ΠΕΡΙΛΗΨΗ :
Κλητήριο θέσπισμα. Η έλλειψη επίδοσης μεταφρασμένου κλητηρίου θεσπίσματος στην μητρική γλώσσα του κατηγορουμένου ή σε οποιαδήποτε άλλη αυτός κατανοεί, τελεί σε αντίθεση με το άρθρο 236Α ΠΚ και ισοδυναμεί με μη επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, ήτοι προκαλεί απόλυτη ακυρότητα της προπαρασκευαστικής διαδικασίας σύμφωνα με τα άρθρα 320 και 171 παρ. 1 στοιχ. δ΄ ΚΠΔ. Η εκπροσώπηση των αλλοδαπών κατηγορούμενων από Έλληνες συνηγόρους δεν θεωρείται παραίτηση από το δικαίωμά τους να λάβουν γνώση της κατηγορίας σε γλώσσα που κατανοούν. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο συναφής λόγος αναιρέσεως, που άσκησε ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών εναντίον της αποφάσεως, με την οποία έγινε δεκτή η ένσταση ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, που έλαβε χώρα στην ελληνική γλώσσα την οποία δεν κατανοούσαν οι κατηγορούμενοι και έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
Έγγραφα. Η απόλυτη ακυρότητα λόγω λήψης υπόψη εγγράφων, που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, έχει τεθεί υπέρ του κατηγορουμένου και δεν μπορεί να καταλήξει σε βάρος του σε καμία περίπτωση με συνέπεια να μην μπορεί να την προτείνει, εκτός από τον κατηγορούμενο, του οποίου προσβλήθηκαν τα δικαιώματα, ούτε ο Εισαγγελέας σε βάρος του κατηγορουμένου αυτού ούτε έτερος συγκατηγορούμενος ούτε ο πολιτικώς ενάγων. Εξάλλου, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επιφέρει η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας εγγράφου, που δεν είχε αναγνωσθεί κατά την αποδεικτική διαδικασία, εφόσον αυτό γίνεται προς σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου ως προς την ενοχή ή αθώωση του κατηγορουμένου ή για την επιβλητέα ποινή, και όχι όταν λαμβάνεται υπόψη, για να κρίνει για την οριστική παύση της ποινικής διώξεως, χωρίς προηγουμένως να αναγνωσθεί, όπως εν προκειμένω η απολογία των ως άνω κατηγορουμένων, που έλαβε χώρα στα πλαίσια άλλης δικογραφίας. Στην υπό κρίση περίπτωση τα έγγραφα, που αναφέρονται στην εισαγγελική αίτηση αναιρέσεως, πράγματι αναγνώστηκαν οπότε ούτως ή άλλως δεν τίθεται ζήτημα πρόκλησης κάποιας ακυρότητας.
Απόφαση 1369 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1369/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Παπανδρέου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Αναστασία Περιστεράκη, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη και Γεώργιο Δημάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιουλίου 2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αριστέας Θεοδόση και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σερρών, περί αναιρέσεως της 1103/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών. Με κατηγορούμενους τους: 1)A. P. V. A. του G., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του Δημήτριο Συμεωνίδη, 2)M. P. F. του J., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Δικηγόρο του Μαριάννα Σπανουδάκη και 3)R. C. του V., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους Δικηγόρους του Ηλία Αναγνωστόπουλο και Αθανάσιο Ζαχαριάδη Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Πρωτοδικών Σερρών ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 1/19-4-2018 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Σερρών Δ. Κ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 577/18.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των κατηγορουμένων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 19-4-2018 και υπ` αριθμό 1/18 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τον Φίλιππο Παπαδόπουλο, Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σερρών, με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, στρεφόμενη κατά της υπ` αριθμό 1103/11-10-2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών κατά το (εξ αρχής) ανέκκλητο μέρος της, με το οποίο έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη για την πράξη της δωροδοκίας υπαλλήλων από κοινού κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση (άρθρα: 1, 2, 13α, 14, 16, 18β, 26 παρ. 1α, 27, 45, 51, 53, 57, 61, 63, 65, 68, 79, 80, 94 παρ. 1, 98 παρ. 1, 2, 236 παρ. 1, 238, 263 του Ποινικού Κώδικα), λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου, συνεπεία παραγραφής, για τον 3°, 5° και 6° των κατηγορούμενων A. P. V. A. του G., κάτοικο ... (οδός ...), M. P. F. του J., κάτοικο ... (...) και R. C. του V., κάτοικο ... (...) (σημειώνεται ότι για το εκκλητό μέρος αυτής, ήτοι για τους λοιπούς αθωωθέντες κατηγορούμενους ασκήθηκε ήδη η υπ' αριθμόν …1/17-11-2017 έφεση της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Σερρών), είναι 1) νομότυπη γιατί ασκήθηκε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 1δ ΚΠΔ, κατά την οποία αναίρεση μπορούν να ζητήσουν ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών για τις αποφάσεις του Δικαστηρίου όπου είναι τοποθετημένος κατά του παραπάνω ανέκκλητου μέρους της απόφασης, με την οποία έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη κατά των παραπάνω κατηγορούμενων (άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠΔ), 2)εμπρόθεσμη, γιατί ασκήθηκε εντός της δεκαήμερης για τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών προθεσμίας από τις 10-4-2018, ημερομηνία που καταχωρήθηκε η εν λόγω απόφαση στο ειδικό βιβλίο αποφάσεων του εκδώσαντος αυτή Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση του γραμματέα, από την επόμενη της οποίας αρχίζει η ανωτέρω προθεσμία (άρθρα 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1, 3 ΚΠΔ) και 3) παραδεκτή, γιατί περιέχει τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1Α, Γ, Δ, Ε και Η λόγους, ήτοι της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171 παρ. 1β ΚΠΔ), της παραβίασης των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας.
Το άρθρο 236Α ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του ν. 4236/2014 (ΦΕΚ A 33/11-2-2014 - ενσωμάτωση της Οδηγίας 2010/64/ΕΕ) ορίζει ότι: "1. Στους υπόπτους ή στους κατηγορούμενους που δεν κατανοούν τη γλώσσα της ποινικής διαδικασίας παρέχεται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος γραπτή μετάφραση όλων των ουσιωδών εγγράφων ή χωρίων εγγράφων της διαδικασίας. Τα ουσιώδη έγγραφα περιλαμβάνουν οποιαδήποτε απόφαση συνεπάγεται τη στέρηση της ελευθερίας ενός προσώπου, οποιοδήποτε έγγραφο απαγγελίας κατηγορίας και οποιαδήποτε δικαστική απόφαση σχετική με την κατηγορία. Οι κατηγορούμενοι ή οι συνήγοροί τους δύνανται να υποβάλουν αιτιολογημένο αίτημα για το χαρακτηρισμό εγγράφων ή χωρίων εγγράφων ως ουσιωδών. Οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι δεν έχουν δικαίωμα σε μετάφραση χωρίων ουσιωδών εγγράφων, τα οποία δεν συμβάλλουν στην κατανόηση εκ μέρους τους του περιεχομένου της εναντίον τους κατηγορίας. 2. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις η έγγραφη μετάφραση μπορεί να αντικατασταθεί από προφορική μετάφραση ή προφορική σύνοψη του περιεχομένου των ουσιωδών εγγράφων. 3. Ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να υποβάλει αντιρρήσεις κατά της απόφασης, με την οποία κρίνεται ότι δεν απαιτείται μετάφραση εγγράφων ή χωρίων εγγράφων ή όταν η ποιότητα της δεν είναι επαρκής. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται αναλόγως το έκτο εδάφιο του άρθρου 233 παράγραφος 1. 4. Ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να παραιτηθεί από το δικαίωμα μετάφρασης εγγράφων, υπό την προϋπόθεση ότι έχει προηγουμένως συμβουλευθεί συνήγορο ή ότι έχει με άλλον τρόπο λάβει πλήρη γνώση των συνεπειών της παραίτησης. Η παραίτηση πρέπει να είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησης του προσώπου και να μην περιέχει όρο ή αίρεση". Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει με σαφήνεια ότι η έλλειψη επίδοσης μεταφρασμένου κλητηρίου θεσπίσματος στην μητρική γλώσσα του κατηγορουμένου ή σε οποιαδήποτε άλλη αυτός κατανοεί τελεί σε αντίθεση με το άρθρο 236Α ΠΚ και ισοδυναμεί με μη επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, ήτοι απόλυτη ακυρότητα της προπαρασκευαστικής διαδικασίας σύμφωνα με τα άρθρα 320 και 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι: "Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι συνήγοροι υπεράσπισης των κατηγορουμένων A. P. V. A. (30U), M. P. F. (5ου) και R. C. (6ου), στους οποίους αποδίδεται η τέλεση της αξιόποινης πράξης της δωροδοκίας υπαλλήλων από κοινού, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση (στον 3° και 5° ως νόμιμους εκπροσώπους της εταιρίας ... κατά το χρόνο τέλεσης, δυνάμει των με αρ. ΦΕΚ τ. A' ΑΕ-ΕΠΕ 2980/20-5-2011 και 668/27-1-2012), με τους αντίστοιχους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, προβάλλουν αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης και απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας για το λόγο ότι οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι είναι αλλοδαποί, αγνοούν την ελληνική γλώσσα και το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε για τον καθένα από αυτούς μόνο στην ελληνική γλώσσα και όχι μεταφρασμένο στη γλώσσα που κατανοούν, με αποτέλεσμα να μη γνωρίζουν το ακριβές περιεχόμενο της σε βάρος τους κατηγορίας και να παρεμποδίζονται να ασκήσουν αποτελεσματικά τα δικαιώματα υπεράσπισής τους. Συγκεκριμένα, ο 3ος είναι Ολλανδός υπήκοος, κάτοικος ..., ο 5ος ισπανός υπήκοος, κάτοικος ... και ο 6ος Ιταλός υπήκοος, οι οποίοι δεν κατανοούν την ελληνική γλώσσα, όπως προέκυψε από την κατάθεση της εμφανισθείσας στο ακροατήριο και νομίμως εξετασθείσας μάρτυρος-δικηγόρου της εταιρίας που εκπροσωπούν (σημειωτέον ότι η από 28-3-2017 εξουσιοδότηση του 5ου προς τη συνήγορό του προσκομίστηκε ήδη στο πρωτότυπό της στην αγγλική γλώσσα, με συνημμένη ακριβή μετάφρασή της στην ελληνική), ενώ ενισχύεται και από το γεγονός ότι κατά τις απολογίες τους σε ειδικό ανακριτή την 28/3/2017, στο πλαίσιο άλλης δικογραφίας (την 1η σελ. εκ των οποίων προσκόμισαν και επικαλέστηκαν), δήλωσαν ότι αγνοούν την ελληνική γλώσσα και απολογήθηκαν ο μεν 3ος με διερμηνέα στην αγγλική γλώσσα και ο 5ος στην ισπανική. Σε καθένα από τους ως άνω κατηγορουμένους το κλητήριο θέσπισμα για την εμφάνισή τους στο δικαστήριο, με τον κατάλογο των εγγράφων, επιδόθηκε στην ελληνική γλώσσα (βλ. για την επίδοση των κλητηρίων θεσπισμάτων τα αντίστοιχα από 9- 11-2016 τρία αποδεικτικά επίδοσης του Α.Τ. Μ. Κ.), χωρίς μάλιστα να έχει προηγηθεί κλήση τους προς παροχή εξηγήσεων στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης (βλ. το από 25-10-2016 αποδεικτικό κλήσης εγκαλουμένου, της δικαστικής επιμελήτριας του Πταισματοδικείου Ν. Ιωνίας, Ε. Γ., που αναφέρει: "...επέδωσα στον νομ. Εκ/πο της εταιρίας με την επωνυμία ......Δεν βρήκα τον ίδιο και επέδωσα την πιο πάνω κλήση στην υπ/λο Σ. Έ.", σε συνδυασμό με την ακόλουθη από 31-10-2016 εξουσιοδότηση του κατά τον πιο πάνω χρόνο επίδοσης νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρίας 6ου κατηγορούμενου, προς τους δικηγόρους Αθηνών, Δ. Κ. και Μαριάννα Σπανουδάκη, προκειμένου να λάβουν αντίγραφα επί της δικογραφίας 95-Α, στην οποία καλούνταν να παράσχει ανωμοτί εξηγήσεις, και το υπ' αρ. πρωτ. ….5/1-11-2016 έγγραφο διαβίβασης της δικογραφίας από το Ειρηνοδικείο Ν. Ιωνίας προς την Εισαγγελία Σερρών). Αφού, όμως, οι ως άνω κατηγορούμενοι (ήτοι οι 3ος κατηγορούμενος A. P. V. A. του G., 5ος κατηγορούμενος M. P. F. του J. και 6ος κατηγορούμενος R. C. του V.) αγνοούν την ελληνική γλώσσα, αλλά κατανοούν την αγγλική, για την ολοκλήρωση της σύννομης επίδοσης και κλήτευσής τους στη δίκη, η αρμόδια εισαγγελική αρχή είχε υποχρέωση από τις διατάξεις των άρ. 6 π αρ. 3 της ΕΣΔΑ, 236Α, 320 -321 ΚΠΔ να εττιδώσει το ως άνω ουσιώδες έγγραφο (κλητήριο θέσπισμα), που περιέχει την κατηγορία σε επίσημη μετάφραση στην αγγλική γλώσσα στον καθένα από τους κατηγορούμενους αυτούς, με αποτέλεσμα από την παράλειψη αυτή να προκαλείται ακυρότητα κατά το άρ. 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ, καθόσον οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι στερήθηκαν τη δυνατότητα άσκησης των νομίμων θεμελιωδών υπερασπιστικών δικαιωμάτων τους, όπως αυτά απορρέουν από τις προαναφερόμενες διατάξεις για ακριβή γνώση του περιεχομένου των σε βάρος τους κατηγοριών και τη διασφάλιση πλήρους και αποτελεσματικής άσκησης των υπερασπιστικών τους δικαιωμάτων. Χαρακτηριστικό εξάλλου είναι ότι από την επομένη της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος και μέχρι την προηγούμενη ημέρα της αρχικής δικασίμου (15-12-2016) μεσολάβησαν επιπλέον 5 ημέρες προ της προθεσμίας των 30 ημερών, που απαιτείται σύμφωνα με το άρ. 166 παρ. 1 β' ΚΠΔ για το εμπρόθεσμο της κλήτευσής τους, ως αλλοδαπών, κατοίκων Ευρώπης, εντός της οποίας θα μπορούσε να ολοκληρωθεί νόμιμα η κλήτευσή τους, με την ακόλουθη επίδοση μετάφρασης του κατηγορητηρίου, προκειμένου να ετοιμάσουν την υπεράσπισή τους. Κατά συνέπεια, είναι βάσιμες οι έγκαιρα προβαλλόμενες από τους συνηγόρους των παραπάνω κατηγορούμενων αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης λόγω της ως άνω επελθούσας ακυρότητας και κατ' αποδοχή του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού τους, πρέπει να κηρυχθεί άκυρη η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος για τον 3°, 5° και 6° των κατηγορουμένων. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 111 παρ. 3 ΠΚ, τα πλημμελήματα παραγράφονται μετά πέντε έτη.
Συνεπώς, μετά την ακύρωση του κλητηρίου θεσπίσματος, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, για τις αποδιδόμενες στους κατηγορουμένους αυτούς πράξεις".
Στην αίτηση αναίρεσης με τον 1ο λόγο ο εισαγγελέας ισχυρίζεται ότι στοιχειοθετείται πλημμέλεια της προσβαλλομένης απόφασης για υπέρβαση εξουσίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 111, 112, 113 ΠΚ (αρθ. 510 παρ.1Ε, Η ΚΠΔ), για τους εξής κυρίως λόγους:
α) Διότι, το Δικαστήριο της ουσίας θεώρησε ως δεδομένη και αποδεδειγμένη για την εισαγγελική αρχή τη γνώση ότι οι αλλοδαποί κατηγορούμενοι αγνοούν την ελληνική γλώσσα και ότι ομιλούν την αγγλική, παρά το γεγονός ότι τον ισχυρισμό αυτό οι κατηγορούμενοι τον προέβαλαν το πρώτον μετά την επίδοση σ' αυτούς του κλητηρίου θεσπίσματος και χωρίς να υφίσταται στη δικογραφία κανένα αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει ότι η εισαγγελική αρχή γνώριζε κατά το χρόνο επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος το ανωτέρω γεγονός.
β) Διότι, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι η εισαγγελική αρχή είχε υποχρέωση, χωρίς κανέναν ισχυρισμό περί του ότι οι κατηγορούμενοι αγνοούν την ελληνική γλώσσα και χωρίς να προκύπτει από τη δικογραφία ότι ομιλούν την αγγλική, δεδομένης της υπηκοότητας τους, να επιδώσει εντός πέντε (5) ημερών, ήτοι από τις 10-11-2016 μέχρι τις 14-11-2016, τη μετάφραση αυτή του κατηγορητηρίου στην αγγλική γλώσσα. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό σε τόσο σύντομο χρόνο, δεδομένου ότι η διαδικασία της επίσημης μετάφρασης των εγγράφων διέρχεται από τη μεταφραστική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών.
γ) Διότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι από την προηγηθείσα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση είχε προκύψει ότι οι κατηγορούμενοι A. P. V. A., M. P. F. και R. C. ήταν νόμιμοι εκπρόσωποι κι επομένως διοικούσαν την εδρεύουσα στην Ελλάδα ανώνυμη εταιρία ... και είχαν δηλώσει και είχε καταχωρηθεί επανειλημμένα στο ΦΕΚ ΑΕ-ΕΠΕ κατοικία στην ημεδαπή, ο δε R. C. προσκόμισε στην προκαταρκτική εξέταση την με ημερομηνία 31-10- 2016 εξουσιοδότηση υπογεγραμμένη από τον ίδιο και συνταγμένη στην ελληνική γλώσσα, χωρίς συνημμένη μετάφραση από κάποια ξένη γλώσσα, στην οποία ο ίδιος δήλωνε νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ... και κάτοικος ... (…).
δ) Διότι, η θέση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών ότι, εφόσον εκ των υστέρων ενώπιον του δικάζοντος Δικαστηρίου αποδειχθεί το πρώτον ότι οι αλλοδαποί κατηγορούμενοι - οι οποίοι, μάλιστα, ουδέποτε κατά την προδικασία ή την κύρια διαδικασία εμφανίσθηκαν αυτοπροσώπως ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων ή του Δικαστηρίου, αλλά επέλεξαν να εκπροσωπηθούν από Έλληνες συνηγόρους κατ' άρθρο 340 παρ. 2 ΚΠΔ - αγνοούν την ελληνική γλώσσα, τότε (αυτεπάγγελτα) ακυρώνεται το κλητήριο θέσπισμα, λόγω απόλυτης ακυρότητας κατ' άρθρο 171 παρ. 1δ ΚΠΔ και ανατρέπεται η αναστολή της παραγραφής εν επιδικία (άρθρο 113 παρ. 1, 3 ΠΚ), είναι εσφαλμένη και οδηγεί σε ανασφάλεια δικαίου, καθώς δεν συνάγεται από καμία διάταξη νόμου, ούτε από το άρθρο 236Α ΚΠΔ, ότι με μόνη την ιδιότητα του υπόπτου ως αλλοδαπού υφίσταται υποχρέωση του εισαγγελέα να διερευνήσει αυτεπάγγελτα αν ο αλλοδαπός γνωρίζει ή όχι την ελληνική γλώσσα και ποια γλώσσα γνωρίζει, προκειμένου να παραγγέλλει τη συνεπίδοση επίσημης μετάφρασης στη γλώσσα αυτή, χωρίς να υφίσταται περί του αντιθέτου κάποιο αποδεικτικό στοιχείο στη δικογραφία και ιδίως οι έγγραφες εξηγήσεις κατά την προκαταρκτική εξέταση ή η απολογία του κατά την αστυνομική προανάκριση.
ε) Διότι, το δικάσαν Δικαστήριο εσφαλμένα προέβη στην ακύρωση του κλητηρίου θεσπίσματος και με το να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, αφού έπρεπε να προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, εφόσον δε, έκρινε το πρώτον το ίδιο ότι οι κατηγορούμενοι αγνοούν την ελληνική γλώσσα και -παρά το γεγονός ότι εκπροσωπούνταν από Έλληνες συνηγόρους υπεράσπισης- έπρεπε να πληροφορηθούν στην αγγλική γλώσσα (την οποία οι ίδιοι δια των συνηγόρων τους το πρώτον δήλωσαν ότι κατανοούν ενώπιον του) το περιεχόμενο όλων των ουσιωδών εγγράφων της δικογραφίας, να αναβάλλει την εκδίκαση της υπόθεσης κατ' άρθρο 352 παρ. 3 ΚΠΔ προκειμένου να επισυναφθούν στη δικογραφία με επιμέλεια της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Σερρών - "εντός εύλογου χρονικού διαστήματος" κατ' άρθρο 236Α ΚΠΔ - επίσημες μεταφράσεις από τη μεταφραστική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών των ουσιωδών εγγράφων, μεταξύ των οποίων και του κλητηρίου θεσπίσματος, χωρίς όμως ν' ανατραπεί η αναστολή της παραγραφής εν επιδικία. Ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος για τους ακόλουθους λόγους:
Από την επιτρεπτή για την έρευνα του υπό κρίση λόγου επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Διατάχθηκε αρμοδίως προκαταρκτική εξέταση στο πλαίσιο της οποίας, με επιμέλεια της εισαγγελικής αρχής επισυνάφθηκαν στην δικογραφία τα ΦΕΚ ΑΕ-ΕΠΕ (που συμπεριλήφθηκαν και στα αναγνωστέα έγγραφα του κατηγορητηρίου), από τα οποία προέκυπτε η εταιρική ιδιότητα των κατηγορουμένων ως νομίμων εκπροσώπων της εταιρίας ... βάσει των οποίων έλαβαν στη συνέχεια την ιδιότητα των κατηγορουμένων. Ακολούθως την 25.10.2016 επιδόθηκε στην έδρα της εταιρίας ... η με στοιχεία 95 ΞΑ/24.10.2016 κλήση εγκαλουμένου της Ειρηνοδίκου Νέας Ιωνίας προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της Εταιρείας και όχι ατομικά στους κατηγορούμενους, με την επωνυμία ..., που εδρεύει τη .... Ακολούθως, ασκήθηκε σε βάρος των κατηγορουμένων ποινική δίωξη και η υπόθεση, δια της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, εισήχθη στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών. Κατά του κλητηρίου θεσπίσματος οι κατηγορούμενοι προσέφυγαν αρμοδίως κατ' άρθρο 322 ΚΠΔ, προβάλλοντας ως λόγους ακυρότητας, μεταξύ άλλων, την ακυρότητα της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος λόγω έλλειψης μετάφρασης αυτού.
Στην από 18.11.2016 έκθεση προσφυγής οι κατηγορούμενοι δήλωσαν: ότι είναι: ο A. P. V. A. ολλανδός υπήκοος και κατανοεί την ολλανδική και την αγγλική, ο M. P. F. του J., ισπανός υπήκοος και κατανοεί την ισπανική και ο R. C. του V., ιταλός υπήκοος και κατανοεί την ιταλική. Το γεγονός δε ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατανοούν την ελληνική γλώσσα, προκύπτει και από τα στοιχεία των διαβατηρίων τους ,που αναγράφονται στα υπάρχοντα στη δικογραφία σχετικά ΦΕΚ.
Από την 18-11-2016, ημερομηνία κατά την οποία η εισαγγελία έλαβε και δια της προσφυγής κατ' άρθρο 322 ΚΠΔ την ως άνω δήλωση των κατηγορουμένων μέχρι την προηγούμενη ημέρα της αρχικής δικασίμου (15.12.2016) μεσολάβησαν 12 ημέρες, προ της προθεσμίας των 15 ημερών που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 166 παρ. 1 ΚΠΔ, για το εμπρόθεσμο της κλήτευσής των κατηγορουμένων, ως κατοίκων ημεδαπής. Άλλωστε και κάθε μεταγενέστερη σε αυτούς επίδοση κλήσεως, έγινε ως κατοίκων ημεδαπής στην ίδια ως άνω διεύθυνση.
Συνεπώς, εντός της προθεσμίας των 12 ημερών η εισαγγελική αρχή είχε την δυνατότητα κατ' άρθρο 176 παρ.3 ΚΠΔ να θεραπεύσει την άκυρη επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος δια της επιδόσεως επίσημης μετάφρασης αυτού στις γλώσσες που κατανοούν οι κατηγορούμενοι. Επομένως, είναι αβάσιμη η αιτίαση της εισαγγελικής αναιρέσεως περί ελλείψεως επαρκούς χρόνου για την μετάφραση, επειδή η διαδικασία της επίσημης μετάφρασης διέρχεται από την μεταφραστική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών. Όπως προαναφέρθηκε, την 25.10.2016 επιδόθηκε στην έδρα της εταιρίας ... η με στοιχεία 95 ΞΑ 24.10.2016 κλήση εγκαλουμένου της Ειρηνοδίκου Νέας Ιωνίας προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της Εταιρείας με την Επωνυμία ... που εδρεύει τη ... και όχι στους κατηγορουμένους ατομικά, που έτασσε προθεσμία για εμφάνιση στο Ειρηνοδικείο προς παροχή εξηγήσεων εντός 24 ωρών, ήτοι επιδόθηκε αφότου είχε παρέλθει η ανωτέρω προθεσμία. Είναι, συνεπώς, αβάσιμη η αναφορά στην έκθεση αναιρέσεως ότι οι κατηγορούμενοι, "καίτοι κλήθηκαν, δεν προσήλθαν στην Πταισματοδίκη Αθηνών προς παροχή εγγράφων εξηγήσεων". Τέλος, το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι εκπροσωπήθηκαν από Έλληνες δικηγόρους δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνεπάγεται παραίτηση από το δικαίωμά τους να λάβουν γνώση της κατηγορίας στις ανωτέρω γλώσσες, που δήλωσαν ότι κατανοούν, άλλως στα αγγλικά, που τα κατανοούν όλοι, σύμφωνα με τη κατάθεση της μάρτυρος Δ. Κ. στο ακροατήριο του δικάσαντος Δικαστηρίου (βλ πρακτικά προσβαλλομένης σελ 45). Η παραίτηση από το δικαίωμα μετάφρασης, άλλωστε λαμβάνει χώρα μόνο υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 236Α παρ. 3 ΚΠΔ, πράγμα που δεν συνέβη εν προκειμένω.
Συνεπώς ο 1ος λόγος της αναίρεσης, όπως προαναφέρθηκε είναι αβάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνιστάμενη στο ότι το δικάσαν Δικαστήριο "έλαβε υπόψη του δύο (2) έγγραφα που δεν αναγνώστηκαν δημόσια στο ακροατήριο, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στον εισαγγελέα της έδρας να σχολιάσει το περιεχόμενό τους" και συγκεκριμένα τις απολογίες των A. P. V. A. του G. και M. P. F. του J., σε ειδικό ανακριτή την 28/3/2017 στο πλαίσιο άλλης δικογραφίας. Σχετικώς, ο Εισαγγελεύς Πρωτοδικών Σερρών υποστηρίζει στο αναιρετήριο ότι: "Με την επίκληση όμως του περιεχομένου της πρώτης σελίδας των απολογιών των κατηγορουμένων στο πλαίσιο άλλης δικογραφίας ενώπιον του κ. Ειδικού Ανακριτή Σερρών, χωρίς προηγουμένως να προβεί στην ανάγνωση τους κατ' άρθρο 364 ΚΠΔ, το Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της προφορικότητας (άρθρο 331 ΚΠΔ) και της δημοσιότητας (άρθρο 329 παρ. 1) της δίκης (άρθρο 510 παρ. 1Γ ΚΠΔ), αλλά ταυτόχρονα προκάλεσε απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ. 1β ΚΠΔ), λόγω της μη τήρησης της διάταξης του άρθρου 358 ΚΠΔ, εφόσον δεν δόθηκε η δυνατότητα στην εισαγγελέα της έδρας να εκθέσει τις απόψεις της και να κάνει τις παρατηρήσεις της ως προς το περιεχόμενο των δηλώσεων των κατηγορουμένων στις πρώτες σελίδες των απολογιών, που αποτελούν αναγνωστέα και όχι απλώς διαδικαστικά έγγραφα, καθώς προέρχονται από άλλη δικογραφία. Το άρθρο 358 ΚΠΔ δεν διασφαλίζει μόνο τα υπερασπιστικό. δικαιώματα του κατηγορουμένου, αλλά ταυτόχρονα, αποτελεί ειδικότερη έκφανση της υποχρεωτικής συμμετοχής του εισαγγελέα στη διαδικασία στο ακροατήριο, η δε παραβίασή του εξουδετερώνει τη δυνατότητα συμμετοχής του στο συγκεκριμένο διαδικαστικό στάδιο. Έτσι, στη συγκεκριμένη περίπτωση η εισαγγελέας της έδρας στερήθηκε του δικαιώματος της να σχολιάσει τις δηλώσεις των κατηγορουμένων ότι αγνοούν την ελληνική γλώσσα ενώπιον του κ. Ειδικού Ανακριτή Σερρών, ελέγχοντας την αξιοπιστία τους, τόσο μετά την ανάγνωση των εγγράφων, όσο και κατά την πρότασή της προς το Δικαστήριο.." Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος για τους εξής λόγους:
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364, 358, 369 Κ.Ποιν.Δικ. προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` Κ.Ποιν.Δ., σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτ. δ` του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκησή του κατά το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Αντιθέτως, τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης δεν είναι αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο, διότι δεν αποτελούν έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Για να αναιρεθεί η απόφαση για τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` του Κ.Ποιν.Δ. λόγο, μπορεί να προταθεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, όπως η ακυρότητα αυτή καθορίζεται από το άρθρο 171 του ιδίου κώδικα και η οποία μπορεί να προταθεί και από τον ίδιο το διάδικο ή τον εισαγγελέα από την ενέργεια ή παράλειψη του οποίου προήλθε κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 173 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ. Μεταξύ δε των περιπτώσεων που προκαλούν απόλυτη ακυρότητα περιλαμβάνεται κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 171 παρ. 1 εδαφ. δ` Κ.Ποιν.Δ. και εκείνη κατά την οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Η απόλυτη ακυρότητα που προκύπτει από παραβίαση δικαιώματος προς εμφάνιση υπεράσπιση εκπροσώπηση και άσκηση των δικαιωμάτων, που του παρέχονται στις περιπτώσεις και υπό τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος έχει τεθεί υπέρ του κατηγορουμένου και δεν μπορεί να καταλήξει σε βάρος του σε καμία περίπτωση με συνέπεια να μην μπορεί να την προτείνει εκτός από τον κατηγορούμενο, του οποίου προσβλήθηκαν τα δικαιώματα ούτε ο Εισαγγελέας σε βάρος του κατηγορουμένου αυτού ούτε έτερος συγκατηγορούμενος ούτε ο πολιτικώς ενάγων. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επιφέρει η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας εγγράφου, που δεν είχε αναγνωσθεί κατά την αποδεικτική διαδικασία εφόσον αυτό γίνεται προς σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου ως προς την ενοχή ή αθώωση του κατηγορουμένου ή για την επιβλητέα ποινή και όχι όταν λαμβάνεται υπόψη, για να κρίνει για την οριστική παύση της ποινικής διώξεως, χωρίς προηγουμένως να αναγνωσθεί, όπως εν προκειμένω η απολογία των ως άνω κατηγορουμένων, που έλαβε χώρα στα πλαίσια άλλης δικογραφίας (ΑΠ 211/2010). Περαιτέρω, όμως, ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως τυγχάνει απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι τα παραπάνω έγγραφα των απολογιών των ως άνω κατηγορουμένων ναι μεν δεν φέρονται ως αναγνωστέα στα πρακτικά, πλην όμως από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως συνάγεται ότι πράγματι αναγνώστηκαν. Ειδικότερα, στη σελ. 50 του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρονται επί λέξει τα ακόλουθα: "Συγκεκριμένα ο 3ος είναι Ολλανδός υπήκοος, κάτοικος ..., ο 5ος Ισπανός υπήκοος, κάτοικος ... και ο 6ος Ιταλός υπήκοος, οι οποίοι δεν κατανοούν την ελληνική γλώσσα, όπως προέκυψε από την κατάθεση της εμφανισθείσας στο ακροατήριο και νομίμως εξετασθείσας μάρτυρος-δικηγόρου της εταιρίας που εκπροσωπούν (σημειωτέον ότι η από 28-3- 2017 εξουσιοδότηση του 5ου προς τη συνήγορό του προσκομίστηκε ήδη στο πρωτότυπό της στην αγγλική γλώσσα, με συνημμένη ακριβή μετάφρασή της στην ελληνική), ενώ ενισχύεται και από το γεγονός ότι κατά τις απολογίες τους σε ειδικό ανακριτή την 28/3/2017, στο πλαίσιο άλλης δικογραφίας (την 1η σελ. εκ των οποίων προσκόμισαν και επικαλέστηκαν), δήλωσαν ότι αγνοούν την ελληνική γλώσσα και απολογήθηκαν ο μεν 3ος με διερμηνέα στην αγγλική γλώσσα και ο 5ος στην ισπανική".
Από την ανωτέρω περικοπή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου γίνεται ρητά λόγος για έγγραφα "την 1η σελίδα των οποίων προσκόμισαν και επικαλέστηκαν" οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, προκύπτει αναμφίβολα ότι τα ανωτέρω έγγραφα αναγνώστηκαν δημόσια στο ακροατήριο, αφού η ανωτέρω αναφορά της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν μπορεί λογικά να έχει οποιαδήποτε άλλη έννοια, παρά μόνο ότι πρόκειται για έγγραφα που προσκομίστηκαν και επικαλέστηκαν οι συνήγοροι και ως τέτοια αναγνώστηκαν δημόσια από το δικάσαν Δικαστήριο, στο βαθμό μάλιστα που, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την αγόρευση της εισαγγελέως της έδρας, οι ανωτέρω συνήγοροι ανέπτυξαν και προφορικά τις αντιρρήσεις τους για το κύρος της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, στα πλαίσια των οποίων προσκόμισαν και επικαλέστηκαν τα παραπάνω έγγραφα. Άλλωστε, η ανάγνωση του εγγράφου δεν απαιτείται να προκύπτει μόνο από τη ρητή μνεία του στο οικείο μέρος των πρακτικών, που αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά αρκεί να προκύπτει αυτή, όπως εν προκειμένω, και από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης (ΑΠ 471/2011). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (αρθ 510 παρ1Δ ΚΠΔ) συνιστάμενη στο ότι: Το Δικαστήριο αποδεχόμενο τον ισχυρισμό των κατηγορουμένων περί άγνοιας της ελληνικής γλώσσας και γνώσης της αγγλικής υπέπεσε σε αντιφάσεις και λογικά κενά κατά την αναφορά των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία που διεξήχθη ενώπιον του, για το αν οι παραπάνω αλλοδαποί κατηγορούμενοι γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα ή όχι και ποιά (-ες) γλώσσα (-ες) κατανοούν. Για τη θεμελίωση του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως, αναφέρεται συγκεκριμένα ότι: "... το Δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκε ενώπιον του ότι οι αλλοδαποί κατηγορούμενοι αγνοούν την ελληνική γλώσσα και γνωρίζουν την αγγλική θεμελιώνοντας την κρίση του α) στην κατάθεση της ίδιας της πληρεξούσιας δικηγόρου της εταιρίας ..., την οποία ο ίδιος ο 6ος κατηγορούμενος R. C. του V. εξουσιοδότησε κατά τα ανωτέρω, να λάβει αντίγραφα της δικογραφίας κατά την προδικασία, β) στις δηλώσεις των ίδιων των 3ου και 5ου των κατηγορουμένων κατά τις απολογίες τους ενώπιον του Ειδικού Ανακριτή Σερρών, οι οποίες ουδέποτε αναγνώσθηκαν δημόσια και γ) επικαλούμενο την από 28-3-2017 εξουσιοδότηση ενός μόνο εξ αυτών, του 5ου κατηγορουμένου M. P. F. του J. προς τη συνήγορό του που προσκομίστηκε σε μετάφραση από την αγγλική γλώσσα ". Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, για τους ακόλουθους λόγους: Το Δικαστήριο δέχθηκε την ένσταση των κατηγορουμένων περί της ακυρότητας της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος λόγω ελλείψεως μεταφράσεώς του, αφού προηγούμενως εξέτασε κατόπιν εισαγγελικής προτάσεως κατ' άρθρο 353 παρ. 1 ΚΠΔ, την δικηγόρο Δ. Κ. Α.Μ.Δ.Σ.Α (….9), η οποία κατέθεσε περί της αγνοίας της ελληνικής γλώσσας από τους κατηγορουμένους. Έτσι, το Δικαστήριο δέχθηκε με την ακόλουθη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ότι: "...Συγκεκριμένα ο 3ος είναι Ολλανδός υπήκοος, κάτοικος ..., ο 5ος Ισπανός υπήκοος, κάτοικος ... και ο 6ος Ιταλός υπήκοος, οι οποίοι δεν κατανοούν την ελληνική γλώσσα, όπως προέκυψε από την κατάθεση της εμφανισθείσας στο ακροατήριο και νομίμως εξετασθείσας μάρτυρος-δικηγόρου της εταιρείας που εκπροσωπούν (σημειωτέων ότι η από 28-3-2017 εξουσιοδότηση του 5ου προς τη συνήγορο του προσκομίστηκε ήδη στο πρωτότυπο της στην αγγλική γλώσσα, με συνημμένη ακριβή μετάφραση της στην ελληνική), ενώ ενισχύεται και από το γεγονός ότι κατά τις απολογίες τους σε ειδικό ανακριτή την 28/3/2017, στο πλαίσιο άλλης δικογραφίας (την 1η σελ, εκ των οποίων προσκόμισαν και επικαλέστηκαν), δήλωσαν ότι αγνοούν την ελληνική γλώσσα και απολογήθηκαν ο μεν 3ος με διερμηνέα στην αγγλική γλώσσα και ο 5ος στην ισπανική".
Συνεπώς, το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του αφού εξέτασε την μάρτυρα, εκτίμησε την κατάθεσή της και έλαβε υπόψη του τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στο σκεπτικό της αποφάσεως. Με το ανωτέρω περιεχόμενο, η απόφαση του δικάσαντος Δικαστηρίου έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα στα οποία συνδυαστικά στήριξε την κρίση του.
Κατ` ακολουθίαν η αίτηση, που δεν έχει άλλους λόγους προς εξέταση είναι απορριπτέα στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-4-2018 και υπ` αριθμό 1/18 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σερρών κατά της υπ` αριθμό 1103/11-10-2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών κατά το (εξ αρχής) ανέκκλητο μέρος της, με το οποίο έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη για την πράξη της δωροδοκίας υπαλλήλων από κοινού κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου, συνεπεία παραγραφής, για τον 3°, 5° και 6° των κατηγορούμενων A. P. V. A. του G., κάτοικο ... (οδός ...), M. P. F. του J., κάτοικο ... (...) και R. C. του V., κάτοικο ... (...)
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Αυγούστου 2018. Και
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Αυγούστου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ