ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Αν ο παθών από το έγκλημα είχε υποβάλει έγκληση, ακόμα και υπό το προγενέστερο καθεστώς της αυτεπάγγελτης δίωξης του συγκεκριμένου εγκλήματος, είναι αυτονόητο, ότι δεν χρειάζεται να επαναληφθεί η δήλωση αυτή περί επιθυμίας συνέχισης της εκκρεμούς ποινικής διαδικασίας, καθόσον η υποβολή της έγκλησης, δηλώνει και τη βούληση του παθόντος για την πρόοδο της διαδικασίας και υποκαθιστά την προβλεπόμενη από τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 ΠΚ-απλή άλλωστε-δήλωση και επομένως πληροί τον σκοπό αυτής (ΑΠ 2010/2019), Το αυτό ισχύει ακόμα και αν η καταγγελία του εγκλήματος από τον παθόντα είχε χαρακτηριστεί ως μήνυση, χωρίς να επιζητείται όπως η δήλωση βούλησης του εγκαλούντος για την τιμωρία του δράστη να είναι ρητή και πανηγυρική, αλλά αρκεί να συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της έγκλησης (ΑΠ 773/2020)
Απόφαση 1067 / 2021 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1067/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Ηλιοπούλου, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου, Μαρία Κουβίδου και Άννα Φωτοπούλου - Ιωάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 13 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βιργινίας Σακελλαροπούλου, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση α) του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και β) του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, περί αναιρέσεως της 423/2020 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενο τον Θ. Π. του Λ., κάτοικο …, ο οποίος δεν παραστάθηκε. Και με υποστηρίζουσα την κατηγορία: την εταιρεία με την επωνυμία: "I. Μ. Α. Α.Ε.", νομ. εκπρωσοπούμενη, με έδρα στη … …, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Γιώρα.
Το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και α) ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Λ. Σ., ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18.12.2020 κρινόμενη αίτηση του, η οποία ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και έλαβε αριθμό 55/2020 και β) η αναιρεσείουσα Αντεισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης Ά. Κ., ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27-11-2020 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης Σταύρου Χατζημιχαηλίδη και έλαβε αριθμό 21/2020 και καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1272/2020.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που δικάσαν προηγουμένως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της υποστηρίζουσας την κατηγορία, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται, ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, οι από 18.12.2020 και 27.11.2020 δύο αιτήσεις αναίρεσης (με αρ. εκθ. 55/2020 και 21/2020): 1) του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου και 2) του Αντεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, για αναίρεση της με αριθμό 423/2020 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.
Κατά το άρθρο 512 παρ. 1 εδ. β ΚΠΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 του ιδίου Κώδικα και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του αυτού κώδικα. Σε περίπτωση αναίρεσης του Εισαγγελέα εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος 4 του άρθρου 340. Εξάλλου, κατ' άρθρο 515 παρ. 2 εδ. α' του ιδίου ως άνω Κώδικα, αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος δεν εμφανίστηκε. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 8.7.2021 και 3.8.2021 αποδεικτικά επίδοσης των επιμελητών Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, Δ. Κ. και Ό. Χ. αντίστοιχα, ο κατηγορούμενος Θ. Π., κλητεύθηκε δια θυροκολλήσεως (και εν συνεχεία έγινε επίδοση και στην ορισθείσα αντίκλητο αυτού Σταυρούλα Καλκίνη, Δικηγόρο Θεσσαλονίκης) από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα (άρθρο 155 παρ. 2 ΚΠΔ) και εμπρόθεσμα προκειμένου να παραστεί δια συνηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, κατά την οποία, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο ως άνω κατηγορούμενος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Πρέπει, μετά ταύτα, το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 του ΚΠΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507 του ίδιου Κώδικα, που, την καθορίζει σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου. Έτσι, μπορεί να ζητήσει την αναίρεση και της απόφασης που έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Κατά την διάταξη του ίδιου άρθρου 505 παρ.1 περ. β' του ίδιου Κώδικα, ο Εισαγγελέας Εφετών, μπορεί να ζητήσει την αναίρεση, μεταξύ άλλων αποφάσεων, και των αποφάσεων του Εφετείου της περιφέρειάς του, εντός προθεσμίας είκοσι ημερών, από την καταχώριση αυτή. Έτσι, ο Εισαγγελέας Εφετών μπορεί να ζητήσει την αναίρεση και των αποφάσεων που παύουν ή κηρύσσουν απαράδεκτη την ποινική δίωξη (ΑΠ 176/2012).
Με τις κρινόμενες από 18.12.2020 και 27.11.2020 δύο αιτήσεις αναίρεσης (με αρ. εκθ. 55/2020 και 21/2020): 1) του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου και 2) του Αντεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, ζητείται η αναίρεση της με αριθμό 423/2020 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη κατά του ως άνω κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου η αξία του οποίου υπερβαίνει συνολικά τα 120.000 ευρώ, λόγω εκπροθέσμου υποβολής εγκλήσεως. Οι αιτήσεις ασκήθηκαν νομότυπα και μέσα στην νόμιμη προθεσμία των είκοσι και τριάντα ημερών αντίστοιχα, από την καταχώρηση της αποφάσεως στο κατ' άρθρο 473 ΚΠΔ ειδικό βιβλίο.
Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ ΑΠ 1/2020). Περαιτέρω, με το άρθρο πρώτο του ν. 4619/2019 κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας η ισχύς του οποίου άρχισε, κατά το άρθρο 460 αυτού και το άρθρο δεύτερο του ως άνω νόμου, από 1-7-2019. Κατά τη διάταξη του άρθρου 381 παρ. 1 αυτού (νέου ΠΚ), για την ποινική δίωξη, μεταξύ άλλων εγκλημάτων και αυτού της υπεξαίρεσης, που προβλέπεται στο άρθρο 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ και του οποίου η ποινική δίωξη υπό το προϊσχύσαν νομικό καθεστώς ασκείτο αυτεπαγγέλτως από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών ύστερα από αναφορά, μήνυση ή άλλη είδηση για τη διάπραξή του (άρθρα 27 και 36 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ), απαιτείται πλέον υποβολή έγκλησης, ενώ κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 του ίδιου Κώδικα "Εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες, που έχουν ανοίξει χωρίς την υποβολή εγκλήσεως με αντικείμενο πράξεις για τη δίωξη των οποίων απαιτείται έγκληση στον παρόντα Κώδικα, ενώ διώκονταν αυτεπαγγέλτως υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, συνεχίζονται εφόσον ο δικαιούμενος να υποβάλει έγκληση δηλώσει εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος ότι επιθυμεί την πρόοδο τους". Από τις παραπάνω διατάξεις, συνάγονται τα ακόλουθα: α) αν ο παθών από το έγκλημα είχε υποβάλει έγκληση, ακόμα και υπό το προγενέστερο καθεστώς της αυτεπάγγελτης δίωξης του συγκεκριμένου εγκλήματος, είναι αυτονόητο, ότι δεν χρειάζεται να επαναληφθεί η δήλωση αυτή περί επιθυμίας συνέχισης της εκκρεμούς ποινικής διαδικασίας, καθόσον η υποβολή της έγκλησης, δηλώνει και τη βούληση του παθόντος για την πρόοδο της διαδικασίας και υποκαθιστά την προβλεπόμενη από τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 ΠΚ απλή άλλωστε δήλωση και επομένως πληροί τον σκοπό αυτής (ΑΠ 2010/2019), β) το αυτό ισχύει ακόμα και αν η καταγγελία του εγκλήματος από τον παθόντα είχε χαρακτηριστεί ως μήνυση, χωρίς να επιζητείται όπως η δήλωση βούλησης του εγκαλούντος για την τιμωρία του δράστη να είναι ρητή και πανηγυρική, αλλά αρκεί να συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της έγκλησης (ΑΠ 773/2020) και γ) το δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να επεκτείνει την αναδρομική εφαρμογή τήρησης της τρίμηνης προθεσμίας της έγκλησης που ορίζεται στο άρθρο 114 παρ.1 ΠΚ, διότι κατ' αυτόν τον τρόπο απαιτεί ουσιαστικά συμμόρφωση του παθόντος σε μη ισχύον κατά το χρόνο υποβολής της έγκλησης νομοθετικό πλαίσιο, δεδομένου, ότι η δίωξη τότε ασκούνταν αυτεπάγγελτα. Ως έγκληση θεωρείται και η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, η οποία εμπεριέχεται στην ένορκη εξέταση μάρτυρα και δόθηκε υπό το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς (ΑΠ 773/2020, ΑΠ 1700/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την από 14.11.2014 μήνυση -έγκληση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "I. Α. Ε. Μ. Α." κατά του κατηγορουμένου Θ. Π., διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση και στη συνέχεια με την από 20.4.2015 εισαγγελική παραγγελία προς τον Ανακριτή του 6ου Τακτικού Τμήματος Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος αυτού για το αδίκημα της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, με την επιβαρυντική περίσταση ότι το συνολικό αντικείμενο της πράξης υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Στη συνέχεια μετά την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το υπ' αριθμ.611/2017 βούλευμά του παρέπεμψε τον κατηγορούμενο ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης για να δικαστεί ως υπαίτιος τέλεσης του ως άνω αδικήματος, το δε ανωτέρω δικαστήριο στο οποίο παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγουσα η εγκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία με την υπ' αριθμό 780/2019 απόφαση του, τον καταδίκασε σε φυλάκιση τριών ετών, αφού του αναγνωρίστηκε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 δ' του ΠΚ, που μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 3 ευρώ την ημέρα. Ακολούθως, μετ' έφεση του κατηγορουμένου η υπόθεση δικάστηκε σε δεύτερο βαθμό από το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, υπό την ισχύ του νέου ΠΚ, το οποίο κήρυξε απαράδεκτη την κατ' αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη, λόγω μη υποβολής της σχετικής δήλωσης του άρθρου 464 ΠΚ, περί επιθυμίας συνέχισης της εκκρεμούς ποινικής διαδικασίας με το ακόλουθο σκεπτικό : "..... Η αξιόποινη αυτή πράξη διωκόταν αυτεπαγγέλτως, η δε σε βάρος του εκκαλούντος κατηγορουμένου ποινική δίωξη ασκήθηκε με αφορμή την από 14-11-2014 "μήνυση -έγκληση" της άνω παθούσας ανώνυμης εταιρίας την οποία εγχείρησε στην αρμόδια Εισαγγελέα ο νόμιμος εκπρόσωπός της, Γ. Κ. την 21-11-2014, συνταχθείσης της σχετικής εκθέσεως. Με την "μήνυση έγκληση" αυτή, η παθούσα "μήνυε και εγκαλούσε" τον κατηγορούμενο για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, χωρίς να αναφέρει ρητά σε κάποιο σημείο της, ότι επιθυμεί και την ποινική δίωξη αυτού για την εν λόγω πράξη. Ήδη η αξιόποινη πράξη της απάτης που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 375 παρ.1 και 2 του ισχύοντος Π.Κ, διώκεται κατ' έγκληση (άρθρο 381 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) η δε άνω παθούσα την παραπάνω "μήνυση έγκληση" της δεν την είχε υποβάλλει εντός της άνω προθεσμίας του άρθρου 114 παρ. του ισχύοντος Π.Κ., (117 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Π.Κ.), καθόσον όπως προκύπτει από τα παραπάνω έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, η παθούσα έμαθε για την σε βάρος της τέλεση της παραπάνω πράξεως και τον δράστη αυτής κατηγορούμενο, κατ' απώτατο χρονικό σημείο την 28-11-2012 οπότε και κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την με αριθ. καταθέσεως 34017/28-11-2012 αγωγή της κατά και του ήδη κατηγορουμένου, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο τελευταίος, να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 149.985,05 ευρώ, με βάση την μεταξύ τους σύμβαση και επικουρικά με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, επί της αγωγής δε αυτής, εκδόθηκε η 17472/2014 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου με την οποία έγινε δέκτη ως βάσιμη και ουσιαστικά, ενώ την άνω "μήνυση - έγκληση" κατέθεσε ως άνω την 21-11-2014, ήτοι 21 μήνες περίπου μετά την λήξη της εν λόγω τρίμηνης προθεσμίας από την ως άνω γνώση της. Ακόμη η παθούσα, προς κάλυψη του ως άνω εκπροθέσμου, δεν δήλωσε, όπως είχε δικαίωμα, εντός της προθεσμίας των τεσσάρων μηνών από την έναρξη της ισχύος του νέου Π.Κ. (άρθρο 464 του ίδιου κώδικα), ήτοι μέχρι και την 1.11.2019, ότι επιθυμεί την πρόοδο της προκείμενης ποινικής διαδικασίας, όπως τούτο προκύπτει από τον σχετικό έλεγχο του φακέλου της δικογραφίας. Σημειώνεται εδώ, ότι η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής ενώπιον του άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δεν υποκαθιστά την δήλωση, ενόψει του ότι η τελευταία προβλέπεται αποκλειστικά από την προαναφερόμενη ουσιαστικού ποινικού δικαίου διάταξη, ενώ η άσκηση πολιτικής αγωγής περιορίζεται στην επιδίωξη ικανοποίησης αστικής φύσης αξιώσεων (βλ. σχετ. ΑΠ 58/2020 δημ. ΤΝΠ ΔΣΑ). Μετά ταύτα, πρέπει, ενόψει του ότι εμφανίστηκε ο εκκαλών και είναι παραδεκτή η κρινόμενη έφεση, με την οποία ο εκκαλών παραπονείται για "εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων" από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, (με συνέπεια, σύμφωνα με την αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, την εκκρεμότητα της ποινικής διαδικασίας και την μεταβίβαση στο σύνολο της υποθέσεως στο παρόν Δικαστήριο για την εκ νέου εξέταση της), κατόπιν εφαρμογής αυτεπαγγέλτως των ως άνω επιεικέστερων για τον κατηγορούμενο διατάξεων, την εφαρμογή των οποίων επικαλείται και ο ίδιος με τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό του, να γίνει αυτός (ισχυρισμός) δεκτός ως βάσιμος και να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη για την παραπάνω πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος-εκκαλών (άρθρο 368 εδ.γ'περ.3 α' Κ.Π.Δ. βλ. και ΑΠ 259/2020 δημ.ΤΝΠ ΔΣΑ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσης, σύμφωνα και με όλα τα αναφερόμενα στην παραπάνω νομική σκέψη". Με αυτά όμως που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, περί οριστικής έλλειψης νομότυπης-εμπρόθεσμης έγκλησης εκ μέρους της παθούσας εταιρείας, η οποία, ως εκ τούτου όφειλε να υποβάλει τη δήλωση που προβλέπεται στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 του ισχύοντος ΠΚ υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχείο Ε' του ΚΠΔ. Ειδικότερα το ως άνω Δικαστήριο με το να δεχτεί ότι η υποβληθείσα κατά την 21.11.2014 έγκληση της παθούσας εταιρείας, με την οποία εγκάλεσε τον κατηγορούμενο για την ως άνω πράξη της υπεξαίρεσης, θα έπρεπε να είχε υποβληθεί εντός τριμήνου από την γνώση της για την τέλεση της πράξης, εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 114 παρ.1, 375, 381 και 464 του ΠΚ και κήρυξε την ποινική δίωξη απαράδεκτη γιατί εγκαλείτο τότε πράξη αυτεπάγγελτα διωκόμενη και όχι κατ' έγκληση, όπως πρωτοθεσπίστηκε με την ισχύ του ΝΠΚ, όπως προαναφέρθηκε. Εάν ερμήνευε ορθά τις παραπάνω διατάξεις, θα έπρεπε να δεχθεί ότι η έγκληση θα μπορούσε να υποβληθεί οποτεδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος από την τέλεση του εγκλήματος έως και τη λήξη της τετράμηνης προθεσμίας που ορίζει η διάταξη του άρθρου 464 ΠΚ, δηλ. έως και την 1.11.2019 καθώς και ότι η έγκληση, που υπέβαλε η παθούσα εταιρεία στις 21.11.2014 για την εις βάρος της τελεσθείσα πράξη της υπεξαίρεσης, εμπεριέχει και τη βούλησή της για την πρόοδο της διαδικασίας, την οποία άλλωστε βούληση επανέλαβε και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα, και υποκαθιστά την προβλεπόμενη από τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 ΠΚ, απλή δήλωση, και επομένως πληροί το σκοπό αυτής και ως εκ τούτου δεν ήταν απαραίτητη η υποβολή της προβλεπόμενης στο άρθρο 464 ΠΚ δήλωσης για τη συνέχιση της ποινικής διαδικασίας. Στη συνέχεια και μετά την κρίση επί του παραδεκτού και νομότυπου της έφεσης, θα έπρεπε να προχωρήσει στην εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Κατ' ακολουθία, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, μοναδικός λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και της Αντεισαγγελέα Εφετών, για εσφαλμένη ερμηνεία των προαναφερόμενων διατάξεων πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά ταύτα, πρέπει κατά το άρθρο 519 του ΚΠΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 522 ΚΠΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 159 του Ν. 4598/2021 (ΦΕΚ Α215).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται τις από 18.12.2020 και 27.11.2020 αιτήσεις αναίρεσης (με αρ. εκθ. 55/2020 και 21/2020): 1) του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, και 2) του Αντεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα.
Αναιρεί την υπ' αριθμό 423/2020 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ