παρ.2 ΚΠΔ). Τυγχάνει δε παραδεκτή, διότι ασκήθηκε από δικαιούμενο και έχον προς τούτο συμφέρον πρόσωπο, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο αποφάσεως και περιέχει ως λόγους αναιρέσεως α) την σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο που δεν καλύφθηκε, β) την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και γ) την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β', Δ' και Ε' του ΚΠΔ). Πρέπει επομένως να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στην ουσία της, συνεκδικαζόμενη, λόγω συναφείας, με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης (άρθρο 509 ΚΠΔ), ο οποίος υποβλήθηκε εμπροθέσμως την 01-03-2022 και νομοτύπως στη γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, από την συνήγορο του αναιρεσείοντος Ευδοκία Δοκοπούλου.

Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρά το γεγονός ότι το κλητήριο θέσπισμα που του επιδόθηκε ήταν άκυρο, επειδή δεν υπήρχε ακριβής καθορισμός της αξιόποινης πράξης, για την οποία παραπέμφθηκε για να δικαστεί, το Δικαστήριο, απέρριψε την υποβληθείσα νομίμως σχετική ένστασή του, η οποία είχε απορριφθεί και πρωτοδίκως και την επανέφερε στο Εφετείο, με ειδικό λόγο έφεσης, με συνέπεια να επέλθει σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που δεν καλύφθηκε, καθώς παραβιάστηκε το δικαίωμα του να πληροφορηθεί λεπτομερειακά την κατηγορία που του αποδόθηκε (άρθ. 172 παρ. 1 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ).

Από τη διάταξη του άρθ. 321 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, τα στοιχεία δε της πράξης, πρέπει να είναι τόσα, ώστε αυτός να λάβει σαφή και λεπτομερή γνώση της κατηγορίας που του αποδίδεται, για να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Ανάλογη πρόβλεψη υπάρχει στο άρθρο 6 παρ. 3 περ. α΄ και β' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε για πρώτη φορά από την Ελλάδα με το Ν. 2329/1953 και αποτελεί, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης εσωτερικού νόμου, το οποίο ορίζει ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να πληροφορηθεί μέσα στη συντομότερη προθεσμία, στη γλώσσα που κατανοεί και με κάθε λεπτομέρεια, τη φύση και τον λόγο της σε βάρος του κατηγορίας και να διαθέτει τον χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες, για να προετοιμάσει την υπεράσπιση του, αλλά και στο άρθρο 14 παρ. 3 περ. α' και β' του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.), που κυρώθηκε με τον Ν. 2462/1997 και έχει ωσαύτως υπερνομοθετική ισχύ, το οποίο περιέχει παρόμοια ρύθμιση με εκείνη του άρθρου 6 παρ. 3 περ. α' και β' της ΕΣΔΑ. Διαφορετικά, αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης, είναι άκυρο, κατά το άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ και η σχετική έλλειψη αποδεικνύεται και από το αντίτυπο που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο ή από το αντίτυπο που επισυνάπτεται στη δικογραφία (άρθρο 321 παρ. 5 ΚΠΔ). Η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία αφορά πράξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας στο ακροατήριο και είναι σχετική, πρέπει, εφ' όσον είναι παρών ο κατηγορούμενος, να προταθεί πριν αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου, άλλως καλύπτεται (άρθ. 174 παρ. 1 ΚΠΔ), ενώ, αν η ακυρότητα προταθεί έγκαιρα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απορριφθεί η σχετική ένσταση, ο κατηγορούμενος μπορεί να επαναφέρει στην εφετειακή δίκη την πρόταση ακυρότητας και την αντίρρησή του στην πρόοδο της διαδικασίας με σχετικό λόγο έφεσης (ΑΠ 359/2020, ΑΠ 1023/2019, ΑΠ 528/2019). Ακριβής καθορισμός της αξιόποινης πράξης υπάρχει, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθ. 321 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ποινικά επιλήψιμη και διωκόμενη πράξη κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της, όπως απαιτεί η οικεία και υποχρεωτικά παρατιθέμενη ποινική διάταξη, η οποία τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει τις προϋποθέσεις του αξιόποινου της πράξης και την απειλούμενη ποινή, χωρίς όμως, να απαιτείται η αναφορά περιστατικών και στοιχείων που προσιδιάζουν στα χαρακτηριστικά μιας αιτιολογημένης δικαστικής απόφασης, με την οποία το κλητήριο θέσπισμα ως εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, σε καμιά περίπτωση δεν ταυτίζεται (ΑΠ 1686/2019, ΑΠ 1023/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 144/08-10-2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, της πρωτόδικης υπ' αριθ. 1131/09-12-2020 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, της υπ' αριθ. 91/18-12-2020 έφεσης του τότε εκκαλούντος - ήδη αναιρεσείοντος κατ' αυτής και του αντιγράφου του κλητηρίου θεσπίσματος με αριθ. Α 2015/117 του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου, που υπάρχει στη δικογραφία, προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε με το ως άνω κλητήριο θέσπισμα για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, η οποία κατά τα παρατιθέμενα στο κλητήριο θέσπισμα, συνίσταται στο ότι ο αναιρεσείων στη Ρόδο στις 2-12-2013, μετά από εξουσιοδότηση των λοιπών συγκατηγορουμένων του, μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας με επωνυμία «Ε Β Π  Σ ΑΕΒΕ», κατέθεσε ενώπιον της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Ρόδου την με ABM Α2 014/11ε έγκληση, την οποία συνέταξαν και στην οποία ανέφεραν ότι: «...ο νυν εγκαλών Ν Θ κατήρτισε στις 06.4.2012 πλαστή σύμβαση εκχώρησης, πλαστογραφώντας την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας και στη συνέχεια έκανε χρήση του εγγράφου αυτού, επιδεικνύοντας το στο Δήμου Ρόδου, ώστε να εισπράξει το ποσό των 138.323,23 ευρώ, πράγμα το οποίο πέτυχε... εν αγνοία μας και χωρίς να έχει την εντολή ή την καθ' οιονδήποτε τρόπο συναίνεση ή έγκριση μας κατήρτισε από την αρχή ως το τέλος πλαστό έγγραφο με ψευδές περιεχόμενο και δη την από 06.4.2012 σύμβαση εκχώρησης απαίτησης και πλαστογράφησε την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας και στη συνέχεια κάνοντας χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου προσήλθε στο Δήμο Ρόδου, όπου και εμφάνισε το άνω έγγραφο και πέτυχε την είσπραξη του ποσού των 138.323,23 ευρώ... Υπέβαλαν δε την πιο πάνω έγκληση με σκοπό να προκαλέσουν την σε βάρος του εγκαλούντος ποινική δίωξη για τις καταγγελλόμενες με την έγκληση αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας, απάτης και υπεξαίρεσης (216, 386 και 375 ΠΚ). Τα δε παραπάνω είναι παντελώς ψευδή, αφού ουδέποτε πλαστογράφησε υπογραφές, τα δε ποσά εισέπραξε νομίμως...».

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος με το ακόλουθο σκεπτικό: «Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος διά των συνηγόρων του ζητάει την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος καθώς σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους δεν περιγράφεται με σαφήνεια η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης. Από το σώμα του κλητηρίου θεσπίσματος προκύπτει ότι σε αυτό υπάρχουν όλα τα αναγκαία στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης, ήτοι αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος υπέβαλλε έγκληση σε βάρος του Ν Θ αναφέροντας ότι αυτός κατήρτισε πλαστή σύμβαση εκχώρησης και πλαστογράφησε την υπογραφή του κατηγορουμένου με σκοπό να εισπράξει παράνομα το ποσό των 138.323,23 ευρώ. Αναφέρεται, επίσης, ότι αυτό ήταν ψευδές αφού ουδέποτε πλαστογράφησε υπογραφές τα δε ποσά εισέσπραξε νομίμως. Περισσότερα στοιχεία δεν είναι απαραίτητα για την ακριβή περιγραφή της πράξης καθώς δεν είναι στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης, αλλά αφορούν την αιτιολογία της απόφασης και ζητήματα απόδειξης. Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος». Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, ορθά και με επαρκή αιτιολογία απέρριψε την παραδεκτώς υποβληθείσα ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος ως αβάσιμη και δεν παραβίασε τις διατάξεις του ΚΠΔ και τις λοιπές, υπερνομοθετικής, κατά τα ανωτέρω, ισχύος, διατάξεις που επικαλείται ο αναιρεσείων, διότι στο κλητήριο θέσπισμα παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της, όπως απαιτεί η παρατιθέμενη στο κλητήριο θέσπισμα διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ. Οι ειδικότερες ως άνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, διότι, αν και δεν ήταν αναγκαία για τον ακριβή καθορισμό της πράξης η αναφορά και των αληθινών γεγονότων, καθ' όσον αυτό ήταν θέμα της αποδεικτικής διαδικασίας (Α.Π. 1086/2019), παρατίθενται και τα αληθή περιστατικά, με την μνεία ότι ο εγκαλών δεν πλαστογράφησε υπογραφές και εισέπραξε νόμιμα τα αναφερόμενα στο κλητήριο θέσπισμα ποσά. Εξάλλου, η παράθεση των πραγματικών περιστατικών και των λόγων που θεμελιώνουν τις παραδοχές για την αναλήθεια των γεγονότων για τα οποία καταμηνύθηκε ο εγκαλών και για τη σχετική γνώση του αναιρεσείοντος, είναι απαραίτητη για την αιτιολογία της απόφασης και όχι για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος. Υπό τα δεδομένα αυτά ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Με τους πέμπτο και έβδομο (πρόσθετο) λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά την ενοχή του και ειδικότερα ως προς την αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων μεταξύ των οποίων και της από 11-03-2026 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης και β) εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ισχύοντος κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης (2-12-2013) Π.Κ., με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Η διάταξη αυτή είναι ευμενέστερη από την αντίστοιχη του νέου ΠΚ, καθότι το μεν θέτει πρόσθετο όρο για την τιμωρία του δράστη, ήτοι τον σκοπό πρόκλησης της καταδίωξης, το δε προβλέπει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους, έναντι της προβλεπόμενης ποινής φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών και χρηματικής με την αντίστοιχη διάταξη του ισχύοντος Π.Κ. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση, με οποιονδήποτε τρόπο, σε αρχή ότι τελέστηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση το δε περιεχόμενο της μήνυσης ή ανακοίνωσης να είναι αντικειμενικώς ψευδές, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ήτοι ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι το περιεχόμενο της μήνυσης ή ανακοίνωσης είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού (Α.Π.105/2021, ΑΠ 77/2021, ΑΠ 468/2020). Ειδικότερα, όσον αφορά τη γνώση του υπαιτίου για την αναλήθεια του περιεχομένου της μήνυσης, δεν είναι αναγκαία η παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών, αν ο αναιρεσείων γνώριζε αναγκαίως την πραγματική κατάσταση από προσωπική του αντίληψη (Α.Π. 1121/2020, ΑΠ 487/2019).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο όλο. Όσον αφορά το δόλο, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει από αυτή. Όταν όμως αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (ΑΠ 25/2020, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 132/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 178 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του Εισαγγελέα. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές πρόκειται για ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, διακρινόμενο των εγγράφων και πρέπει το Δικαστήριο να αναφέρει ειδικά ότι το έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης ή να προκύπτει από το περιεχόμενο των περιστατικών που εκθέτει ότι το έλαβε υπόψη του και το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα κατά τρόπο αναμφισβήτητο. Η απλή, όμως, γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης και τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση για γεγονότα που τίθενται υπόψη τους, όπως και από τεχνικούς συμβούλους, δεν ταυτίζεται με το ως άνω προβλεπόμενο στο άρθρο 178 του ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης που διατάσσεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ίδια αυτή διάταξη, και λαμβάνεται βέβαια υπόψη από το Δικαστήριο, συνεκτιμώμενο μαζί με τις άλλες αποδείξεις για τη διαμόρφωση της δικανικής του κρίσης ως απλό έγγραφο, οπότε δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ούτε απαιτείται ειδική αιτιολογία για τη μη αποδοχή τους (ΑΠ 871/2020, ΑΠ 170/2019). Ομοίως, η πραγματογνωμοσύνη που ενεργήθηκε με βάση απόφαση πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, αφού δεν συντάσσεται ύστερα από παραγγελία του αρμόδιου ανακριτικού υπαλλήλου ή του ανακριτή ή του δικαστικού συμβουλίου ή του ποινικού δικαστηρίου, αλλά λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και το πόρισμά της συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις ως απλό έγγραφο, οπότε δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ούτε απαιτείται ειδική αιτιολογία για τη μη αποδοχή της (ΑΠ 396/2020, ΑΠ 170/2019). 

Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 1/2020, ΑΠ 20/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων τα εξής: «Ο εγκαλών τυγχάνει σύμβουλος επιχειρήσεων με μεγάλη εμπειρία στον τομέα προώθησης πωλήσεων κι εν γένει επιχειρηματικών σχεδίων, ανάπτυξης δημοσίων σχέσεων, συμβουλευτικών και υποστηρικτικών υπηρεσιών σε διαγωνισμούς δημοσίου και στην εκτέλεση δημοσίων έργων. Στα πλαίσια της επαγγελματικής του αυτής δραστηριότητας σύναψε τον Ιανουάριο του 2004 σύμβαση έργου με την εταιρεία με την επωνυμία «Ε. Β. Π. Σ.    Α Ε Β Ε" η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από τον κατηγορούμενο και Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής και Διευθύνοντα Σύμβουλο Α Α του Α, και έχει ως κύρια δραστηριότητα την κατασκευή, εμπορία, εισαγωγή και εξαγωγή κάδων απορριμμάτων, απορριμματοφόρων, πλυντηρίων κάδων και ανταλλακτικών απορριμματοφόρων, καθώς και την παροχή υπηρεσιών σχετικών με τη διαχείριση - αποκομιδή απορριμμάτων, τη συλλογή και εμπορία υλικών ανακύκλωσης και τέλος την επισκευή και συντήρηση του σχετικού εξοπλισμού τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Αντικείμενο της ανωτέρω συναφθείσας μεταξύ των μερών συμβάσεως ήταν η παροχή από τον μηνυτή στην ανώνυμη εταιρεία της τεχνογνωσίας του με σκοπό την ανάληψη εκ μέρους της τελευταίας δημοσίων έργων στον τομέα της διαχείρισης των απορριμμάτων έναντι της συμφωνηθείσας σε αυτόν αμοιβής. Πράγματι η συνεργασία των μερών ξεκίνησε το έτος 2004 κι αφορούσε στο έργο αποκομιδής απορριμμάτων και καθαρισμού του Δήμου Καλλιθέας Ρόδου, μετά τη σύναψη της σχετικής συμβάσεως με τον εν λόγω Δήμο. Μάλιστα, η συνεργασία των δύο μερών ήταν τόσο άρτια και ικανοποιητική, με αποτέλεσμα η εταιρία μετά τη λήξη του ως άνω έργου, να προτείνει στον μηνυτή τη συνέχιση της συνεργασίας τους και σε άλλα παρόμοια αναληφθέντα από το Δήμο έργα τόσο στο νησί της Ρόδου όσο και σε άλλα νησιά της Δωδεκανήσου (βλέπε ενδεικτικά τη σχετική με ημερομηνία 20.11.2004 επιστολή της εταιρίας απευθυνόμενη προς τον μηνυτή). Ακολούθως, αναλαμβάνοντας η εταιρεία κι άλλα έργα αποκομιδής απορριμμάτων από τον Δήμο Ρόδου, πρότεινε στον μηνυτή τη συνέχιση της συνεργασίας τους και στα αναληφθέντα έργα του Δήμου Καλλιθέας και του Δήμου Ιαλυσού Ρόδου, με συμφωνημένη καθαρή και αποφορολογημένη αμοιβή, ανερχόμενη σε ποσοστό 19% επί ενός εκάστου εισπραττόμενου τιμολογίου (βλέπε σχετικά τις με ημερομηνία 23.10.2007, 12.05.2011 και 30.06.2011 επιστολές της εγκαλούσας, απευθυνόμενες προς τον κατηγορούμενο με τίτλο «επιβεβαίωση επέκταση συνεργασίας»). Συνοπτικά, με τη συμβολή του μηνυτή, η εταιρία σύνηψε με διάφορους δήμους στο νησί της Ρόδου, αλλά και της Δωδεκανήσου, γενικότερα, τις κάτωθι συμβάσεις: α) Τις από 22.4.2004, 21.7.2006 και 7.5.2008 συμβάσεις με το Δήμο Καλλιθέας Δωδεκανήσου, σύμφωνα με τις οποίες ανέλαβε την υποχρέωση να εκμισθώσει στον άνω Δήμο για την αποκομιδή των απορριμμάτων του απορριμματοφόρα οχήματα, οχήματα πλύσης κάδων και οχήματα μηχανικής σάρωσης επανδρωμένα με προσωπικό, β) την από 5.6.2008 σύμβαση με το Δήμο Σύμης Δωδεκανήσου, δυνάμει της οποίας ανέλαβε την εκτέλεση εργασιών αποκομιδής απορριμμάτων και οδοκαθαρισμού 5ετούς διάρκειας, την οποία μάλιστα μετά τη λήξη της ανέλαβε εκ νέου, γ) την από 9.6.2008 σύμβαση με το Δήμο Αφάντου Ρόδου για την εκτέλεση εργασιών αποκομιδής απορριμμάτων, δ) την από 22.7.2008 σύμβαση με το Δήμο Ιαλυσού Ρόδου για την εκτέλεση εργασιών αποκομιδής απορριμμάτων και οδοκαθαρισμού και ε) την από 21.12.2011 σύμβαση με το Δήμο Ρόδου με την οποία εκμίσθωσε στον άνω Δήμο και για τρεις μήνες απορριμματοφόρα οχήματα και ένα τετραξονικό φορτηγό. Ούτως αποδεικνύεται από το σύνολο των εγγράφων της δικογραφίας ότι η συνεργασία των μερών εξελισσόταν ομαλά και απέβαινε κερδοφόρα για την εταιρεία, καθώς με την διαμεσολάβηση του μηνυτή πετύχαινε την ανάθεση σε αυτήν σημαντικών δημοσίων έργων στο νησί της Ρόδου, γεγονός το οποίο, άλλωστε, δεν αρνείται. Μάλιστα, στις 21.12.2011, η τελευταία, με την ιδιότητα της αναδόχου - εκμισθώτριας, υπέγραψε στη Ρόδο με τον τότε Δήμαρχο Ρόδου Ε Κ, ως νόμιμο εκπρόσωπο του Δήμου Ρόδου, την υπ' αριθ. πρωτ. 2/163204/ 21.12.2011 σύμβαση μίσθωσης, δυνάμει της οποίας εκμίσθωσε στο δήμο Ρόδου για τρεις μήνες, από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Μάρτιο του 2012, έξι (6) απορριμματοφόρα οχήματα χωρητικότητας δεκαέξι (16) κυβικών μέτρων, ένα (1) απορριμματοφόρο όχημα χωρητικότητας δύο (2) κυβικών μέτρων και ένα (1) τετραξονικό φορτηγό. Σε εκτέλεση δε της ανωτέρω σύμβασης μίσθωσης, η εταιρία εξέδωσε στο όνομα του Δήμου Ρόδου τα με αριθμούς 22/31.3.2012 και 23/31.3.2012 Τιμολόγια Παροχής Υπηρεσιών, συνολικής αξίας με Φ.Π.Α. 138.323,23 ευρώ (καθαρή αξία 119.244,16 + 19.079,07 Φ.Π.Α) το πρώτο και 276.646,46 ευρώ (καθαρή αξία 238.488,32 + 38.158,14 Φ.Π.Α) το δεύτερο. Στην από 26.03.2012 επιστολή της ως άνω εταιρίας, απευθυνόμενη προς τον μηνυτή, τον ενημέρωνε εγγράφως ότι από την οικονομική εκκαθάριση των μεταξύ τους οικονομικών συμφωνιών στις 30.12.2011 του οφείλεται το καθαρό και αποφορολογημένο ποσό των 164.255,02 ευρώ από το έργο της Ιαλυσού, για το οποίο αυτή είχε ήδη πληρωθεί, και το ποσό των 109.247,50 ευρώ από την ως άνω τρίμηνη σύμβαση με το δήμο Ρόδου. Η εταιρία δε διαβεβαίωσε τον μηνυτή ότι το οφειλόμενο συνολικό ποσό των 273.502,52 ευρώ θα του καταβληθεί ταυτόχρονα με τις αντίστοιχες εισπράξεις των ποσών μίσθωσης από το Δήμο Ρόδου, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην ανωτέρω επιστολή, και ότι για το σκοπό αυτό θα αποστείλει σ' αυτόν ειδικό πληρεξούσιο, με το οποίο θα εισπράξει τα ποσά αυτά από το Δήμο Ρόδου. Τη δέσμευσή της δε για αποστολή ανέκκλητου πληρεξουσίου στον μηνυτή για την είσπραξη των εκάστοτε τιμολογίων, που θα εξέδιδε η εταιρία, προκειμένου να εξοφληθούν οι απαιτήσεις του εναντίον της, είχε επαναλάβει προγενεστέρως και στην από 12.05.2011 επιστολή της, την οποία απηύθυνε προς αυτόν και στην οποία αυτολεξεί ανέφερε, μεταξύ άλλων: «...Ως προς τις εκκρεμότητες που αφορούν στην τακτοποίηση των αμοιβών σας από τιμολόγια που έχουν ήδη εισπραχθεί από τη H ΑΕΒΕ, θα καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια άμεσης τακτοποίησής τους. Στα πλαίσια της βούλησής μας να αποφευχθούν αντίστοιχες καταστάσεις στο μέλλον, θα σας στείλουμε ανέκκλητο πληρεξούσιο για την είσπραξη των εκάστοτε τιμολογίων που εκδίδει η H ΑΕΒΕ τόσο προς το Δήμο της Ρόδου στα πλαίσια των συγκεκριμένων έργων, όσο και προς κάθε άλλο πελάτη της στην περιοχή σας, ούτως ώστε να παρακρατείτε άμεσα το ποσό που αντιστοιχεί στη συμφωνηθείσα αμοιβή σας και να καταθέτετε το υπόλοιπο στον λογαριασμό .... υπέρ της H ΑΕΒΕ...». Ακολούθως και προς εκπλήρωση των οικονομικών της οφειλών προς τον κατηγορούμενο, συνετάχθη μεταξύ των μερών η από 06.04.2012 σύμβαση εκχωρήσεως απαιτήσεως, με την οποία η εκχωρήτρια εταιρεία, μέσω του κατηγορουμένου νομίμου εκπροσώπου της, εκχώρησε στον εκδοχέα εγκαλούντα τις απαιτήσεις της εναντίον του Δήμου Ρόδου και συγκεκριμένα τις απαιτήσεις τις που αφορούσαν α) στη μίσθωση οχημάτων για την περίοδο από τον Ιανουάριο έως και το Μάρτιο του 2012, όπως προέκυψαν από τα με αριθμούς 22 και 23/31.03.2012 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών της και β) στο έργο της αποκομιδής απορριμμάτων στο αεροδρόμιο «Διαγόρας» της Ρόδου για την περίοδο από 01.08.2010 έως 30.04.2012, συνολικού ποσού 126.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ. Ο εγκαλών, εφοδιασμένος με το ανωτέρω νομιμοποιητικό έγγραφο, εισέπραξε α) στις 3.8.2012 διά της εκδόσεως σχετικής επιταγής από το Δήμο Ρόδου ποσό ύψους 109.704,63 ευρώ, το οποίο, αφαιρουμένων των κρατήσεων ύψους 9.539,53 ευρώ, αντιστοιχούσε στο προαναφερόμενο με αριθμό 22/31.3.2012 Τιμολόγιο Παροχής Υπηρεσιών, καθαρής αξίας 119.244,16 ευρώ, εκδόσεως της εγκαλούσας εταιρείας, και β) στις 26.10.2012, με την έκδοση επιταγής από το Δήμο Ρόδου, ποσό ύψους 19.079,07 ευρώ, που αντιστοιχούσε στον αναλογούντα στο προαναφερόμενο τιμολόγιο Φ.Π.Α. Για τη νομιμοποίησή του ως προς την είσπραξη των ανωτέρω χρηματικών ποσών κοινοποίησε στις 25.7.2012 στις αρμόδιες οικονομικές υπηρεσίες του Δήμου Ρόδου την από 6.4.2012 Σύμβαση Εκχώρησης Απαίτησης, δυνάμει της οποίας εμφανίζεται η ανωτέρω ανώνυμη εταιρεία να εκχωρεί σε αυτόν αφενός τις απορρέουσες από τα προαναφερόμενα δύο, με αριθμούς 22/2012 και 23/2012 Τιμολόγια Παροχής Υπηρεσιών, απαιτήσεις της έναντι του Δήμου Ρόδου και αφετέρου τις αφορώσες στο έργο «αποκομιδή απορριμμάτων στο αεροδρόμιο ΔΙΑΓΟΡΑΣ της Ρόδου» απαιτήσεις της, συνολικού ποσού 126.000 ευρώ πλέον Φ.Π.Α, αναγγέλλοντας με τον τρόπο αυτό την εκχώρηση, την οποία και προσκόμισε στους αρμόδιους για την εξόφληση του τιμολογίου υπαλλήλους κατά τις προαναφερθείσες ημέρες πληρωμής. Επίσης, δυνάμει του με αριθμό 1790/27.04.2012 Πρακτικού Δ.Σ. της εγκαλούσας, η τελευταία εξουσιοδότησε τον κατηγορούμενο όπως εισπράξει απαίτησή της από Λιμενικό Ταμείο Ρόδου, η οποία απέρρεε από την συναφθείσα στις 02.03.2009 σύμβαση έργου, ποσού 93.848,24 ευρώ, ενέργεια στην οποία και προέβη ο εγκαλών. Εν συνεχεία και για τις ενέργειές του αυτές, ο κατηγορούμενος με την από 05.11.2012 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση - όχληση και διαμαρτυρία του, την οποία κοινοποίησε στην εταιρία στις 09.11.2012, αφού την ενημέρωνε ότι ενόψει των από 30.06.2011 και 26.03.2012 επιστολών της προς αυτόν, με τις οποίες αυτή επιβεβαίωνε ότι το οφειλόμενο σ' αυτόν από τη μεταξύ τους οικονομική εκκαθάριση ποσό μέχρι τις 31.10.2011 ανερχόταν σε 273.502,52 ευρώ, και την αποστολή σ' αυτόν του με αριθμό 1790/27.04.2012 Πρακτικού Δ.Σ. αυτής, με το οποίο τον εξουσιοδοτούσε για την είσπραξη των απαιτήσεών της από το Δημοτικό Λιμενικό Ταμείο της Νότιας Δωδεκανήσου, δυνάμει του οποίου και της σχετικής εκχώρησης των απαιτήσεών της προς τον ίδιο, στα πλαίσια υλοποίησης σχετικής δέσμευσης της προς εξόφλησή του, εισέπραξε από το Δήμο Ρόδου και το Λιμενικό Ταμείο το συνολικό ποσό των (109.704,83 + 19.079,07 + 93.848,24 =) 226.632,14 ευρώ, ζητούσε από την εταιρία να του καταβάλει επιπλέον και τα λοιπά οφειλόμενα προς αυτόν ποσά από τις μεταξύ τους συμφωνίες και εκκαθαρίσεις, σύμφωνα με τα αναλυτικότερα εκτιθέμενα στην ανωτέρω εξώδικη δήλωσή του. Παράτα ανωτέρω όμως ο κατηγορούμενος στη Ρόδο στις 2-12-2013 κατέθεσε την με ΑΒΜ Α2014/11ε έγκληση, την οποία συνέταξε ο τελευταίος στην οποία κατέθεσε ότι ο εγκαλών Ν Θ κατήρτισε στις 06.4.2012 πλαστή σύμβαση εκχώρησης, πλαστογραφώντας την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας και στη συνέχεια έκανε χρήση του εγγράφου αυτού επιδεικνύοντάς το στο Δήμου Ρόδου, ώστε να εισπράξει το ποσό των 138.323,23 ευρώ, πράγμα το οποίο πέτυχε. Εν συνεχεία, ανέφερε ότι ο νυν εγκαλών «...εν αγνοία μας και χωρίς να έχει την εντολή ή την καθ' οιονδήποτε τρόπο συναίνεση ή έγκρισή μας κατήρτισε από την αρχή ως το τέλος πλαστό έγγραφο με ψευδές περιεχόμενο και δη την από 06.4.2012 σύμβαση εκχώρησης απαίτησης και πλαστογράφησε την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας και στη συνέχεια κάνοντας χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου προσήλθε στο Δήμο Ρόδου, όπου και εμφάνισε το άνω έγγραφο και πέτυχε την είσπραξη του ποσού των 138.323,23 ευρώ... ο εγκαλούμενος παρουσίαζε ψευδώς και κάνοντας χρήση της πλασματικής και κατασκευασμένης Σύμβασης εκχώρησης, έπεισε με πειθώ και φορτικότητα τους υπαλλήλους του Δήμου Ρόδου να καταβάλλουν σε αυτόν χρηματικά ποσά που οφείλονταν και ανήκαν στην εταιρεία μας αφού παρουσίασε σε αυτούς εν γνώσει της αναλήθειας του ότι η σύμβαση εκχώρησης ήταν έγκυρη και νόμιμη. Τα δε παραπάνω είναι παντελώς ψευδή, καθόσον από τα συμπεράσματα τόσο της Έκθεσης της Γραφολόγου Βασιλικής Σαλεσιώτη, όσο και της από 11.3.2016 Γραφολογικής Πραγματογνωμοσύνης της Ειδικής Δικαστικής Γραφολόγου Ναταλίας Κατσαρίδου, που διορίστηκε δυνάμει της με αριθμό 26/2015 Πράξης Ορισμού Πραγματογνώμονα της Πταισματοδίκου Ρόδου, οι οποίες διενεργήθηκαν με βάσει τις κοινώς αποδεκτές και τεκμηριωμένες αναλυτικώς επιστημονικές μεθόδους της δικαστικής γραφολογίας, καταδεικνύεται ότι η τιθέμενη στη θέση της εκχωρήτριας υπογραφή στην επίδικη σύμβαση εκχώρησης είναι πράγματι αυτή του κατηγορουμένου. Η τελευταία, μάλιστα, πραγματογνώμονας αξιολογώντας τα ευρήματα της έρευνάς της, αποφάνθηκε αφενός ότι «η υπό κρίση υπογραφή «ΧΥ» επί της από 6.4.2012 Σύμβασης Εκχώρησης Απαίτησης στη θέση της εκχωρήτριας εμφανίζει θεμελιώδεις ομοιότητες ως προς τα γενικά και ειδικά γραφολογικά γνωρίσματα αυτής, κατόπιν συγκριτικής αντιπαραβολής της, με τα αντίστοιχα γνωρίσματα των διαθέσιμων δειγματικών υπογραφών του Α Α» και η ως άνω υπογραφή «...εμπίπτει στον γνήσιο υπογραφικό τύπο του Α Α» (βλ. σελ. 102 πραγματογνωμοσύνης) και αφετέρου ότι «η υπό κρίση υπογραφή «ΧΥ» επί της από 6.4.2012 Σύμβασης Εκχώρησης Απαίτησης στη θέση της εκχωρήτριας εμφανίζει θεμελιώδεις διαφορές ως προς τα γενικά και ειδικά γραφολογικά γνωρίσματα αυτής, κατόπιν συγκριτικής αντιπαραβολής της, με τα αντίστοιχα γνωρίσματα των διαθέσιμων δειγματικών υπογραφών του Ν Θ και δεν βρέθηκε καμία γραφολογική σύνδεση ανάμεσά τους» και ως εκ τούτου η ως άνω υπογραφή «...δεν εμπίπτει στον γνήσιο υπογραφικό τύπο του Ν Θ και δεν έχει τεθεί από τον ίδιο» (βλ. σελ. 107 πραγματογνωμοσύνης). Καταλήγει, δηλαδή, ότι η υπό κρίση υπογραφή επί της από 6.4.2012 Σύμβασης Εκχώρησης Απαίτησης στη θέση της εκχωρήτριας, είναι με υψηλή πιθανότητα γνήσια υπογραφή του εκπροσώπου της εγκαλούσας Α Α και δεν έχει τεθεί, με πιθανότητα που ορίζει τα όρια της βεβαιότητας, από τον κατηγορούμενο Ν Θ του Ζ, γεγονός που επιβεβαιώνει και τους ισχυρισμούς του τελευταίου, που αρνείται τις αποδιδόμενες σε αυτόν κατηγορίες. Εξάλλου, οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ότι η πλαστότητα της επίδικης συμβάσεως εκχωρήσεως ενισχύεται και από την ανυπαρξία έργου του αεροδρομίου «Διαγόρας», που αναφέρεται σε αυτήν, επίσης ελέγχονται ως αβάσιμοι, καθόσον προέκυψε ότι πράγματι η εταιρία που εκπροσωπεί ο κατηγορούμενος προέβαινε σε αποκομιδή απορριμμάτων από το αεροδρόμιο, όπως τούτο, άλλωστε, συνομολογείται και από τον ίδιο τον κατηγορούμενο στην από 26.07.2017 ανωμοτί εξέταση πολιτικώς ενάγοντα ενώπιον της Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Ρόδου, στην οποία αναφέρει αυτολεξεί ότι «...Στο πλαίσιο της σύμβασης για την αποκομιδή απορριμμάτων από τον -πρώην- Δήμο Πεταλούδων, γινόταν αποκομιδή σκουπιδιών και από το αεροδρόμιο ΔΙΑΓΟΡΑΣ χωρίς ποτέ να υπάρξει ιδιαίτερη σύμβαση», προκύπτει δε και από το με ημερομηνία 22.09.2011 μήνυμα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας (e-mail) που απέστειλε ο υπάλληλος της εγκαλούσας Ν Π, μέσω της επίσημης ηλεκτρονικής διεύθυνσης της τελευταίας στον κατηγορούμενο (σε ανύποπτο μάλιστα χρόνο), στο οποίο αναφέρεται και το έργο «ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ ΔΙΑΓΟΡΑ ΡΟΔΟΥ — 1 Όχημα + καύσιμα + 3 άτομα προσωπικό καθημερινά από 01.01.2011». Προς επίρρωση δε των ανωτέρω, υφίσταται και σχετικό δημοσίευμα της τοπικής εφημερίδας «Η Ροδιακή» με ημερομηνία κυκλοφορίας φύλλου 21.08.2010 στη σελίδα 6 της οποίας αναφέρεται ότι «...η εταιρεία Π φέρνει ένα απορριμματοφόρο κάθε μέρα στα ΧΥΤΑ και δηλώνει ακριβώς τα ίδια: "ότι είναι απορρίμματα του αεροδρομίου και δηλώνει χρέωση επ΄ ονόματι της"». Επιπλέον, ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται με την έγκλησή του ότι πληροφορήθηκε το πρώτον για την προαναφερθείσα σύμβαση εκχώρησης και τη συνακόλουθη είσπραξη του ποσού των 109.704,63 ευρώ στις 03.08.2012 από τον εγκαλούντα, τον Αύγουστο του ίδιου έτους, ύστερα από τηλεφωνική επικοινωνία με τους αρμοδίους οικονομικούς υπαλλήλους του Δήμου Ρόδου. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, δεν αντέχει λογικής ο ισχυρισμός του ότι προσπαθώντας να δώσει χρόνο στον εγκαλούντα να διευθετηθεί εξωδίκως το ζήτημα, δεν προέβη αμέσως σε σχετική έγγραφη γνωστοποίηση περί ανυπαρξίας συμβάσεως εκχωρήσεως προς τον εγκαλούντα, επικουρικώς σε καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως προς το Δήμο Ρόδου, προκειμένου να διασφαλίσει τα συμφέροντά της και να αποτρέψει τυχόν επόμενη πληρωμή στον κατηγορούμενο, αλλά έπραξε τούτο δύο (2) σχεδόν μήνες μετά, ήτοι στις 29.10.2012 (βλέπε τις σχετικές εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου Χρυσοστόμου Κόκκαλη), και μάλιστα μετά και την καταβολή στις 26.10.2012 από το Δήμο Ρόδου στον εγκαλούντα ποσού 19.079,07 ευρώ, που αντιστοιχούσε στον αναλογούντα στο υπ1 αριθμ. 22/31.03.2012 τιμολόγιο Φ.Π.Α. Εάν, όμως η επίμαχη σύμβαση ήταν πράγματι πλαστή, όπως όλως αβάσιμα αυτός διατείνεται, οπωσδήποτε θα προέβαινε άμεσα στις αναγκαίες ενέργειες για τη διασφάλιση των συμφερόντων του, ο δε ισχυρισμός του ότι δεν κατήγγειλε άμεσα την εν λόγω σύμβαση ως πλαστή, προκειμένου να μην παγώσει η εξόφληση του δεύτερου υπ' αριθμ. 23/31-3-2012 τιμολογίου της από το Δήμο Ρόδου μέχρι τη διαλεύκανση του ζητήματος από τη δικαιοσύνη, σύμφωνα με τη σχετική ενημέρωση που είχε λάβει από τις αρμόδιες οικονομικές υπηρεσίες του Δήμου, δεν κρίνεται πειστικός, καθόσον σε κάθε περίπτωση είχε την ευχέρεια να προβεί σε άμεση καταγγελία της σύμβασης ακόμη και για λόγους ακυρότητας αυτής, τους οποίους άλλωστε, και επικαλέστηκε τελικά. Ούτε, άλλωστε, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, οι ισχυρισμοί από την πλευρά του κατηγορουμένου περί μη σταθερής συνεργασίας με τον κατηγορούμενο από το έτος 2007 έως το έτος 2012, αφού από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες καρτέλες της εταιρείας [βλέπε ενδεικτικά τις αποσταλείσες στον κατηγορούμενο με τα από 14.05.2010 και 26.07.2010 e-mail της εταιρίας, καρτέλες κινήσεως των υπολοίπων, από τις οποίες μάλιστα αποδεικνύονται και οι ισχυρισμοί του εγκαλούντος περί συμφωνηθείσας αμοιβής του ποσοστού 19% επί του εκάστοτε εκδιδόμενου τιμολογίου], αποδεικνύεται ότι υπήρχε σταθερή συνεργασία έως το 2012. Χαρακτηριστικά δε με το με ημερομηνία 26.07.2010 e-mail της υπαλλήλου της εταιρίας Μ Γ, αποστέλλονται προς τον εγκαλούντα συνημμένοι πίνακες με οφειλές της εταιρίας προς αυτόν από τιμολόγια που αφορούν σε συμβάσεις των Δήμων Καλλιθέας, Αφάντου, Σύμης, Πεταλούδων, στους οποίους πίνακες οι οφειλές αντιστοιχίζονται πράγματι στην αξία 19% επί ενός - εκάστου τιμολογίου. Το εν λόγω δε ποσοστό συμφωνημένης, καθαρής και αποφορολογημένης, αμοιβής του εγκαλούντος, επισημαίνεται και στην από 30.06.2011 επιστολή του κατηγορουμένου με θέμα την επιβεβαίωση και επέκταση της συνεργασίας της με τον εγκαλούντα, την οποία (επιστολή), μάλιστα, έλαβε ο τελευταίος ως συνημμένο έγγραφο μέσω του από 23.08.2011 μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το οποίο του προωθήθηκε από την αρχική αποστολέα του και υπάλληλο Έ Κ. Όσον αφορά στους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου περί πλαστότητας των επιστολών που επικαλείται ο εγκαλών, με τις οποίες αναγνώριζε τις οφειλές της εταιρίας προς αυτόν, θα πρέπει να τονισθεί ότι μολονότι μνεία των επιστολών αυτών έγινε τόσο στην από 05.11.2012 εξώδικη δήλωση του εγκαλούντος, απευθυνόμενη προς την εταιρία, όσο και στο από 08.11.2013 σημείωμά του στα πλαίσια συζήτησης αιτούμενης από αυτόν προσωρινής διαταγής σε βάρος της εταιρίας, οπότε, μάλιστα, και τις προσκόμισε, η εγκαλούσα εταιρία στην από 29.11.2013 έγκλησή της προσβάλλει ως πλαστή μόνο την ανωτέρω σύμβαση εκχώρησης, παραλείποντας να αναφέρει οτιδήποτε σχετικά με τα λοιπά έγγραφα που εξαρχής επικαλείτο ο κατηγορούμενος για να στηρίξει την οικονομική απαίτησή του σε βάρος της. Πρώτη φορά ο κατηγορούμενος αμφισβητεί ως πλαστές τις επιστολές αυτές μόλις στις 17.10.2016 στη συμπληρωματική του κατάθεση ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών και δη παρά το γεγονός ότι μέρος των απευθυνόμενων από την εταιρία επιστολών προς τον κατηγορούμενο έχει αποσταλεί σ' αυτόν από το e- mail της εταιρείας. Όλα τα ανωτέρω εξάλλου δέχθηκε και το με αριθ. 1131/2020 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου με το οποίο απηλλάγη ο εγκαλών από την κατηγορία της πλαστογραφίας και χρήσης πλαστού καθώς και της υπεξαίρεσης, έχει δε καταστεί το παραπάνω βούλευμα αμετάκλητο. Συνεπώς και εφόσον αποδείχθηκε ότι η υπογραφή στην ανωτέρω σύμβαση εκχώρησης ανήκει στον κατηγορούμενο και όχι στον εγκαλούντα, τα σχετικά αναφερόμενα στην έγκληση είναι ψευδή και ο κατηγορούμενος το γνώριζε αυτό και προέβη στην έγκληση με σκοπό προκαλέσει την σε βάρος του εγκαλούντος ποινική δίωξη και άρα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. ... απορριπτομένων των αιτημάτων του κατηγορουμένου περί αναβολής και αναστολής της δίκης, καθότι κάτι τέτοιο δεν κρίνεται απαραίτητο, ενόψει και του χρόνου τέλεσης της πράξης». Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο για ψευδή καταμήνυση και ειδικότερα για το ότι: «... στη Ρόδο στις 2-12-2013 εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της Αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν. Ειδικότερα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο οι Α Α, Χ Θ,Φ Θ και Σ Τ,  , εξουσιοδότησαν, ως μέλη του ΔΣ εταιρείας «Ε Β Π Σ   ΑΕΒΕ», τον κατηγορούμενο να καταθέσει ενώπιον της Εισαγγελίας Πλημ/κών Ρόδου την με ΑΒΜ Α2014/11ε έγκληση, την οποία συνέταξε ο τελευταίος, στην οποία κατέθεσε ότι ο νυν εγκαλών Ν Θ κατήρτισε στις 06.4.2012 πλαστή σύμβαση εκχώρησης, πλαστογραφώντας την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας και στη συνέχεια έκανε χρήση του εγγράφου αυτού, επιδεικνύοντάς το στο Δήμου Ρόδου, ώστε να εισπράξει το ποσό των 138.323,23 ευρώ, πράγμα το οποίο πέτυχε. Εν συνεχεία ανέφερε ότι ο νυν εγκαλών «...εν αγνοία μας και χωρίς να έχει την εντολή ή την καθ' οιονδήποτε τρόπο συναίνεση ή έγκρισή μας κατήρτισε από την αρχή ως το τέλος πλαστό έγγραφο με ψευδές περιεχόμενο και δη την από 06.4.2012 σύμβαση εκχώρησης απαίτησης και πλαστογράφησε την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας και στη συνέχεια κάνοντας χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου προσήλθε στο Δήμο Ρόδου όπου και εμφάνισε το άνω έγγραφο και πέτυχε την είσπραξη του ποσού των 138.323,23 ευρώ... ο εγκαλούμενος παρουσίαζε ψευδώς και κάνοντας χρήση της πλασματικής και κατασκευασμένης Σύμβασης εκχώρησης, έπεισε με πειθώ και φορτικότητα τους υπαλλήλους του Δήμου Ρόδου να καταβάλλουν σε αυτόν χρηματικά ποσά που οφείλονταν και ανήκαν στην εταιρεία μας, αφού παρουσίασε σε αυτούς εν γνώσει της αναλήθειας του ότι η σύμβαση εκχώρησης ήταν έγκυρη και νόμιμη. Τα δε παραπάνω είναι παντελώς ψευδή, αφού ουδέποτε πλαστογράφησε υπογραφές, τα δε ποσά εισέπραξε νομίμως». Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερθέντος εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά, που έγιναν δεκτά, στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 26, 27 και 229 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Συγκεκριμένα, παρατίθενται στην απόφαση τα περιστατικά που θεμελιώνουν τις παραδοχές του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, με την υποβολή στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου της με αριθ. ΑΒΜ Α2014/11ε έγκλησης σε βάρος του ήδη εγκαλούντος Θ Ν για διάπραξη των εγκλημάτων της πλαστογραφίας και της υπεξαίρεσης, της οποίας το περιεχόμενο ήταν αντικειμενικά ψευδές, εν γνώσει του αναιρεσείοντος ως εκ της θέσεως αυτού, την οποία, δηλαδή, γνώση το Δικαστήριο θεμελίωσε στο γεγονός ότι ο τελευταίος γνώριζε αναγκαίως την πραγματική κατάσταση από προσωπική του αντίληψη, καθόσον ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος της οφειλέτριας εταιρείας «Ε Β Π Σ   ΑΕΒΕ» είχε προβεί στην εκχώρηση στον εγκαλούντα της αναφερόμενης στην επίδικη σύμβαση απαίτησης της. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που διαλαμβάνονται στην έκθεση αναίρεσης και στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και αξιολόγησε ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο την από 11-3-2016 έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, που συνέταξε η γραφολόγος Ναταλία Κατσαρίδου στο πλαίσιο της προδικασίας, κατόπιν της με αριθ. 26/2015 πράξης διορισμού της, του Πταισματοδίκη Ρόδου, αποδεχόμενο το πόρισμα αυτής. Οι επικαλούμενες στην έκθεση αναίρεσης και στους ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας υποβληθέντες ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος προσκομισθείσες από αυτόν εκθέσεις δικαστικών γραφολόγων (Μαρίας Λιαρίκου κ.ο.κ.), καθώς και η επικαλούμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συντάχθηκε στο πλαίσιο πολιτικής δίκης, δεν αποτελούν, όπως προαναφέρθηκε, εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης κατά το άρθ. 178 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ισχυρίζεται αβάσιμα ο αναιρεσείων, διότι δεν συντάχθηκαν υπό τους όρους του άρθρου 183 (ίδιου κώδικα), ύστερα από παραγγελία αρμόδιου ανακριτικού υπαλλήλου ή του ανακριτή ή του δικαστικού συμβουλίου ή του ποινικού δικαστηρίου. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, αποτελούν απλά έγγραφα, οπότε δεν είναι αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να μνημονεύονται ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ούτε απαιτείται ειδική αιτιολογία για τη μη αποδοχή του πορίσματος τους. Σημειώνεται δε ότι το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης, έλαβε υπόψη και συναξιολόγησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τις ανωτέρω εκθέσεις ως απλά έγγραφα, μη αποδεχόμενο το πόρισμα τους, διότι ήταν αντίθετο εκείνου της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, αλλά και των διαλαμβανόμενων στο σκεπτικό λοιπών παραδοχών του, μεταξύ των οποίων ότι ο αναιρεσείων, ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος της οφειλέτριας εταιρείας είχε προβεί στην εκχώρηση στον εγκαλούντα της αναφερόμενης στην επίδικη σύμβαση απαίτησής της, ότι το αναφερόμενο στην σύμβαση εκχώρησης ποσό πράγματι οφείλετο στον τελευταίο, όπως προέκυπτε και από παραστατικά, επιστολές, ηλεκτρονικά μηνύματα της οφειλέτριας εταιρείας, ότι το έργο που αφορούσε είχε εκτελεστεί και ότι ο εγκαλών είχε αμετακλήτως απαλλαγεί, με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, των κατηγοριών για πλαστογραφία με χρήση και υπεξαίρεση, που σχετίζονταν με την ως άνω σύμβαση. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ανάγονται στην εσφαλμένη, κατά τους ισχυρισμούς του, συνεκτίμηση και συγκριτική στάθμιση του περιεχομένου της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και της τεχνικής έκθεσης της Βασιλικής Σαλεσιώτη με τις επικαλούμενες από τον ίδιο αντίθετες κατά περιεχόμενο εκθέσεις και δεν αποτελούν νόμιμο λόγο αναίρεσης, καθόσον αναφέρονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ουσίας. Επομένως, ο πέμπτος και ο έβδομος (πρόσθετος) λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Από τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραδοχή ή μη του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αναβολής, εφόσον αυτό υπεβλήθη παραδεκτώς και είναι ορισμένο και σαφές, άλλως υποπίπτει στην πλημμέλεια της έλλειψης ακρόασης (άρθ. 171 παρ. 2 ίδιου κώδικα) και, αν απορρίψει το αίτημα αυτό, οφείλει να διαλάβει στην απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος του 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (Α.Π. 32/2020, ΑΠ 81/2019). Ομοίως, η παρεμπίπτουσα απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, η απορριπτική της αίτησης του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, κατά το άρθρο 61 του ΚΠΔ, λόγω της ύπαρξης εκκρεμούς δίκης στο πολιτικό δικαστήριο για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει, όμως, σχέση με την ποινική δίκη, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, έστω και αν η αποδοχή ή η απόρριψη της αίτησης αναβολής είναι δυνητική για το ποινικό δικαστήριο και έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 61 του ΚΠΔ, ως ζήτημα για το οποίο εκκρεμεί δίκη στο πολιτικό δικαστήριο και έχει σχέση με την ποινική δίκη, νοείται εκείνο που ανάγεται σε στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος (ΑΠ 487/2020, ΑΠ 1028/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών και της προσβαλλόμενης απόφασης, οι συνήγοροι του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, υπέβαλαν εγγράφως και ανέπτυξαν προφορικά: 1) αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, προκειμένου να κληθεί ως μάρτυρας η υπάλληλος της προαναφερθείσας εταιρείας Ε Ρ, για να εξεταστεί επί των διαλαμβανόμενων στο σχετικό αίτημα θεμάτων σχετικά με την κατασκευή, υπογραφή και σφράγιση της από 6-4-2012 σύμβασης εκχώρησης απαίτησης και 2) αίτημα αναβολής της δίκης κατ' άρθ. 61 ΚΠΔ μέχρι το τέλος δύο δικών που εκκρεμούσαν στα πολιτικά δικαστήρια και αφορούσαν ζητήματα που είχαν σχέση με την ποινική δίκη, αφού αφορούσαν στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης και δη την αναλήθεια ή μη του περιεχομένου της υποβληθείσας από τον αναιρεσείοντα έγκλησης σε βάρος του ήδη εγκαλούντος. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του υποβληθέντος στο ακροατήριο σχετικού αιτήματος του αναιρεσείοντος, επρόκειτο: α) για την εκκρεμούσα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου πολιτική δίκη, κατόπιν της από 20-1-2014 αγωγής της προαναφερθείσας εταιρείας κατά του εγκαλούντος, για αδικοπραξία και αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης, από την, κατά την ενάγουσα, παράνομη είσπραξη από τον εναγόμενο, μεταξύ άλλων και του ποσού που αναφέρεται στην ως άνω σύμβαση εκχώρησης απαίτησης, επί της οποίας είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. 9/2016 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και β) για την εκκρεμούσα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πολιτική δίκη, κατόπιν της από 9-5-2014 αγωγής του εγκαλούντος κατά της εταιρείας, η οποία, με τη υπ' αριθμ. 156/2019 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου αναβλήθηκε μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης  επί της πρώτης αγωγής. Τα ανωτέρω αιτήματα απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο με την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, η παρατιθέμενη στο τέλος του σκεπτικού φράση «...απορριπτομένων των αιτημάτων του κατηγορουμένου περί αναβολής και αναστολής της δίκης, καθότι κάτι τέτοιο δεν κρίνεται απαραίτητο, ενόψει και του χρόνου τέλεσης της πράξης», παραπέμπει στις διαλαμβανόμενες στο σκεπτικό ως άνω παραδοχές του Δικαστηρίου (ότι δηλαδή από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων, ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας είχε προβεί στην εκχώρηση στον εγκαλούντα της αναφερόμενης στην επίδικη σύμβαση απαίτησης της, ότι το αναφερόμενο στην σύμβαση εκχώρησης ποσό πράγματι οφείλετο στον τελευταίο και ότι ο εγκαλών είχε αμετακλήτως απαλλαγεί των κατηγοριών για πλαστογραφία με χρήση και υπεξαίρεση, που σχετίζονταν με την ως άνω σύμβαση) και επομένως η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν ήταν απαραίτητη η αναβολή βασίστηκε και αιτιολογήθηκε με τις διαλαμβανόμενες στο ίδιο σκεπτικό ως άνω παραδοχές του, για την αποδεικτική θεμελίωση των οποίων κρίθηκαν επαρκή τα παρατιθέμενα στο σκεπτικό αποδεικτικά μέσα, ενώ ως εκ περισσού αναφέρθηκε και ο κίνδυνος παραγραφής λόγω του χρόνου τέλεσης της πράξης. Υπό τα δεδομένα αυτά, οι αντίθετες αιτιάσεις του  αναιρεσείοντος, που διαλαμβάνονται στους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης και έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των προαναφερόμενων αιτημάτων αναβολής (άρθρα 171 παρ.2, 510 παρ.1 στοιχ.Α΄ και Δ΄ ΚΠΔ) είναι αβάσιμοι.

Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ. και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφέρεται και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας κατά τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση στη άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στην άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Αντίθετα, δεν είναι αυτοτελείς όσοι ισχυρισμοί συνιστούν απλώς νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή αρνούνται ή αποκρούουν στοιχεία της κατηγορίας, οι οποίοι, λόγω της φύσης τους, αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ, που επιφέρει σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ. Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλον λόγο, ούτε έχει υποχρέωση να διαλάβει στην απόφαση του ειδική αιτιολογία γι' αυτόν (ΑΠ 811/2020, 1399/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 του ΠΚ, "Εκτός από τις περιπτώσεις των άρθρων 21, 22, 25, 304 παρ. 4,367 και 371 παρ. 4, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης αίρεται και όταν αποτελεί ενάσκηση δικαιώματος ή εκπλήρωση καθήκοντος που προβλέπεται στο νόμο". Το άρθρο αυτό θέτει γενικό κανόνα και έτσι για την άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης λόγω άσκησης νομίμου δικαιώματος ή εκπλήρωση καθήκοντος, απαιτείται ειδική πρόβλεψη από το ποινικό δίκαιο, όπως οι ειδικά ορισμένες στο άρθρο αυτό διατάξεις του Π.Κ. ή η ύπαρξη ειδικού κανόνα του δικαίου, γραπτού ή εθιμικού, με περιεχόμενο την ενάσκηση δικαιώματος ή εκπλήρωση καθήκοντος (ΑΠ 578/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, οι συνήγοροι υπεράσπισης του αναιρεσείοντος ανέπτυξαν προφορικά και κατέθεσαν εγγράφως ισχυρισμό περί άρσης του αδίκου της πράξης της ψευδούς καταμήνυσης, καθόσον ο τελευταίος στην υποβολή της έγκλησης προέβη στα πλαίσια εντολής και πληρεξουσιότητας που του χορήγησε το Δ.Σ. της εταιρείας, το οποίο την εκπροσωπεί συλλογικά κατ' άρθ. 18 παρ. 1, 2 και 22 παρ. 3 K.N. 2190/1920, άλλως, στα πλαίσια εκπλήρωσης καθήκοντος, που επιβάλλεται από το νόμο. Όσον αφορά το επικουρικό σκέλος του ισχυρισμού, αυτός προβλήθηκε αόριστα, διότι δεν προσδιορίστηκε ποίο καθήκον, προβλεπόμενο από τις αναφερόμενες στο άρθ. 20 Π.Κ. ή από άλλο ειδικό κανόνα δικαίου εκπλήρωσε ο αναιρεσείων και επομένως το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει. Κατά τα λοιπά ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, διότι ο αναιρεσείων δεν μπορούσε να επικαλεστεί την ως άνω εντολή και πληρεξουσιότητα της ανώνυμης εταιρείας για τη θεμελίωση λόγου άρσης του αδίκου κατά το άρθρο 20 Π.Κ. για την υποβολή εν γνώσει του ψευδούς εγκλήσεως σε βάρος του εγκαλούντος και επομένως το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ειδικά επί του ισχυρισμού αυτού (ΑΠ 717/2019) ωστόσο διέλαβε σχετική αιτιολογία και επί του νομικού αυτού επιχειρήματος του αναιρεσείοντος στο περί ενοχής σκεπτικό της απόφασης. Επομένως, και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης  από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β΄ και Δ΄ ΚΠΔ σε συνδ. με το άρθρο 171 παρ.2 ΚΠΔ είναι αβάσιμος.

Όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 Π.Κ., για την στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης των μη ταπεινών αιτίων, κατά την έννοια του εδ. β' αυτής, απαιτείται ο υπαίτιος να ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια, που ως τοιαύτα νοούνται τα μη αντίθετα προς την κοινή περί ηθικής ή κοινωνικής τάξης, συνείδηση και τα μη μαρτυρούντα διαστροφή χαρακτήρα και κακοβουλία του δράστη, για δε το ορισμένο αυτού απαιτείται να εκτίθενται και τα αίτια που ώθησαν τον κατηγορούμενο στην πράξη του (ΑΠ 104/2021). Εξάλλου, η αναγνώριση της εκ του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ ελαφρυντικής περίστασης, προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης (ΑΠ 189/2020, ΑΠ 239/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, δια των συνηγόρων του, πρόβαλε, όπως προαναφέρθηκε, αυτοτελείς ισχυρισμούς για την αναγνώριση στο πρόσωπο του των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, καθώς και εκείνου του άρθρου 84 παρ. 2 α', το οποίο και του αναγνωρίστηκε. Ειδικότερα δε προς θεμελίωσή τους ανέφερε τα εξής:

α) όσον αφορά τα ελαφρυντικά του άρθ. 84 παρ. 2 β': «Σας αναφέρω συγκεκριμένα περιστατικά, σχετικά με το γεγονός ότι στην πράξη αυτή ωθήθηκα από μη ταπεινά αίτια, τα οποία επιβεβαιώθηκαν με έγγραφα και μάρτυρες και ειδικότερα:

Ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Π» όφειλα να εκτελέσω την απόφαση του ΔΣ με αριθμό πρακτικού 2072/27.11.2013, με την οποία μου δινόταν η εντολή να καταθέσω μήνυση εναντίον του Ν. Θ, τη στιγμή δε μάλιστα που το ΔΣ είχε εξετάσει, ως όφειλε, εμπεριστατωμένα όλες τις παραμέτρους και τα ενδεχόμενα που αφορούσαν την επίδικη σύμβαση εκχώρησης, είχε δε βεβαιωθεί για την υπεξαίρεση — πλαστογραφία του Ν. Θ ενώπιον του λιμενικού ταμείου και μου έδωσε τη σχετική πληρεξουσιότητα.

Συνεπώς, εκ του συνόλου του αποδεικτικού υλικού που ετέθη ενώπιον σας, ήτοι τα έγγραφα, τις καταθέσεις των μαρτύρων προκύπτει ότι ωθήθηκα στην πράξη, όχι ατομικά αλλά στα πλαίσια της συλλογικής απόφασης — πληρεξουσιότητας που μου χορηγήθηκε από το ΔΣ της εταιρείας. Με βάση τα ανωτέρω, πρέπει να μου αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων (άρθρο 84 παρ. 2 β' ΠΚ)».

Το Δικαστήριο απέρριψε τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό με το σκεπτικό ότι: «... δεν προέκυψε ότι προέβη στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια, το αντίθετο μάλιστα», παρότι ήταν αόριστος και δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, καθόσον η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα εντολή και πληρεξουσιότητα της εταιρίας που εκπροσωπούσε για την υποβολή της έγκλησης δεν αποτελεί στοιχείο που θα μπορούσε κατά νόμο να θεμελιώσει τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του. Σε κάθε περίπτωση, με επαρκή αιτιολογία έκρινε ότι προέβη στην υποβολή της εν γνώσει του ψευδούς έγκλησης από αίτια αντίθετα εκείνων που απαιτούνται για την αναγνώριση του ελαφρυντικού. 

β) όσον αφορά τα ελαφρυντικά του άρθ. 84 παρ. 2 ε': «Σας αναφέρω συγκεκριμένα περιστατικά, σχετικά με την συμπεριφορά μου μετά την τέλεση της πράξης, τα οποία επιβεβαιώθηκαν με έγγραφα και μάρτυρες και ειδικότερα: Από το χρονικό διάστημα από της τελέσεως της πράξεως μέχρι και σήμερα (5/10/2021), ήτοι για χρονικό διάστημα επτά (7) περίπου ετών επέδειξα άριστη διαγωγή, αποτελώντας χαρακτηριστικό παράδειγμα αναστροφής της προηγηθείσας στιγμιαίας παραβατικής συμπεριφοράς μου. Έχω επιδείξει άψογη προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά και δεν έχω υποπέσει σε καμία παράβαση οποιουδήποτε είδους. Αντιθέτως, στο ικανό αυτό χρονικό διάστημα των επτά (7) περίπου ετών, απολαμβάνω την εκτίμηση του κοινωνικού, επαγγελματικού μου περίγυρου, είμαι ενεργός στην κοινωνία με άμεμπτη προσωπική και οικογενειακή ζωή. Η καλή συμπεριφορά μου μετά την πράξη προκύπτει πόσο από την σφαιρική παρουσία θετικών στοιχείων, [συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, συνδρομή (οικονομική και ηθική) στα παιδιά μου που σπουδάζουν], και από την έλλειψη αρνητικών (απουσία οποιασδήποτε εμπλοκής μου με την ποινική δικαιοσύνη).

Περαιτέρω, η θετική συμμετοχή μου στην κοινωνική μετά την τέλεση της πράξης, ενισχύεται από τη κοινωνική δραστηριότητα που αναπτύσσω. Η εταιρεία μου, κατόπιν εισηγήσεώς μου, έχει αναλάβει την οικονομική στήριξη πολλών φιλανθρωπικών και θρησκευτικών ιδρυμάτων όπως του Κέντρου Ειδικών Ατόμων η «Χαρά», του μικρού Κ, του φιλανθρωπικού συλλόγου ΜΑΤΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ, της Χριστιανικής αδελφότητας ο καλός Σαμαρείτης, κλπ. Στο πλαίσιο αυτό αναλαμβάνω τη χρηματοδότηση των αθλητικών τοπικών σωματείων για την ανάπτυξη του αθλητικού πνεύματος, της νεολαίας και της ευγενούς άμιλλας. Συγκεκριμένα το έτος 2013 πραγματοποιήσαμε χορηγίες ποσού 6.500 ευρώ, το 2014 χορηγίες ποσού 12.000 ευρώ, το 2015 χορηγίες ποσού 19.880 ευρώ, το 2016 χορηγίες ποσού 14.800 ευρώ, το 2017 χορηγίες ποσού 24.400 ευρώ, το 2018 χορηγίες ποσού 16.000 ευρώ, το 2019 χορηγίες 17.300 ευρώ, το 2020 χορηγίες ποσού 30.400 ευρώ και το 2021 μέχρι τον Αύγουστο χορηγίες ποσού 8.400 ευρώ.

Ενόψει όλων αυτών αποδεικνύεται ότι διάγω βίο έντιμο για μεγάλο (επταετές περίπου) χρονικό διάστημα από τα επίδικα περιστατικά και πληρούνται στο πρόσωπο μου οι προϋποθέσεις αναγνώρισης του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε΄ του Π.Κ».

Το Δικαστήριο απέρριψε τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό με το σκεπτικό ότι: «... αποδείχθηκε ότι μέχρι και σήμερα συνεχίζει την ίδια συμπεριφορά απέναντι στον εγκαλούντα». Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη αιτιολογία, αφού, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων «συνεχίζει την ίδια συμπεριφορά απέναντι στον εγκαλούντα», αποκλείοντας τη συνδρομή της απαιτούμενης για την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίπτωσης προϋπόθεσης της πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και του σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης. Επομένως και ο έκτος λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης και έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των παραπάνω ελαφρυντικών (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ και Δ΄ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.2 ΚΠΔ) είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη υπ' αριθμ. κατάθεσης 10712/26-11-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 144/08-10-2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου και οι από 01-03-2022 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 578 παρ.1 ΚΠΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Επίσης πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην δικαστική δαπάνη του εγκαλούντος Ν Θ, ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 10712/26-11-2021 αίτηση αναίρεσης και τους από 01-03-2022 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως του Α Α του Α, κατοίκου Παλλήνης, κατά της υπ' αριθμ. 144/08-10-2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του εγκαλούντος από πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2022.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Αυγούστου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ    Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login