ΑΝΑΚΡΙΣΗ - ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ - ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΡΘΡΟΥ 86 Σ - 2-2020

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : (Κατά πλειοψηφία) Ο εισαγγελέας κατά τη διάρκεια της ανάκρισης δύναται να ενημερώνεται για την πορεία της υπόθεσης και να λαμβάνει γνώση των εγγράφων της κάθε δικογραφίας σε κάθε χρονικό σημείο, αλλά κατά τη διενέργεια του ανακριτικού έργου  παρευρισκόμενος (παριστάμενος) δεν δύναται να έχει ανάμειξη όπως να υποβάλλει ερωτήσεις ή να κάνει υποδείξεις στον ανακριτή κατά τις ανακριτικές πράξεις.

ΑΝΤΙΘΕΤΗ   εισαγγελική πρόταση    : Ο εισαγγελέας παρευρισκόμενος στην ανακριτική διαδικασία έχει δικαίωμα και καθήκον να θέτει δια του ανακριτή ερωτήσεις στους μάρτυρες και στους κατηγορούμενους, να εξειδικεύει ζητήματα προς ανακριτική διερεύνηση και απόδειξη χάριν της ουσιαστικής ανακάλυψης της αλήθειας, αφού αυτός είναι και ο κοινός του στόχος με τον ανακριτή, όπως ήδη έχει επισημανθεί.  

ΑΡΙΘΜΟΣ 2 /2020

TO ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

TOY ΑΡΘΡΟΥ 86 § 4 TOY ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Παρασκευή Καλαϊτζή Αρεοπαγίτη, πρόεδρο του Συμβουλίου, ως αρχαιότερη αρεοπαγίτη, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Αρεοπαγίτη, 2)Δημήτριο Σκαλτσούνη, Αντιπρόεδρο Συμβουλίου Επικρατείας, 3)Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου Αρεοπαγίτη-εισηγήτρια, 4)Βασίλειο Ανδρουλάκη Σύμβουλο Επικράτειας, που κληρώθηκαν σε δημόσια συνεδρίαση της Ολομέλειας της Βουλής, στις 30 Ιουλίου 2020, μετά την άσκηση ποινικής δίωξης από τη Βουλή κατά του  .........................,  ............... για αξιόποινες πράξεις κατά την άσκηση των καθηκόντων του και με την παρουσία της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, δικαστικής υπαλλήλου του Αρείου Πάγου, η οποία ορίστηκε γραμματέας του παρόντος Συμβουλίου με την 171/31-7-2020 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου.

Συνήλθε σε συνεδρίασή στο Κατάστημα του Αρείου Πάγου, χωρίς την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου  ......................., που κληρώθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της Ολομέλειας της Βουλής, στις 30 Ιουλίου 2020 Εισαγγελέας του Δικαστικού Συμβουλίου του άρθρου 86 παρ. 4  του Συντάγματος στην Κρινόμενη υπόθεση, στις 4 Δεκεμβρίου 2020, προκειμένου να αποφανθεί επί της διαφωνίας που ανέκυψε μεταξύ της Ανακρίτριας, Αρεοπαγίτη  ...................., που ορίστηκε με το υπ αριθμ. 1/4-8-2020 βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου του άρθρου 86 παρ. 4 του Συντάγματος για τη διενέργεια κυρίας ανάκρισης και της Εισαγγελέως του ανωτέρω Συμβουλίου κατά την εξέταση του μάρτυρα  ................. στις  6-11-2020.

Η ανωτέρω Αντεισαγγελέας  , εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την υπ’ αριθμ. Πρωτ. ΕΠ-Δ 95/18-11-2020 έγγραφη πρόταση της η οποία έχει ως εξής:

Εισάγω κατά το άρθρο 307 ττερίπτ. β' του ΚΠοινΔ, την ανακύψασα διαφωνία μεταξύ ημών και της ανακρίτριας και αναφέρω τα ακόλουθα:

Ι.Κατά τη συνεδρίαση της 22ας Ιουλίου 2020 η Ολομέλεια της Βουλής αποφάσισε την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του πρώην   ... Υπουργού ..............................  , για   α) ηθική αυτουργία σε κακουργηματική κατάχρηση εξουσίας (άρθρο 46 παρ.1, 239 ΠΚ), β)ηθική αυτουργία σε κατάχρηση εξουσίας σε βαθμό πλημμελήματος,(άρθρο 46 παρ 1, 239 ΠΚ),γ) ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος, (άρθρο 46 παρ 1,259 ΠΚ),δ) παράβαση καθήκοντος κατ' εξακολούθηση, (άρθρο 98 , 259 ΠΚ, αυτοτελώς) , ε) απόπειρα εκβίασης (άρθρο 42, 385 παρ.1 περίπτωση Γ παλαιού ΠΚ, του άρθρου 385 παρ.1 και 3 ΠΚ, ως ισχύει, μετά την έναρξη ισχύος του ν.4619/2019), στ) δωροληψία πολιτικού αξιωματούχου ( άρθρο 159 παρ.1 παλαιού και νέου ΠΚ) και η) εγκληματική οργάνωση- συμμορία (άρθρο 187 τταρ. 5 παλαιού ΠΚ, τταρ. 3 νέου ΠΚ)  .

Κατόπιν αυτού η υπόθεση περιήλθε στο από τα άρθρα 86 παρ.4 του Συντάγματος και 8 Ν.3126/2003 αρμόδιο Συμβούλιο Σας. Στα πλαίσια της ανακριτικής διαδικασίας, στις 6-11-2020, κλητεύθηκε προς εξέταση, ως μάρτυρας, ο  .................. Ήδη με το με αριθ.πρωτ.  ...... έγγραφό μας γνωστοποιήσαμε στην ανακρίτρια την πρόθεσή μας να παριστάμεθα κατά τη διενέργεια των ανακριτικών πράξεων ασκώντας, κατά περίπτωση, τα εκ του άρθρου 30 παρ. 1 εδ.β ΚΠοινΔ δικαιώματά μας και κατόπιν σχετικής προφορικής ειδοποίησης παρέστη κατά τη συγκεκριμένη μαρτυρική κατάθεση. Κατά τη διάρκεια της εξέτασης του παραπάνω μάρτυρα και πριν αυτή ολοκληρωθεί, απευθύνθηκα στην ανακρίτρια προκειμένου να διευκρινισθεί από τον μάρτυρα σημείο της τελευταίας απάντησής του. Η ανακρίτρια, όμως, παρενέβη παρόντος του μάρτυρα και δήλωσε κατά πιστή μεταφορά ότι «ο Εισαγγελέας δεν μπορεί να έχει ουδεμία ανάμειξη στην ανάκριση, ήτοι να υποβάλει ερωτήσεις, διευκρινήσεις δια μέσω της Ανακρίτριας αλλά μόνο τυπική παράσταση. Ενόψει του ότι δεν υπάρχει σχετική νομολογία πρέπει το ζήτημα να παραπεμφθεί ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου κατόπιν διαφωνίας».

II.Επί της διαφωνίας αυτής που κατά τα ανωτέρω προέκυψε επάγομαι τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30 ΚΠοινΔ, «1. Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών μπορεί να ενεργεί προκαταρκτική εξέταση για να κρίνει αν πρέπει να ασκήσει ποινική δίωξη. Μπορεί ακόμα να παρευρίσκεται ο ίδιος ή ένας από τους αντεισαγγελείς που υπάγονται σε αυτόν κατά την ενέργεια κάθε ανακριτικής πράξης και να ενημερώνεται οποτεδήποτε ως προς τα έγγραφα που αφορούν την ανάκριση, 2. Καμιά απόφαση ή ποινική διαταγή ποινικού δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο και καμιά διάταξη ανακριτή δεν έχουν κύρος αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο εισαγγελέας». Από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 30 παρ/1 ΚΠοινΔ, που είναι όμοια με αυτή του άρθρου 31 παρ.1 του προϊσχύσαντος ΚΠοινΔ συνάγεται ότι: α) ο εισαγγελέας μπορεί να παρευρίσκεται κατά τη λήψη μαρτυρικών καταθέσεων από τον ανακριτή, χωρίς να μπορεί να αναμιχθεί στο έργο του, β) ο εισαγγελέας μπορεί να ζητήσει από τον ανακριτή να υποβληθούν μέσω αυτού(ανακριτή) συγκεκριμένες ερωτήσεις στον εξεταζόμενο μάρτυρα, γ) ο εισαγγελέας μπορεί να ζητήσει από τον ίδιο ανακριτή να καταχωρηθούν στην κατάθεση σχετικές παρατηρήσεις του για το περιεχόμενο της κατάθεσης, δ) ο εισαγγελέας μπορεί να ενημερώνεται οποτεδήποτε ως προς τα έγγραφα που αφορούν στην ανάκριση. Το εύρος εφαρμογής αυτής της διάταξης ανάγεται στις περιπτώσεις διενέργειας κύριας ανάκρισης από ανακριτή όλων των βαθμίδων, όπως κατά περίπτωση προσδιορίζεται η αρμοδιότητα του στο νόμο. Το αληθές νόημα και περιεχόμενο της έννοιας της παρουσίας του εισαγγελέα σε κάθε ανακριτική πράξη προσδιορίζουν οι προαναφερθείσες διατάξεις, που καθορίζουν την λειτουργική αρμοδιότητα του εισαγγελέα ως εισαγγελικού λειτουργού και τη νομική φύση του εισαγγελικού Θεσμού στην ποινική διαδικασία, οι οποίες εναρμονίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 88 παρ.5 εδ.α’ και παρ.6 του Συντάγματος, σύμφωνα με πς οποίες δικαστικοί λειτουργοί είναι οι δικαστές και οι εισαγγελείς και κοινός στόχος αυτών είναι η ανακάλυψη της αλήθειας και η απονομή της δικαιοσύνης. Έτσι μια απλή και μόνο, διακοσμητικού χαρακτήρα παρουσία του εισαγγελέα, κατά τη διεξαγωγή ανακριτικών πράξεων, είναι απολύτως ασύμβατη με τις προμνημονευθείσες διατάξεις. Κατά συνέπεια η παράσταση του εισαγγελέα κατά την εξέταση του μάρτυρα πρέπει, κατά τον νομοθέτη, να είναι ενεργός και ουσιαστική στην αναζήτηση της αλήθειας και όχι απλά τυπική, ως οιονεί επόπτη του ανακριτή ή απλού παρατηρητή, χωρίς βέβαια να υποκαθιστά τον ανακριτή στο έργο του. Αν ο νομοθέτης ήθελε ο εισαγγελέας απλά να παρίσταται τότε δεν υπήρχε λόγος να του παράσχει αυτό το δικαίωμα και μάλιστα διαχρονικά , τόσο στον προισχύσαντα ΚποινΔ, όσο και στον ισχύοντα ΚΠοινΔ. ΄Αλλωστε ούτε και ως εποπτεία του ανακριτικού έργου μπορεί να νοηθεί η απλή παράσταση του εισαγγελέα κατά τη διεξαγωγή ανακριτικών πράξεων, διότι αυτή προβλέφθηκε ότι ανήκει στον εισαγγελέα εφετών, σύμφωνα με την ειδική διάταξη του άρθρου 32 εδ. α' ΚποινΔ. Το ακριβές  περιεχόμενο του δικαιώματος και παράλληλα καθήκοντος του εισαγγελέα να παρευρίσκεται σε κάθε ανακριτική πράξη που αυτός κρίνει απαραίτητο, το σηματοδοτεί και η ίδια η διάταξη του εδ.β' της παρ.1 του άρθρου 30 ΚΠοινΔ που το προβλέπει, αφού σύμφωνα με το εδάφιο αυτό ο εισαγγελέας έχει δικαίωμα να ενημερώνεται οποτεδήποτε ως προς τα έγγραφα που αφορούν στην ανάκριση. Και τούτο διότι δεν θα είχε κανένα νόημα αυτή η θεσμοθετημένη ενημέρωσή του και συνεπώς το δικαίωμά του να γνωρίζει πλήρως την ανσκριτική πορεία της υπόθεσης, αν παράλληλα η παρουσία του στην ανάκριση θα περιοριζόταν σε απλή σωματική παρουσία. Συνακόλουθα το προβλεπόμενο στο εδ.β της παραγρ.1 του άρθρου 30 ΚΠοινΔ δικαίωμα του εισαγγελέα για την οποτεδήποτε ενημέρωσή του ως προς το σύνολο των εγγράφων της ανάκρισης και επομένως ως προς την ουσιαστική πορεία του ανακριτικού έργου προσδιορίζει και το περιεχόμενο που έχει το προβλεπόμενο στο ίδιο ακριβώς εδάφιο δικαίωμά του να παρευρίσκεται αυτοπροσώπως, κατά την ενέργεια κάθε ανακριτικής πράξης. Γνωρίζοντας δηλαδή ο εισαγγελέας τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και παρευρισκόμενος στην ανακριτική διαδικασία έχει δικαίωμα και καθήκον να θέτει δια του ανακριτή ερωτήσεις στους μάρτυρες και στους κατηγορούμενους, να εξειδικεύει ζητήματα προς ανακριτική διερεύνηση και απόδειξη χάριν της ουσιαστικής ανακάλυψης της αλήθειας, αφού αυτός είναι και ο κοινός του στόχος με τον ανακριτή, όπως ήδη έχει επισημανθεί. Περαιτέρω μπορεί να ζητεί από τον ανακριτή και την κατ' αντιπαράσταση εξέταση μαρτύρων και να διατυπώνει δια του ανακριτή ερωτήσεις προς άρση τυχόν αντιφάσεών τους, ως προς τα κατατιθέμενα από αυτούς. Δικαιούται ακόμη να προτείνει στον ανακριτή τη διενέργεια και νέων ανακριτικών πράξεων. Άλλωστε, μετά το πέρας της ανάκρισης η συνολική αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, της νομικής βασιμότητας της κατηγορίας αλλά και της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοστέες ποινικές  διατάξεις θα γίνει από τον εισαγγελέα και στη συνέχεια από το Συμβούλιο Σας. Ο ανακριτής από την πλευρά του έχει το δικαίωμα να διαφωνήσει με κάποιο από τα αιτήματα του εισαγγελέα(υποβολή ερωτήσεων-καταχώρηση παρατηρήσεων κ.λ.π).Η διαφωνία του αυτή πρέπει να είναι αιτιολογημένη, όπως π.χ. ότι ο μάρτυρας έχει ήδη απαντήσει ή ότι η ερώτηση δεν έχει σχέση με την ερευνώμενη κατηγορία. Αν ο εισαγγελέας εμμένει στο αρχικό του αίτημα τότε ο ανακριτής πρέπει να παραπέμψει την διαφωνία αυτή στο δικαστικό συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 307 του ΚΠοινΔ. Εν όψει όλων όσων αναφέρθηκαν είναι σαφές ότι αν ο εισαγγελέας στερηθεί του κατά τα άνω δικαιώματος του για αυτοπρόσωπη και ενεργό συμμετοχή στην ανακριτική διαδικασία προκαλείται απόλυτη ακυρότητα. Σύμφωνοι προς τούτο είναι η νομολογία και οι θεωρητικοί, μεταξύ των οποίων και ο εκ των συντακτών του ΚΠοινΔ Άγγελος Μπουρόπουλος (Συμβούλιο Εφετών Πειραιά 293/2009, Αρμενόπουλος 2010,σελ. 550, Αγγ.Μπουρόπουλος, Ερμηνεία  ΚΠοινΔ. κατ’ άρθρο, 1957, Β΄ έκδοση σελ.51, Μ.Μαργαρίτης, ΚΠοινΔ 2020,άρθρ.30Ι σελ.99, Δαλακούρας, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, έκδοση 2η, 2019, σελ.176, Χ.Σεβαστίδης ΚΠοινΔ,2011, άρθρ.31,αρ. 3, οελ.250,Α.Κονταξής, ΚΠοινΔ.2008, Δ'έκδοση άρ8ρ.31 σελ.437, X. Μπάκας, Η προδικασία της ποινικής δίκης, σελ.349, Π.Καίσαρης, ΚΠοινΔ, 1981,άρθρ.31 ,σελ.240,241, Χ.Δέδες, Ποινική Δικονομία, Δ’ έκδοση, 1975,σελ.96, Τούσης, ΚΠοινΔ, 1965, αρθρ31, σελ.34,35, Βαβαρέτος ΚΠοινΔ, Ε' έκδοση 1973 σελ.118, Στάϊκος, Επίτομος ερμηνεία της Ελληνικής Ποινικής Δικαιοσύνης, τόμ.Α΄1957,σελ. 113, Σιφναίος, Πανδέκτης της ισχύουσας ποινικής δικονομίας, τόμ. Α΄1957, με επιμ.Α.Τούση, σελ.50-51, Γ.Σταθέας, ΠοινΧρον. 1980,σελ. 10 επ.).

III.Κατόπιν όσων εξέθεσα η Ανακρίτρια του Συμβούλιου Σας εσφαλμένα διαφώνησε στην απαίτησή μου να θέσω μέσω αυτής διευκρινιστικές ερωτήσεις στον εξεταζόμενο μάρτυρα,χωρίς μάλιστα να μου επιτραπεί να τις διατυπώσω και για το λόγο αυτό πρέπει το Συμβούλιο Σας να άρει την από 6 -11-2020 ανακύψασα διαφωνία μεταξύ ημών και της ανακρίτριας υπές  των θέσεών μας  ώστε να επιτραϊτεί η συμμετοχή μου στην ανακριτική-διαδικασία,σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν.

 Για τους λόγους αυτούς

Προτείνω: Να αρθεί η από 6-11-2020 ανακύψασα διαφωνία μεταξύ ημών και της ανακρίτριας υπέρ των θέσεών μας, ώστε να επιτραπεί η συμμετοχή μου στην ανακριτική διαδικασία, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν

Αθήνα 16-11-2020

Η  Εισαγγελέας 

του Δικαστικού Συμβουλίου (άρθρου86 παρ.4 του Συντάγματος)

                                                         Βασιλική Θεοδώρου

                                                         Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου»

 

Αφού αναγνώσθηκε η ανωτέρω πρόταση της Εισαγγελέως

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγεται ενώπιον του από τα άρθρα 86 παρ.4 του Συντάγματος και 8.Ν.3126/2003 Συμβουλίου η προκείμενη ποινική δικογραφία, αφορώσα την άρση της διαφωνίας μεταξύ της ανακρίτριας και της παρισταμένης κατ' άρθρο 30 ΚΠοινΔ εισαγγελέως, κατά την ανακριτική πράξη της εξέτασης την 6-11-2020 του μάρτυρα Ευάγγελου Βενιζέλου, ως προς το δικονομικό ζήτημα, εάν ο παρισιάμενος εισαγγελέας, κατά την εξέταση μάρτυρα, έχει τη δικονομική ευχέρεια, να υποβάλλει ερωτήσεις σ' αυτόν, είτε ευθέως είτε διαμέσου του ανακριτή, ή σε κάθε περίπτωση να ζητήσει μέσω του ανακριτή να παράσχει ο μάρτυρας διευκρινίσεις επί του περιεχομένου της κατάθεσης του μάρτυρα:

Στην προκειμένη περίπτωση κατά τη συνεδρίαση της 22ας Ιουλίου 2020 η Ολομέλεια της Βουλής αποφάσισε την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του πρώην Αναπληρωτή Υπουργού Δικαιοσύνης Δημητρίου Παπαγγελόπουλου, για α) ηθική αυτουργία σε κακουργηματική κατάχρηση εξουσίας (άρθρο 46 παρ.1, 239 ΠΚ), β)ηθική αυτουργία σε κατάχρηση εξουσίας σε βαθμό πλημμελήματος,(άρθρο 46 παρ 1, 239 ΠΚ),γ) ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος, (άρθρο 46 παρ 1,259 ΠΚ),δ) παράβαση καθήκοντος κατ' εξακολούθηση, (άρθρο 98 , 259 ΠΚ, αυτοτελώς) , ε) απόπειρα εκβίασης (άρθρο 42, 385 παρ.1 περίπτωση Γ παλαιού ΠΚ, του άρθρου 385 παρ.1 και 3 ΠΚ, ως ισχύει, μετά την έναρξη ισχύος του ν.4619/2019), στ) δωροληψία πολιτικού αξιωματούχου ( άρθρο 159 παρ.1 παλαιού και νέου ΠΚ) και η) εγκληματική οργάνωση- συμμορία (άρθρο 187 παρ. 5 παλαιού ΠΚ, παρ. 3 νέου ΠΚ). Κατόπιν αυτού η υπόθεση περιήλθε στο Συμβούλιο αυτό σύμφωνα με τα άρθρα 86 παρ.4 του Συντάγματος και 8 Ν,3126/2003. Στα πλαίσια της ανακριτικής διαδικασίας, στις 6-11-2020 κατά τη διάρκεια της ανακριτικής πράξεως της εξέτασης του μάρτυρα Ευάγγελου Βενιζέλου, παρευρίσκετο κατόπιν αιτήματος της η εισαγγελέας του δικαστικού συμβουλίου. Κατά τη διάρκεια της εξέτασης του παραπάνω μάρτυρα και πριν αυτή ολοκληρωθεί , η εισαγγελέας απευθύνθηκε στην ανακρίτρια προκειμένου να διευκρινισθεί από το μάρτυρα σημείο της τελευταίας απάντησής του. Η ανακρίτρια όμως είχε την άποψη ότι το αίτημα της παριοτάμενης εισαγγελέα να υποβάλλει αίτημα προς τον ανακριτή με αντικείμενο να τεθεί συγκεκριμένη ερώτηση στο μάρτυρα ή να παράσχει αυτός διευκρινήσεις επί των σημείων του περιεχομένου της κατάθεσής του δεν βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 30 ΚΠοινΔ ούτε σε άλλη διάταξη του ΚΠοινΔ. Σύμφωνα με τη διάταξη του  άρθρου 30 παρ. 1 ΚΠοινΔ με τον τίτλο Αρμοδιότητες του εισαγγελέα. Υποχρέωση Ακρόασης, «1.0 εισαγγελέας πλημμελειοδικών μπορεί να ενεργεί προκαταρκτική εξέταση για να κρίνει αν πρέπει να ασκηθεί ποινική δίωξη. Μπορεί ακόμα να παρευρίσκεται ο ίδιος ή ένας από τους αντεισαγγελείς που υπάγονται σε αυτόν κατά την ενέργεια κάθε ανακριτικής πράξης να ενημερώνεται οποτεδήποτε ως προς τα έγγραφα που αφορούν την ανάκριση». Κατά την κρατήσασα στο Συμβούλιο γνώμη της πλειοψηφίας τριών μελών αυτού και συγκεκριμένα της Παρασκευής Καλαϊτζή, αρεοπαγίτου, Προέδρου του Συμβουλίου τούτου'και των μελών   αυτού, Δημητρίου Σκαλτσούνη, Αντιπροέδρου του Συμβουλίου Επικρατείας ,και Πηνελόπης Παρτσαλίδου- Κομνηνού, αρεοπαγίτου, ο κατά τη διάρκεια τής ανάκρισης θεσμικός ρόλος του εισαγγελέα κατά τη διενέργεια ανακριτικών πράξεων (όπως εξέταση μαρτύρων) προδιαγράφεται και προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1εδ.β ΚΠοινΔ , που είναι όμοια με αυτή του άρθρου 31 παρ.1 του προΐσχΰσαντος ΚΠοινΔ, σύμφωνα με την οποία ο εισαγγελέας κατά τή διάρκεια της ανάκρισης δύναται να ενημερώνεται για την πορεία της υπόθεσης και να λαμβάνει γνώση των εγγράφων της κάθε δικογραφίας σε κάθε χρονικό σημείο, αλλά κατά τη διενέργεια του ανακριτικού έργου  παρευρισκόμενος(παριστάμενος) δεν δύναται να έχει ανάμειξη όπως να υποβάλλει ερωτήσεις ή να κάνει υποδείξεις στον ανακριτή κατά τις ανακριτικές πράξεις.

Δύο μέλη όμως του Συμβουλίου και δη η εισηγήτρια-αρεοπαγίτης Ολγα Σχετάκη - Μπονάτου και ο σύμβουλος Επικρατείας Βασίλειος Ανδρουλάκης έχουν τη γνώμη ότι ο εισαγγελέας παρευρισκόμενος κατά την διενέργεια της ανακριτικής πράξεως, κατόπιν δηλώσεως στον ανακριτή της επιθυμίας του να παραστεί κατ’ αυτή, δεν μπορεί να δυσχεράνει το έργο του ανακριτή ή να αναμειχθεί σ’ αυτό. Μπορεί όμως να υποβάλλει απλώς αιτήσεις ή προτάσεις, όπως π.χ υποβληθούν ορισμένες ερωτήσεις στον εξεταζόμενο μάρτυρα ή τον απολογούμενο κατηγορούμενο ή να ζητήσει να καταχωρηθούν στη σχετική έκθεση ορισμένες παρατηρήσεις. Με τον τρόπο αυτό ο εισαγγελέας συμβάλλει ουσιαστικά στη διαλεύκανση της υποθέσεως, αφού ναι μεν δεν έχει δικαίωμα ευθείας παρεμβάσεως στα καθήκοντα του ανακριτή, πλην όμως δύναται να εκφράζει προς τον τελευταίο τις παρατηρήσεις του και να υποβάλλει προς αυτόν σχετικές με την εκάστοτε υπόθεση αιτήσεις, που καταχωρίζονται στην οικεία έκθεση, σε περίπτωση δε μη ικανοποιήσεως τους έχει την ευχέρεια να προσφύγει στο οικείο δικαστικό συμβούλιο (άρθρο 307 ΚΠοινΔ). Επίσης στη προκείμενη περίπτωση κατά τη διενέργεια της ανακριτικής πράξης της εξέτασης μάρτυρα δεν προσβάλλονται τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, εφόσον αυτός σύμφωνα με το άρθρο 92 παρ.1 ΠΚ ως διάδικος δικαιούται να παρίσταται με συνήγορο σε κάθε ανακριτική πράξη, με εξαίρεση την εξέταση των μαρτύρων ,εκτός αν πρόκειται για την περίπτωση της παρ.2 tou άρθρου 220 ΠΚ, περίπτωση που δεν υφίσταται στην προκείμενη υπόθεση.

Κατά συνέπεια, η ανακύψασα (προαναφερόμενη ) διαφωνία, πρέπει νά αρθεί υπέρ της ανακρίτριας, η οποία είναι και η μόνη (θεσμικώς) αρμόδια για την επιτέλεση του ανακριτικού έργου, αφού κατά την ανωτέρω πλειοψηφίσασα άποψη ο εισαγγελέας κατά τη διενέργεια των ανακριτικών πράξεων(απλώς) παρευρίσκεται (παρίσταται) αλλά δεν έχει τη δυνατότητα να υποβάλλει έστω και διευκρινιστικές ερωτήσεις απευθείας ή μέσω του ανακριτή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αίρει κατά πλειοψηφία υπέρ της γνώμης της ανακρίτριας την από 6- 11-2020 διαφωνία μεταξύ της ανακρίτριας και της εισαγγελέως, που ανέκυψε κατά την ανακριτική πράξη της εξέτασης την 6-11-2020 του μάρτυρα  ..............................., ως προς το δικονομικό ζήτημα, εάν ο παρευρισκόμενος (παριστάμενος)εισαγγελέας, κατά την εξέταση μάρτυρα,  έχει τη δικονομική ευχέρεια, να υποβάλλει ερωτήσεις σ' αυτόν, είτε ευθέως είτε διαμέσου του ανακριτή, ή σε κάθε περίπτωση να ζητήσει μέσω του ανακριτή να παράσχει ο μάρτυρας διευκρινίσεις επί του περιεχομένου της κατάθεσης του μάρτυρα.

Αποφαίνεται κατά πλειοψηφία ότι ο παρευρισκόμενος (παριστάμενος)εισαγγελέας, κατά την διενέργεια του ανακριτικού έργου όπως συγκεκριμένα κατά την ανακριτική πράξη της εξέτασης μάρτυρα , δεν έχει τη δικονομική ευχέρεια, να υποβάλλει ερωτήσεις σ’ αυτόν, είτε ευθέως είτε διαμέσου  του ανακριτή, ή σε κάθε περίπτωση να ζητήσει μέσω του ανακριτή να παράσχει ο μάρτυρας   διευκρινίσεις επί του περιεχομένου της κατάθεσης του.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2020.

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2020

Login