ΠΕΡΙΛΗΨΗ :
-Στα άρθρα του ποινικού νόμου, που πρέπει να περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα, δεν περιλαμβάνονται και εκείνα που περιέχουν γενικούς ορισμούς, όπως είναι οι διατάξεις του γενικού μέρους, όπως πχ το άρθρο 15 του ΠΚ (ΑΠ 300/2013, AΠ 1308/2011 ΝΟΜΟΣ).
-Εφόσον η αμέλεια και η ιδιαίτερη υποχρέωση του κατηγορουμένου δεν θεμελιώνεται σε παράβαση συγκεκριμένου επιτακτικού κανόνα, αλλά προκύπτει από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με την ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου κατηγορουμένου προς ενέργεια, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται στο κλητήριο θέσπισμα και άλλοι ειδικότεροι κανόνες δικαίου προς θεμελίωση της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του κατηγορουμένου ιατρού, καθ` ότι με τις διατάξεις αυτές δεν καθιερώνεται το αξιόποινο της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άρθρο 302 ΠΚ), αλλά περιέχονται γενικοί ορισμοί περί της ιατρικής δεοντολογίας και δεν περιέχουν, ούτε επιτακτικούς κανόνες δικαίου, ούτε ποινικές κυρώσεις, παρά μόνο πειθαρχικές, οπότε δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται στο κλητήριο θέσπισμα και η μη μνεία τους δεν προκαλεί ακυρότητα αυτού. Σ` αυτό αναφέρεται ρητώς η έννομη σχέση, από την οποία πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του κατηγορουμένου να παρεμποδίσει την επέλευση του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του ασθενούς.
-Yπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια ασθενούς στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες το αποτέλεσμα του θανάτου, ως συνέπεια ιατρικής πράξεως ή παραλείψεως, οφείλεται σε παράβαση από αυτόν (ιατρό) των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να υπάρξει αμφισβήτηση και η ενέργεια ή παράλειψή του αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμελείας. Η ιδιαίτερη δε νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς απορρέει από το νόμο, τον κώδικα ιατρικής δεοντολογίας (Ν. 3418/2005) και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς, που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξεως.
ΑΡΙΘΜΟΣ 285/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ` ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου-Εισηγήτρια και Ευφροσύνη Καλογεράτου- Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου .... του ..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βγόντζα, περί αναιρέσεως της υπ` αριθ.13/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου και με πολιτικώς ενάγοντα τον ... του ..., κάτοικο ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Φιντανή.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ` αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ` αριθμ. πρωτ. .../17-4-2014 αίτησή του αναίρεσης, καθώς και στον από 27-12-2018 πρόσθετο λόγο αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2018.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 17-4-2014 (με αριθ. πρωτοκόλλου .../17-4-2014) αίτηση του ... του ..., κατοίκου ..., μετά τον από 27/12/2018 πρόσθετου αυτής λόγου, για αναίρεση της υπ` αρ. 13/2014 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου, η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 εδ. α` του Κ.Π.Δ. βιβλίο στις 31 Μαρτίου 2014, έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά τα άρθρα 473 παρ. 1,2,3 και 509 παρ.2 εδ. α και γ Κ.Π.Δ. Πρέπει, επομένως, να συνεκδικασθούν ως συναφή (τα ως άνω δικόγραφα) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των λόγων τους. Πρέπει να εκτεθεί ότι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης συζητήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στις 7/11/2014, στη συνέχεια ορίσθηκε Εισηγητής το κατά την ως άνω δικάσιμο μέλος της σύνθεσης του Δικαστηρίου .... Ο τελευταίος συνταξιοδοτήθηκε πριν ολοκληρώσει την διάσκεψη, ήτοι χωρίς να έχει συνταχθεί και παραδοθεί από τον Εισηγητή σχέδιο απόφασης, με την υπογραφή του Προέδρου του Τμήματος, στο οποίο να αποτυπώνεται το περιεχόμενο και το αποτέλεσμα της διάσκεψης, με συνέπεια να καταστεί αδύνατη η έκδοση απόφασης. Κατόπιν των παραπάνω ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου τούτου με το υπ` αριθμό πρωτ. .../2018 έγγραφό του προς την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου επανέφερε διοικητικά τη σχετική δικογραφία προκειμένου να εισαχθεί προς ανασυζήτηση στο οικείο τμήμα του Δικαστηρίου τούτου. Εν τέλει δε προσδιορίσθηκε προς ανασυζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 173, 174, 320 και 321 ΚΠΔ προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία ο κατηγορούμενος κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ΠΚ, που την προβλέπει. Τα στοιχεία δε της πράξης πρέπει να είναι τόσα ώστε ο κατηγορούμενος να λάβει σαφή και λεπτομερή γνώση της κατηγορίας που του αποδίδεται για να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Ακριβής δε είναι ο καθορισμός όταν παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ποινικά επιλήψιμη και διωκόμενη πράξη κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της, όπως απαιτεί η οικεία και υποχρεωτικά παρατιθέμενη ποινική διάταξη, η οποία τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει τις προϋποθέσεις του αξιοποίνου της πράξης και την απειλούμενη ποινή χωρίς όμως να απαιτείται η αναφορά περιστατικών και στοιχείων που προσιδιάζουν στα χαρακτηριστικά μιας αιτιολογημένης δικαστικής απόφασης με την οποία το κλητήριο θέσπισμα, ως εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, δεν ταυτίζεται σε καμία περίπτωση (ΑΠ 378/2015). Στα άρθρα δε που πρέπει να περιλαμβάνονται στο κλητήριο θέσπισμα δεν είναι και εκείνα που περιέχουν γενικούς ποινικούς ορισμούς, όπως το άρθρο 15 του Π.Κ. Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις στη πρόοδο της δίκης. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί, τότε η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο με λόγο έφεσης κατά της εκκλητής απόφασης. Εφόσον η εν λόγω ακυρότητα δεν προταθεί ως λόγος έφεσης καλύπτεται. Αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του Κ.Π.Δ. (ΑΠ 63/2017, ΑΠ 300/2013, ΑΠ 1337/2013).
Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ., πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του Κ.Π.Δ. από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο από τις διατάξεις του άρθρου 321 του Κ.Π.Δ. περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού η παραδοχή του άγει στην κήρυξη της ποινικής δίωξης απαράδεκτης και, ενδεχομένως, στην οριστική παύση αυτής λόγω παραγραφής της πράξης. Στην προκείμενη υπόθεση ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, δια των συνηγόρων υπεράσπισής του, πρόβαλε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Νάξου) ένσταση ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο παραπέμφθηκε να δικασθεί, λόγω μη αναφοράς σ` αυτό των πραγματικών περιστατικών από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωσή του να ενεργήσει, καθώς και ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο απέρρεε αντικειμενικά και υποκειμενικά η υποχρέωσή του να ενεργήσει. Το ως άνω Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση αυτή με την υπ` αρ. 398/2012 απόφασή του. Κατά της τελευταίας ο αναιρεσείων άσκησε έφεση, μεταξύ δε των λόγων αυτής (έφεσης) περιλαμβάνετο και αυτός με τον οποίο αποδίδετο στην εκκαλούμενη απόφαση σφάλμα που αφορούσε την απόρριψη της ως άνω ένστασής του. Ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου παραδεκτά ο αναιρεσείων επανυπέβαλε δια των συνηγόρων του την εν λόγω ένστασή του, η οποία, αφού αναπτύχθηκε προφορικά, περιλήφθηκε το κείμενο της στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου και η οποία "ένσταση", κατά πιστή μεταφορά από τα πρακτικά, έχει ως εξής:
"ΕΝΣΤΑΣΗ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΚΛΗΤΗΡΙΟΥ ΘΕΣΠΙΣΜΑΤΟΣ [άρθρα 321, 174 παρ.2 και 171 παρ. 1 περ. δ` του Κ.Π.Δ. σε συνδυασμό προς τα άρθρα 6 παρ. 1 και 3 περ. α` της Ε.Σ.Δ.Α. και 14 παρ. 3 περ. α` του Δ.Σ.Α.Π.Δ.] 1. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης σε πρώτο βαθμό, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, υπέβαλα νόμιμα και παραδεκτά ενώπιον του δικάσαντος Πλημμελειοδικείου ένσταση ακυρότητας του με αριθμό 2011/81 κλητηρίου θεσπίσματος της κας Αντεισαγγελέως Πλημμελειοδικών Νάξου η οποία αφού αναπτύχθηκε προφορικά από τους συνηγόρους υπεράσπισής μου, καταχωρίσθηκε εγγράφως στα πρακτικά της με αριθμό 721, 788/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου (βλ. σελ. 11 - 18). Η πιο πάνω ένστασή μου απορρίφθηκε με την ως άνω απόφαση (βλ. σελ. 19 - 24) με την οποία η εκδίκαση της υπόθεσης εν τέλει αναβλήθηκε για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους. Κατά τη μετ` αναβολή εκδίκαση της υπόθεσης επανέφερα - προέβαλα εκ νέου πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία αφού αναπτύχθηκε προφορικά από τους συνηγόρους υπεράσπισής μου, καταχωρίσθηκε εγγράφως στα πρακτικά της με αριθμό 398/2012 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου και ήδη εκκαλουμένης (βλ. σελ. 5 - 11). Η ως άνω ένσταση μου απορρίφθηκε από την εκκαλούμενη απόφαση (βλ. σελ. 15 - 17). 2. Τη μη νόμιμη και εσφαλμένη απόρριψη της πιο πάνω ενστάσεως προσέβαλα με ειδικό λόγο έφεσης όπως τούτο προκύπτει από την έκθεση εφέσεως μου στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρεται "Η απόρριψη της πιο πάνω ένστασης, τόσο κατά την αρχική συζήτηση της υπόθεσης στις 12.10.2011 (βλ. σελ. 19 - 24 της με αριθμό 721, 788/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου), όσο και κατά την μετ` αναβολή δικάσιμο της 10.09.2012, όταν και η πιο πάνω ένσταση νομοτύπως επαναφέρθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, αναπτύχθηκε δε προφορικώς και καταχωρίσθηκε με το πιο πάνω περιεχόμενο στα πρακτικά της εκκαλούμενης απόφασης δεν είναι νόμιμη. Και τούτο διότι: (α) Οι πιο πάνω ενστάσεις απορρίφθηκαν εσφαλμένα, χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθώς αφενός δεν εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια οι λόγοι για τους οποίους απορρίφθηκαν οι πιο πάνω αιτιάσεις του εκκαλούντος κατά τους κύρους του κλητηρίου θεσπίσματος και αφετέρου δεν εκτίθενται ειδικά ως προς τον καθένα εκ των λόγων ακυρώσεως οι σκέψεις εκείνες που δικαιολογούν την απόρριψή του. (β) Ερμηνεύτηκαν και εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι διατάξεις των άρθρων 321, 174 παρ. 2 και 171 παρ. 1 περ. δ` του Κ.Π.Δ., 6 παρ. 1 και 3 περ. α` της Ε.Σ.Δ.Α. και 14 παρ. 3 περ. α` του Δ.Σ.Α.Π.Δ., καθώς και του άρθρου 15 του Π.Κ. (γ) Προκλήθηκε σχετική ακυρότητα της διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 174 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. (δ) Προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ` του Κ.Π.Δ., καθώς παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 περ. α` της Ε.Σ.Δ.Α. και 14 παρ. 3 περ. α` του Δ.Σ.Α.Π.Δ. που κατοχυρώνουν το θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να λάβει γνώση, με κάθε λεπτομέρεια, για το περιεχόμενο της σε βάρος του αποδιδόμενης κατηγορίας. (ε) Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του καθώς αν και έπρεπε να κάνει δεκτή την πιο πάνω ένσταση ακυρότητας και να ακυρώσει, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 του Κ.Π.Δ., το προσβαλλόμενο κλητήριο θέσπισμα, εντούτοις την απέρριψε και προχώρησε στην εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Συνεπώς, καθώς το δικάσαν Πλημμελειοδικείο απέρριψε εσφαλμένα και παρά το νόμο την πιο πάνω ένσταση για την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η εκκαλούμενη απόφαση πρέπει να εξαφανισθεί και να κριθεί ότι το πιο πάνω κλητήριο θέσπισμα είναι άκυρο για τους λόγους, που ήδη πιο πάνω προσδιορίσθηκαν". 3. Ήδη, επαναφέρω νόμιμα και παραδεκτά την πιο πάνω ένστασή μου ενώπιον του Δικαστηρίου Σας και ζητώ να κηρυχθεί άκυρο το σε βάρος μου κατηγορητήριο, όπως αυτό περιέχεται στο με αριθμό 2011/81 κλητήριο θέσπισμα της κας Αντεισαγγελέως Πλημμελειοδικών Νάξου με το οποίο αποδίδεται σε βάρος μου κατηγορία για ανθρωποκτονία εξ αμελείας δια παραλείψεως τελούμενη από έχοντα ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Αντιλέγω ρητά στην πρόοδο της διαδικασίας διότι το ανωτέρω κλητήριο θέσπισμα δεν έχει τα απαιτούμενα κατά το νόμο στοιχεία με αποτέλεσμα να παραβιάζεται ευθέως το δικαίωμα μου να λάβω λεπτομερή γνώση της σε βάρος μου κατηγορίας και να υπερασπιστώ αποτελεσματικά τον εαυτό μου (όπως αυτό κατοχυρώνεται αφενός στα άρθρα 321, 174 παρ.2 και 139 του Κ.Π.Δ. και αφετέρου στο άρθρο 6 παρ. 1 και 3 της Ε.Σ.Δ.Α. και 14 παρ. 1 του Δ.Σ.Α.Π.Δ. και του άρθρου 171 παρ. 1 περ. δ`, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3904/2010]. Ειδικότερα: 4. Βασικό υπερασπιστικό δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου, ως απόρροια και εκδήλωση του δικαιώματος ακροάσεως κατ` άρθρο 20 του Συντάγματος, αποτελεί το δικαίωμα πληροφορήσεώς του ως προς την κατηγορία, που του αποδίδεται. Το δικαίωμα αυτό δεν περιορίζεται βέβαια μόνο στο χώρο της προδικασίας, αλλά εκτείνεται και σ` αυτόν της διαδικασίας στο ακροατήριο και αποσκοπεί στην εξασφάλιση της δυνατότητας του κατηγορουμένου να οργανώσει αποτελεσματικά την άμυνά του απέναντι στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Βασίζεται μάλιστα όχι μόνο στη διάταξη του άρθρου 20 του Συντάγματος, αλλά και σε εκείνη του άρθρου 6 παρ.3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). σύμφωνα με την οποία "πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όπως πληροφορηθεί εν τη βραχυτέρα προθεσμία εις γλώσσαν την οποίαν εννοεί και εν λεπτομερεία την φύσιν και τον λόγον της εναντίον του κατηγορίας". Στο εν λόγω δικαίωμα αντιστοιχεί και υποχρέωση των οργάνων απονομής της ποινικής Δικαιοσύνης προς εξασφάλιση της απολαύσεώς του. Αντιστοιχεί δηλαδή υποχρέωση πληροφόρησης του κατηγορουμένου για το περιεχόμενο της κατηγορίας που διατυπώνεται σε βάρος του και αυτό, μεταξύ άλλων, πρέπει να περιλαμβάνει και ακριβή καθορισμό της κατηγορούμενης πράξης, καθώς και αναφορά των εφαρμοστέων άρθρων του ποινικού νόμου, αναφορά που πρέπει κατ` ανάγκη να συμπεριλαμβάνει και τα άρθρα που προβλέπουν και οριοθετούν τις κύριες (στερητικές της ελευθερίας ή χρηματικές) ποινές, καθώς και την υποχρεωτική ή δυνητική επιβολή παρεπόμενων ποινών. 5. Ο ουσιαστικός χαρακτήρας του δικαιώματος πληροφορήσεως ως αναγκαίας προϋπόθεσης του δικαιώματος ακροάσεως υπερασπίσεως, καθορίζει και τα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει η πληροφόρηση της κατηγορίας στον κατηγορούμενο, η οποία πρέπει να είναι κυρίως πλήρης: Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται κάθε περιστατικό θεμελιωτικό της κατηγορίας, η αντίκρουση του οποίου εξοβελίζει ή μειώνει την ποινική ευθύνη του. Για "πληροφόρηση εν λεπτομερεία κάνει λόγο η ΕΣΔΑ, ενώ την "ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία" του παραπεμπτικού βουλεύματος επιβάλλει το άρθρο 139 Κ.Π.Δ. Σύμφωνα με την σταθερή νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η πληροφόρηση του κατηγορουμένου ως προς την κατηγορία αποτελεί "μια νομική πράξη τέτοιας σημασίας, ώστε να πρέπει να εκτελείται με διαδικαστικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις ικανές να εγγυηθούν την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του" (S. κατά ..... 1.3.2006], ενώ το αντίστοιχο υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου να πληροφορηθεί πλήρως και με λεπτομέρεια την σε βάρος του κατηγορία πρέπει να υλοποιείται κατά τρόπο τέτοιο, ώστε ο κατηγορούμενος να μπορεί να καταλάβει την έκταση της κατηγορίας και να μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του [D. κατά .... 1.3.2001, M. κατά .... 25.7.2000]. 6. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 1 στ. δ` του ΚΠΔ, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων: "δ) τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται (εν. ο κατηγορούμενος) και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει". Η μη τήρηση της πιο πάνω διάταξης συνεπάγεται την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, σύμφωνα με την παρ. 4 του ίδιου πιο πάνω άρθρου. Σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 321 παρ. 1 στ. δ` του ΚΠΔ, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει επί ποινή ακυρότητας τον ακριβή καθορισμό της πράξης, ως συνόλου περιστατικών, για την οποία κατηγορείται ο δράστης [ενδ. ΑΠ 674/1985, ΠοινΧρ 1985.908. ΑΠ 201/1986, ΕλλΔνη 27.240]. Εν ολίγοις, σύμφωνα με την πιο πάνω ερμηνεία του άρθρου 321 παρ. 1 στ. δ` ΚΠΔ, στο κλητήριο θέσπισμα πρέπει να αναγράφονται όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ακόμα και τον εξωτερικό όρο του αξιοποίνου, όπου τέτοιος απαιτείται [ενδ. Πλημμ.Γιανν. 856/2003, ΠοινΔνη 2004.167, Πλημμ.Θεσσαλ. 3421/1990, ΠοινΧρ 1990.1056].7.Εν προκειμένω, το κλητήριο θέσπισμα έχει τις εξής ουσιώδεις ελλείψεις, ως προς όσα επιβάλλονται από τις ανωτέρω διατάξεις, με συνέπεια να μην είμαι σε θέση να αναπτύξω αποτελεσματικά τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς μου και να αντικρούσω την αποδιδόμενη, σε εμένα κατηγορία, και πρέπει να ακυρωθεί για τους ακόλουθους λόγους: I. 1. Σύμφωνα με την πάγια και σταθερή νομολογία του Ανωτάτου Ακυρωτικού και των δικαστηρίων ουσίας, το κλητήριο θέσπισμα με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη σύμφωνα με τα άρθρα 15, 28 και 302 παρ. 1 του Π.Κ., εκτός των προβλεπόμενων στο άρθρο 321 παρ. 1 του ΚΠΔ άλλων στοιχείων, πρέπει επιπλέον να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου να ενεργήσει, και σε περίπτωση που αυτή πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός. Η υποχρέωση να περιέχει τα πρόσθετα αυτά στοιχεία το κλητήριο θέσπισμα, επιβάλλεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδαφ. α της ΕΣΔΑ. Το δικαίωμα της λεπτομερούς πληροφόρησης εμπεριέχει και τη γνώση του επιτακτικού κανόνα δικαίου από τον οποίο αντικειμενικώς και υποκειμενικώς απορρέει η υποχρέωση του να ενεργήσει. Αν δεν περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα και τα πρόσθετα αυτά στοιχεία, που απαιτούνται για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη, μολονότι ο κατηγορούμενος είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει, τότε το κλητήριο θέσπισμα και μαζί με αυτό η κλήτευση του κατηγορούμενου είναι άκυρα σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 του Κ.Π.Δ. (βλ. ενδ. ad hoc ΑΠ 84/2008, ΝοΒ 2008 σελ. 710, ΑΠ 1505/2007 ΠΛογ 2008 σελ. 93, ΑΠ 400/2013, ΤριμΠλημΧαλκιδικής 1393/2009 (προσκομιζόμενη), ΤριμΠλημΧίου 922/2009 (προσκομιζόμενη)). Στην προκείμενη περίπτωση στο υπό κρίση κλητήριο θέσπισμα δεν υπάρχουν τα ελάχιστα εκείνα στοιχεία για να είναι ορισμένη σύμφωνα με τα ανωτέρω η σε βάρος μου αποδιδόμενη κατηγορία για ανθρωποκτονία εξ αμελείας τελούμενη δια παραλείψεως. Ειδικότερα:(α) Αν και η σε βάρος μου κατηγορία περιγράφεται να έχει τελεσθεί δια παραλείψεως (άρθρο 15 του Π.Κ) σε κανένα σημείο του κλητηρίου θεσπίσματος δεν προσδιορίζεται, με σαφή και ορισμένο τρόπο, η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς αποτροπή του επελθόντος αποτελέσματος. Η δε αναφορά στην κατηγορία σε "ιδιαίτερη νομική υποχρέωση λόγω της υπηρεσίας και του επαγγέλματός τους" από μονή της δεν αρκεί καθώς αυτή αναφέρεται σε γενική υποχρέωση και όχι σε ειδική (ιδιαίτερη) νομική υποχρέωση (βλ. ανωτ. ΑΠ 1505/2007), λαμβάνοντας, μάλιστα υπόψη, ότι στην κατηγορία δεν προσδιορίζεται καθόλου η ιατρική ειδικότητα που έφερα κατά τον κρίσιμο χρόνο (επ` αυτού βλ. κατωτέρω). (β) Δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, που να προσδιορίζουν την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς ενέργεια για αποτροπή του αποτελέσματος. (γ) Δεν προσδιορίζεται και δεν μνημονεύεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο απέρρεε αντικειμενικά και υποκειμενικά (με βάση την ιατρική ειδικότητα) η υποχρέωσή μου να ενεργήσω [βλ. ad hoc ΑΠ 84/2008, ΠΧ 2008 σελ. 833, ΑΠ 1505/2007 ΠX 2008 σελ. 437, ΑΠ 400/2013]. Στο κλητήριο θέσπισμα αν και περιγράφεται μια σειρά από παραλείψεις (βλ. σελ. 4, "δεν διέγνωσε ως όφειλε έμφραγμα... δεν προσήλθε άμεσα στο νοσοκομείο... δεν του χορήγησε ... θεραπευτική αγωγή... ούτε κινητοποίησε το μηχανισμό...", εντούτοις δεν προσδιορίζονται οι αντίστοιχοι επιτακτικοί κανόνες δικαίου που να προβλέπουν και να καθιδρύουν την αντίστοιχη υποχρέωση προς ενέργεια. Και τούτο την στιγμή, που η αναφορά στη με αριθμό Υ10α/Γ.Π. 129776 υπουργική απόφαση όχι μόνο δεν θεμελιώνει αντίστοιχη ειδική υποχρέωση προς ενέργεια αλλά αντίθετα την αποκλείει (βλ. κεφάλαιο ΣΤ παρ. 3 όπου αναφέρεται "Οι υποχρεώσεις των γιατρών που εκτελούν εφημερίες ετοιμότητας, καθορίζονται ως εξής: γ) Υποχρεούνται να είναι προετοιμασμένοι για την αντιμετώπιση κάθε περιστατικού της ειδικότητός τους", επ` αυτού βλ. και κατωτέρω). Συνεπώς το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει τα ελάχιστα απαιτούμενα στοιχεία και για το λόγο αυτό πρέπει να ακυρωθεί. II. Σύμφωνα με το κλητήριο θέσπισμα "ο 1ος κατηγορούμενος υπό την ιδιότητά του ως ιατρού ο οποίος την ως άνω ημέρα ευρισκόταν σε εφημερία ετοιμότητας, ήτοι υποχρεωμένος όχι να βρίσκεται καθ` όλη τη διάρκειά της στο νοσοκομείο (όπως οι ευρισκόμενοι σε γενική εφημερία), αλλά έτοιμος να προσέλθει όποτε του ζητηθεί, σύμφωνα με την υπ` αριθ. Υ10α/ΓΠ 129776 από 31.1.2006 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καίτοι ενημερώθηκε για το περιστατικό τηλεφωνικά από τη 2η κατηγορουμένη για το περιστατικό...". Με το περιεχόμενο αυτό το κλητήριο θέσπισμα δεν συγκεντρώνει τις ελάχιστες αναγκαίες προϋποθέσεις εγκυρότητας. Ειδικότερα: (α) Δεν προσδιορίζεται καθόλου η ιατρική ειδικότητα, που έφερα κατά τον κρίσιμο χρόνο, ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η σύνδεση της ειδικότητας αυτής αφενός με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτήν και αφετέρου με τις αντίστοιχες παραλείψεις που καταλογίζονται στο πρόσωπό μου, όταν μάλιστα αποδίδεται σε ιατρό παθολόγο ως παράλειψη η μη έναρξη θρομβολυτικής θεραπείας ή μη διενέργεια βαλβιδοπλαστικής. (β) Η μη αναφορά της ειδικότητας έχει ως επιπλέον συνέπεια την αοριστία του βασικού στοιχείου της κατηγορίας περί υποχρέωσης προσέλευσης, λαμβάνοντας, μάλιστα υπόψη, ότι σύμφωνα με το κεφάλαιο ΣΤ παρ. 3 της πιο πάνω υπουργικής απόφασης η εφημερία ετοιμότητας αναφέρεται στην αντιμετώπιση περιστατικού της ειδικότητας του ιατρού. (γ) Περαιτέρω, στην κατηγορία δεν αναφέρεται (έστω διηγηματικά) ότι κλήθηκα να προσφέρω τις υπηρεσίες μου. Όπως απαιτείται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του κεφαλαίου ΣΤ της πιο πάνω υπουργικής απόφασης. Αντιθέτως, αναφέρεται ότι ενημερώθηκα για το περιστατικό, που δεν αρκεί για την σαφή και ορισμένη περιγραφή της κατηγορίας. (δ) Τέλος, αν και στοιχείο της κατηγορίας αποτελεί η υποχρέωση προσέλευσης στο νοσοκομείο για την άμεση έναρξη της ενδεδειγμένης θεραπείας "ήτοι εισαγωγή σε μονάδα εμφραγμάτων και έναρξη θρομβολυτικής θεραπείας ή διενέργεια, αγγειοπλαστικής", εντούτοις δεν αναφέρεται αν στο συγκεκριμένο νοσοκομείο - κέντρο υγείας υπήρχε η δυνατότητα διενέργειας των πράξεων αυτών. Αντιθέτως, στην κατηγορία αναφέρεται: "ή (εφόσον το ως άνω νοσοκομείο δε μπορούσε να παρέχει την ενδεδειγμένη αγωγή άμεση διακομιδή σε άλλο νοσοκομείο". Με τον τρόπο αυτό, όμως, η κατηγορία δεν είναι σαφώς προσδιορισμένη για τον πρόσθετο λόγο ότι φέρει διαζευκτική διατύπωση. Συνεπώς το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να ακυρωθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ
ΖΗΤΩ Να γίνει δεκτή η παρούσα ένστασή μου.
Να ακυρωθεί το με αριθμό 2011/81 κλητήριο θέσπισμα της κας Αντεισαγγελέως Πλημμελειοδικών Νάξου".
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ` αρ. 13/2014 απόφασή του, απέρριψε τους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς που προέβαλαν παραδεκτά οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, σκεπτικό: "Κατά τη διάταξη του άρθρου 321 παρ. 1 στοιχ. δ` του ΚΠοινΔ, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει, εκτός άλλων, να περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία ως προς την αποδιδόμενη σ` αυτόν κατηγορία και τούτο διότι, ο κατηγορούμενος πρέπει να λάβει σαφή και λεπτομερή γνώση της αποδιδόμενης σ` αυτόν με την άσκηση της ποινικής δίωξης κατηγορίας για να μπορέσει να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Πλέον τούτου το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιλαμβάνει και το άρθρο του ποινικού νόμου το οποίο προβλέπει την πράξη για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή. Στα άρθρα του ποινικού νόμου, που πρέπει να περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα, δεν περιλαμβάνονται και εκείνα που περιέχουν γενικούς ορισμούς, όπως είναι οι διατάξεις του γενικού μέρους, όπως πχ το άρθρο 15 του ΠΚ (ΑΠ 300/2013, AΠ 1308/2011 ΝΟΜΟΣ). Αν δεν περιέχεται και το στοιχείο αυτό, το κλητήριο θέσπισμα και μαζί του η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, είναι άκυρα, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 του ΚΠοινΔ. Έτσι στην περίπτωση, κατά την οποία ο κατηγορούμενος κατηγορείται για ανθρωποκτονία από αμέλεια, που τελέστηκε με πράξη ή παράλειψη, το κλητήριο πρέπει να περιέχει ακριβή περιγραφή της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξης κατά τα αντικειμενικά και τα υποκειμενικά της στοιχεία και τη διάταξη του ποινικού νόμου που την προβλέπει και την τιμωρεί (άρθρα 28, 302 παρ.1 ΠΚ). Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 302 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του προβλεπομένου από τις ως άνω διατάξεις πλημμελήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται, α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ` αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να είχε αυτός τη δυνατότητα, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσας προσοχής, είτε δε προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επέρχονταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται απλώς σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει το αποτέλεσμα η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Πρόκειται για ειδική μορφή εγκλήματος όπου η επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος εξαιτίας της παραλείψεως ισοδυναμεί νομικώς με τη δι` ενεργείας παραγωγή αυτού, εφόσον συντρέχει η προβλεπόμενη στο νόμο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, της οποίας το περιεχόμενο συνίσταται ειδικώς στην αποτροπή του εγκληματικού αποτελέσματος, με ενέργειες του δράστη, που επενεργούν αμέσως, και ο οποίος υπέχει θέση εγγυητή της διαφυλάξεως του προσβαλλόμενου (με το ως άνω αποτέλεσμα) εννόμου αγαθού. Αναγκαία όμως προϋπόθεση της εφαρμογής της διατάξεως αυτής είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής (και όχι ηθικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή, η οποία δημιουργείται μόνο για τον εμφανιζόμενο ενώπιον της έννομης τάξης ως έχοντα θέση εγγυητή της ασφάλειας του έννομου αγαθού, που προσβάλλεται με την επέλευση του αποτελέσματος που πρέπει να αποτραπεί δια ίδιων ενεργειών του δράστη και συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, μπορεί να πηγάζει: α) από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου προς ενέργεια, γ) από ειδική σχέση, δυνάμενη να θεμελιωθεί, είτε σε συμβατικό δεσμό, είτε σε προηγουμένη ενέργεια του υπαιτίου της παραλείψεως, δια της οποίας αυτός αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον και δ) από ορισμένη προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Στην περίπτωση αυτή, για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη, σύμφωνα με τα άρθρα 15, 28 και 302 παρ.1 του ΠΚ, εκτός των προβλεπόμενων στο άρθρο 321 παρ. 1 του ΚΠοινΔ άλλων στοιχείων, πρέπει επί πλέον να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαίτιου να ενεργήσει, και σε περίπτωση που αυτή πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου να προσδιορίζεται και ο κανόνας δικαίου αυτός. Η υποχρέωση να περιέχει τα πρόσθετα αυτά στοιχεία το κλητήριο θέσπισμα, επιβάλλεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδάφ. α της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και αποτελεί εσωτερικό δίκαιο, το οποίο ορίζει ότι "..ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να πληροφορείται στη βραχύτερη προθεσμία, στη γλώσσα την οποία εννοεί και με κάθε λεπτομέρεια, τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας...", παρεπομένου ότι το δικαίωμα της λεπτομερούς πληροφόρησης εμπεριέχει και τη γνώση του επιτακτικού κανόνα δικαίου από τον οποίο υποκειμενικώς και αντικειμενικώς απορρέει η υποχρέωση του να ενεργήσει. Εν όψει αυτών υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια ασθενούς στις περιπτώσεις εκείνες όπου το εν λόγω αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση από αυτόν των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργειά του ή η παράλειψή του δεν ήταν σύμφωνη με το καθήκον επιμέλειας. Η ιδιαίτερη αυτή υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς απορρέει από το νόμο και τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, καθώς και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς, που δημιουργείται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ή της ιατρικής πράξης. Προϋποτίθεται βέβαια ότι συντρέχει και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης και του αποτελέσματος, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει, στην περίπτωση κατά την οποία, αν γινόταν η επιβεβλημένη ενέργεια, η οποία τελικά δεν έγινε, τότε με πιθανότητα που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα δεν θα είχε επέλθει (ΑΠ 436/2012, ΑΠ 159/2011, ΑΠ 236/2012, ΑΠ 172/2010). Αν δεν περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα και τα πρόσθετα στοιχεία, που απαιτούνται για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη, μολονότι αυτός είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει, τότε αυτό και μαζί του η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, είναι άκυρα, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 του ΚΠΔ. Την ακυρότητα αυτή του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί, δηλαδή αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως ακυρότητα και αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει επαναφέροντάς την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη (173 παρ.1 ΚΠοινΔ) (ΑΠ 157/2013, ΑΠ 261/2013 ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι άνω εκ των συνηγόρων του κατηγορουμένου, στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου τούτου δικαστηρίου, πρόβαλλαν εκ νέου, για λογαριασμό του, τους άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς, που είχαν προβάλλει και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τους οποίους πρόβαλλαν επίσης με ειδικό λόγο εφέσεως, λόγω απορρίψεώς τους, ισχυριζόμενοι ότι, το επιδοθέν στον κατηγορούμενο, για ανθρωποκτονία από αμέλεια δια παραλείψεως από έχοντα ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος, κλητήριο θέσπισμα, είναι άκυρο, διότι δεν περιέχει ακριβή καθορισμό της άνω αποδιδόμενης πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που το προβλέπει (άρθρο 321 παρ.1 δ και 4 του ΚΠοινΔ) και συγκεκριμένα, δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του κατηγορουμένου να ενεργήσει προς αποτροπή του επελθόντος αποτελέσματος, ούτε αναφέρεται σ` αυτό ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο απέρρεε η ειδική υποχρέωσή του αυτή και επί πλέον είναι αόριστο, λόγω μη ακριβούς χαρακτηρισμού της πράξης που του αποδίδεται, αφού δεν προσδιορίζει την ιατρική του ειδικότητα, ούτε το εάν προσκλήθηκε και ποια ώρα, από τον σε ενεργή εφημερία ιατρό, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του, προς αντιμετώπιση περιστατικού της ειδικότητάς του, ούτε εάν στο συγκεκριμένο Κέντρο Υγείας υπήρχε δυνατότητα διενέργειας των απαραίτητων πράξεων θεραπείας του ασθενούς. Όπως προκύπτει από την κρινόμενη με αριθμ.εκθ. .../13-9-2012 έφεση του εκκαλούντος- κατηγορουμένου, κατά της πρωτοβάθμιας υπ` αριθμ.398/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου, που επιτρεπτώς επισκοπούνται, προκειμένου να ερευνηθεί το παραδεκτό του άνω ισχυρισμού, ο παριστάμενος κατηγορούμενος προέβαλε παραδεκτά την ακυρότητα του εν λόγω κλητηρίου θεσπίσματος, για τους άνω λόγους, η οποία απορρίφθηκε και τούτο προβλήθηκε ως ειδικός λόγος έφεσης, οπότε παραδεκτά κατ` αρχήν προτείνεται εκ νέου και στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου τούτου Δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της ανωτέρω εφέσεώς του, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του επιδοθέντος στον κατηγορούμενο, στις 13- 5-2011 (βλσχ αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας της Εισαγγελίας Νάξου, ....), με αριθμό ....../12-5-2011 κλητηρίου θεσπίσματος, το περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφορικά με τον εν λόγω κατηγορούμενο, ως προς την αποδιδόμενη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια δια παραλείψεως από έχοντα ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος, κατά την περιγραφή της εν λόγω πράξης, διαλαμβάνει στο περιεχόμενό του τα ακόλουθα: "Στη ... την 8η Ιουλίου 2006, ενώ είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση λόγω της υπηρεσίας και του επαγγέλματος του σε καταβολή ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής, από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός επαγγελματίας, επέφερε δια παραλείψεων τον θάνατο άλλου, ο οποίος επισυνέβη στις 8-7-2006, χωρίς να προβλέψει το ως άνω αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η συμπεριφορά του και δη οι παραλείψεις του, μολονότι λόγω του επαγγέλματος του, ως περιγράφεται κατωτέρω, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος του θανάτου. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο και ειδικότερα περί ώρα 02:30` πμ μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο .... ο ηλικίας τότε 52 ετών ασθενής, ... του .., πατέρας του ήδη μηνυτή ... του ..., με βήχα και εφίδρωση και αισθανόμενος έντονο θωρακικό άλγος, τον οποίο εξέτασε η τελούσα σε ενεργή εφημερία αγροτική ιατρός, ... του .. (τότε 2η κατηγορουμένη), και λόγω χαμηλού κορεσμού οξυγόνου του χορήγησε με μάσκα βρογχοδιασταλτικά και οξυγόνο. Στη συνέχεια και περί ώρα 03:20` πμ η ανωτέρω αγροτική ιατρός επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο, ιατρό, ... του .., ο οποίος την ως άνω ημέρα ευρισκόταν σε εφημερία ετοιμότητας, ήτοι υποχρεωμένος όχι να βρίσκεται καθ` όλη τη διάρκειά της στο νοσοκομείο (όπως οι ευρισκόμενοι σε ενεργή εφημερία), αλλά έτοιμος να προσέλθει όποτε του ζητηθεί. Πλην όμως ο κατηγορούμενος δεν προσήλθε στο ανωτέρω νοσοκομείο πριν τις 06:30` πμ αλλά παρείχε τηλεφωνικά οδηγίες στην αγροτική ιατρό να διενεργήσει στον ανωτέρω ασθενή τεστ τροπονίνης (προσδιορίζει επακριβώς εάν εξελίσσεται καρδιακό έμφραγμα ή βλάβη στον καρδιακό μυ), το οποίο δεν ήταν αρνητικό (ένδειξη η οποία μόνο αυτή εάν υπήρχε θα απέκλειε την ύπαρξη εμφράγματος ή την εξέλιξη οποιουδήποτε προβλήματος στον καρδιακό μυ), αλλά ανησυχητικά αμφίρροπο, ήτοι εκτιμήθηκε με την ένδειξη "+ -" (όπως αναφέρει ο ειδικός ιατροδικαστής ... στην από 2-12-2010 κατάθεσή του). Για το λόγο αυτό ακολούθησε επανάληψη του τεστ τροπονίνης στις 05:00` π.μ. και ήταν θετικό, ήτοι δηλωτικό εμφράγματος του μυοκαρδίου, για το οποίο επίσης ενημερώθηκε τηλεφωνικά ο κατηγορούμενος από την αγροτική ιατρό. Ακολούθως, η κατάσταση του ασθενούς επιδεινώθηκε και μετά από αποτυχημένη προσπάθεια ανάνηψης του λόγω μη λειτουργίας του απινιδωτή, κατέληξε στις 07:25` π.μ. λόγω οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου, η δε αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμένου έγκειται στο ότι, υπό την ιδιότητά του ως ιατρού, ο οποίος την ως άνω ημέρα ευρισκόταν σε εφημερία ετοιμότητας ,ήτοι υποχρεωμένος όχι να βρίσκεται καθ` όλη τη διάρκειά της στο νοσοκομείο (όπως οι ευρισκόμενοι σε ενεργή εφημερία), αλλά έτοιμος να προσέλθει όποτε του ζητηθεί, σύμφωνα με την υπ` αριθμ. Υ10α/Γ.Π. 129776 από 30-1-2006 απόφαση του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καίτοι ενημερώθηκε τηλεφωνικά από την αγροτική ιατρό για το περιστατικό, όπως ανωτέρω αναφέρεται, αφενός δεν προσήλθε στο ανωτέρω νοσοκομείο πριν τις 06.30`πμ. αλλά παρείχε τηλεφωνικά τις ανωτέρω περιγραφόμενες οδηγίες, αφετέρου καίτοι η εικόνα του ασθενούς με το θωρακικό άλγος (ενδεικτικό εμφράγματος του μυοκαρδίου) και την αναπνευστική δυσχέρεια (δηλωτική οξέος πνευμονικού οιδήματος απότοκος του εμφράγματος), σε συνδυασμό με το ανησυχητικό μη αρνητικό πρώτο τεστ τροπονίνης και το επιβαρυντικό ιατρικό ιστορικό του το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος, αφού ήταν προσωπικός ιατρός του ανωτέρω ασθενή (ηλικία 52 ετών, φύλο άνδρας, χρόνιος καπνιστής και λήπτης σκευασμάτων Salospir δηλωτικά ισχαιμικής νόσου της καρδιάς), έπρεπε να τον οδηγήσουν (ήδη από τη διενέργεια του πρώτου τέστ τροπνίνης) στη διάγνωση του εμφράγματος του μυοκαρδίου, την άμεση προσέλευσή του στο νοσοκομείο και την άμεση έναρξη της ενδεδειγμένης θεραπείας, ήτοι εισαγωγή σε μονάδα εμφραγμάτων και έναρξη θρομβολυτικής θεραπείας ή διενέργεια αγγειοπλαστικής ή (εφόσον το ανωτέρω νοσοκομείο δε μπορούσε να παρέχει την ενδεδειγμένη αγωγή) άμεση διακομιδή σε άλλο νοσοκομείο, δε διέγνωσε ως όφειλε έμφραγμα του μυοκαρδίου, δεν προσήλθε άμεσα στο νοσοκομείο, δεν του χορήγησε, ως όφειλε, την ανωτέρω ενδεδειγμένη θεραπευτική αγωγή, ούτε κινητοποίησε, ως όφειλε, άμεσα το μηχανισμό για την διακομιδή του σε άλλο νοσοκομείο, γεγονότα που επέφεραν σε πλήρη αιτιώδη συνάφεια το θάνατο του. Αποτέλεσμα της προαναφερθείσας αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου ήταν να επέλθει ο θάνατος του ανωτέρω ασθενούς την 8η Ιουλίου 2006 και ώρα 07:25` πμ με αιτία θανάτου το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, όπως προκύπτει από την υπ` αριθμ ...6/2006 Ληξιαρχική Πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Δήμου ...". Επίσης, στο εν λόγω κλητήριο θέσπισμα ως νομικές διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν την πράξη για την οποία ο κατηγορούμενος κλήθηκε να δικαστεί, μνημονεύονται εκείνες των άρθρων 1,12, 14, 15, 28, 51, 53, 57,61,63,64,79 και 302 παρ. 1 του ΠΚ, σε συνδυασμό με την υπ` αριθμ.Υ10α/Γ.Π. 129776 από 30-1-2006 Απόφαση του Υπουργείου Υγείας Και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (εδαφ. ΣΤ`) (βλσχ κλητήριο θέσπισμα).
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω αναφερθέντα, το ελεγχόμενο κλητήριο θέσπισμα, που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο, εισαγόμενο σε δίκη για ανθρωποκτονία από αμέλεια δια παραλείψεως από έχοντα ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος, μνημονεύει "παραβίαση των άρθρων 1,12, 14, 15, 28, 51, 53, 57,61,63,64,79 και 302 παρ. 1 του ΠΚ, σε συνδυασμό με την υπ` αριθμ.Υ10α/Γ.Π. 129776 από 30-1-2006 Απόφαση του Υπουργείου Υγείας Και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (εδαφ. ΣΤ`) (βλσχ κλητήριο θέσπισμα) και περιέχει όλα τα κατ` άρθρο 321 ΚΠοινΔ και 6 παρ.3 εδαφ.α` της ΕΣΔΑ, στοιχεία για το αποδιδόμενο στον κατηγορούμενο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέσθηκε με παράλειψη (άρθρα 28, 15, 302 παρ.1 ΠΚ), εφόσον σ` αυτό αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που το συγκροτούν, κατά την αντικειμενική και υποκειμενική (μη συνειδητή αμέλεια) του υπόσταση, όπως και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του κατηγορουμένου να ενεργήσει προς παρεμπόδιση του επελθόντος αποτελέσματος, ως ιατρός κρατικού νοσοκομείου (...), αλλά και ως εφημερεύων με εφημερία ετοιμότητας, όπως και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και του επελθόντος αξιόποινου αποτελέσματος. Ειδικότερα αναφέρεται η ύπαρξη ιδιαίτερης, δηλαδή ειδικής και όχι γενικής υποχρεώσεως του κατηγορουμένου ιατρού, κατά την άσκηση του επαγγέλματος του, για ενέργεια που προς παρεμπόδιση του επελθόντος αποτελέσματος και συγκεκριμένα η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς και ότι η υποχρέωσή του αυτή πηγάζει, κατά το μνημονευόμενο σε αυτό άρθρο 15 του ΠΚ, από το νόμο, όπως τα άρθρα 24 και 25 του Α.Ν. 1565/1939, τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (άρθρο 9 του Ν.3418/2005), όπως και από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, συνυφασμένων με την ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, καθώς και από την εγγυητική θέση, λόγω του επαγγέλματος του, απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς, που δημιουργείται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, αλλά και κυρίως ως ευρισκομένου σε εφημερία ιατρού on call, ήτοι κατάσταση ετοιμότητας για την προσέλευσή του στο νοσοκομείο σε περίπτωση ειδοποίησής του τηλεφωνικά από την έχουσα ενεργή εφημερία αγροτική ιατρό, για περιστατικά που θα ήταν αναγκαία η παρουσία του, κατά τα διαλαμβανόμενα στη ρητά αναφερόμενη στο εν λόγω κλητήριο θέσπισμα άνω Υπουργική Απόφαση. Περαιτέρω, εφόσον η αμέλεια και η ιδιαίτερη υποχρέωση του κατηγορουμένου δεν θεμελιώνεται σε παράβαση συγκεκριμένου επιτακτικού κανόνα, αλλά προκύπτει από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με την ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου κατηγορουμένου προς ενέργεια, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται στο κλητήριο θέσπισμα και άλλοι ειδικότεροι κανόνες δικαίου προς θεμελίωση της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του κατηγορουμένου ιατρού, (όπως θα μπορούσαν επί πλέον να αναφερθούν στο κλητήριο αυτό θέσπισμα), όπως το άρθρο 24 του ΑΝ 1565/1939 "Περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ κατά το άρθρο 47 ΕισΝΑΚ, κατά το οποίο "ο ιατρός οφείλει να παρέχει με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση την ιατρική του συνδρομή, σύμφωνα με τις θεμελειώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσας πείρας τηρώντας τις ισχύουσες διατάξεις για τη διαφύλαξη των ασθενών και την προστασία των υγιών" ή το άρθρο 25 αυτού, κατά το οποίο "κάθε ιατρός οφείλει να παρέχει κατά πάσα ώρα της ημέρας ή της νυκτός την πρώτη ιατρική βοήθεια επί αιφνιδίων κλπ. επικινδύνων ή σοβαρών ασθενειών και ατυχημάτων...." ή το άρθρο 9 παρ. 3 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, κατά το οποίο, "ο ιατρός οφείλει να παρέχει τις υπηρεσίες του για την αντιμετώπιση επειγόντων περιστατικών ανεξάρτητα από την ειδικότητά του και η υποχρέωση αυτή βαρύνει τον ιατρό, ακόμη και όταν δεν υπάρχουν τα κατάλληλα μέσα για την άσκηση της ιατρικής, και ισχύει μέχρι την παραπομπή του ασθενή σε ιατρό κατάλληλης ειδικότητας ή τη μεταφορά του σε κατάλληλη μονάδα παροχής υπηρεσιών φροντίδας και περίθαλψης, ενώ σε κάθε περίπτωση, ο ιατρός οφείλει να εξαντλήσει τις υπάρχουσες, κάτω από τις δεδομένες συνθήκες, δυνατότητες, σύμφωνα με τις επιταγές της ιατρικής επιστήμης", καθ` ότι με τις διατάξεις αυτές δεν καθιερώνεται το αξιόποινο της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άρθρο 302 ΠΚ), αλλά περιέχονται γενικοί ορισμοί περί της ιατρικής δεοντολογίας και δεν περιέχουν, ούτε επιτακτικούς κανόνες δικαίου, ούτε ποινικές κυρώσεις, παρά μόνο πειθαρχικές, οπότε δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται στο κλητήριο θέσπισμα και η μη μνεία τους δεν προκαλεί ακυρότητα αυτού. Σ` αυτό αναφέρεται ρητώς η έννομη σχέση, από την οποία πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του κατηγορουμένου να παρεμποδίσει την επέλευση του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του ασθενούς. Έτσι στην προκειμένη περίπτωση τα αναφερόμενα στο άνω κλητήριο θέσπισμα άρθρα (1,12, 14, 15, 28, 51, 53, 57,61,63,64,79 και 302 παρ. 1 του ΠΚ, σε συνδυασμό με την υπ` αριθμ.Υ10α/Γ.Π. 129776 από 30-1-2006 Απόφαση του Υπουργείου Υγείας Και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (εδαφ. ΣΤ`), έστω και δια παραλείψεως των άνω ειδικότερων άρθρων και προϋποθέσεων, τα οποία όμως δεν θεμελιώνουν το έγκλημα, ούτε προβλέπουν ποινικές κυρώσεις, καλύπτουν τις βασικές επιταγές του άρθρου 321 του ΚΠοινΔ και συνεπώς το κλητήριο θέσπισμα και συνακόλουθα και το κατηγορητήριο δεν έπασχαν ακυρότητας από την παράλειψη αναφοράς των επί πλέον επικαλουμένων από τους συνηγόρους του κατηγορουμένου στοιχείων, τα οποία δεν ήταν απαραίτητα για τη θεμελίωση της αποδιδόμενης κατηγορίας, απορριπτόμενου του σχετικού υπερασπιστικού ισχυρισμού του κατηγορουμένου. Τέλος, η επικαλούμενη μη αναφορά στο κλητήριο θέσπισμα και συνακόλουθα και στο κατηγορητήριο, αιτιολογιών σχετικά με την ειδικότητα του κατηγορουμένου ιατρού, το αν προσκλήθηκε και ποια ακριβώς ώρα, από την σε ενεργή εφημερία ιατρό, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του κλπ, δεν το καθιστούν αόριστο και δεν αποτελούν λόγο ακυρότητας αυτού, αλλά περιεχόμενο επαρκούς και πλήρως αιτιολογημένης αποφάσεως περί ενοχής του κατηγορουμένου. Επομένως οι άνω λόγοι ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, που απορρίφθηκαν πρωτόδικα και επαναφέρθηκαν παραδεκτά με την έφεση του κατηγορουμένου είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι".
Με τις παραδοχές αυτές, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις προεκτεθείσες σκέψεις, το Εφετείο ορθά και με σαφή, ειδική και πλήρη αιτιολογία έκρινε ότι το ένδικο κλητήριο θέσπισμα περιέχει όλα τα απαιτούμενα για την εγκυρότητά του και εντεύθεν εκπλήρωση του σκοπού του στοιχεία και συγκεκριμένα αυτά που ενδιαφέρουν ενόψει του περιεχομένου του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος της ακριβούς περιγραφής της πράξης και των άρθρων του νόμου που τη θεμελιώνουν και πρέπει να περιλαμβάνονται σ` αυτό και κατ` ακολουθίαν απέρριψε τους σχετικούς αυτοτελείς ισχυρισμούς-ενστάσεις του (αναιρεσείοντος). Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β και Δ του Κ.Π.Δ. λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της σχετικής ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από την ως άνω έλλειψη του κλητηρίου θεσπίσματος που δεν καλύφθηκε και της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών αντίστοιχα, που στο δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης συγκροτούν τον πρώτο αναιρετικό λόγο, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση και για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από τις ως άνω ελλείψεις του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι απαράδεκτος κι εντεύθεν απορριπτέος γιατί η όποια έλλειψη του κλητηρίου θεσπίσματος μπορεί να προκαλέσει μόνο σχετική και όχι απόλυτη ακυρότητα (Α.Π. 91/2015). Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. α και 3 στοιχ. α της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε για πρώτη φορά από την Ελλάδα με το Ν.2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/74 και αποτελεί, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης εσωτερικού νόμου, ορίζεται ότι "κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικασθεί δίκαια, δημόσια και μέσα σε λογική προθεσμία, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει κατασταθεί (ιδρυθεί) από το νόμο, το οποίο θα αποφασίσει είτε για αμφισβητήσεις σχετικά με τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του αστικής φύσης, είτε για το βάσιμο κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης (παρ.1 εδ.α).... Ειδικότερα, κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα: α) να πληροφορηθεί, μέσα στη συντομότερη προθεσμία, σε γλώσσα την οποία κατανοεί, και με λεπτομέρεια, τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας (παρ.3 στοιχ.α)". Επίσης, με την διάταξη του έχοντος τίτλο "ισότητα διαδίκων-δικονομικές εγγυήσεις" άρθρου 14 παρ. 3 στοιχ. α του ν.2462/1997, που έχει τίτλο "Κύρωση του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, του προαιρετικού πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και του Δευτέρου Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα σχετικού με την κατάργηση της ποινής του θανάτου" ορίζεται ότι "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει, σε πλήρη ισότητα τις ακόλουθες τουλάχιστον εγγυήσεις: α) να πληροφορηθεί το συντομότερο δυνατό σε γλώσσα που κατανοεί και λεπτομερώς, τη φύση και τους λόγους της κατηγορίας εναντίον του" η οποία, όπως και όλες οι διατάξεις του, έχει την ίδια με τις προαναφερθείσες διατάξεις της ΕΣΔΑ κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος ισχύ (άρθρο πρώτο νόμου 2462/1997). Η παραβίαση των ταυτόσημων ως προς τον σκοπό τους προαναφερθεισών διατάξεων, που καθιερώνουν την αρχή της δίκαιης δίκης, δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέρα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια, που υπάγεται στους προβλεπόμενους από την εν λόγω διάταξη λόγους αναίρεσης, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ` ΚΠΔ, όπως το στοιχ. δ` της παρ. 1 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 11 του Ν.3904/23-12-2010. Κατά συνέπεια, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ο με στοιχ. Α του ως άνω άρθρου 510 λόγος αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρ. 171 παρ. 1 περ. δ` Κ.Π.Δ.) που αποτελούσε ειδικότερη αιτίαση του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο τελευταίος είναι αβάσιμος και απορριπτέος και κατά το σκέλος του που ο αναιρεσείων αιτιάται την απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβίασης των προαναφερθεισών διατάξεων της ΕΣΔΑ και Δ.Σ.Α.Π.Δ., καθόσον η αιτίασή του αυτή θεμελιώνεται στις ίδιες ως άνω αφορώσες το κλητήριο θέσπισμα πλημμέλειες που ήδη στα πλαίσια έρευνας των σχετικών μ` αυτές τριών αναιρετικών λόγων κρίθηκαν αβάσιμες.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 Π.Κ., "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφ` ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ` αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, αφ` ετέρου δε, ότι ο ίδιος, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, που από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια) είτε το προέβλεψε ως, δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την ενέργεια ή την παράλειψή του. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 Π.Κ., κατά το οποίο, "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη και μπορεί να πηγάζει από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος (Ολ.Α.Π. 4/2010). Σε αυτή την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως, να εκτίθενται, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου να ενεργήσει, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός, ήτοι η νομική διάταξη, στην οποία θεμελιώνεται η ιδιαίτερη υποχρέωση προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, ενώ, εάν η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, δεν είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός αυτής από ειδική διάταξη νόμου.
Ενόψει των ανωτέρω, υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια ασθενούς στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες το αποτέλεσμα του θανάτου, ως συνέπεια ιατρικής πράξεως ή παραλείψεως, οφείλεται σε παράβαση από αυτόν (ιατρό) των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να υπάρξει αμφισβήτηση και η ενέργεια ή παράλειψή του αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμελείας. Η ιδιαίτερη δε νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς απορρέει από το νόμο, τον κώδικα ιατρικής δεοντολογίας (Ν. 3418/2005) και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς, που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξεως. Προϋποτίθεται, βέβαια, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, όπως προαναφέρθηκε, συντρέχει και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου, η οποία, εκτός των λοιπών στοιχείων του εγκλήματος, πρέπει να αιτιολογείται με σαφήνεια και πληρότητα, προκειμένου να έχει η σχετική καταδικαστική απόφαση την επιβαλλόμενη, κατά τα κατωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που, από μόνη της ή μαζί με τη συμπεριφορά άλλου προσώπου, βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα. Στα δια παραλείψεως τελούμενα εγκλήματα, θεωρείται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραλείψεως και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος στην περίπτωση, κατά την οποία, αν δεν είχε συντρέξει η αμελής συμπεριφορά (παράλειψη) του υπαιτίου, αν γινόταν δηλαδή η επιβεβλημένη ενέργεια, που τελικά δεν έγινε, τότε με μεγάλη πιθανότητα, η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα (ΑΠ 365/2018, ΑΠ 521/2017). Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με βάση τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου και έκανε την υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφήρμοσε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον `Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Τέλος, από το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ., το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη, ως αποδεικτικό μέσο, αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσης του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Η πραγματογνωμοσύνη αυτή εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο, κατ` εφαρμογή του άρθρου 177 του ιδίου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Οφείλει, όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικανική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που ο πραγματογνώμονας θέτει ως βάση της γνώμης του (ΑΠ 282/2017, 68/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθμ. 13/2014 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημ/των) Αιγαίου, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων κατ` είδος αποδεικτικών μέσων (ανωμοτί κατάθεση πολιτικώς ενάγοντος, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, νόμιμα γνωστοποιηθέντων μαρτύρων πολιτικής αγωγής, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, την από 20-11-2009 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε με πράξη του Πταισματοδίκη Νάξου, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία κατηγορούμενου), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με το Π.Δ. 238/29-9-1999 (ΦΕΚ 200/Α/1999), ιδρύθηκε το ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ-ΚΕΝΤΡΟ ΥΓΕΙΑΣ ....", με έδρα της Κεντρικής Υπηρεσίας του το Δήμο ...., υπαγόμενο στις διατάξεις του Ν.Δ. 2592/53, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από τις διατάξεις του Ν. 1397/83 ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΥΓΕΙΑΣ, του Ν.2071/92, του Ν.2194/94 και του Ν.2519/1997. Το εν λόγω Κέντρο Υγείας, κατά τον Οργανισμό του (υπ` αριθμ.Υ4α/2284/00/15-1- 2001 ΚΥΑ, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ, τεύχος Β`, 72/30-1-2001), λειτουργεί ως Νομαρχιακό Γενικό Νοσοκομείο και ως Κέντρο Υγείας, στην περιοχή ευθύνης του, με τα περιφερειακά του ιατρεία, με σκοπό, εκτός των άλλων, την παροχή ισότιμα για κάθε άτομο, ανεξάρτητα από την οικονομική, κοινωνική και επαγγελματική του κατάσταση, σύμφωνα με τους κανόνες του Εθνικού Συστήματος Υγείας, πρωτοβάθμια περίθαλψη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του Ν. 1397/83, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του από το Ν.2194/94 και δευτεροβάθμια περίθαλψη, στο πλαίσιο και στην έκταση της διάρθρωσης της Ιατρικής του Υπηρεσίας. Κατά δε το άρθρο 5 αυτού, το εν λόγω Κέντρο Υγείας, απαρτίζεται από την Ιατρική, Νοσηλευτική και Διοικητική Υπηρεσία, κάθε μία εκ των οποίων έχει δική της συγκρότηση και ιεραρχική διαβάθμιση, υπάγονται δε όλες ιεραρχικά στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του Νοσοκομείου, η δε Ιατρική του Υπηρεσία διαρθρώνεται στους τομείς, Παθολογικό (με συνολική δύναμη 11 κρεβάτια), χειρουργικό και εργαστηριακό, ενώ ο Παθολογικός Τομέας διαρθρώνεται σε ένα Παθολογικό, ένα Καρδιολογικό και ένα Παιδιατρικό Τμήμα.... και επί πλέον λειτουργούν και τμήματα διατομεακού επιπέδου, όπως Επειγόντων Περιστατικών και Ημερήσιας Νοσηλείας (άρθρο 6). Κατά το άρθρο 10, η Ιατρική Υπηρεσία στελεχώνεται: α) από γιατρούς που κατέχουν θέσεις κλάδου γιατρών ΕΣΥ, που συνιστώνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 του Ν.1397/83 και του άρθρου 34 του Ν.2519/97, στον κλάδο γιατρών του ΕΣΥ..., β) από ειδικευόμενους γιατρούς.....Στην Ιατρική Υπηρεσία προΐσταται γιατρός Διευθυντής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 του Ν.2519/97 και στους τομείς και στα τμήματα αυτής οι προϊστάμενοι ορίζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.5 του άρθρου 58 του Ν.2071/92 κλπ (άρθρο 15). Πρέπει δε να επισημανθεί ότι στο Ν.1397/83, που διέπει τη λειτουργία του εν λόγω Κέντρου Υγείας, ορίζονται και τα ακόλουθα: στην παρ.1 του άνω άρθρου 15, "σκοπός των Κέντρων Υγείας είναι: α) Η παροχή ισότιμης πρωτοβάθμιας περίθαλψης στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής τους και σε όσους προσωρινά διαμένουν σε αυτή. β) Η νοσηλεία και παρακολούθηση αρρώστων που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο, γ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο, δ) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο". Στο άρθρο 18 αυτού: "1. Στα κέντρα υγείας μη αστικών περιοχών και στα περιφερειακά τους ιατρεία προσφέρουν υπηρεσίες γιατροί των αντίστοιχων τομέων του νοσοκομείου στο οποίο υπάγεται το κέντρο υγείας, ως εξής: α) Οι γιατροί που κατέχουν θέσεις γενικού γιατρού υπηρετούν στην έδρα του κέντρου υγείας ή περιφερειακού ιατρείου του που έχει οριστεί ως 24ωρης ετοιμότητας και επισκέπτονται τα περιφερειακά ιατρεία που λειτουργούν ορισμένες ημέρες και ώρες. β) Οι γιατροί συγκεκριμένων ειδικοτήτων οι οποίες ορίζονται με την απόφαση σύστασης κάθε κέντρου υγείας τοποθετούνται σε αυτά και προσφέρουν υπηρεσίες κατά τακτά χρονικά διαστήματα ανάλογα με τις ανάγκες τους. γ) Γιατροί άλλων ειδικοτήτων που επισκέπτονται περιοδικά το κέντρο υγείας. Οι γενικοί γιατροί πέρα από την υπηρεσία τους στο κέντρο υγείας ή το περιφερειακό ιατρείο εκτελούν και επισκέψεις στα σπίτια των αρρώστων ανάλογα με την κατάστασή τους.......2. Τα κέντρα υγείας λειτουργούν σε τακτό 8ωρο ωράριο πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα και εφημερεύουν όλες τις λοιπές ημέρες και ώρες. Τα περιφερειακά ιατρεία των κέντρων υγείας λειτουργούν σε τακτό ωράριο, που καθορίζεται από τον υπεύθυνο γιατρό του κέντρου υγείας. Τα περιφερειακά ιατρεία 24ωρης ετοιμότητας λειτουργούν σε τακτό οκτάωρο καθημερινό ωράριο και έχουν εφημερία ετοιμότητας για τις υπόλοιπες ημέρες και ώρες. 3. Στα κέντρα υγείας μη αστικών περιοχών λειτουργεί μονάδα νοσηλείας για παραμονή αρρώστων, που έχουν ανάγκη από βραχυχρόνια ιατρική παρακολούθηση. 4. Σε έκτακτες ανάγκες κάθε γιατρός του κέντρου υγείας είναι υποχρεωμένος να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο κέντρο υγείας οποιαδήποτε ώρα του 24ώρο, εφόσον κληθεί από το γιατρό εφημερίας. 5.Υπεύθυνος για το συντονισμό της Επιστημονικής Λειτουργίας του Κέντρου Υγείας είναι ιατρός ή οδοντίατρος του Ε.Σ.Υ. με βαθμό Διευθυντή, ο οποίος ορίζεται με απόφαση του Δ.Σ. του Πε,Σ.Υ.Π. μετά από γνώμη του Επιστημονικού Συμβουλίου του Πε,Σ.Υ.Π.... Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας καθορίζονται οι ειδικότερες αρμοδιότητες, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του Διευθυντή του Κέντρου Υγείας (όπως η παρ.5 ίσχυε με την παρ. 2 του άρθρου 24 του Ν. 3172/2003). Ο κατηγορούμενος, ... του ..., ιατρός παθολόγος και διευθυντής του Κέντρου Υγείας ..... (Δ/ντης Παθολογικού Τμήματος), στο οποίο παρ` ότι, κατά τον Οργανισμό του, ο Παθολογικός Τομέας διαρθρώνεται σε ένα Παθολογικό, ένα Καρδιολογικό τμήμα, δεν υπηρετούσε ιατρός καρδιολόγος, βρισκόταν σε εφημερία ετοιμότητας, από τη λήξη του κανονικού ωραρίου πρωινής λειτουργίας της 7-7-2006, μέχρι την έναρξη του ωραρίου της επόμενης ημέρας (8-7-2006), ενώ η ιατρός υπηρεσίας υπαίθρου (αγροτική ιατρός), ..., τελούσε, κατά τον ίδιο χρόνο, σε ενεργή εφημερία, σύμφωνα και με το αντίγραφο της κατάστασης εφημεριών ιατρικού προσωπικού μηνός Ιουλίου 2006. Οι υποχρεώσεις των ιατρών, που βρίσκονται σε εφημερία ετοιμότητας, καθορίζονται στο κεφάλαιο ΣΤ` της με αριθμ. Υ10α/Γ.Π.129776/2006 (ΦΕΚ 92/Β`/30-1-2006) Απόφασης του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, που ορίζει ότι: "α) οι γιατροί κατά την διάρκεια της εφημερίας ετοιμότητας βρίσκονται σε διατεταγμένη υπηρεσία και είναι στη διάθεση του Νοσοκομείου και όταν κληθούν προσφέρουν τις υπηρεσίες τους χωρίς πρόσθετη αμοιβή πέραν της προβλεπομένης από το άρθρο 45 του ν. 3205/2003. β) Οι ευρισκόμενοι σε εφημερία ετοιμότητας γιατροί, οφείλουν να διαμένουν στην πόλη που εδρεύει η μονάδα τους ή σε απόσταση τόση από αυτήν, ώστε καλούμενοι να προσέρχονται σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. γ) Υποχρεούνται να είναι προετοιμασμένοι για την αντιμετώπιση κάθε περιστατικού της ειδικότητός τους. δ) Η πρόσκληση μπορεί να γίνει από τον ενεργά εφημερεύοντα γιατρό του τμήματος, άλλον εφημερεύοντα γιατρό ή τα όργανα του Νοσοκομείου". Επιπλέον, ορίζεται στην άνω απόφαση ότι, "στη Γ` Ζώνη, που ανήκει και το ΓΝ-Κ.Υ. ....(αριθμ.24), καθημερινά θα εφημερεύουν ειδικευμένοι γιατροί σε εφημερία ενεργό, μικτή ή ετοιμότητας, ανά ένας τουλάχιστον σε κάθε τμήμα, ανάλογα με τις ανάγκες του" και στο κεφάλαιο Β` αυτής ότι, "στα Κέντρα Υγείας, καθημερινά θα εφημερεύει σε ενεργό εφημερία ένας γενικός γιατρός ή παθολόγος και ένας παιδίατρος εφόσον υπηρετεί. Σε περίπτωση που δεν υπηρετεί παιδίατρος ή ο αριθμός των υπηρετούντων παιδιάτρων δεν επαρκεί, μπορεί να εφημερεύει αντ` αυτού γενικός γιατρός, σύμφωνα με τις ανάγκες του Νοσοκομείου και του αριθμού των υπηρετούντων μπορεί ανάλογα με τις ανάγκες να εφημερεύει και άλλος ένας γιατρός ή το πολύ δύο συνολικά γιατροί προερχόμενοι από τις κατηγορίες, Γενικής Ιατρικής της παρ. 1 του άρθρου 26 του ν. 2519/1997 (ΦΕΚ 165/1997 τ. Α`) αγροτικών γιατρών, επιμελητών άνευ ειδικότητας ή ειδικευομένων. Εφημερίες ενεργείς, μικτή ή ετοιμότητας μπορούν να καθορίζονται σε καθημερινή βάση ανάλογα με τις ανάγκες και να περιλαμβάνουν έναν ειδικευμένο γιατρό ανά υφιστάμενη ειδικότητα". Στη δε παρ.6 του άρθρου 45 του Ν.3205/2003 ορίζεται ότι: "οι ιατροί που συμμετέχουν σε ενεργό εφημερία υποχρεούνται να βρίσκονται εντός του νοσοκομείου και των λοιπών μονάδων σε όλη τη διάρκειά της.... Οι ιατροί που συμμετέχουν σε εφημερία ετοιμότητας υποχρεούνται να προσέρχονται στα νοσοκομεία και στις λοιπές μονάδες όταν και όσες φορές καλούνται για παροχή ιατρικών υπηρεσιών. Σε περίπτωση κλήσης και μη προσέλευσής τους, πέρα από τη στέρηση της αμοιβής της εφημερίας, κινείται αρμοδίως και πειθαρχική διαδικασία εναντίον τους. Ο χαρακτήρας και ο τρόπος αποζημίωσης των ιατρών που μετέχουν σε πρόγραμμα εφημερίας ετοιμότητας δεν μεταβάλλονται από τις τυχόν σωρευτικές κλήσεις και τη διάρκεια παραμονής τους στους νοσοκομειακούς και λοιπούς χώρους. Η κλήση και η προσέλευση ή μη ιατρών στην περίπτωση αυτή διαπιστώνεται από τα στοιχεία της κάθε νοσηλευτικής μονάδας και με ευθύνη του γιατρού της ενεργού εφημερίας". Ενόσω λοιπόν ο κατηγορούμενος ιατρός τελούσε σε εφημερία ετοιμότητας, τις πρώτες πρωινές ώρες της 8ης Ιουλίου του 2006 (ξημερώματα Σαββάτου), ο ... του ..., ηλικίας τότε 51 ετών (γεν. 28-10- 1954), που κατοικούσε στο ..., όπου διατηρούσε οικογενειακή ταβέρνα, αφυπνίστηκε, εξαιτίας έντονου προκάρδιου άλγους με σύνοδο δύσπνοιας και εφίδρωση και άμεσα διακομίσθηκε από τους οικείους του στο Κέντρο Υγείας ... (το οποίο απέχει περί τα 17 χιλιόμετρα από την οικία του), όπου έφτασε, στο τμήμα έκτακτων περιστατικών, περί ώρα 2:30 και επελήφθη του περιστατικού η άνω τελούσα σε ενεργή εφημερία αγροτική ιατρός, ... του .... Περί των άνω συμπτωμάτων του, συμπίπτουν οι σαφείς καταθέσεις των οικείων του, που τον συνόδευσαν στο Κέντρο Υγείας, ήτοι του υιού του και πολιτικώς ενάγοντα, ..., του υιού του, ..., της συζύγου του, ..., αλλά και της εργαζομένης στην ταβέρνα και συντρόφου του πολιτικώς ενάγοντα, .... Η εν λόγω ιατρός εξέτασε τον ασθενή, που όπως η ίδια ανέφερε απολογούμενη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, "είχε όψη κουρασμένου ανθρώπου και παρουσίαζε δύσπνοια, που όπως της δήλωσε την είχε επί εξαώρου" και επίσης έλαβε το ιατρικό ιστορικό του, κατά την οποία λήψη της γνωστοποιήθηκε ότι ήταν χρόνιος καπνιστής και κοινωνικός πότης, που δεν αντιμετώπιζε κανένα ενεργό πρόβλημα υγείας, νόσημα ή πάθηση, είχε βεβαρημένο οικογενειακό ιστορικό καρδιαγγειακών παθήσεων (θάνατος της μητέρας του και του αδελφού του) και για το λόγο αυτό ελάμβανε, από 2ετίας περίπου, προληπτικά το φαρμακευτικό σκεύασμα ... των 100mg, για τη μείωση των κινδύνων εμφάνισης θρομβωτικών επεισοδίων. Σύμφωνα με το βιβλίο έκτακτων περιστατικών του Κ.Υ ...., που συμπληρώθηκε από την άνω τελούσα σε ενεργή εφημερία ιατρό, ο ασθενής προσήλθε με αναφερόμενη δύσπνοια από 6ώρου και, κατά την άνωθεν αυτού συμπλήρωση, "συνοδευόμενο από αίσθημα βάρους στην προκάρδια περιοχή" (που βέβαια νοηματικά συνέχεται με την άνω πρώτη εγγραφή, παρ` ότι, κατά τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου και της άνω ιατρού τέθηκε μεταγενέστερα, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω). Χρόνιος καπνιστής. Κατά την εισαγωγή του η αρτηριακή πίεση ήταν 150/100mmHg με 120 σφίξεις/min, κορεσμό οξυγόνου 90% και η γλυκόζη εισόδου ήταν 124 mg/dl. Από την ακρόαση των πνευμόνων διαπιστώθηκε εκπνευστικός συριγμός, ο ασθενής τέθηκε σε μάσκα οξυγόνου και του χορηγήθηκαν εισπνεόμενα βρογχοδιασταλτικά σκευάσματα (Berovent, Pulmicort). Τούτα δε, ώρα 2:50, σύμφωνα με το φύλλο νοσηλευτικής παρακολούθησης, που συμπληρώθηκε από την μάρτυρα νοσηλεύτρια, εργαζομένη στο Κ.Υ. σε νυκτερινή βάρδια από ώρα 23:00 έως 7:00, .... Λόγω της σοβαρότητας του περιστατικού η εν λόγω τελούσα σε ενεργή εφημερία αγροτική ιατρός κάλεσε τον κατηγορούμενο, τελούντα σε εφημερία ετοιμότητας ιατρό, και τον ενημέρωσε σχετικά με την κλινική εικόνα και τα συμπτώματα του ασθενούς, το βεβαρυμμένο ιστορικό του οποίου γνώριζε, καθ` ότι ήταν προσωπικός του ιατρός, όπως κατατέθηκε και από τα μέλη της οικογένειας του ασθενούς. Για την εν λόγω κλήση, ο κατηγορούμενος, κατά την απολογία του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ανέφερε ότι, έγινε στις 3:10, ενώ, κατά την απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ότι, "η πρώτη κλήση της ιατρού ήταν όταν προσήλθε ο ασθενής", κατά την αναγνωσθείσα από 12-7-2006 αναφορά του, ότι, "η γιατρός που τον εξέτασε, διαπίστωσε εκπνευστικό συριγμό και χορήγησε οξυγόνο και εισπνεόμενο βρογχοδιασταλτικό, με αποτέλεσμα η αναπνοή να βελτιωθεί και ο ασθενής να κάνει συζήτηση να αποχωρήσει από τα εξωτερικά ιατρεία...στη φάση αυτή η ιατρός με ενημερώνει για τον ασθενή τηλεφωνικά στο σπίτι μου και παρά το γεγονός ότι δεν έχει συμπτωματολογία εκείνη την ώρα, συμβουλεύω την ιατρό να τον κρατήσει στο Νοσοκομείο, να γίνει ο έλεγχος, που είναι δυνατόν να γίνει, για το λόγο ότι έχει και κληρονομικό ιστορικό επιβαρυμένο, αλλά και ατομικό ακόμη χειρότερο..". Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος, απολογούμενος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ανέφερε και ότι, "τον ασθενή τον είχα δει δύο φορές, τη μία φορά ήρθε στο ιατρείο και προσπάθησα να του αναλύσω τους κινδύνους που διατρέχει με την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ και τσιγάρου, αφιέρωσα τρία τέταρτα της ώρας και τη δεύτερη φορά είδα τον ασθενή στο σπίτι του, σαν επείγον περιστατικό, μετά από τηλεφωνική κλήση της συζύγου του, όταν παρουσίασε μεγάλης διάρκειας υπνικές άπνοιες..." και επίσης, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου απολογούμενος ανέφερε και πάλι ότι, "η σχέση μου με τον θανόντα ήταν ότι τον είχα δει μια φορά ως ασθενή στο σπίτι του και άλλη μια φορά στο Κέντρο Υγείας που τον έφερε η γυναίκα του, παροτρύνοντας τον η ίδια, για να του αναλύσω τους κινδύνους του υπερβολικού αλκοόλ και καπνίσματος. Στο σπίτι είχα πάει γιατί έπαθε άπνοιες και ανησύχησε η σύζυγός του. Για το ιστορικό της οικογένειας είχα ακούσει μόνο για το θάνατο του αδελφού.....". Όμως, στην άνω από 12-7-2006 αναφορά του για το περιστατικό, ως Δ/ντης του Παθολογικού Τμήματος, ο κατηγορούμενος ανέφερε σχετικά και ότι, "....Της προσπάθειάς μας υπερίσχυσαν σωρευμένοι δυσμενείς προδιαθεσικοί παράγοντες, δηλαδή το κληρονομικό ιστορικό και το ιδιαίτερα επιβαρημένο ατομικό ιστορικό, κατανάλωση καπνού και αλκοόλ σε επίπεδα υπερβολής. Τον ασθενή τον γνώριζα πάνω από 25 χρόνια. Τα τελευταία 4-5, προβάλλοντας την ύπαρξη σοβαρών προβλημάτων, είχε ξεφύγει πολύ από κάθε επιτρεπόμενο όριο στην κατανάλωση αλκοόλ και τσιγάρων και είχε εμφανίσει τις δυσμενείς επιδράσεις των δύο ουσιών σε διάφορα συστήματα, πλην των αγγείων (ήπαρ-κέντρο αναπνοής-είχε εμφανίσει από 1- 1,5 έτος υπνικές άπνοιες διάρκειας 30-40 λεπ., λόγος για τον οποίο τον είχα επισκεφτεί στο σπίτι του), είχα συζητήσει επανειλημμένα μαζί του, στο σπίτι, στο μαγαζί του, στο γραφείο μου, σε μια προσπάθεια να τον πείσω ότι αυτή η κατάχρηση δεν είναι δυνατόν να συνεχίζεται, χωρίς συνέπειες. Έχω χρέος εδώ να αναφέρω την αγωνιώδη προσπάθεια της συζύγου του για να τον παροτρύνει να υποβληθεί σε εργαστηριακό έλεγχο και εκ των αποτελεσμάτων να πεισθεί να σταματήσει τη χρήση καπνού και αλκοόλ......". Στη συνέχεια η τελούσα σε ενεργή εφημερία αγροτική ιατρός, ακολουθώντας τις τηλεφωνικές οδηγίες του κατηγορουμένου "για πιθανό υποκλινικό καρδιακό επεισόδιο" (βλσχ την από 12-7-2006 αναφορά του), τοποθέτησε στον ασθενή φλεβικό ορό και του έγινε ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) και εργαστηριακός έλεγχος, ήτοι τεστ τροπονίνης (που χρησιμοποιείται για την ταχεία διάγνωση του εμφράγματος του μυοκαρδίου), λόγω της υπάρχουσας αρχικής κλινικής υποψίας, που ιατρικά οδηγεί ταχέως σε ηλεκτροκαρδιογραφικό έλεγχο και αιμοληψία για τον προσδιορισμό των επιπέδων μυοκαρδιακών ενζύμων και τροπονινών στον ορό. Τα αποτελέσματα του ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ), όπως καταγράφονται στο βιβλίο εκτάκτων περιστατικών, κατά την ώρα 3:10, ήταν παρουσία Q στις απαγωγές VI, V2 και V3 και κατά τη γενομένη παραπομπή, την ώρα αυτή (καθ` ότι η γραμμή παραπομπής ξεκινάει από τις καταχωρήσεις "3:10: ΗΚΓ παρουσία Q V1,V2,V3 επί του σχετικού φύλλου και όχι, όπως ανέφερε η άνω ιατρός απολογούμενη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι έγινε στη δεύτερη φάση, μετά το 2° τεστ τροπονίνης), με την, κατά τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου τεθείσας μετέπειτα ως άνω αναφοράς, "συνοδευόμενο από αίσθημα βάρους στην προκάρδια περιοχή", το δε αποτέλεσμα του τεστ τροπονίνης δεν ήταν αρνητικό (ένδειξη η οποία μόνο αυτή εάν υπήρχε θα απέκλειε την ύπαρξη εμφράγματος ή την εξέλιξη οποιουδήποτε προβλήματος στον καρδιακό μυ), αλλά ανησυχητικά αμφίρροπο, ήτοι εκτιμήθηκε με την ένδειξη "+/ -". Τα άνω αποτελέσματα σε συνδυασμό με την κλινική εικόνα του ασθενούς (δύσπνοια από 6ωρου και βάρος στην προκάρδια χώρα, ήτοι θωρακικό άλγος, ενδεικτικό εμφράγματος του μυοκαρδίου, αναπνευστική δυσχέρεια, δηλωτική οξέος πνευμονικού οιδήματος, απότοκος του εμφράγματος, το ανησυχητικό μη αρνητικό τεστ τροπονίνης, σε συνδυασμό με το επιβαρυντικό οικογενειακό ιατρικό ιστορικό του ασθενούς, ηλικίας 51 ετών, άντρας, χρόνιος καπνιστής κλπ), θέτουν πλέον ισχυρά την αρχική υποψία οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου. Επισημαίνεται και πάλι ότι τα αποτελέσματα του 1ου αυτού τεστ τροπονίνης (+/-), δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να εκληφθούν ως αρνητικά, αλλά δυνητικά θετικά. Από τη στιγμή αυτή πλέον και μετά κρίνεται οπωσδήποτε απαραίτητη η παρουσία του ειδικού ιατρού κατηγορουμένου, που τελούσε σε εφημερία ετοιμότητας, για την προβλεπόμενη αντιμετώπιση του ασθενούς ως πάσχοντα από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και την πραγματοποίηση των απαραίτητων ενεργειών για τη διακομιδή του σε εξειδικευμένο Καρδιολογικό Τμήμα, που λειτουργούσε και στο Νοσοκομείο Σύρου, για τις οποίες ενέργειες ήταν ο μόνος αρμόδιος. Ενόψει αυτών, η τελούσα σε ενεργή εφημερία αγροτική ιατρός, περί ώρα 3:20, έχοντας τα άνω αποτελέσματα και επίσης το ότι ο κορεσμός του ασθενούς, με τη χορήγηση του οξυγόνου, είχε βελτιωθεί (εγγραφή στο φύλλο έκτακτων περιστατικών από την αγροτική γιατρό: 3:20 SQ 98% με μάσκα, εγγραφή στη νοσηλευτική παρακολούθηση: 3:20 SeQ 98% με μάσκα, Θ 36,2, έγιναν ΗΚΓ και test τροπ (+/-) κλπ), ενημέρωσε σχετικά τηλεφωνικά τον κατηγορούμενο, ο οποίος απλώς και πάλι έδωσε τηλεφωνικές εντολές να παρακολουθείται ο ασθενής και να επαναληφθούν, μετά την πάροδο 1 με 1,5 ώρας, οι εξετάσεις, ήτοι το ΗΚΓ και το τεστ τροπονίνης. Η εν λόγω αγροτική ιατρός, αφ` ενός ενημέρωσε τους οικείους του ασθενούς περί του ότι ο τελευταίος θα παραμείνει, ζητώντας τους να προσκομίσουν, προς αξιολόγηση, παλαιότερα καρδιογραφήματα του, εάν υπάρχουν και προς το σκοπό αυτό αποχώρησαν από το ... ο υιός του (πολιτικώς ενάγων), με τη μητέρα του (το γεγονός τούτο επιβεβαιώνεται και από την άνω ιατρό, κατά την απολογία της, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και από την άνω μάρτυρα νοσηλεύτρια) και αφ` ετέρου, μετά την πάροδο μιας ώρας, υπέβαλε τον ασθενή σε δεύτερο ΗΚΓ και τεστ τροπονίνης (για την εξαγωγή των αποτελεσμάτων του οποίου απαιτούνται περί τα 20 λεπτά της ώρας) και ο ασθενής μεταφέρθηκε σε κλίνη, στον διάδρομο του ... Πρέπει εδώ να επισημανθεί το γεγονός του ότι, εφόσον η αγροτική ιατρός, ακολουθώντας τις τηλεφωνικές οδηγίες του κατηγορουμένου, πραγματοποίησε το δεύτερο τεστ τροπονίνης σε περίπου μία ώρα και υπέβαλε τον ασθενή σε δεύτερο ΗΚΓ, υποδεικνύουν ότι είχαν ισχυρή υποψία της υποκείμενης νόσου του ασθενούς (οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου), το οποίο και επιβεβαιώθηκε.. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι κρίνεται αβάσιμος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί του ότι, κατά τις άνω τηλεφωνικές ενημερώσεις που είχε από την τελούσα σε ενεργή εφημερία αγροτική ιατρό, θεώρησε όλα τα ανωτέρω ευρήματα δηλωτικά, όχι εμφράγματος, αλλά αναπνευστικής νόσου, καθ` ότι όλες οι άνω εξετάσεις, που έγιναν στον ασθενή, με εντολές του κατηγορουμένου, αποσκοπούσαν αποκλειστικά στη διερεύνηση υπάρξεως ή μη οξέος εμφράγματος, καθ` ότι το ηλεκτροκαρδιογράφημα μαζί με τα ένζυμα του ορού (οι καρδιακές τροπονίνες, είναι ένζυμα που προέρχονται μόνο από τη καρδιά και ως εκ τούτου έχουν υψηλή ειδικότητα και ο προσδιορισμός της τροπονίνης παραγγέλλεται κυρίως σε ασθενείς με πόνο στο στήθος, με σκοπό να ελεγχθεί εάν αυτοί εμφανίζουν καρδιακό έμφραγμα ή κάποια άλλη καρδιακή βλάβη), αποτελούν ιατρικά τις δύο πρώτες παρακλινικές μεθόδους για τη διάγνωση του εμφράγματος, ενώ ο ασθενής δεν υποβλήθηκε σε άλλες εξετάσεις (εργαστηριακές, ακτινογραφία θώρακα κλπ), προκειμένου να διερευνηθεί τυχόν πνευμονική νόσος. Πράγματι δε, περί ώρα 5:00, το δεύτερο τεστ τροπονίνης βγήκε θετικό και στο ΗΚΓ παρουσιάστηκαν αλλαγές (παθολογικό ΗΚΓ), που σημαίνει πλέον πιστοποίηση ότι ο ασθενής παρουσιάζει καρδιακό έμφραγμα (συγκεκριμένα διάγνωση οξέως εμφράγματος του μυοκαρδίου και μάλιστα του προσθίου τοιχώματος, κατά τα ΗΚΓ) και επιβάλλεται η άμεση έναρξη πλήρους αντιθρομβωτικής αγωγής (ασπιρίνη, ενδοφλέβια χορήγηση αναστολέων, νιτρώδη, μορφίνη) και άμεση μεταφορά του ασθενούς στο νοσοκομείο, σε εξειδικευμένη μονάδα εντατικής θεραπείας για εφαρμογή θρομβολυτικής αγωγής ή επείγουσας αγγειοπλαστικής. Αμέσως η αγροτική ιατρός ενημέρωσε σχετικά τον κατηγορούμενο, περί ώρα 5:15 με 5:20, όπως και ο ίδιος ανέφερε απολογούμενος, αλλά ο τελευταίος και πάλι δεν προσήλθε στο ..., όπως υποχρεούνταν, παρ` ότι η οικία του απείχε περί τα 900 περίπου μέτρα από το ..., αλλά απλώς έδωσε τηλεφωνικές οδηγίες, για χορήγηση αντιθρομβωτικής αγωγής. Πράγματι δε, κατά τις τηλεφωνικές οδηγίες του κατηγορουμένου, η αγροτική ιατρός, αρχικά (ώρα 5:15) έθεσε τον ασθενή σε ενυδάτωση με ορό (D/W 5%) και του χορήγησε ενδοφλέβια γαστροπροστασία (.. αραιωμένο σε N/S 0,9%) και στη συνέχεια (ώρα 5:30), ενώ ο ασθενής ήταν πλέον εμπύρετος (Θ 38,8C) και παρουσίαζε σταδιακή πτώση της αρτηριακής του πίεσης, στην αγωγή του προστέθηκε παράγωγο του σαλικυλικού οξέος (..) και νιτρώδη (NTG αραιωμένο σε D/W 5%). Τούτα προκύπτουν από τις σχετικές εγγραφές: στο φύλλο του βιβλίου των έκτακτων περιστατικών, που συμπληρώθηκαν από την άνω τελούσα σε ενεργή εφημερία αγροτική ιατρό, στο φύλλο νοσηλευτικής παρακολούθησης, στο φύλλο ιατρικών οδηγιών και στο φύλλο χορήγησης φαρμάκων. Επισημαίνεται δε ότι η χορηγηθείσα στον ασθενή φαρμακευτική αγωγή, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του ιατρικού του φακέλου, ήτοι κατά την είσοδο του ασθενούς, με μάσκα οξυγόνου και εισπνεόμενα βρογχοδιασταλτικά σκευάσματα (..............), η μετά από 2ωρου περίπου, από την εισαγωγή του, χορήγηση απλής ενυδάτωσης με ορό (D/W 5%) και χορήγηση γαστροπροστασίας (... αραιωμένο σε N/S 0,9%) και η μετά από 3ωρου περίπου, από την εισαγωγή του χορήγηση σαλικυλικού οξέος (.....) και νιτρώδη (NTG αραιωμένο σε D/W 5%), δεν αποτελεί την ενδεδειγμένη θεραπεία προς αντιμετώπιση οξέως εμφράγματος του μυοκαρδίου και εκ του λόγου αυτού η κατάσταση του ασθενούς επιδεινώθηκε. Με δεδομένο ότι η διαδικασία του εμφράγματος διαρκεί αρκετές ώρες, όσο το συντομότερο ο ασθενής με υποψία οξέος εμφράγματος υποβληθεί στην ενδεδειγμένη φαρμακευτική αγωγή, που απαιτεί επείγουσα ιατρική εκτίμηση, δεδομένου ότι ο κίνδυνος θανάτου είναι σημαντικός, και μεταφερθεί άμεσα στο νοσοκομείο, στην εξειδικευμένη μονάδα εντατικής θεραπείας, με το κατάλληλα εκπαιδευμένο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, για την αξιολόγηση του ασθενή με σκοπό την εφαρμογή θρομβόλησης, μειώνονται οι δυσμενείς επιπτώσεις τουλάχιστον κατά 50%. Η οποιαδήποτε δε καθυστέρηση αυξάνει την έκταση της μυοκαρδιακής βλάβης για κάθε λεπτό που χάνεται. Παρ` όλα αυτά, ενώ ο κατηγορούμενος ιατρός, με πολυετή εμπειρία, ευρισκόμενος σε εφημερία ετοιμότητας, γνώριζε τα ανωτέρω και είχε κληθεί επανειλημμένα τηλεφωνικά από την τελούσα σε ενεργή εφημερία αγροτική ιατρό και επί πλέον γνώριζε ότι στο εν λόγω ..., που δεν υπηρετούσε ιατρός καρδιολόγος, δεν υπήρχε η δυνατότητα θρομβόλυσης, επί πλέον δε απαιτούνταν χρόνος για τη μεταφορά του ασθενούς, από τη ..., έστω και στο Νοσοκομείο της .... (περί την 1:30 ώρες με καλό καιρό), όπου λειτουργούσε οργανωμένο καρδιολογικό τμήμα, με δυνατότητα θρομβόλυσης, προσήλθε στο .. μετά τις 6:30 ώρα, δεδομένου ότι στο βιβλίο έκτακτων περιστατικών σημειώνεται από την εν λόγω αγροτική ιατρό ότι, "6:30 2η κλήση στον ..., για χορήγηση...". Οι προαναφερόμενες δε κλήσεις και μη προσέλευση, πριν από την άνω ώρα, του τελούντα σε εφημερία ετοιμότητας κατηγορουμένου ιατρού, προκύπτουν από τα στοιχεία του βιβλίου έκτακτων περιστατικών, που συμπληρώθηκαν από την άνω γιατρό ενεργούς εφημερίας, όπως προβλέπεται και στην προαναφερόμενη παρ.6 του άρθρου 45 του Ν.3205/2003. Όμως, η κατάσταση του ασθενούς παρουσίασε ραγδαία επιδείνωση, οπότε ο κατηγορούμενος ζήτησε να αναζητηθεί και να προσέλθει ο ιδιώτης, ειδικός καρδιολόγος του νησιού, ...., επικοινώνησε με το ΕΚΑΒ, για να ζητήσει τη μεταφορά του ασθενούς και στις 7:00 η ώρα, του χορήγησαν μορφίνη και ατροπίνη, διασωληνώθηκε ο ασθενής από τον προστρέξαντα σε βοήθεια γιατρό, κ.... και έγιναν προσπάθειες καρδιοπνευστικής αναζωογόνησης (υπέστη καρδιακή ανακοπή), αλλά μάταια και ο ασθενής κατέληξε στις 7:25 περίπου, με αναγραφόμενη αιτία θανάτου, στο συνταχθέν από τον κατηγορούμενο Ιατρικό Πιστοποιητικό Θανάτου, "οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου". Στο σχετικό φύλλο Νοσηλευτικής Παρακολούθησης αναγράφονται σχετικά τα ακόλουθα: "7:00, έγινε τεχνητή αναπνοή και μαλάξεις με χορήγηση Q2, 7:30 έγινε διασωλήνωση από τον κ. .., 7:45, έγινε νέο ΗΚΓ (ισοηλεκτρική γραμμή). Η μορφίνη και η ατροπίνη έγιναν από τους ιατρούς" (βλσχ και φύλλο ιατρικών οδηγιών, για τη χορήγηση μορφίνης και ατροπίνης "κατόπιν εντολής κ. ..", όπως και φύλλο χορήγησης φαρμάκων, με εγγραφές, 7:00, μορφίνη αραιωμένη Λ., 7:30 .......). Ο κατηγορούμενος, στην αναγνωσθείσα άνω από 12- 7-2006 αναφορά του, "με βάση όσων έζησε προσωπικά, πληροφορήθηκε από το προσωπικό και βρήκε καταχωρημένα στα βιβλία του Νοσοκομείου", αναφέρει σχετικά και τα ακόλουθα: ".... Η επανάληψη του test trop σε δεύτερο χρόνο έδειξε να είναι θετικό και η γιατρός αμέσως με ειδοποίησε και σε χρόνο σαφώς μικρότερο των 10 λεπ. βρέθηκα στο χώρο του Νοσοκομείου και δίπλα στον άρρωστο. Η εξέταση του ασθενούς προσωπικά από εμένα, ενώπιον ιατρών εφημερίας και νοσηλευτικού προσωπικού, κράτησε γύρω στα 10 λεπ. και αμέσως μετά έδωσα προσωπικά στο ΕΚΑΒ το αίτημα για άμεση αεροδιακομιδή. Ο ασθενής αμέσως μετά το θετικό test trop έπαιρνε φαρμακευτική αγωγή με νιτρώδη κλπ και όταν ανέφερε βάρος στο προκάρδιο έγινε και μορφίνη.....Και ενώ είχε κατάσταση ικανοποιητική για εμφραγματία και υποδηλούσα σταθεροποίηση του ασθενούς, λίγα λεπτά αργότερα και ενώ συνομιλώ με τον γιατρό του ΕΚΑΒ, αιφνίδια κάνει καρδιακή ανακοπή. Αρχίζει άμεσα η καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση, αναλαμβάνοντας εγώ προσωπικά την καρδιακή μάλαξη. Μετά από 20 περίπου λεπτά προσήλθε και ο συνάδελφος μου κ. .., ο οποίος έκανε διασωλήνωση στον ασθενή....Επίσης, μετά την εξέταση του ασθενούς έδωσα εντολή στο προσωπικό να αναζητηθεί στα τηλέφωνά του, ο ιδιώτης καρδιολόγος, καθόσον το περιστατικό ήταν καρδιολογικό και το Νοσοκομείο μας δεν διαθέτει καρδιολόγο....Συνοψίζοντας πιστεύω ακράδαντα ότι για τον εν λόγω ασθενή έγιναν όλες οι ιατρικές πράξεις και θεραπευτικές ενέργειες, που μπορούσαν να γίνουν στο Κ.Υ. ..., από ένα παθολόγο και δύο βοηθούς ιατρούς, που είναι διεθνώς αποδεκτές για το οξύ σύμβασμα ισχαιμικό του μυοκαρδίου, ήτοι, χορηγήθηκαν νιτρώδη-σαλικιλικά, έγινε καλή οξυγόνωση, χορηγήθηκε μορφίνη, όταν ο ασθενής ανέφερε προκάρδιο άλγος, αναζήτησα αμέσως μόλις είδα το περιστατικό τον ειδικό (καρδιολόγο), ζήτησα, αμέσως μόλις εξέτασα τον ασθενή, επείγουσα αεροδιακομιδή και την ακύρωσα στη φάση της απογείωσης, όταν πλέον είχε συμβεί η μη αναστρέψιμη εμπλοκή....., έγινε καρδιοαναπνευστική υποστήριξη, μετά την ανακοπή....
". Η ώρα όμως άφιξης στο ..., που αναφέρει ανωτέρω ο κατηγορούμενος, ήτοι "όταν το test trop σε δεύτερο χρόνο έδειξε να είναι θετικό και η γιατρός αμέσως με ειδοποίησε και σε χρόνο σαφώς μικρότερο των 10 λεπ. βρέθηκα στο χώρο του Νοσοκομείου και δίπλα στον άρρωστο", δεν επιβεβαιώνεται από την εγγραφή της εφημερεύουσας αγροτικής ιατρού, στο βιβλίο έκτακτων περιστατικών, που όπως προαναφέρθηκε αναγράφει, "6:30 2η κλήση στον ..., για χορήγηση...". Μάλιστα, η άνω γιατρός, απολογούμενη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ανέφερε σχετικά και τα ακόλουθα: "...Μετά τον αριθμό 6:30 είναι δικά μου γράμματα. Η πρώτη καταχώρηση είναι δική μου, η παρέμβαση στην ώρα δεν είναι δική μου....Η δεύτερη κλήση έγινε στον κ. .. μόλις μου έδωσε την ένδειξη ο ασθενής ότι έχει έντονη αναπνοή και μήπως ξεκίναγα εγώ τη μορφίνη, γι` αυτό έγινε...Όσο χρόνο έκανα να δώσω οδηγίες για τη φαρμακευτική αγωγή και να ρωτήσω τον ασθενή πως αισθάνεται, είναι ο χρόνος μεταξύ του ενός τηλεφώνου από το άλλο, που τον πήρα να τον ρωτήσω αν του χορηγήσω εγώ τη μορφίνη. Ο κ. .. μου είπε φτάνω και θα το χειριστώ εγώ, αυτό έγινε στις 5:30. Την ώρα που ήρθε ο .. στο Νοσοκομείο βρισκόμουν στα επείγοντα περιστατικά, δεν πέρασε από εμένα...". Ούτε συμφωνεί με τις προαναφερόμενες εγγραφές: στο σχετικό φύλλο Νοσηλευτικής Παρακολούθησης, στο οποίο αναγράφονται, "7:00, έγινε τεχνητή αναπνοή και μαλάξεις με χορήγηση Q2, 7:30 έγινε διασωλήνωση από τον κ. ..., 7:45, έγινε νέο ΗΚΓ (ισοηλεκτρική γραμμή). Η μορφίνη και η ατροπίνη έγιναν από τους ιατρούς" (βλσχ και φύλλο ιατρικών οδηγιών, για τη χορήγηση μορφίνης και ατροπίνης "κατόπιν εντολής κ. ..."), και στο φύλλο χορήγησης φαρμάκων, με εγγραφές, 7:00, μορφίνη αραιωμένη .., 7:30 atropine. Η εξετασθείσα μάρτυρας νοσηλεύτρια, ..., κατέθεσε σχετικά και ότι, "....στις 05:10 μου είπε η γιατρός ότι το τεστ είναι θετικό και να του χορηγήσουμε νιτρώδη. Στις 05:15 χορηγήσαμε τα νιτρώδη. Τελείωσα την βάρδιά μου στις 07:00. Βάρδιες αλλάζουμε στις επτά παρά. Τον κατηγορούμενο δεν τον είδα πότε ήρθε. Είπα ότι ο κατηγορούμενος ήρθε μετά τα νιτρώδη, γιατί τις εντολές γι` αυτά μου τις έδωσε η ... Δεν γνωρίζω αν είχε τηλεφωνική επικοινωνία η αγροτική γιατρός με τον κατηγορούμενο. Ξέρω ότι ήρθε ο κατηγορούμενος, πήρε το φάκελο του ασθενούς, αλλά δεν ξέρω τι ώρα ήρθε, γιατί είναι κάτι που δε με αφορά. Η γιατρός συμπληρώνει το βιβλίο επειγόντων περιστατικών. Η νοσηλευτική παρακολούθηση συμπληρώνεται από εμάς. Αυτά είναι δικά μου γράμματα. Μόλις έγινε το β` τεστ τροπονίνης, πριν βγουν τα αποτελέσματα, ο ασθενής μεταφέρθηκε στο διάδρομο. Οι νοσηλεύτριες αλλάζουμε βάρδια στις επτά παρά, αλλά δεν φεύγουμε αμέσως από το χώρο. Αλλάζουμε και φεύγουμε αργότερα. ....Θυμάμαι ότι ήρθε ο κατηγορούμενος στο κρεβάτι του ασθενούς και του είπε "Τι έγινε ρε ...;" Πήρε το φάκελο του και είπε ότι πρέπει να ψάξουμε για καρδιολόγο. Αυτό έγινε πριν τις επτά παρά. Όσο ήμουν εγώ εκεί δεν χορηγήθηκε η μορφίνη (παρ` ότι στο φύλλο χορήγησης φαρμάκων αναγράφεται 7:00, χορήγηση μορφίνης αραιωμένης, Λ.). ....Δεν είναι δικά μου γράμματα αυτά που λένε για την ατροπίνη και τη μορφίνη. Λέει ότι του χορηγήθηκαν στις 07:00......". Η ίδια, εξεταζόμενη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατέθεσε σχετικά και ότι, "....Τον 1° κατηγορούμενο τον είδα στο ..., δεν θυμάμαι τι ώρα, τον είδα τις πρώτες πρωινές ώρες. Εμείς φεύγουμε από το ... γύρω στις 7 παρά τέταρτο και είχε έλθει ο κατηγορούμενος...Γύρω στις 5:00 μου είπε η αγροτική γιατρός ότι το τεστ βγήκε θετικό....Μετά του έβαλα τα νιτρώδη, τον παρακολουθούσα, μετρούσα τα ζωτικά του σημεία...Τελειώνει η βάρδια μας στις 7:00, αλλά φεύγουμε παρά τέταρτο για να αλλάξουμε....Γύρω στις 5:30 του χορηγήθηκαν τα νιτρώδη και μετά ήρθε ο ..., δεν είδα το ρολόι τι ώρα ήρθε, δεν με αφορούσε τι ώρα ήρθε.....Στις 6:00 γίνεται η νοσηλεία των ασθενών και του πήρα ζωτικά και ήταν σταθερός εκείνη την ώρα...Μορφίνη στις 7:00 δεν έδωσα εγώ....?κουσα τον κ. ..., όταν ήταν πάνω από τον ασθενή, να λέει ότι πρέπει να βρούμε καρδιολόγο και να το δώσουμε στο ΕΚΑΒ. Δεν γνωρίζω τι ώρα...Κάποια στιγμή τη νύχτα είδα τον ασθενή ιδρωμένο και ζήτησα από ένα παιδί που ήταν κοντά του, να του φέρουν ρούχα, να τον αλλάξουν....Θυμάμαι ότι τους είπε η .. να φέρουν και άλλες εξετάσεις.....".. Ο πολιτικώς ενάγων, ..., κατέθεσε σχετικά και ότι: "....Μας είπαν ότι θα του κάνουν εισαγωγή στην παθολογική κλινική και τον έβαλαν σε ένα κρεβάτι στο διάδρομο. Στη συνέχεια η γιατρός μας είπε να φέρουμε το ιστορικό του πατέρα και παλιές εξετάσεις του. Ήταν περίπου 04:30 ώρα... Για το ιστορικό και τις παλιές εξετάσεις πήγαμε στο σπίτι, εγώ, η μητέρα μου και η .... Στη συνέχεια μας τηλεφώνησε ο αδελφός μου να φέρουμε ρούχα, γιατί είχε ιδρώσει. Στις 06:55 ώρα γυρνάμε στο νοσοκομείο. Αντικρίζω 3-4 γιατρούς γύρω στον πατέρα μου, τον ..., τον ... και τον κατηγορούμενο. Είναι γύρω από τον πατέρα μου τουλάχιστον είκοσι άτομα, σαν να είναι στο πεζοδρόμιο, και εκεί ο πατέρας μου άφησε την τελευταία του πνοή. Ο κατηγορούμενος έπαθε σοκ και άρχισε να του πιέζει την κοιλιά. Ρώτησα τον άλλο γιατρό αν αυτό που κάνει ο κατηγορούμενος είναι σωστό και μου είπε όχι δεν είναι καθόλου σωστό. Τότε εγώ έσπρωξα τον κατηγορούμενο και άρχισα να πιέζω τον πατέρα μου στο στήθος. Πιστεύω ότι ο κατηγορούμενος ήρθε πέντε λεπτά πριν αφήσει ο πατέρας μου την τελευταία του πνοή. Το πιστεύω αυτό το χαρτί όπου φαίνεται ότι στις 06:20 η .. ακόμα τον καλούσε. Πιστεύω ακόμα ότι υπήρχε και μετέπειτα κλήση. Επίσης ξέρω ότι προηγήθηκαν πολλές περισσότερες κλήσεις από ό,τι γράφονται. Ήταν σοβαρή η περίπτωση του πατέρα μου. Ο κατηγορούμενος ήταν προσωπικός γιατρός του πατέρα μου και μάλιστα ήταν φίλοι. Πήγαιναν μαζί για κυνήγι....Η γιατρός έκανε στον κατηγορούμενο τρεις κλήσεις με βεβαιότητα. Μία μετά το πρώτο καρδιογράφημα. Μία στις 03:20 και μία στις 06:20.
Κατά τις επτά παρά με επτά και πέντε ο πατέρας μου έχασε τις αισθήσεις του και πέθανε....". Ο μάρτυρας κατηγορίας, ..., κατέθεσε σχετικά και τα ακόλουθα: "....Γύρω στις 03:00-03:30 του έκανε η αγροτική γιατρός καρδιογράφημα και του χορήγησε οξυγόνο. Η γιατρός είχε ανησυχίες. Δεν ήταν ξεκάθαρη. Ήθελε να συνδυάσει κι άλλες εξετάσεις. Μετά το πρώτο καρδιογράφημα δεν είδα τον πατέρα μου να παίρνει κάποιο φάρμακο. Μετά από 20-30 λεπτά ζήτησε να της πάμε άλλα καρδιογραφήματα. Προφανώς, θα πρέπει να είχε η μάνα μου στο σπίτι....Ξέρω ότι έγιναν κάποια τηλεφωνήματα, αλλά είχα άγνοια για λεπτομέρειες. Απ` ότι είδα στα χαρτιά η αγροτική γιατρός τον ειδοποίησε τον γιατρό. Έπρεπε να του τηλεφωνήσει, γιατί ήταν γιατρός ετοιμότητας. Το ξέραμε αυτό....Νομίζω έγιναν 2-3 τηλεφωνήματα. Ο κατηγορούμενος ήρθε στις επτά παρά. Την ώρα που έφυγε ο πατέρας μου.....Από τις 05:00 με 05:30 μέχρι τις 07:00 η γιατρός πήγε κάνα δυο φορές κοντά στον πατέρα μου. Έβλεπε τον ορό, το οξυγόνο, τέτοια πράγματα. Δεν ξέρω τι περίμενε. Ούτε μου είπε ο μπαμπάς σου έχει έμφραγμα. Με φώναξαν μόνο για να μου πουν να φέρει η μαμά μου ρούχα του πατέρα μου. Εκείνος αγκομαχούσε και ήταν ιδρωμένος. Βλέπω τον κατηγορούμενο να βαστάει το τσαντάκι του και να φωνάζει "`Όχι, ρε Μ.!!" Ο διάδρομος εντωμεταξύ ήταν μες στον κόσμο. Γίναμε θέαμα. Του κράταγα το κεφάλι με τα χέρια μου πάνω από μισή ώρα. Ο πατέρας μου, όπως με κοίταζε, ξαφνικά γύρισαν τα μάτια του και πάει... Μετά δεν θυμάμαι τίποτα. Μόνο εικόνες σκόρπιες...". Η εξετασθείσα μάρτυρας πολιτικής αγωγής και σύζυγος του αποβιώσαντα, ..., κατέθεσε και τα εξής: "...Ο άντρας μου είχε οικογενειακό ιστορικό. Η μητέρα του άντρα μου και ο αδελφός του πέθαναν από καρδιολογικά προβλήματα. Επιπλέον ήταν καπνιστής. Ένα χρόνο πριν, του είχα κάνει δύο φορές καρδιογράφημα στο Κέντρο Υγείας. Ήταν μια κοπέλα καρδιολόγος. Τα είχα κάπου τα καρδιογραφήματα αυτά. Μετά τον θάνατο του αδελφού του, μας είπε ο γιατρός να πίνει .......... Ο κατηγορούμενος ήταν οικογενειακός ιατρός και πολύ φίλος του άντρα μου... Τους έλεγα συνέχεια ότι είναι καρδιά και ότι έχει άσχημο ιστορικό. Δεν ξέραμε ποιος είναι ο εφημερεύων γιατρός. Μας έλεγε η γιατρός: "Μη φοβάστε, έχω ειδοποιήσει και σε λίγο θα έρθει." Όλο έρχεται μου λέγανε. Κατά τις 04:00 με ρώτησε η γιατρός αν έχω άλλο καρδιογράφημα. Της απάντησα ότι έχω. Τότε μου είπε : "Τώρα θα του κάνουμε κι άλλα καρδιογραφήματα κι άλλο τεστ τροπονίνης και μέχρι να φέρεις εσύ τα παλιά καρδιογραφήματα, θα έχουν βγει κι αυτά και θα τα δούμε." Στο ράντζο τον μετέφεραν στις πέντε παρά....Γύρισα στις επτά παρά και τον είδα τον κατηγορούμενο να είναι απάνω του. Του λέω ".., ο άντρας μου πεθαίνει." Και εκείνος μου είπε: "σε με ... να κάνω τη δουλειά μου." Στις 06:30 με επτά παρά, μου είπε ο γιος μου στο τηλέφωνο να φέρω γρήγορα ρούχα, γιατί θα τον ταξιδέψουν. Στις επτά παρά που έφτασα και έπιασα το χέρι του άντρα μου, αυτό έπεσε κάτω νεκρό....". Περαιτέρω, πρέπει να αναφερθεί ότι, και ο διορισθείς, από τον πταισματοδίκη Νάξου, πραγματογνώμονας, ..., καρδιολόγος, τότε επιμελητής και "νυν διευθυντής του καρδιολογικού τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου ...., στην συνταχθείσα, με βάση τα στοιχεία του ιατρικού φακέλου του άνω αποβιώσαντος ασθενούς, που του παρασχέθηκαν, από 20-11-2009 έκθεσή του, αναφέρει και τα ακόλουθα: "...Όταν προσήλθε στο ... ....., ο ανωτέρω ασθενής, κατ` αρχήν τέθηκε η υποψία της οξείας στεφανιαίας συνδρομής, από την κλινική εικόνα του ασθενούς και το ΗΚΓ, αν και τα ηλεκτροκαρδιογραφικά ευρήματα δεν βοηθούσαν ιδιαίτερα έναν μη ειδικό ιατρό (στην περίπτωση εδώ παθολόγου). Ο περαιτέρω εργαστηριακός έλεγχος επιβεβαίωσε την αρχική υποψία και η φαρμακευτική αγωγή ήταν η ενδεδειγμένη σ` αυτές τις περιπτώσεις και σ` αυτές τις περιστάσεις (από μη καρδιολόγο). Η κλήση προς το ΕΚΑΒ επιβεβαιώνει την επίγνωση της σοβαρότητας του περιστατικού.....Συμπερασματικά φρονώ ότι το περιστατικό σωστά αντιμετωπίστηκε και η χορηγηθείσα φαρμακευτική αγωγή ήταν η πρέπουσα" (βλ όμως και την από 15-12-2012 ιατροδικαστική γνωμοδότηση, που συντάχθηκε από την ιατροδικαστή, ..., με εντολή της οικογένειας του θανόντος και καταθέσεις ειδικών ιατροδικαστών, μάρτυρα κατηγορίας, ... και μάρτυρα πολιτικής αγωγής, ...). Ο άνω ιατρός, ..., εξεταζόμενος κατέθεσε και τα ακόλουθα: "Είμαι καρδιολόγος στο νοσοκομείο .... Είχα οριστεί πραγματογνώμονας με θέμα να πω αν έγιναν όλα σωστά ή όχι. Έλαβα γνώση από τα καρδιογραφήματα και από την εικόνα που μου ανέφεραν. Ο θανών ήταν άτυχος. Είχε άτυπα ενοχλήματα και άτυπο καρδιογράφημα. Πήγε με δύσπνοια. Του χορηγήθηκαν βρογχοδιασταλτικά. Η γιατρός κατευθύνθηκε προς το αναπνευστικό, γιατί ο θανών δεν είχε πόνο. Το άλγος είναι πόνος, αλλά εμένα μου ανέφεραν ότι το κύριο πρόβλημα ήταν η δύσπνοια. Το φύλλο που μου δείχνετε είναι των εκτάκτων περιστατικών. Μάλλον γράφει: προκάρδιο βάρος, ότι προσέρχεται με δύσπνοια από εξαώρου, χρόνιος καπνιστής, μάσκα με βρογχοδιασταλτικά. Αυτά γίνονται στις 03:10. Καρδιογράφημα παρουσία Q, VI, V2, V3. Σημαίνει ότι ήταν ένας άνθρωπος που ήρθε με δύσπνοια και βάρος. Το καρδιογράφημα δεν είχε τα στοιχεία του εμφράγματος. To Q εμφανίζεται στο έμφραγμα πολύ αργότερα. Κυρίως οι ανασπάσεις είναι το χαρακτηριστικό του εμφράγματος. Από αυτό εδώ δεν μπορούσε να διαγνωστεί ότι έχουμε έμφραγμα. Το αποτέλεσμα (+-)στο τεστ τροπονίνης σημαίνει οριακό. Η τροπονίνη δείχνει καρδιακή βλάβη. Μερικές φορές εμφανίζεται και σε νεφροπαθείς. Αν εγώ δω αποτέλεσμα (+-) περιμένω να δω πως θα εξελιχθεί. Μπορώ να το επαναλάβω δύο με τρεις ώρες από την έναρξη των συμπτωμάτων. Αν υπερέχει η δύσπνοια, γιατί να πάει το μυαλό μου στο έμφραγμα. Αν δείξει το τεστ τροπονίνης (+) δείχνει ότι ο ασθενής πάει για έμφραγμα. Αν πονάει θα τον βοηθήσω να μην πονάει με μορφίνη. Θα του δώσω και ασπιρίνη. Στη .... έχει καρδιολογικό τμήμα από χρόνια. Στη .... μπορεί κάποιος ασθενής να αντιμετωπιστεί μόνο με θρομβόλυση, όχι με αγγειοπλαστική....Δεν μπορεί να κάνει θρομβόλυση ένας παθολόγος, γιατί υπάρχουν και παρενέργειες και πρέπει να ξέρει να τις αντιμετωπίσει. Ο γιατρός ετοιμότητας είναι στο σπίτι του. Η αγροτική γιατρός που τον ενημέρωνε, θα κρίνει αν πρέπει να προσέλθει ο γιατρός εφημερίας ετοιμότητας ή όχι. Ο γιατρός δεν είχε να κάνει κάτι, αφού θα έπρεπε να περιμένει τις τιμές. Το βασικό πρόβλημα ήταν η δύσπνοια, ο πόνος δεν ήταν τυπικός και βελτιώθηκε πάρα πολύ η κατάσταση του ασθενούς. Την διακομιδή θα την κρίνει ο εφημερεύων γιατρός, ο παθολόγος. Ο κατηγορούμενος από τις καταθέσεις των νοσηλευτών νομίζω πήγε στις 05:00. Στις 05:15 του έβαλαν τα νιτρώδη, γιατί πόνεσε. Στις 07:00 του έδωσαν μορφίνη, γιατί θα πόναγε πολύ.... ΕΡΩΤ.: Πότε θα πηγαίνατε εσείς στο νοσοκομείο; ΑΠΑΝΤ.: Από την στιγμή που άλλαξε το καρδιογράφημα, που θα είχε τα στοιχεία και από τη στιγμή που πόνεσε πιο πολύ. Εγώ νομίζω ότι ο κατηγορούμενος πήγε στις 05:00 -05:30 και όχι στις 07:00. Εγώ είμαι καρδιολόγος, θα πήγαινα έτσι κι αλλιώς πιο γρήγορα. Αν μου έλεγαν ότι άλλαξε το καρδιογράφημα θα πήγαινα. Τηλεφωνικώς θα έδινα εντολή για χορήγηση φαρμάκων, αλλά θα ήμουνα ήδη στο δρόμο και θα πλησίαζα. Τότε ήμουν επιμελητής. Τώρα είμαι διευθυντής. Εγώ θα πήγαινα πιο νωρίς. Δηλαδή γύρω στις 05:10. ΕΡΩΤ.: Ποια είναι τα στοιχεία του ηλεκτροκαρδιογραφήματος που έγινε στις 03:10 που έδιναν τα στοιχεία του εμφράγματος; ΑΠΑΝΤ.: Δεν τα θυμάμαι. Ήταν διαταραχές εναπολώσεως. To Q σημαίνει και νέκρωση μυοκαρδίου. Μπορεί να ήταν παλιά στοιχεία αυτά. Η αγροτική γιατρός θα περίμενε να δει πρώτα ανασπάσεις. Η αγροτική γιατρός δεν μπορεί αυτά να τα διαβάσει. To ST είναι χαρακτηριστικό στο καρδιογράφημα. Είναι η πορεία του καρδιογραφήματος. Αλλοιώσεις του ST σημαίνει ότι άλλαξε η πορεία του καρδιογραφήματος. Μπορώ να πω ότι είναι έμφραγμα. Ο Π. είναι καρδιολόγος. Η αλλοίωση του ST θα μπορούσε να είναι ένδειξη εμφράγματος. Αν δεν ήταν παλιό στοιχείο το Q, τότε είναι ενδεικτικό στοιχείο εμφράγματος. Στην υποψία εμφράγματος ο μέσος γιατρός περιμένει λίγο και παρακολουθεί τον ασθενή. Αν πονάει θα του δώσει νιτρώδη, ασπιρίνη Β` αναστολείς θα του δώσει αν δεν έχει αναπνευστικό πρόβλημα. Όπως μου τα περιγράφετε, βάρος, πόνος, δύσπνοια κτλ. είναι τυπική εικόνα εμφράγματος. Όταν υπάρχει αυτή η εικόνα, το οικογενειακό ιστορικό και ο ασθενής να είναι χρόνιος καπνιστής μπορεί να υπάρχει υποψία στεφανιαίας νόσου. Τα ένζυμα του τα πρώτα δεν ήταν τυπικά. Γύρω στις 05:00 άλλαξε το καρδιογράφημα. Θα πει λοιπόν πως κάτι τρέχει. Βέβαια, εκείνη την ώρα ξεκινάει την αγωγή. Όταν εγώ βλέπω αποτέλεσμα (+-) στο τεστ τροπονίνης ξανακάνω την εξέταση μετά από μία ώρα. Συνήθως έχουμε πρώτα ανάσπαση, μετά κατάσπαση και μετά εμφανίζεται το Q.... Στο αποτέλεσμα (+-) τροπονίνης θα έβαζα νιτρώδη, αν πόναγε. Πιθανές παρενέργειες των νιτρώδη είναι η υπόταση και ο πονοκέφαλος. Διακομιδές από τη .... στην ..... έχουμε κάνει. Όχι όμως πολλές. Διαρκεί 3-4 ώρες για να έρθει από ..... να πάρει τον ασθενή και να ξαναγυρίσει. Μιάμιση με δύο ώρες διαρκεί από ..... για ..... Το αν θα διακομισθεί το αποφασίζει αυτός που εφημερεύει. Όταν δεν έχει καράβι, έρχεται με άλλο πλωτό μέσο. Ο γιατρός της Νάξου θα πρέπει πρώτα να συνεννοηθεί με το ΕΚΑΒ και μετά με μένα....ΕΡΩΤ.: Τι έγγραφα σας δόθηκαν για την πραγματογνωμοσύνη; ΑΠΑΝΤ.: Μου δόθηκαν τα καρδιογραφήματα σε φωτοτυπίες. Προφανώς, μου δόθηκε η φωτοτυπία από το βιβλίο συμβάντων και η φαρμακευτική αγωγή....". Ακόμη και ο εξετασθείς μάρτυρας υπεράσπισης, Ε. Π., ειδικός αναισθησιολόγος και Πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου ...., στην κατάθεση του ανέφερε και ότι, "....Αποδείχθηκε στο τέλος ότι ήταν στεφανιαίο επεισόδιο. Υποκρύπτονταν ένα στεφανιαίο επεισόδιο σε ένα αναπνευστικό επεισόδιο. Η πρώτη διάγνωση ήταν σωστή. Ούτε κατά διάνοια δεν μπορεί να περάσει το πνευμονικό οίδημα με βρογχοδιασταλτικά. Οι πρώτες αλλοιώσεις ήταν άτυπες. Σε έναν πενηντάρι καπνιστή μπορεί να υπάρχουν αυτές οι αλλοιώσεις. Q VI, V2 ... Με αυτές τις ενδείξεις το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να ανεβάσουμε τον κορεσμό του οξυγόνου. Το ότι υπήρξε βελτίωση εφησύχασε τον ... Το έχει στο μυαλό του το θέμα του εμφράγματος, επαναλαμβάνοντας το τεστ τροπονίνης. Η αλλαγή αυτή σημαίνει ότι είναι έμφραγμα. Αν στις 05:00 ώρα φωνάξεις ελικόπτερο στην καλύτερη περίπτωση θα έρθει μόλις ξημερώσει. Μπορείς ωστόσο να δώσεις νιτρώδη, ώστε να μπορέσει η αριστερή κοιλία να σπρώξει. Μπορείς να δώσεις να μασήσει ο ασθενής μια ασπιρίνη. Μπορείς να δώσεις φάρμακα θρομβολυτικά, που όμως δεν τα έχουν στη ..... Μπορείς να δώσεις μορφίνη, για να μειωθεί ο πόνος που ανεβάζει την αδρεναλίνη και να κάνεις το σταυρό σου. Η αγροτική γιατρός δεν κάλεσε τον κατηγορούμενο να έρθει. Ναι, αυτός είναι ο διευθυντής του Κέντρου..... Στην αρχή τα κύρια συμπτώματα ήταν δύσπνοια και ιδρώτας. ΕΡΩΤ.: Αν ο ασθενής είχε βεβαρημένο ιστορικό και βάρος στο στήθος με τα πρόσθετα δεδομένα που είχαμε, θα πήγαινε το μυαλό σας ότι μπορεί να είναι έμφραγμα του μυοκαρδίου; ΑΠΑΝΤ.: Ναι, θα πήγαινε το μυαλό μου και εκεί. Το γεγονός ότι του έκαναν και δεύτερο τεστ τροπονίνης είναι ότι σκεφτόντουσαν και το έμφραγμα. Θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος πήγε στις 05:00- 05:30. Αν στις 06:30 υπήρξε κλήση, το θεωρώ απαράδεκτο. Θα έπρεπε να πάει αμέσως στις 05:30 και να γίνουν τα εξής: Να δοθούν νιτρώδη και ασπιρίνη. Να κρατηθεί καλή η αρτηριακή πίεση με φάρμακα ινότροπα. Να υπάρξει καλή άρδευση και καλός κορεσμός και αμέσως να κανονιστεί μια διακομιδή......Μετά από τα καινούργια αποτελέσματα θα μπορούσε να διοργανώσει τη διακομιδή, που είναι όμως τόσο άσχημη εμπειρία που επιδεινώνει την κατάσταση του ασθενούς...." (βλσχ και αναγνωσθείσα προανακριτική κατάθεση του ειδικού καρδιολόγου, ... και την κατάθεση του ιδίου στην αναβλητική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που μάλιστα αναγνώσθηκε, με αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης).
Τέλος, πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα, σύμφωνα και με τα προσκομιζόμενα βιβλιογραφικά ιατρικά δεδομένα: Στην περίπτωση καρδιακής προσβολής ο χρόνος παίζει καθοριστικό ρόλο, ενώ, αν οι γιατροί δεν πάρουν εγκαίρως τις απαραίτητες αποφάσεις για τον ασθενή, ακόμη και τα δευτερόλεπτα μπορεί να είναι μοιραία. Όταν υπάρχει υποψία για έμφραγμα του μυοκαρδίου, το κάθε λεπτό μετρά. Περίπου το 75% των θανάτων που συμβαίνουν κατά την οξεία φάση ενός εμφράγματος του μυοκαρδίου, καταγράφονται το πρώτο 24ωρο και το υπόλοιπο 25%, μεταξύ της 2ης και 28ης ημέρας. Από το σύνολο των θανάτων το 50% συμβαίνει τις 2 πρώτες ώρες από την προσβολή, συνήθως πριν από την εισαγωγή του αρρώστου στο Νοσοκομείο, κυρίως εξαιτίας κοιλιακής μαρμαρυγής, ανεξάρτητα από το μέγεθος του εμφράγματος, ενώ οι ενδονοσοκομειακοί θάνατοι προκαλούνται κυρίως από καρδιακή ανεπάρκεια, καρδιακή ρήξη και αρρυθμίες, που συνοδεύουν εκτεταμένα εμφράγματα. Η ταχεία διάγνωση και η πρώιμη διαστρωμάτωση κινδύνου των ασθενών που εισάγονται στο νοσοκομείο με οξύ προκάρδιο άλγος είναι σημαντικές για τον προσδιορισμό των ασθενών στους οποίους έγκαιρες παρεμβάσεις μπορούν να βελτιώσουν την έκβαση. Η αρχική υποψία εγείρεται από την εμφάνιση έντονου προκάρδιου άλγους που διαρκεί 15 min και δεν ανταποκρίνεται στην υπογλώσσια νιτρογλυκερίνη. Σημαντικά υποβοηθητικά στοιχεία είναι το προηγούμενο ιστορικό στεφανιαίας νόσου και η αντανάκλαση του πόνου στον τράχηλο, τη γνάθο ή το αριστερό χέρι. Ωστόσο, ο πόνος μπορεί να μην είναι έντονος και η κλινική συμπτωματολογία συχνά περιλαμβάνει δύσπνοια, ζάλη, ιδρώτα ή λιποθυμία. Ο άρρωστος αισθάνεται τον πόνο συνήθως σαν ένα αφόρητο βάρος ή σαν ένα σφίξιμο ιδιαίτερα οδυνηρό. Μερικές φορές, εξ άλλου, ο πόνος του εμφράγματος εκδηλώνεται σαν κάψιμο. Είναι δυνατόν να συνοδεύεται από ναυτία, έμετο, έντονη εφίδρωση, ζάλη, αδυναμία, τάση λιποθυμίας, δύσπνοια ή κυάνωση, σπάνια shock. Ο ασθενής είναι ανήσυχος, ψυχρός, ωχρός ή κυανωτικός και διαμαρτύρεται για βάρος στην προκάρδια χώρα, σφίξιμο, κάψιμο, δυσφορία ή και αίσθημα πνιγμονής. Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις κατά τις όποιες ο πόνος είναι ήπιος, που επιτρέπει στον ασθενή να προσέρχεται στον ιατρό βαδίζοντας και άλλες πού ο πόνος λείπει εντελώς, αλλά να αναφέρονται από τον ασθενή άτυπα, μη ειδικά συμπτώματα, όπως αδυναμία ή καταβολή ή συμπτώματα ήπιας καρδιακής ανεπάρκειας. Σε λίγες (15%) περιπτώσεις εμφράγματος ο ασθενής δεν αναφέρει καθόλου συμπτώματα, αλλά και στις περιπτώσεις αυτές η προσεκτική και σχολαστική λήψη του ιστορικού αποκαλύπτει ενοχλήματα που χαρακτηρίζονται, είτε ως άτυπα θωρακικά, είτε ως δυσπεπτικά ενοχλήματα, τα οποία συμπίπτουν με την έναρξη του εμφράγματος. Είναι δυνατόν επίσης το έμφραγμα του μυοκαρδίου να εκδηλωθεί με αιφνίδια δύσπνοια αντί για πόνο, ως αποτέλεσμα παροδικών ή και μόνιμων αιμοδυναμικών διαταραχών της αριστερής κοιλίας ή και καρδιακής ανεπάρκειας. Η εμφάνιση της δύσπνοιας συνήθως υποδηλώνει μεγάλη έκταση του εμφράγματος και χειρότερη πρόγνωση του αρρώστου. Εκτός από πόνο ή δύσπνοια οι ασθενείς αναφέρουν επίσης εφίδρωση, ναυτία, εμετούς. Η διάγνωση του OEM βασίζεται στο ιστορικό και την αξιολόγηση των κλινικών και εργαστηριακών ευρημάτων. Αξιολογείται το ΗΚΓ, ελέγχονται τα ένζυμα CPK και LDH και τα ισοένζυμα CPK-MB και LDH. Αξιολογούνται ακόμα τα κλινικά σημεία και συμπτώματα και ελέγχονται τα ζωτικά σημεία. Η αρχική κλινική υποψία πρέπει να οδηγεί ταχέως σε ηλεκτροκαρδιογραφικό έλεγχο και αιμοληψία για τον προσδιορισμό των επιπέδων μυοκαρδιακών ενζύμων και τροπονινών στον ορό. Για τη διάγνωση του εμφράγματος του μυοκαρδίου είναι απαραίτητα τόσο τα κλινικά, όσο και τα ηλεκτροκαρδιογραφικά και βιοχημικά ευρήματα. Το ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) μπορεί να είναι ασαφές κατά τις πρώτες ώρες και για το λόγο αυτό πρέπει να επαναλαμβάνεται ανά τακτά διαστήματα και εάν είναι εφικτό, να συγκρίνεται με παλαιότερα ΗΚΓτα. Από τους βιοχημικούς δείκτες μεγαλύτερη ευαισθησία και ειδικότητα έχουν το ισοενζύμου MB της κρεατινοφωσφορικής κινάσης (CK-MB) και η τροπονίνη I. Εν τούτοις, η λήψη ιστορικού από έμπειρο κλινικό μπορεί να εντοπίσει ένα πληθυσμό ασθενών με ασαφή, αλλά υπαρκτά συμπτώματα.
Συνεπώς, η διάγνωση αρχίζει, με τη λήψη του ιστορικού (ατομικό και οικογενειακό, που αποτελούν βασικά στοιχεία), με το ΗΚΓ, με τις αναλύσεις αίματος, με το υπερηχογράφημα καρδιάς, με το σπινθηρογράφημα μυοκαρδίου, με τον καρδιακό καθετηριασμό και με τη στεφανιογραφία. Οι βασικότερες όμως αρχικές εξετάσεις είναι το ΗΚΓ, το οποίο μαζί με τα ένζυμα του ορού, αποτελούν τις δύο πρώτες παρακλινικές μεθόδους για τη διάγνωση του εμφράγματος. Στις περισσότερες περιπτώσεις αρκεί ένα απλό ηλεκτροκαρδιογράφημα για να θέση τη διάγνωση του εμφράγματος και είναι δυνατόν να αποκαλύψει, εντός δευτερολέπτων από την προσβολή, είτε σημεία ισχαιμίας του μυοκαρδίου (μεταβολές του ST διαστήματος και του επάρματος Τ), είτε σημεία μυοκαρδιακής νέκρωσης (μεταβολές του R, εμφάνιση κύματος Q). Ειδικότερα, τα επάρματα που καταγράφονται σε φυσιολογικές περιπτώσεις (διεθνώς ονομάζονται Ρ, QRS και Τ) και τα αντίστοιχα μεταξύ τους διαστήματα (PQ και ST) μεταβάλλονται με χαρακτηριστικό τρόπο κατά την εκδήλωση του OEM. Τα "ύποπτα" ευρήματα αντιστοιχούν σε βαθύ έπαρμα Q, ανάσπαση του διαστήματος ST και αρνητικό έπαρμα Τ. Οι αλλαγές αυτές στο ΗΚΓ οφείλονται στην ισχαιμία ή τη νέκρωση των μυοκαρδιακών ινών. Το χαρακτηριστικό εύρημα του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου είναι η ανάσπαση του ST διαστήματος, τις πρώτες ώρες, που καταγράφεται λίγα λεπτά μετά την πλήρη απόφραξη της στεφανιαίας αρτηρίας και υποδηλώνει διατοιχωματική ισχαιμία στην περιοχή που τελικά θα εγκατασταθεί το έμφραγμα, η οποία με την πάροδο του χρόνου υποχωρεί και σταδιακά εμφανίζεται αναστροφή του κύματος Τ (συνήθως 24-28 ώρες μετά την εγκατάσταση του εμφράγματος) και το παθολογικό κύμα Q, που οφείλεται στη νέκρωση του μυοκαρδίου και εμφανίζεται συνήθως εντός των πρώτων ωρών της νεκρώσεως και που μπορεί να παραμείνει έφορου ζωής. Το κύμα Q θεωρείται παθολογικό αν η διάρκειά του είναι πάνω από 0,03 sec και το βάθος του πάνω από 25% του επομένου κύματος R στις απαγωγές I, II, aVL, aVF, V2, V3, V4, V5 ή V6. Στην απαγωγή III το κύμα Q πρέπει να αξιολογείται σε συνάρτηση με τις άλλες "κατώτερες" απαγωγές (II και aVF), ενώ στις απαγωγές V1-V3 ακόμη και μικρότερα κύματα Q ή η απώλεια των επαρμάτων R μπορεί να είναι δηλωτικά εμφράγματος. Παθολογική θεωρείται η ανάσπαση του τμήματος ST όταν είναι πάνω από 2 mm στις απαγωγές V1-V3 ή πάνω από 1 mm σε όλες τις άλλες απαγωγές και όταν δεν υποχωρεί αφ` εαυτής ή μετά τη λήψη νιτρωδών ταχείας δράσης. Σε πρόσθιο έμφραγμα τα ηλεκτροκαρδιογραφικά ευρήματα παρατηρούνται στις απαγωγές V1-V6. Η ανάσπαση του τμήματος του ST διακρίνει το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου με ανάσπαση του ST και το οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου χωρίς ανύψωση του ST. Το τελευταίο διαγιγνώσκεται όταν ανυψώνονται τα καρδιακά ένζυμα.
Συνεπώς, στο ΗΚΓ διαγνωστικά του εμφράγματος θεωρούνται το κύμα Q και η παρατεταμένη ανάσπαση του τμήματος ST. Παλαιότερα, το κύμα Q εθεωρείτο ως το παθογνωμονικό ηλεκτροκαρδιογραφικά εύρημα για τον ορισμό ενός εμφράγματος και μάλιστα υπήρχε ο διαχωρισμός μεταξύ εμφράγματος με Q και εμφράγματος χωρίς Q. Εν τούτοις, τα τελευταία χρόνια έχει αποκτήσει ιδιαίτερη αξία η παρατεταμένη ανάσπαση του τμήματος ST1-4. Η διαφοροδιάγνωση της ανάσπασης αυτής περιλαμβάνει την οξεία ισχαιμία σε κρίσιμη στεφανιαία βλάβη, την ισχαιμία τύπου Prinzmetal που οφείλεται σε σπασμό των στεφανιαίων και την οξεία περικαρδίτιδα. Όμως, ακόμη και κατά τα πρώιμα στάδια, το ΗΚΓ σπάνια είναι φυσιολογικό. Ωστόσο, κατά τις πρώτες ώρες μπορεί να μη δείξει τα κλασικά σημεία με την ανάσπαση ή κατάσπαση του διαστήματος ST και νέα κύματα Q και για το λόγο αυτό πρέπει να επαναλαμβάνεται ανά τακτά διαστήματα και ενδείκνυται η σύγκριση του ΗΚΓ με προγενέστερο (αν υπάρχει). Το φυσιολογικό αρχικό ΗΚΓ δεν αποκλείει την ύπαρξη εμφράγματος του μυοκαρδίου, αλλά αντίθετα, όταν η κλινική εικόνα είναι ύποπτη, πρέπει να θεωρηθεί κριτήριο για έγκαιρη έναρξη κατάλληλης θεραπείας, με σκοπό τον περιορισμό της έκτασης του εμφράγματος. Όταν η κλινική υποψία εμφράγματος είναι ισχυρή, ο ιατρός μπορεί να επιλέξει την άμεση παραπομπή του ασθενούς για έλεγχο των μυοκαρδικών ενζύμων. Τα μυοκαρδιακά ένζυμα ελευθερώνονται στην κυκλοφορία με τη νέκρωση των μυοκαρδιακών ινών. Τα επίπεδά τους στο αίμα αυξάνουν σε μερικές ώρες από την εισβολή του OEM και μειώνονται προοδευτικά τις προσεχείς ημέρες. Συνήθως ελέγχονται το μυοκαρδιακό συνένζυμο της κρεατινικής κινάσης (CK-MB), η τροπονίνη I, η τροπονίνη Τ και η γαλακτική αφυδρογονάση (LDH). Μάλιστα οι καρδιακές τροπονίνες (I ή Τ), συμβάλλουν στην πρώιμη διάγνωση του εμφράγματος και ανιχνεύονται στον ορό του αίματος των εμφραγματιών αρρώστων, περίπου 3 ώρες από την εμφάνιση του πόνου και η μεν τροπονίνη I παραμένει αυξημένη για 7-10 ημέρες, ενώ η τροπονίνη Τ για 10-14 ημέρες. Λόγω δε της μεγάλης ευαισθησίας και ειδικότητας των τροπονιτών να αποκαλύπτουν νέκρωση του μυοκαρδίου, κάθε αύξηση πάνω από το φυσιολογικό όριο, θα πρέπει να θεωρείται διαγνωστική εμφράγματος του μυοκαρδίου.
Σπανίως αυξημένες τιμές τροπονιτών ανευρίσκονται και σε άλλες περιπτώσεις (π.χ. τραυματισμός μυών ή προηγηθείσα χειρουργική επέμβαση). Σε αμφίβολες καταστάσεις μπορεί να βοηθήσει το υπερηχογράφημα και το σπινθηρογράφημα του μυοκαρδίου. Στην αρχική φάση η ισχαιμία του μυοκαρδίου είναι αναστρέψιμη, δηλαδή με την αποκατάσταση της αιμάτωσης η ισχαιμία παρέρχεται. Ανεπανόρθωτη νέκρωση αρχίζει στο υπενδοκάρδιο της αριστερής κοιλίας σε 20 λεπτά και προχωρεί σταδιακά προς το επικάρδιο. Η νέκρωση συνήθως ολοκληρώνεται μέσα σε 2-4 ώρες ανάλογα με το βαθμό της ισχαιμίας και την ύπαρξη παράπλευρης κυκλοφορίας. Με βάση αυτά τα στοιχεία καθίσταται σαφές ο ρόλος της έγκαιρης και πλήρους αποκατάστασης της στεφανιαίας ροής με διάνοιξη του υπεύθυνου για το έμφραγμα αγγείου, με αποτέλεσμα τη μείωση του μεγέθους του εμφράγματος, βελτίωση της λειτουργικότητας της αριστεράς κοιλίας και μείωση της θνητότητας. Οξεία επαναιμάτωση μπορεί να επιτευχθεί, είτε φαρμακολογικά με ενδοφλέβια χορήγηση θρομβολυτικής αγωγής, είτε μηχανικά με τη λεγόμενη πρωτογενή αγγειοπλαστική. Οπότε απαιτείται άμεση θεραπευτική και νοσηλευτική αντιμετώπιση. Ασθενής με ύποπτο ή OEM εισάγεται σε ειδική Μονάδα Εμφραγμάτων δευτεροβάθμιων ή τριτοβάθμιων νοσοκομείων. Κατά τη μεταφορά του δίνεται έμφαση στην παρακολούθηση του ρυθμού (για την έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση επικίνδυνων αρρυθμιών) και η αρχική θεραπευτική αγωγή περιλαμβάνει τη χορήγηση οξυγόνου, την καταστολή του πόνου με νιτρώδη ή οπιοειδή και τη χορήγηση ασπιρίνης σε δόση 250 mg (μάσημα μισού δισκίου κοινής ασπιρίνης ή ενός δισκίου Salospir). Η θνητότητα ελαττώνεται σημαντικά με την ασπιρίνη, αλλά και με την έγκαιρη μεταφορά του ασθενούς στην Μονάδα Εμφραγμάτων, μέσα σε 12 ώρες από την έναρξη των συμπτωμάτων, για πιθανή εφαρμογή θρομβόλυσης, εφόσον δεν υπάρχει δυνατότητα πρωτογενούς αγγειοπλαστικής μέσα σε 90 λεπτά από την είσοδο στο Νοσοκομείο. Κλασικά θρομβόλυση γίνεται μέσα στις πρώτες 6 ώρες, από την έναρξη των συμπτωμάτων του OEM, αλλά πλέον ο χρόνος αυτός αυξήθηκε σε 12 ώρες. Μέχρι να εκτιμηθεί ο ασθενής, η θεραπεία του OEM πρέπει να αρχίσει στα τμήματα επειγόντων περιστατικών και περιλαμβάνει τη χορήγηση ασπιρίνης, που πρέπει να χορηγηθεί το συντομότερο προς αποτροπή σχηματισμού θρόμβου, την αντιμετώπιση του πόνου, με τη χορήγηση Q2, αναλγητικών (ενδοφλέβια δόση μορφίνης), νιτρωδών (που εκτός από την αναλγητική τους δράση, ελαττώνουν το μέγεθος του εμφράγματος, σε ασθενείς με OEM στο πρόσθιο τοίχωμα) και β-αναστολέων (παράλληλα με την ανακούφιση του πόνου, μειώνουν την έκταση του εμφράγματος), τη σταθεροποίηση της αιμοδυναμικής κατάστασης του ασθενή και την προσπάθεια περιορισμού της έκτασης του εμφράγματος.
Συμπερασματικά λοιπόν, από την αυτοτελή και σε συνδυασμό μεταξύ τους αξιολόγηση όλων των αναφερομένων στην αρχή αποδεικτικών μέσων, χωρίς την παράλειψη κανενός προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, ιατρός παθολόγος και διευθυντής του Κέντρου Υγείας Νάξου (Δ/ντης Παθολογικού Τμήματος), στο οποίο παρ` ότι, κατά τον Οργανισμό του, ο Παθολογικός Τομέας διαρθρώνεται σε ένα Παθολογικό, ένα Καρδιολογικό τμήμα, δεν υπηρετούσε ιατρός καρδιολόγος, ευρισκόμενος, από τη λήξη του κανονικού ωραρίου πρωινής λειτουργίας της 7-7-2006, μέχρι την έναρξη του ωραρίου της επόμενης ημέρας (8-7-2006), σε εφημερία on call (κατάσταση ετοιμότητας για την προσέλευσή του στο νοσοκομείο σε περίπτωση ειδοποίησής του τηλεφωνικά από την ευρισκόμενη σε ενεργή εφημερία αγροτική ιατρό, ... για περιστατικά που θα ήταν αναγκαία η παρουσία του), παρ` ότι ενημερώθηκε, λόγω της σοβαρότητας του περιστατικού, άμεσα τηλεφωνικά από την τελούσα σε ενεργή εφημερία αγροτική ιατρό, ..., για την προσέλευση στο ..., τις πρώτες πρωινές ώρες της 8ης Ιουλίου του 2006 (ξημερώματα Σαββάτου), του ασθενούς ... του ..., ηλικίας τότε 51 ετών (γεν. 28-10-1954), σχετικά με την κλινική εικόνα και τα συμπτώματα του ασθενούς, το βεβαρυμμένο ιστορικό του οποίου (χρόνιος καπνιστής και κοινωνικός πότης, με βεβαρημένο οικογενειακό ιστορικό καρδιαγγειακών παθήσεων (θάνατος της μητέρας του και του αδελφού του) και προληπτική λήψη του φαρμακευτικού σκευάσματος Salospir), γνώριζε, καθ` ότι ήταν προσωπικός του ιατρός, υπάρχουσας ως εκ της κλινικής εικόνας και του ιστορικού του ασθενούς υπόνοιας περί εμφράγματος, δεν προσήλθε, όπως υποχρεούνταν στο Κ.Υ. ώστε να επιληφθεί του περιστατικού, για να διαμορφώσει άμεση και προσωπική άποψη και να έχει ακριβή κλινική εικόνα του, αλλά αρκέστηκε στην παροχή τηλεφωνικών οδηγιών προς την τελούσα σε ενεργή εφημερία αγροτική ιατρό, για διενέργεια ηλεκτροκαρδιογραφήματος (ΗΚΓ) και τεστ τροπονίνης, ήτοι εξετάσεις που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την ταχεία διάγνωση του εμφράγματος του μυοκαρδίου, λόγω της υπάρχουσας αρχικής κλινικής υποψίας. Στη συνέχεια, παρ` ότι ενημερώθηκε (περί ώρα 3:20) άμεσα τηλεφωνικά, από την ίδια άνω αγροτική ιατρό, για τα αποτελέσματα του ηλεκτροκαρδιογραφήματος (ΗΚΓ) (παρουσία Q στις απαγωγές VI, V2 και V3 κλπ) και του τεστ τροπονίνης, το οποίο δεν ήταν αρνητικό (ένδειξη η οποία μόνο αυτή εάν υπήρχε θα απέκλειε την ύπαρξη εμφράγματος ή την εξέλιξη οποιουδήποτε προβλήματος στον καρδιακό μυ), αλλά ανησυχητικά αμφίρροπο, ήτοι εκτιμήθηκε με την ένδειξη "+/ -", τα οποία αποτελέσματα, σε συνδυασμό και με την κλινική εικόνα του ασθενούς (δύσπνοια από 6ωρου και βάρος στην προκάρδια χώρα, ήτοι θωρακικό άλγος, ενδεικτικό εμφράγματος του μυοκαρδίου, αναπνευστική δυσχέρεια, δηλωτική οξέος πνευμονικού οιδήματος, απότοκος του εμφράγματος, το ανησυχητικό μη αρνητικό τεστ τροπονίνης, σε συνδυασμό με το επιβαρυντικό οικογενειακό ιατρικό ιστορικό του ασθενούς, ηλικίας 51 ετών, άντρας, χρόνιος καπνιστής κλπ), έθεταν πλέον ισχυρά την υποψία οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου, και πάλι δεν προσήλθε στο Κ. Υ., όπως υποχρεούνταν, για την προβλεπόμενη αντιμετώπιση του ασθενούς ως πάσχοντα από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και την πραγματοποίηση των απαραίτητων ενεργειών για τη διακομιδή του σε εξειδικευμένο Καρδιολογικό Τμήμα, που λειτουργούσε και στο Νοσοκομείο ..., για τις οποίες ενέργειες ήταν ο μόνος αρμόδιος, αλλά αρκέστηκε και πάλι στην παροχή τηλεφωνικών οδηγιών προς την τελούσα σε ενεργή εφημερία αγροτική ιατρό, ήτοι να παρακολουθείται ο ασθενής και να επαναληφθούν, μετά την πάροδο 1 με 1,5 της ώρας, οι εξετάσεις, ήτοι το ΗΚΓ και το τεστ τροπονίνης, οδηγίες που υποδεικνύουν ότι είχε ισχυρή υποψία της υποκείμενης νόσου του ασθενούς (οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου). Μετέπειτα, παρ` ότι ενημερώθηκε και πάλι (περί ώρα 5:15) άμεσα τηλεφωνικά, από την ίδια άνω αγροτική ιατρό, ότι το δεύτερο τεστ τροπονίνης βγήκε θετικό και στο ΗΚΓ παρουσιάστηκαν αλλαγές (παθολογικό ΗΚΓ), που σημαίνει πλέον πιστοποίηση ότι ο ασθενής παρουσιάζει καρδιακό έμφραγμα (συγκεκριμένα διάγνωση οξέως εμφράγματος του μυοκαρδίου και μάλιστα του προσθίου τοιχώματος, κατά τα ΗΚΓ) και επιβάλλεται η άμεση έναρξη πλήρους αντιθρομβωτικής αγωγής (ασπιρίνη, ενδοφλέβια χορήγηση αναστολέων, νιτρώδη, μορφίνη) και άμεση μεταφορά του ασθενούς στο νοσοκομείο, σε εξειδικευμένη μονάδα εντατικής θεραπείας για εφαρμογή θρομβολυτικής αγωγής ή επείγουσας αγγειοπλαστικής, δεν προσήλθε στο Κ.Υ., όπως υποχρεούνταν, αλλά απλώς έδωσε τηλεφωνικές οδηγίες, για χορήγηση πλέον αντιθρομβωτικής αγωγής, η οποία σημειωτέον χορηγήθηκε, κατά τις τηλεφωνικές πάντα οδηγίες του, μετά από 3ωρου περίπου, από την εισαγωγή του ασθενούς, με τη χορήγηση σαλικυλικού οξέος (Egicalm) και νιτρώδη (NTG αραιωμένο σε D/W 5%), αρκούμενος, κατά την εσφαλμένη αρχική διάγνωση της εφημερεύουσας αγροτικής ιατρού, περί υπάρξεως απλώς αναπνευστικής νόσου, στην, κατά την είσοδο του ασθενούς, τοποθέτηση μάσκας οξυγόνου και στη χορήγηση εισπνεόμενων βρογχοδιασταλτικών σκευασμάτων (Berovent, Pulmicort) και στη μετά από 2ωρου περίπου, από την εισαγωγή του, χορήγηση απλής ενυδάτωσης με ορό (D/W 5%) και χορήγηση γαστροπροστασίας (losec αραιωμένο σε N/S 0,9%), που δεν αποτελούν την ενδεδειγμένη θεραπεία αντιμετώπισης οξέως εμφράγματος του μυοκαρδίου και εκ του λόγου αυτού η κατάσταση του ασθενούς επιδεινώθηκε. Και τέλος, ενώ ως ιατρός, με πολυετή μάλιστα εμπειρία, γνώριζε ότι η διαδικασία του εμφράγματος διαρκεί αρκετές ώρες και όσο το συντομότερο ο ασθενής με υποψία οξέος εμφράγματος υποβληθεί στην ενδεδειγμένη φαρμακευτική αγωγή, που απαιτεί επείγουσα ιατρική εκτίμηση, δεδομένου ότι ο κίνδυνος θανάτου είναι σημαντικός, και μεταφερθεί άμεσα στο νοσοκομείο, στην εξειδικευμένη μονάδα εντατικής θεραπείας, με το κατάλληλα εκπαιδευμένο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, για την αξιολόγηση του ασθενή με σκοπό την εφαρμογή θρομβόλησης, μειώνονται οι δυσμενείς επιπτώσεις, ενώ η οποιαδήποτε καθυστέρηση αυξάνει την έκταση της μυοκαρδιακής βλάβης για κάθε λεπτό που χάνεται, παρ` όλα αυτά, ενώ είχε κληθεί επανειλημμένα τηλεφωνικά από την τελούσα σε ενεργή εφημερία αγροτική ιατρό και επί πλέον γνώριζε ότι στο εν λόγω Κ.Υ., που δεν υπηρετούσε ιατρός καρδιολόγος, δεν υπήρχε η δυνατότητα θρομβόλυσης, επί πλέον δε απαιτούνταν χρόνος για τη μεταφορά του ασθενούς, από τη ...., έστω και στο Νοσοκομείο της ...., όπου λειτουργούσε οργανωμένο καρδιολογικό τμήμα, με δυνατότητα θρομβόλυσης, προσήλθε στο Κ.Υ. μετά τις 6:30 ώρα, όταν η κατάσταση του ασθενούς παρουσίασε ραγδαία επιδείνωση, οπότε ο κατηγορούμενος ζήτησε, με πολύ καθυστέρηση πλέον να αναζητηθεί και να προσέλθει ο ιδιώτης, ειδικός καρδιολόγος του νησιού, .... και επικοινώνησε με το ΕΚΑΒ, για να ζητήσει τη μεταφορά του ασθενούς και στις 7:00 η ώρα, του χορήγησαν μορφίνη και ατροπίνη, διασωληνώθηκε ο ασθενής από τον προστρέξαντα σε βοήθεια γιατρό, κ. .. και έγιναν προσπάθειες καρδιοπνευστικής αναζωογόνησης (υπέστη καρδιακή ανακοπή), αλλά μάταια και ο ασθενής κατέληξε στις 7:25 περίπου, με αναγραφόμενη αιτία θανάτου, στο συνταχθέν από τον κατηγορούμενο Ιατρικό Πιστοποιητικό Θανάτου, "οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου".
Αποτέλεσμα των ως άνω ενεργειών και παραλείψεων του κατηγορουμένου, ως ιατρού παθολόγου κρατικού νοσοκομείου (...), αλλά και ευρισκομένου σε εφημερία ετοιμότητας, που συνιστούν παραβίαση της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσής του να ενεργήσει προς παρεμπόδιση του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του ασθενούς, που πηγάζει, κατά το άρθρο 15 του ΠΚ, από τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας και άλλα νομοθετήματα, αλλά, και από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, συνυφασμένων με την εν λόγω ιδιότητα και θέση του και από την εγγυητική θέση του, λόγω του επαγγέλματος του, απέναντι στην ασφάλεια της ζωής και της υγείας του ασθενούς, που δημιουργείται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, αλλά και κυρίως ως ευρισκομένου σε εφημερία ιατρού on call, ήτοι κατάσταση ετοιμότητας για την προσέλευσή του στο νοσοκομείο σε περίπτωση ειδοποίησής του τηλεφωνικά από την έχουσα ενεργή εφημερία αγροτική ιατρό, για περιστατικά που θα ήταν αναγκαία η παρουσία του, κατά την προαναφερόμενη Υπουργική Απόφαση, ήταν η κατάσταση της ασθενούς να επιδεινωθεί, αφού έπασχε από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, η αντιμετώπιση του οποίου έπρεπε να είναι η άμεση έναρξη της ενδεδειγμένης θεραπευτικής αγωγής και η μέριμνα αυτού, ως υπεύθυνου ιατρού εφημερίας, για την άμεση μεταφορά του ασθενή στην μονάδα εμφραγμάτων στο Νοσοκομείο της .... ή των ....ν, μέσω ΕΚΑΒ και τελικά να επέλθει ο θάνατος αυτού από αμέλειά του κατηγορουμένου, ο οποίος, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, από έλλειψη της αρμόζουσας επιμέλειας και προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε οι παρακάτω πράξεις και παραλείψεις του και ενήργησε με συμπεριφορά αντίθετη με τους κανόνες του ιατρικού επαγγέλματος.
Οι, κατά παράβαση δε της ιδιαίτερης αυτής νομικής του υποχρέωσης, παραλείψεις του κατηγορουμένου, να ενεργήσει σύμφωνα με το ιατρικό του καθήκον και να μεταβεί άμεσα, εντός ευλόγου χρόνου (δεδομένου ότι η οικία του βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το Κ.Υ.), στο Κ.Υ, σπεύδοντας να προσφέρει την ιατρική βοήθεια κατά το μέτρο των γνώσεών του, αποστέρησαν τον άνω ασθενή, από τη δυνατότητα ιάσεως, καθώς είναι πιθανό, μετά μεγάλης βεβαιότητας, ότι αν ο κατηγορούμενος, ενόψει της ειδικότητάς του και της εμπειρίας του, είχε προσέλθει και επιληφθεί του περιστατικού, διαμορφώνοντας άμεση και προσωπική άποψη, θα γινόταν από αυτόν η σωστή και έγκαιρη διάγνωση της παθήσεώς του, ενόψει της κλινικής εικόνας του βαρέος ασθενούντος ατόμου, σε συνδυασμό με τις εργαστηριακές του εξετάσεις και θα του χορηγούσε στη συνέχεια έγκαιρα την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή και παράλληλα θα φρόντιζε, ως υπεύθυνος ιατρός εφημερίας, για την άμεση μεταφορά του ασθενή στην μονάδα εμφραγμάτων σε Νοσοκομείο της ...., προς αξιολόγησή του για την εφαρμογή θρομβολυτικής αγωγής, αφού το ... δεν είχε αυτή τη δυνατότητα ή των ....., μέσω ΕΚΑΒ, υπάρχοντος (οπωσδήποτε τουλάχιστον για τη μεταφορά στο Νοσοκομείο της .....) επαρκούς χρόνου (βλσχ και τις με αριθμ.πρωτ......./18 και ....9/17-10-2011 βεβαιώσεις του Λιμεναρχείου ....., σε συνδ. με το από 18-10-2011 πιστοποιητικό της Εθνικής Μετεωρολογικής υπηρεσίας και σχετικά από το διαδίκτυο έγγραφα που προσκομίστηκαν από τον κατηγορούμενο), προ της επιδεινώσεως της υγείας του. Μετά δε αυτού του χρονικού σημείου, οπότε και μετέβη ο κατηγορούμενος στο Κ.Υ, η διάσωση του ασθενούς ήταν λογικά αδύνατη, αφού όμοια περιστατικά αντιμετωπίζονται μόνο σε καλά οργανωμένες νοσοκομειακές μονάδες και υπήρχαν ίσως ελάχιστες, με τα υπάρχοντα στο εν λόγω Κ.Υ της ... δεδομένα, ελπίδες βελτιώσεως της καταστάσεως , δεδομένου ότι στο νησί της .... δεν υπάρχει οργανωμένη νοσοκομειακή μονάδα, ικανή να αντιμετωπίσει τέτοια περιστατικά και για τη μετέπειτα μέριμνα προς μεταφορά του ασθενούς στο Νοσοκομείο της ...., δεν επαρκούσε, όπως τελικά και αποδείχθηκε, πλέον ο χρόνος. Το ως άνω αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο δεν προέβλεψε ο κατηγορούμενος, μπορούσε να το προβλέψει και να το αποφύγει λόγω των προσωπικών του επιστημονικών γνώσεων, των ικανοτήτων του, την πολύχρονη εμπειρία του ως παθολόγος ιατρός, όμως, από έλλειψη της προσοχής, δεν έπραξε αυτό και οι άνω παραλείψεις του κατηγορουμένου, τελούν σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα (θάνατος)".
Ακολούθως το Εφετείο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ. του ότι: "Στη .... την 8η Ιουλίου 2006, όντας ιατρός παθολόγος και διευθυντής του Κέντρου Υγείας .... (Δ/ντης Παθολογικού Τμήματος), στο οποίο δεν υπηρετούσε ιατρός καρδιολόγος και ευρισκόμενος, από τη λήξη του κανονικού ωραρίου πρωινής λειτουργίας της 7-7- 2006, μέχρι την έναρξη του ωραρίου της επόμενης ημέρας (8-7-2006), σε εφημερία on call, ήτοι κατάσταση ετοιμότητας για την προσέλευσή του στο νοσοκομείο σε περίπτωση ειδοποίησής του τηλεφωνικά από την ευρισκόμενη σε ενεργή εφημερία αγροτική ιατρό, για περιστατικά που θα ήταν αναγκαία η παρουσία του, από αμέλειά του, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, δηλαδή από έλλειψη της αρμόζουσας επιμέλειας και προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από τις κατωτέρω πράξεις και παραλείψεις του, κατά παράβαση της ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως, να ενεργήσει προς παρεμπόδιση του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του ασθενούς, που πηγάζει, κατά το άρθρο 15 του ΠΚ, από τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας και άλλα νομοθετήματα, αλλά, και από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, συνυφασμένων με την εν λόγω ιδιότητα και την εγγυητική θέση του, λόγω του επαγγέλματος του, απέναντι στην ασφάλεια της ζωής και της υγείας του ασθενούς, αλλά και κυρίως ως ευρισκομένου σε εφημερία ιατρού on call, και επέφερε αιτιωδώς τον θάνατο άλλου. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο και ειδικότερα περί ώρα 02:30` πμ μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Κ.Υ. .... ο ηλικίας τότε 51 ετών ασθενής ... του ..., πατέρας του ήδη μηνυτή ... του ..., με βήχα και εφίδρωση και αισθανόμενος έντονο θωρακικό άλγος τον οποίο εξέτασε η τελούσα σε ενεργή εφημερία αγροτική ιατρός, ... του .., και λόγω χαμηλού κορεσμού οξυγόνου του χορήγησε με μάσκα βρογχοδιασταλτικά και οξυγόνο. Στη συνέχεια και περί ώρα 03:20`πμ η ανωτέρω αγροτική ιατρός επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο, ιατρό ... του ..., ο οποίος την ως άνω ημέρα ευρισκόταν σε εφημερία ετοιμότητας, ήτοι υποχρεωμένος όχι να βρίσκεται καθ` όλη τη διάρκειά της στο νοσοκομείο (όπως οι ευρισκόμενοι σε ενεργή εφημερία), αλλά έτοιμος να προσέλθει όποτε του ζητηθεί. Πλην όμως ο κατηγορούμενος δεν προσήλθε στο ανωτέρω νοσοκομείο πριν τις 06:30` πμ αλλά παρείχε τηλεφωνικά οδηγίες στην αγροτική ιατρό να διενεργήσει στον ανωτέρω ασθενή τεστ τροπονίνης (προσδιορίζει επακριβώς εάν εξελίσσεται καρδιακό έμφραγμα ή βλάβη στον καρδιακό μυ), το οποίο δεν ήταν αρνητικό (ένδειξη η οποία μόνο αυτή εάν υπήρχε θα απέκλειε την ύπαρξη εμφράγματος ή την εξέλιξη οποιουδήποτε προβλήματος στον καρδιακό μυ) αλλά ανησυχητικά αμφίρροπο, ήτοι εκτιμήθηκε με την ένδειξη "+ -". Για το λόγο αυτό ακολούθησε επανάληψή του τεστ τροπονίνης στις 05:00` π.μ. και ήταν θετικό, ήτοι δηλωτικό εμφράγματος του μυοκαρδίου, για το οποίο επίσης ενημερώθηκε τηλεφωνικά ο κατηγορούμενος από την αγροτική ιατρό.
Ακολούθως, η κατάσταση του ασθενούς επιδεινώθηκε και μετά από αποτυχημένη προσπάθεια ανάνηψης του, κατέληξε στις 07:25` π.μ. λόγω οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου, η δε αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμένου έγκειται στο ότι, υπό την ιδιότητά του ως ιατρού, ο οποίος την ως άνω ημέρα ευρισκόταν σε εφημερία ετοιμότητας, ήτοι υποχρεωμένος όχι να βρίσκεται καθ` όλη τη διάρκειά της στο νοσοκομείο (όπως οι ευρισκόμενοι σε ενεργή εφημερία), αλλά έτοιμος να προσέλθει όποτε του ζητηθεί, σύμφωνα με την υπ` αριθμ Υ10α/Γ.Π. 129776 από 30-1-2006 απόφαση του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καίτοι ενημερώθηκε τηλεφωνικά από την αγροτική ιατρό για το περιστατικό, όπως ανωτέρω αναφέρεται, αφενός δεν προσήλθε στο ανωτέρω νοσοκομείο πριν τις 06.30`πμ. αλλά παρείχε τηλεφωνικά τις ανωτέρω περιγραφόμενες οδηγίες, αφετέρου καίτοι η εικόνα του ασθενούς με το θωρακικό άλγος (ενδεικτικό εμφράγματος του μυοκαρδίου) και την αναπνευστική δυσχέρεια (δηλωτική οξέος πνευμονικού οιδήματος απότοκος του εμφράγματος ), σε συνδυασμό με το ανησυχητικό μη αρνητικό πρώτο τεστ τροπονίνης και το επιβαρυντικό ιατρικό ιστορικό του το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος, αφού ήταν προσωπικός ιατρός του ανωτέρω ασθενή (ηλικία 51 ετών, φύλο άνδρας, χρόνιος καπνιστής και λήπτης σκευασμάτων Salospir δηλωτικά ισχαιμικής νόσου της καρδιάς), έπρεπε να τον οδηγήσουν (ήδη από τη διενέργεια του πρώτου τέστ τροπνίνης) στη διάγνωση του εμφράγματος του μυοκαρδίου, στην άμεση προσέλευσή του στο νοσοκομείο, στην άμεση έναρξη της ενδεδειγμένης θεραπείας και στη μέριμνα για άμεση διακομιδή του ασθενούς σε άλλο νοσοκομείο και εισαγωγή του σε μονάδα εμφραγμάτων προς έναρξη θρομβολυτικής θεραπείας ή διενέργεια αγγειοπλαστικής (εφόσον το ανωτέρω νοσοκομείο Κ.Υ. δε μπορούσε να παρέχει την ενδεδειγμένη αυτή αγωγή), δε διέγνωσε ως όφειλε έμφραγμα του μυοκαρδίου, δεν προσήλθε άμεσα στο νοσοκομείο, δεν του χορήγησε, ως όφειλε, έγκαιρα την ανωτέρω ενδεδειγμένη θεραπευτική αγωγή, ούτε κινητοποίησε, ως όφειλε, άμεσα το μηχανισμό για την διακομιδή του σε άλλο νοσοκομείο, γεγονότα που επέφεραν σε πλήρη αιτιώδη συνάφεια το θάνατο του. Αποτέλεσμα της προαναφερθείσας αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου ήταν να επέλθει ο θάνατος του ανωτέρω ασθενούς την 8η Ιουλίου 2006 και ώρα 07:25` πμ με αιτία θανάτου το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, όπως προκύπτει από την υπ` αριθμ ...6/2006 Ληξιαρχική Πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Δήμου ...". Με αυτά που δέχθηκε, κατά το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 26 παρ.1, 28 και 302 παρ. 1 του ΠΚ, σε συνδ. με την υπ` αρ. Υ10α/Γ.Π. 129776 από 30-1-2006 απόφαση του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (εδάφιο ΣΤ) και την παρ. 6 του άρθρου 45 του Ν.3205/2003, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Πρέπει να εκτεθεί πως το Εφετείο στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, καίτοι κατά τα προεκτεθέντα δεν είχε υποχρέωση για την κατά νόμο πληρότητα της αιτιολογίας του, εκθέτει τα αποδεικτικά μέσα που το οδήγησαν στις κρίσεις του για την κατάφαση της πλήρωσης της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της ως άνω αξιόποινης πράξης για την οποία κρίθηκε ένοχος ο αναιρεσείων. Ειδικότερα: Α) Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα: α) παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος (με στοιχ. Α, Γ και VΙ) τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά που συνιστούν παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης και της υποχρέωσης που έχει ο ευρισκόμενος σε υπηρεσία ετοιμότητας ιατρός, εντοπιζόμενης στο ότι αυτός ως ιατρός παθολόγος, Διοικητής του νοσοκομείου ...., στο οποίο δεν υπήρχε ιατρός με την ιδιότητα του καρδιολόγου, ευρισκόμενος σε εφημερία ετοιμότητας, αναφέροντας τις υποχρεώσεις του από το γεγονός αυτό κατά πιστή αντιγραφή από τις σχετικές διατάξεις της προαναφερθείσας Υπουργικής απόφασης, καίτοι τα συμπτώματα (έντονο προκάρδιο άλγος με σύνοδο δύσπνοια και εφίδρωση) που είχε ο .. .. ηλικίας 51 ετών και λόγω αυτών μετέβη στο ως άνω νοσοκομείο συνοδευόμενος από μέλη της οικογένειας του περί ώρα 2.30, του οποίου μάλιστα (ως άνω ασθενούς) ήταν προσωπικός ιατρός και γνώριζε το ιστορικό της υγείας του, που εγκυμονούσε καρδιακό πρόβλημα, όπως έμφραγμα, παρά την πρόσκλησή του από την σε ενεργή εφημερία τελούσα κατά τον επίδικο χρόνο και μη έχουσα ειδικότητα, υπηρετούσα ως αγροτική ιατρός, δεν μετέβη άμεσα στο νοσοκομείο, όπως είχε υποχρέωση, προσδιοριζόμενων με πλήρη επάρκεια των διατάξεων που προεκτέθηκαν αλλά και άλλων, που με τον απαιτούμενο σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγηθείσα νομική σκέψη από το νόμο τρόπο εδράζετο αυτή (υποχρέωση), προκειμένου να έχει ιδία αντίληψη για την κατάσταση του ασθενούς και άμεσα να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες για τη μεταφορά του σε νοσοκομείο με καρδιολογική κλινική ώστε να του παρασχεθεί η ενδεικνυόμενη για την περίπτωσή του θεραπεία, με αποτέλεσμα ο ως άνω λίγες ώρες αργότερα να υποστεί έμφραγμα του μυοκαρδίου και από την αιτία αυτή να αποβιώσει (ώρα 7.25). β) Η δυνατότητα αυτού, ενόψει του επαγγέλματός του ως ιατρού παθολόγου, να προβλέψει το αποτέλεσμα που επήλθε από τις παραλήψεις του. Περισσότερο συγκεκριμένα το γεγονός αυτό αιτιολογείται και από την παράθεση στο σκεπτικό των οδηγιών που έδιδε από το τηλέφωνο ο αναιρεσείων στην αγροτική ιατρό και από τους ισχυρισμούς του ίδιου (αναιρεσείοντος) που επίσης παρατίθενται, με τους οποίους αυτός με σαφήνεια δέχεται ότι ήταν σε θέση να διαγνώσει το πρόβλημα υγείας του εν λόγω ασθενούς αλλά, μεταξύ άλλων, και από την παραδοχή (σελ. 77) "Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι κρίνεται αβάσιμος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί του ότι, κατά τις άνω τηλεφωνικές ενημερώσεις που είχε από την τελούσα σε ενεργή εφημερία αγροτική ιατρό, θεώρησε όλα τα ανωτέρω ευρήματα δηλωτικά, όχι εμφράγματος, αλλά αναπνευστικής νόσου, καθ` ότι όλες οι άνω εξετάσεις, που έγιναν στον ασθενή, με εντολές του κατηγορουμένου, αποσκοπούσαν αποκλειστικά στη διερεύνηση υπάρξεως ή μη οξέος εμφράγματος, καθ` ότι το ηλεκτροκαρδιογράφημα μαζί με τα ένζυμα του ορού (οι καρδιακές τροπονίνες, είναι ένζυμα που προέρχονται μόνο από τη καρδιά και ως εκ τούτου έχουν υψηλή ειδικότητα και ο προσδιορισμός της τροπονίνης παραγγέλλεται κυρίως σε ασθενείς με πόνο στο στήθος, με σκοπό να ελεγχθεί εάν αυτοί εμφανίζουν καρδιακό έμφραγμα ή κάποια άλλη καρδιακή βλάβη), αποτελούν ιατρικά τις δύο πρώτες παρακλινικές μεθόδους για τη διάγνωση του εμφράγματος, ενώ ο ασθενής δεν υποβλήθηκε σε άλλες εξετάσεις (εργαστηριακές, ακτινογραφία θώρακα κλπ), προκειμένου να διερευνηθεί τυχόν πνευμονική νόσος". γ) Ο αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στις παραλείψεις του και το αποτέλεσμα που επήλθε, αφού σαφώς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές σκέψεις αναφέρεται ότι στην επέλευση του θανάτου του ασθενούς συνέβαλαν οι ως άνω παραλείψεις του που με λεπτομέρεια αναφέρονται ιδίως στις σελίδες 89 έως το τέλος του προεκτεθέντος σκεπτικού της, οι οποίες (παραλείψεις) εάν δεν είχαν λάβει χώρα με πιθανότητα που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας ο θάνατος του ασθενούς δεν θα είχε επέλθει. Η με στοιχ. Β αιτίαση του αναιρεσείοντος για "αντιφατικές παραδοχές ως προς το ενδεδειγμένο της αγωγής που εφαρμόσθηκε" είναι αβάσιμη. Και τούτο γιατί στις σελίδες 90 και 91 του σκεπτικού του Εφετείου υφίστανται σαφείς παραδοχές για το ως άνω γεγονός. Συγκεκριμένα εκτίθεται "Μετέπειτα, παρ` ότι ενημερώθηκε και πάλι (περί ώρα 5:15) ... ότι το δεύτερο τεστ τροπονίνης βγήκε θετικό και στο ΗΚΓ παρουσιάστηκαν αλλαγές .... που σημαίνει πλέον πιστοποίηση ότι ο ασθενής παρουσιάζει καρδιακό έμφραγμα .... και επιβάλλεται η άμεση έναρξη πλήρους αντιθρομβωτικής αγωγής (ασπιρίνη, ενδοφλέβια χορήγηση αναστολέων, νιτρώδη, μορφίνη) και άμεση μεταφορά του ασθενούς στο νοσοκομείο... για εφαρμογή θρομβολυτικής αγωγής ή επείγουσας αγγειοπλαστικής, δεν προσήλθε στο Κ.Υ., όπως υποχρεούνταν, αλλά απλώς έδωσε τηλεφωνικές οδηγίες, για χορήγηση πλέον αντιθρομβωτικής αγωγής, η οποία σημειωτέον χορηγήθηκε, κατά τις τηλεφωνικές πάντα οδηγίες του, μετά από 3ωρου περίπου, από την εισαγωγή του ασθενούς, με τη χορήγηση σαλικυλικού οξέος (Egicalm) και νιτρώδη (ΝTG αραιωμένο σε D/W 5%) αρκούμενος, κατά την εσφαλμένη αρχική διάγνωση της εφημερεύουσας αγροτικής ιατρού, περί υπάρξεως απλώς αναπνευστικής νόσου, στην, κατά την είσοδο του ασθενούς, τοποθέτηση μάσκας οξυγόνου και στη χορήγηση εισπνεόμενων βρογχοδιασταλτικών σκευασμάτων... και στη μετά από 2ωρου περίπου, από την εισαγωγή του, χορήγηση απλής ενυδάτωσης με ορό... και χορήγησης γαστροπροστασίας.... που δεν αποτελούν την ενδεδειγμένη θεραπεία αντιμετώπισης οξέως εμφράγματος του μυοκαρδίου και εκ του λόγου αυτού η κατάσταση του ασθενούς επιδεινώθηκε. Και τέλος, ενώ ως ιατρός, με πολυετή μάλιστα εμπειρία, γνώριζε ότι η διαδικασία του εμφράγματος διαρκεί αρκετές ώρες και όσο το συντομότερο ο ασθενής με υποψία οξέος εμφράγματος υποβληθεί στην ενδεδειγμένη φαρμακευτική αγωγή, που απαιτεί επείγουσα ιατρική εκτίμηση, δεδομένου ότι ο κίνδυνος θανάτου είναι σημαντικός...". Ωσαύτως, παρά την περί του αντιθέτου με στοιχ. Ε αιτίαση του αναιρεσείοντος περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη συνδρομή αιτιώδους συνάφειας καθόσον στην προσβαλλόμενη "δεν αναφέρεται καθόλου ότι αν είχαν γίνει οι ενέργειες, που κατά την προσβαλλόμενη απόφαση παραλείφθηκαν, τότε με πιθανότητα που εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας το αποτέλεσμα του θανάτου δεν θα επερχόταν", υφίστανται και στο σκεπτικό της σαφείς, συνοδευόμενες από εμπεριστατωμένη αιτιολογία, παραδοχές για την κρίσιμη αυτή προϋπόθεση που περιλαμβάνεται στις απαιτούμενες για την κατάφαση της τέλεσης τη μέρους του (αναιρεσείοντος) της εν λόγω αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, και επί πλέον του γεγονότος ότι το σκεπτικό λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του, σ` αυτό (σκεπτικό) που πρέπει να εκτεθεί είναι εύληπτο και από τον μη έχοντα γνώσεις της νομικής επιστήμης, για το εν λόγω γεγονός (της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των παραλείψεων του και του επελθόντος θανάτου), υφίσταται στην προσβαλλόμενη και η ακόλουθη σαφής γι` αυτό παραδοχή στη σελ. 92 "Οι, κατά παράβαση δε της ιδιαίτερης αυτής νομικής του υποχρέωσης, παραλείψεις του κατηγορουμένου, να ενεργήσει σύμφωνα με το ιατρικό του καθήκον και να μεταβεί άμεσα, εντός ευλόγου χρόνου (δεδομένου ότι η οικία του βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το Κ.Υ.), στο Κ.Υ., σπεύδοντας να προσφέρει την ιατρική βοήθεια κατά το μέτρο των γνώσεών του, αποστέρησαν τον άνω ασθενή, από τη δυνατότητα ιάσεως, καθώς είναι πιθανή, μετά μεγάλης βεβαιότητας, ότι αν ο κατηγορούμενος, ενόψει της ειδικότητάς του και της εμπειρίας του, είχε προσέλθει και επιληφθεί του περιστατικού, διαμορφώνοντας άμεση και προσωπική άποψη, θα γινόταν από αυτόν η σωστή και έγκαιρη διάγνωση της παθήσεώς του, ενόψει της κλινικής εικόνας του βαρέος ασθενούντος ατόμου, σε συνδυασμό με τις εργαστηριακές του εξετάσεις και θα του χορηγούσε στη συνέχεια έγκαιρα την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή και παράλληλα θα φρόντιζε, ως υπεύθυνος ιατρός εφημερίας, για την άμεση μεταφορά του ασθενή στην μονάδα εμφραγμάτων σε Νοσοκομείο της ....., προς αξιολόγησή του για την εφαρμογή θρομβολυτικής αγωγής, αφού το ... δεν είχε αυτή τη δυνατότητα ή των ....., μέσω ΕΚΑΒ, υπάρχοντος (οπωσδήποτε τουλάχιστον για τη μεταφορά στο νοσοκομείο της ....) επαρκούς χρόνου (βλ. σχ. και τις με αρ. πρωτ. .../18 και 19/17-10-2011 βεβαιώσεις του Λιμεναρχείου ....., σε συνδ. με το από 18-10-2011 πιστοποιητικό της Εθνικής Μετεωρολογικής υπηρεσίας και σχετικά από το διαδίκτυο έγγραφο που προσκομίστηκαν από τον κατηγορούμενο) προ της επιδεινώσεως της υγείας του. Μετά δε από αυτό το χρονικό σημείο οπότε και μετέβη ο κατηγορούμενος στο Κ.Υ., η διάσωση του ασθενούς ήταν λογικά αδύνατη, αφού όμοια περιστατικά αντιμετωπίζονται μόνο σε καλά οργανωμένες νοσοκομειακές μονάδες και υπήρχαν ίσως ελάχιστες, με τα υπάρχοντα στο εν λόγω Κ.Υ. της ..... δεδομένα, ελπίδες βελτιώσεως της καταστάσεως, δεδομένου ότι στο νησί της .... δεν υπάρχει οργανωμένη νοσοκομειακή μονάδα, ικανή να αντιμετωπίσει τέτοια περιστατικά και για τη μετέπειτα μέριμνα προς μεταφορά του ασθενούς στο Νοσοκομείο της ...., δεν επαρκούσε, όπως τελικά και αποδείχθηκε, πλέον ο χρόνος. Το ως άνω αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο δεν προέβλεψε ο κατηγορούμενος, μπορούσε να το προβλέψει και να το αποφύγει λόγω των προσωπικών του επιστημονικών γνώσεων, των ικανοτήτων του, την πολύχρονη εμπειρία του ως παθολόγος ιατρός, όμως, από έλλειψη προσοχής, δεν έπραξε αυτό και οι άνω παραλείψεις του κατηγορουμένου, τελούν σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα (θάνατος)".
Ομοίως η με στοιχ. (v) αιτίαση για "έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης για τη διακομιδή του ασθενούς" καθόσον δεν εξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους ο ευρισκόμενος σε εφημερία ετοιμότητας ιατρός παθολόγος είναι "μόνος αρμόδιος" υφίσταται δε αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της υπουργικής απόφασης που προβλέπει τα περί διακομιδής κατά τις οποίες "απαιτείται ο προσδιορισμός της πάθησης του προς μεταφορά ασθενή, που κατά τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης πιστοποιήθηκε με τη διάγνωση οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου περί ώρα 05.15 π.μ." και ότι "η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης περί της ύπαρξης επαρκούς χρόνου "τουλάχιστον για τη μεταφορά σε νοσοκομείο της ...." δεν αιτιολογείται ειδικώς", είναι αβάσιμη. Και τούτο γιατί στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης περιλαμβάνεται αυτούσιο τμήμα της κατάθεσης του ιατρού καρδιολόγου Π. Μ. που εξετάσθηκε ως μάρτυρας ενώπιον του Εφετείου και ήταν και ο διορισθείς κατά τα προεκτεθέντα πραγματογνώμονας, στην οποία αυτός ανέφερε "την διακομιδή θα την κρίνει ο εφημερεύων γιατρός, ο παθολόγος ... Μιάμιση με δύο ώρες διαρκεί από .... για ..... Το αν θα διακομισθεί το αποφασίζει αυτός που εφημερεύει. `Όταν δεν έχει καράβι, έρχεται με άλλο πλωτό μέσο. Ο γιατρός της .... θα πρέπει πρώτα να συνεννοηθεί με το ΕΚΑΒ και μετά με μένα". Περαιτέρω, από την ανέλεγκτη εκ μέρους του Δικαστηρίου της ουσίας εκτίμηση της εν λόγω κατάθεσης καθύλην αυτής (κατάθεσης) του ιατρού ειδικού αναισθησιολόγου ...., που εξετάσθηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης ενώπιον του, που επίσης περιλαμβάνεται στο σκεπτικό του σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που όπως επισημάνθηκε αναφέρονται σ`αυτό ιδίως το βιβλίο έκτακτων περιστατικών τούτο (Εφετείο) οδηγήθηκε στην με πλήρη αιτιολογία παραδοχή του ότι ο αναιρεσείων όφειλε άμεσα μόλις έλαβε την πρώτη κλήση της αγροτικής ιατρού κατά την προσέλευση του ασθενούς (βλ. στη μέση της σελίδας 75 όπου εκτίθεται "κατά την απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ότι, "η πρώτη κλήση της ιατρού ήταν όταν προσήλθε ο ασθενής" που επίσης κατά τις παραδοχές έγινε στις 2:30 και σελ. 89,90) αλλά τουλάχιστον στις 3.30 να προσέλθει στο νοσοκομείο και ο ίδιος αποκτώντας προσωπική αντίληψη της κατάστασης του εν λόγω ασθενούς, του οποίου μάλιστα ήταν προσωπικός ιατρός και είχε ιδίαν αντίληψη του βεβαρημένου ιστορικού του που εγκυμονούσε καρδιολογικό πρόβλημα (βλ. για τα ως άνω σελ. 74, 75 και 76 στην οποία εκτίθεται ... Ενόψει αυτών, η αγροτική ιατρός, περί ώρα 3:20, έχοντας τα άνω αποτελέσματα... ενημέρωσε σχετικά τηλεφωνικά τον κατηγορούμενο, ο οποίος απλώς και πάλι έδωσε τηλεφωνικές εντολές") κι επομένως κατά τις παραδοχές η διαδικασία της διακομιδής θα άρχιζε από τις 3.00 η ώρα περίπου, που επαρκούσε σύμφωνα μ` αυτές (παραδοχές) για την διακομιδή του ασθενούς σε νοσοκομείο κατάλληλο για την παροχή στον ασθενή της προβλεπόμενης για το πρόβλημα υγείας του από την ιατρική επιστήμη θεραπευτικής αγωγής. Και δ) το είδος της αμέλειάς του, η οποία όπως προκύπτει από τις σαφείς παραδοχές του σκεπτικού (βλ. σελ. 92 "και τελικά να επέλθει ο θάνατος αυτού από αμέλεια του κατηγορουμένου, ο οποίος, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, από έλλειψη της αρμόζουσας επιμέλειας και προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα...". σελ. 93 "το ως άνω αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο δεν προέβλεψε ο κατηγορούμενος") και την όμοια για το ζήτημα αυτό αναφορά στο διατακτικό είναι μη συνειδητή, αφού κατά τις ως άνω παραδοχές δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προήλθε από την συμπεριφορά του, ήτοι τον θάνατο του ... `Ετσι, η με στοιχ. Δ αιτίαση του αναιρεσείοντος περί ύπαρξης αντίφασης μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού ως προς το είδος της αμέλειας είναι αβάσιμη. Η αποτελούσα το δεύτερο λόγο αναίρεσης αιτίαση, ότι το Εφετείο καίτοι δεν αποδέχθηκε το συμπέρασμα της πραγματογνωμοσύνης δεν αιτιολόγησε την αντίθετη με αυτό κρίση του, είναι αβάσιμη. Και τούτο γιατί το Εφετείο αιτιολόγησε με περισσότερη από την κατά νόμον απαιτούμενη επάρκεια τη διαφορετική από το συμπέρασμα του πραγματογνώμονα δικαστική του πεποίθηση.
Συγκεκριμένα περιέλαβε στο σκεπτικό του (σελ. 85 έως 89) παραδοχές προκύπτουσες από τα προσκομισθέντα βιβλιογραφικά δεδομένα, οι οποίες και μόνον αρκούσαν για την απαιτούμενη αιτιολόγηση του δικού του αντίθετου με την πραγματογνωμοσύνη συμπεράσματος. Επί πλέον τούτων (περιέλαβε) (σελ. 83) τμήμα της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και το συμπέρασμά της, κατά το οποίο "φρονώ ότι το περιστατικό σωστά αντιμετωπίστηκε και η χορηγηθείσα φαρμακευτική αγωγή ήταν η πρέπουσα", στη συνέχεια αναφέρει (βλ. όμως και την από 15-12- 2012 ιατροδικαστική γνωμοδότηση, που συντάχθηκε από την ιατροδικαστή, ..., με εντολή της οικογένειας του θανόντος και καταθέσεις ειδικών ιατροδικαστών, μάρτυρα κατηγορίας, ... και μάρτυρα πολιτικής αγωγής ...) που από τον αντιθετικό σύνδεσμο όμως σημαίνει ότι απ` αυτά τα αποδεικτικά μέσα προκύπτουν τα αντίθετα από το συμπέρασμά της, μετά (περιέλαβε) τμήμα των καταθέσεων κατά πιστή μεταφορά από το οικείο τμήμα των πρακτικών της του συντάκτη της πραγματογνωμοσύνης ιατρού καρδιολόγου ... και του ..., ειδικού αναισθησιολόγου, που εξετάσθηκαν ενώπιόν του ως μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης αντίστοιχα (σελ. 81, 82 και 83), το περιεχόμενο δε των εν λόγω καταθέσεων οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα απ` αυτό που διατυπώθηκε στην εν λόγω πραγματογνωμοσύνη. Συγκεκριμένα η εν λόγω κατάθεσή του πρώτου περιέχει και τα εξής: "ΕΡΩΤ. Πότε θα πηγαίνατε εσείς στο νοσοκομείο; ΑΠΑΝΤ.: Από την στιγμή που άλλαξε το καρδιογράφημα, που θα είχε τα στοιχεία και από τη στιγμή που πόνεσε πιο πολύ. Εγώ νομίζω ότι ο κατηγορούμενος πήγε 05:00-05:30 και όχι στις 07:00. Εγώ είμαι καρδιολόγος, θα πήγαινα έτσι κι αλλιώς πιο γρήγορα. Αν μου έλεγαν ότι άλλαξε το καρδιογράφημα θα πήγαινα. Τηλεφωνικώς θα έδινα εντολή για χορήγηση φαρμάκων, αλλά θα ήμουνα ήδη στο δρόμο και θα πλησίαζα ... ΕΡΩΤ.: Ποια είναι τα στοιχεία του ηλεκτροκαρδιογραφήματος που έγινε στις 03:10 που έδιναν τα στοιχεία του εμφράγματος; ΑΠΑΝΤ.: Δεν τα θυμάμαι. `Ηταν διαταραχές εναπολώσεως. Το Q σημαίνει και νέκρωση μυοκαρδίου... Η αγροτική γιατρός δεν μπορεί αυτά να τα διαβάσει... `Όπως μου τα περιγράφετε, βάρος, πόνος, δύσπνοια κ.τ.λ. είναι τυπική εικόνα εμφράγματος. `Όταν υπάρχει αυτή η εικόνα, το οικογενειακό ιστορικό και ο ασθενής να είναι χρόνιος καπνιστής μπορεί να υπάρχει υποψία στεφανιαίας νόσου. Τα ένζυμα του τα πρώτα δεν ήταν τυπικά. Γύρω στις 05:00 άλλαξε το καρδιογράφημα... `Όταν εγώ βλέπω αποτέλεσμα (+-) στο τεστ τροπονίνης ξανακάνω την εξέταση μετά από μία ώρα.... Στο αποτέλεσμα (+-) τροπονίνης θα έβαζα νίτρωση, αν πόναγε..." ο δε ως άνω μάρτυρας υπεράσπισης κατάθεσε "Θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος πήγε στις 05:00- 05:30. Αν στις 06:30 υπήρξε κλήση, το θεωρώ απαράδεκτο. Θα έπρεπε να πάει αμέσως στις 05:30 και να γίνουν τα εξής: Να δοθούν νιτρώδη και ασπιρίνη. Να κρατηθεί καλή η αρτηριακή πίεση με φάρμακα ινότροπα. Να υπάρξει καλή άρδευση και καλός κορεσμός και αμέσως να κανονιστεί μια διακομιδή...". Δηλαδή ο πραγματογνώμονας κατέθεσε ότι τα δεδομένα του για το ως άνω συμπέρασμα της έκθεσης ήταν ότι ο αναιρεσείων έφθασε στο νοσοκομείο στις 5.00 και ότι τα συμπτώματα του ασθενούς δεν ήταν αυτά που του γνωστοποίησε το Δικαστήριο κατά την εξέτασή του ως μάρτυρας γι` αυτό οδηγήθηκε στο ως άνω συμπέρασμα. Για την κατάσταση δε του ασθενούς από την προσέλευσή του στο νοσοκομείο μέχρι το θάνατό του και για την ώρα που έφθασε ο αναιρεσείων στο νοσοκομείο υφίστανται λεπτομερείς παραδοχές στην προσβαλλόμενη που αναφέρθηκαν και κατά την έρευνα λοιπών αιτιάσεων. Β) Οι αποτελούσες τον τρίτο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί εσφαλμένης εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 45 παρ. 6 του ν.3205/2003 και του κεφαλαίου ΣΤ της με αρ. Υ10α/Γ.Π. 129776/30/1/2006 υπουργικής απόφασης που ρυθμίζουν μεταξύ άλλων τις υποχρεώσεις των ιατρών όταν βρίσκονται σε εφημερία ετοιμότητας, καθόσον δεν εντίθεται στην προσβαλλόμενη η απαιτούμενη για την εφαρμογή τους προϋπόθεση της κλήσης του για να παράσχει τις ιατρικές του υπηρεσίες και έλλειψη αιτιολογίας ως προς την υποχρέωσή του (αναιρεσείοντος) να μεταβεί στο γενικό νοσοκομείο ..., ενόψει και του γεγονότος ότι είναι ιατρός με την ειδικότητα του παθολόγου και όχι του καρδιολόγου, είναι αβάσιμες. Και τούτο διότι: α)Στο σκεπτικό του Εφετείου υφίστανται σαφείς παραδοχές ότι ο κατηγορούμενος κλήθηκε για να μεταβεί στο νοσοκομείο και συγκεκριμένα μεταξύ άλλων στη σελ. 78 υφίσταται η παραδοχή "παρ` όλα αυτά, ενώ ο κατηγορούμενος ιατρός, με πολυετή εμπειρία, ευρισκόμενος σε εφημερία ετοιμότητας γνώριζε τα ανωτέρω και είχε κληθεί επανειλημμένα τηλεφωνικά από την τελούσα σε ενεργή εφημερία αγροτική ιατρό και επί πλέον γνώριζε ότι στο εν λόγω Κ.Υ., που δεν υπηρετούσε ιατρός καρδιολόγος, δεν υπήρχε η δυνατότητα θρομβόλυσης, επί πλέον δε απαιτούνταν χρόνος για τη μεταφορά του ασθενούς, από τη Νάξο, έστω και στο Νοσοκομείο της ... (περί την 1.30 ώρες με καλό καιρό), όπου λειτουργούσε οργανωμένο καρδιολογικό τμήμα, με δυνατότητα θρομβόλυσης, προσήλθε στο Κ.Υ. μετά την 6.30 ώρα". β) Ο αναιρεσείων, πάντοτε κατά τις σαφείς, που υπέρ το δέον πληρούν την απαιτούμενη αιτιολογία, παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας, αμφισβήτησε την ώρα που του αποδίδετο με το κλητήριο θέσπισμα ότι έφθασε στο νοσοκομείο και συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι έφθασε προγενέστερα, γεγονός που καθιστά φανερό, όπως ορθά και αιτιολογημένα δέχθηκε το Εφετείο, ότι οι τηλεφωνικές κλήσεις από την ασκούσα ενεργή εφημερία ειδικευόμενη ιατρό προς αυτόν το περιεχόμενο μάλιστα του μεταξύ τους διαλόγου στην με τον τρόπο αυτό επικοινωνία τους εκτίθεται με ακρίβεια στο σκεπτικό του, ισοδυναμούν με προς αυτόν απαιτούμενες κατά νόμον προσκλήσεις να προσέλθει στο νοσοκομείο και να επιληφθεί παρέχοντας τις ιατρικές του υπηρεσίες στον ασθενή που (πάντοτε κατά τις παραδοχές) η κατάστασή του από την είσοδό του στο νοσοκομείο εμφανίζετο κρίσιμη. γ) Υφίστανται παραδοχές ότι στο νοσοκομείο που υπηρετούσε ο αναιρεσείων και ήταν διευθυντής του δεν υπηρετούσε ιατρός καρδιολόγος και συνακόλουθα αυτός ως παθολόγος ήταν υποχρεωμένος κατά νόμον να διαχειρισθεί το ένδικο περιστατικό και να προβεί ως μόνος αρμόδιος στις ενδεικνυόμενες ενέργειες (που επίσης αναφέρονται στο εν λόγω σκεπτικό) και προαναφέρθηκαν στα πλαίσια έρευνας έτερων αναιρετικών αιτιάσεων προκειμένου να δεχθεί ο ασθενής τις υπηρεσίες ιατρού καρδιολόγου. Πρέπει να εκτεθεί πως η κατά τα προεκτεθέντα αβάσιμη περί ειδικότητας αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι τουλάχιστον αντιφατική, καθόσον κατ` ακολουθίαν αυτής (αιτίασης) ήταν ικανή μόνη η ειδικευόμενη ιατρός να αντιμετωπίσει το ένδικο περιστατικό και όχι αυτός, ως Διοικητής του νοσοκομείου και παθολόγος ιατρός. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του Κ.Π.Δ. λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων με τις ειδικότερες ανωτέρω αιτιάσεις, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο ο αναιρεσείων επικαλούμενος το μεν τις διατάξεις των άρθρων 1) 6 παρ.1 εδ. α της ΕΣΔΑ, με την οποία ορίζεται "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια, δημόσια και μέσα σε λογική προθεσμία, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο... το οποίο θα αποφασίσει είτε..... είτε για το βάσιμο κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης". 2) 510 παρ. 1 στοιχ. Α Κ.Π.Δ., κατά την οποία "Ως λόγοι για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθούν μόνο: Α) Η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρ. 171) ... και 3) 171 Κ.Π.Δ., με την οποία ορίζεται "Ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον `Αρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται: 1) Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α)... β)...γ).... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα" το δε το γεγονός που εκτέθηκε στην αρχή της παρούσας, ότι δηλαδή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης συζητήθηκε στις 7-11-2014 αλλά επ` αυτής δεν εκδόθηκε απόφαση με συνέπεια να συζητηθεί εκ νέου κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ισχυρίζεται ότι προκλήθηκε "απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατ` άρθρον 171 παρ. 1 περ. δ` Κ.Π.Δ.... διότι παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ που κατοχυρώνει το υπερασπιστικό του δικαίωμα για εκδίκαση της υπόθεσης εντός λογικής προθεσμίας (δικαίωμα σε εύλογη διάρκεια της δίκης) και γι` αυτό πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Και τούτο γιατί μ`αυτόν ουδεμία πλημμέλεια που να θεμελιώνει έναν από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του Κ.Π.Δ. λόγους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. `Όμως, με το προς το Δικαστήριο τούτο ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης ο ασκών τούτο (αναιρεσείων) μόνον τις προεκτεθείσες πλημμέλειες που θεμελιώνουν τους περιοριστικά θεσπιζόμενους (αρ. 510 Κ.Π.Δ.) λόγους αναίρεσης που αποδίδονται αποκλειστικά στην τελεσίδικη απόφαση που προσβάλλεται μ` αυτήν (αίτηση αναίρεσης) δικαιούται να προβάλει. Επομένως, ο πρόσθετος λόγος ως απαράδεκτος πρέπει ν` απορριφθεί. Κατόπιν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης, κύριοι και πρόσθετοι προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της καθώς και ο πρόσθετος λόγος αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 176, 183 Κ.ΠολΔ.), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-4-2014 (με αριθ. πρωτ.../17-4-2014) αίτηση του .. του .., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ` αρ. 13/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αιγαίου, καθώς και τον από 27-12-2018 πρόσθετο αυτής λόγο, που κατατέθηκε με χωριστό δικόγραφο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ