ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Όταν ο εκκαλών - κατηγορούμενος εμφανίζεται στο ακροατήριο δια πληρεξουσίου δικηγόρου, θεωρείται σαν να εμφανίζεται αυτοπροσώπως και όταν εμφανίζεται ο ίδιος ή ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατά την έναρξη της διαδικασίας στην κατ’έφεση δίκη, για να υποστηρίξει την έφεσή του και στη συνέχεια αποχωρήσει, λογίζεται παρών και κατά την εξέλιξη και η έφεση δεν πρέπει να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη, αλλά να ερευνηθεί στην ουσία, το ίδιο δε ισχύει και όταν η δίκη αναβληθεί με παραδοχή σχετικού αιτήματος και ο εκκαλών δεν εμφανίσθηκε κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από το συνήγορό του, ανεξάρτητα από την ουσιαστική έναρξη ή μη της διαδικασίας.
Αριθμός 3/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΠΟΙΝΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Β' σύνθεσης: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Βερέτσο, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Αλέξανδρο Κασιώλα, Στέφανο Γαβρά, Χρύσανθο Παπούλια, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Λοβέρδο, Γεώργιο Φώσκολο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ελένη Μαραμαθά, Δημήτριο Κιτρίδη, Βασίλειο Ρήγα, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Γεώργιο Καλαμίδα, Ιωάννη Παπανικολάου, Φώτιο Καϋμενάκη, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Ρένα Ασημακοπούλου, Πλαστήρα Αναστασάκη - Εισηγητή, Σταύρο Γαβαλά, Ελένη Παναγιωτάκη και Αιμιλία Λίτινα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου ..... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Μαγγίβα, περί αναιρέσεως της 2732/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή. Ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7.4.2004 αίτησή του αναιρέσεως και το από 20.4.2005 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 851/2004.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 1674/2005 απόφαση του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγεται στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για οριστική κρίση ο (μοναδικός) λόγος του κυρίου δικογράφου της από 7.4.2004 αίτησης του ...., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2732/2004 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, ο οποίος λόγος στηρίζεται στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ. (υπέρβαση εξουσίας) μετά την παραπομπή του σ' αυτήν με την υπ' αριθ. 1674/2005 απόφαση του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος, επειδή ο λόγος αυτός κρίθηκε βάσιμος με πλειοψηφία μίας ψήφου.
Κατά το άρθρο 501 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 48 παρ. 1 του ν. 3160/2003 «Αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη». Ορίζει δε η παρ. 2 του άρθρου 340, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 24 παρ. 1 του ν. 3160/2003 ότι «Σε πταίσματα και πλημμελήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του … Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν». Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο εκκαλών, για την υποστήριξη της έφεσής του, εμφανισθείς ενώπιον του Εφετείου όχι αυτοπροσώπως αλλά δια συνηγόρου τον οποίο ο ίδιος έχει διορίσει με έγγραφη δήλωσή του, αυτός πλέον θεωρείται ότι είναι παρών.
Εξάλλου κατά το άρθρο 502 παρ. 1 εδ. 1 Κ.Π.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ. 1 του ν. 3160/2003 «Αν ο εκκαλών εμφανισθεί ο ίδιος ή συνήγορός του στην περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 340, η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελεύς αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση», κατά δε το τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ. 2 του Ν. 3160/2003 «Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρθρα 329 – 338, 340, 344, 347, 349, 352, 357 – 360, 366 – 373» (Κ.Π.Δ.). Από τις διατάξεις αυτές η διάταξη του άρθρου 344 παρ. 1 εδ. α' ορίζει ότι «η αποχώρηση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της δίκης δεν κωλύει την πρόοδο της διαδικασίας». Ενώ σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 501 του Κ.Π.Δ. που προστέθηκε με το άρθρο 49 παρ. 3 του ν. 3160/2003 «Αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανιστεί όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών. Από τις τελευταίες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι αν ο εκκαλών – κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης για να υποστηρίξει την έφεσή του και στην συνέχεια μετά την έναρξη της συζητήσεως αποχώρησε, λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης, το δε δικαστήριο, δεσμευόμενο από την εμφάνιση του εκκαλούντος – κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη κατά το άρθρο 501 Κ.Π.Δ. αλλά οφείλει να την ερευνήσει στην ουσία. Το ίδιο ισχύει για την ομοιότητα της περίπτωσης κατά μείζονα λόγο και όταν ο εκκαλών κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίστηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης, αλλά στη συνέχεια μετά τη λήψη της ταυτότητάς του, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος η δίκη αναβλήθηκε αλλά ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε στην νέα μετ' αναβολή δικάσιμο ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο. Η άποψη αυτή συνάδει και με τη σκέψη που διατυπώνεται στην Αιτιολογική Έκθεση του Σ.Κ.Π.Δ. για την αιτιολόγηση της ρύθμισης του άρθρου 501 παρ. 1 Κ.Π.Δ. σύμφωνα με την οποία εκείνος ο οποίος αδικαιολόγητα δεν εμφανίζεται για να υποστηρίξει την έφεσή του παραιτείται σιωπηρά από αυτήν αναγνωρίζοντας την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης υπό την έννοια ότι δεν είναι νοητό η μετ' αναβολή μη εμφάνιση του εκκαλούντος – κατηγορουμένου, ο οποίος είχε εμφανισθεί και υποστηρίξει την έφεσή του σε προγενέστερη συζήτησή της να θεωρείται ως σιωπηρή παραίτησή του από την έφεσή του και αναγνώριση της αποφάσεως που προσέβαλε. Δηλαδή στην περίπτωση αυτή η αναβολή θεωρείται ότι έγινε μετά την έναρξη της διαδικασίας και της συζήτησης της έφεσης, οπότε ο κατηγορούμενος λογίζεται σαν να ήταν παρών στη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο και το δικαστήριο, δεσμευόμενο από την αρχική εμφάνιση του εκκαλούντος – κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη αλλά οφείλει να τη δικάσει στην ουσία. Διαφορετικά η απόφαση του Εφετείου είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ. για υπέρβαση εξουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα του μοναδικού λόγου του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, με την 36681/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 14 μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική ποινή, για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Κατά της πιο πάνω απόφασης ο κατηγορούμενος άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών έφεση, κατά την εκδίκαση της οποίας, που είχε οριστεί για τις 10.12.2003, αυτός δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως, αλλά εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Μαγγίβα, τον οποίο ο ίδιος είχε διορίσει με ειδικό πληρεξούσιο. Μάλιστα το Τριμελές Εφετείο, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, επέτρεψε στον προαναφερόμενο συνήγορο να εκπροσωπήσει τον απόντα κατηγορούμενο. Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από τα πρακτικά που είναι ενσωματωμένα στην πιο κάτω απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η διαδικασία εξελίχθηκε ως εξής: Ο Πρόεδρος εκφώνησε τα ονόματα των μαρτύρων κατηγορίας και βρέθηκε παρών ο α' μάρτυρας. Στο σημείο αυτό της δίκης ο μηνυτής – πολιτικώς ενάγων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε στο Δικαστήριο ότι ο δικηγόρος Ιωάννης Χουλιαράς, που διόρισε ως πληρεξούσιο ήταν απασχολημένος σε άλλο δικαστήριο και ζήτησε αναβολή της δίκης. Ακολούθησε πρόταση του Εισαγγελέως και το Τριμελές Εφετείο, με τη 12170/10.12.2003 απόφασή του, ανέβαλε λόγω σημαντικών αιτίων, τη δίκη σε ρητή δικάσιμο και συγκεκριμένα για τις 19.3.2004. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο. Λόγω της απουσίας του αυτής, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη 2732/19.3.2004 απόφασή του, απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 501 παρ. 1 του ΚΠΔ. Όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, στις 10.12.2003 η δίκη αναβλήθηκε, αφού προηγουμένως ο κατηγορούμενος είχε εμφανιστεί, διά συνηγόρου, για να υποστηρίξει την έφεσή του και είχε αρχίσει πλέον η διαδικασία και η συζήτηση της έφεσης αφού το Δικαστήριο είχε φθάσει τουλάχιστον στην εκφώνηση του καταλόγου των μαρτύρων. Άρα το Εφετείο, με το να απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη, υπερέβη την εξουσία του, αφού όφειλε, κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, να θεωρήσει παρόντα τον κατηγορούμενο και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ μοναδικός λόγος του από 7.4.2004 κύριου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.).
Τέσσερα όμως μέλη του Δικαστηρίου, ήτοι οι Αρεοπαγίτες Αλέξανδρος Κασιώλας, Χρύσανθος Παπούλιας, Γεώργιος Φώσκολος και Πλαστήρας Αναστασάκης έχουν την εξής γνώμη: Ως «διάρκεια της δίκης», κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 344 του ΚΠΔ, όπως συνάγεται και από τα άρθρα 339, 340, 342, 343 και ιδίως από το άρθρο 502 παρ. 1 του ΚΠΔ, που ορίζει ότι «Αν ο εκκαλών εμφανιστεί ο ίδιος ή ο συνήγορός του στην περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340, η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση», νοείται η εξέλιξή της μετά την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης, που στο εφετείο λαμβάνει χώρα, όταν δίδεται ο λόγος στον εισαγγελέα να αναπτύξει συνοπτικά την έφεση. Έτσι, αν ο εκκαλών κατηγορούμενος εμφανίστηκε αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης και στη συνέχεια, χωρίς ο εισαγγελέας να αναπτύξει συνοπτικά την έφεση, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος, η δίκη αναβλήθηκε σε νέα ρητή δικάσιμο, κατά την οποία ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε, ο τελευταίος λογίζεται απών, διότι η αναβολή έγινε πριν αρχίσει η δίκη με την πιο πάνω έννοια, οπότε το δικαστήριο πρέπει να απορρίψει, κατά το άρθρο 501 παρ. 1 του ΚΠΔ, την έφεση ως ανυποστήρικτη. Διαφορετικά η απόφασή του είναι αναιρετέα για υπέρβαση εξουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται πιο πάνω, η αναβολή δόθηκε πριν αρχίσει η δίκη, αφού δεν προκύπτει ότι ο εισαγγελέας είχε αναπτύξει συνοπτικά την έφεση. Επομένως, κατά τη γνώμη αυτήν, ορθώς το εφετείο θεώρησε απόντα τον εκκαλούντα κατηγορούμενο κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο και δεν υπερέβη την εξουσία του με το να απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη και έτσι είναι αβάσιμος ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την αριθ. 2732/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ