ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΕΛΕΓΧΩΝ ΣΤΑ ΣΗΜΕΙΑ ΕΙΣΟΔΟΥ ΣΤΗ ΧΩΡΑ - Γνωμ. Εισ.Πρωτ. Αλεξ. 39-2015

Αριθμός γνωμοδότησης: 39/2015

Προς τον κ. Αν. Διοικητή του Αστυνομικού Τμήματος Κήπων

Ι. Επί των ερωτημάτων που διατυπώνονται στο με αρ. πρωτ. 7003/6/3 από 10.6.2015 έγγραφό σας: α) εάν είναι σύννομη η ενέργεια αστυνομικών οργάνων όσον αφορά τον έλεγχο των εισερχόμενων ατόμων, των οχημάτων και των μεταφερόμενων αντικειμένων στον Ελληνικό χώρο ή αντίκειται στις διατάξεις της υπάρχουσας νομοθεσίας, β) εάν για τη διενέργεια των ελέγχων απαιτείται η παρουσία τελωνειακών υπαλλήλων, ώστε να προσδοθεί νομιμότητα κατά τη διενέργειά τους, γ) εάν ο αστυνομικός, ο οποίος προβαίνει στους συγκεκριμένους ελέγχους –εφόσον τους διενεργεί σύμφωνα με τις αντίστοιχες ισχύουσες διατάξεις για όλη την επικράτεια– διαπράττει το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος, δρώντας εκτός αρμοδιότητας, ή άλλης ποινικά κολάσιμης πράξης αποκλειστικά και μόνο λόγω του εδαφικού χώρου και δ) εάν υπάρχει σαφής περιορισμός των αρμοδιοτήτων της Ελληνικής Αστυνομίας στο συγκεκριμένο χώρο, σας γνωρίζουμε τα εξής:

ΙΙ. Σύμφωνα με το άρ. 42 παρ. 4 εδ. α΄ του π.δ. 161/1988: “Τα Αστυνομικά Τμήματα Ελέγχου Διαβατηρίων Κήπων Έβρου, Προμαχώνα Σερρών, Νίκης Φλώρινας και Ειδομένης και Ευζώνων Κιλκίς, μετονομάζονται σε ομώνυμα Αστυνομικά Τμήματα γενικής αρμοδιότητας, που υπάγονται στην οικεία Αστυνομική Διεύθυνση, με εξαίρεση τα δύο τελευταία που υπάγονται, ως προς τα θέματα αλλοδαπών και συναλλάγματος και στη Διεύθυνση Ασφάλειας Θεσσαλονίκης (Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών)”. Περαιτέρω, το άρ. 36 “Αστυνομικά Τμήματα, Αστυνομικοί Σταθμοί και Αστυνομικά Φυλάκια“ του ίδιου π.δ. ορίζει ότι: “1. Για τα Αστυνομικά Τμήματα και Αστυνομικούς Σταθμούς της Αστυνομικής Διεύθυνσης ισχύουν αντίστοιχα οι διατάξεις του άρθρου 16 του παρόντος. Επιπλέον οι Υπηρεσίες αυτές είναι αρμόδιες και για τα θέματα Μεταγωγών – Δικαστηρίων, εφόσον στην περιφέρειά τους δεν λειτουργεί Υπηρεσία Μεταγωγών – Δικαστηρίων. Οι Αστυνομικοί Σταθμοί (Α.Σ.), οι οποίοι μέχρι την έναρξη της ισχύος του παρόντος υπάγονταν απευθείας στην Αστυνομική Διεύθυνση εφεξής υπάγονται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά με τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος ή με τον πίνακα χωρογραφικής κατανομής, διοικητικά μεν στο Αστυνομικό Τμήμα της έδρας της Αστυνομικής Διεύθυνσης, ως προς το ειδικό δε αντικείμενο της αποστολής τους σ’ όλα τα Τμήματα της έδρας, κατά λόγο αρμοδιότητας. Ο Διοικητής του Αστυνομικού Τμήματος δύναται να αναθέτει την εποπτεία και τον έλεγχο των Αστυνομικών Σταθμών σε αξιωματικό του Τμήματος. 2. Τα Αστυνομικά Τμήματα της Ελληνικής Αστυνομίας, που ασκούνται αρμοδιότητες ασφάλειας, τροχαίας, αγορανομίας και μεταγωγών - δικαστηρίων, χαρακτηρίζονται ως Τμήματα γενικής αρμοδιότητας. Τα Τμήματα αυτά ασκούν και τις αρμοδιότητες των εγκληματολογικών ερευνών. 3. Τα Αστυνομικά Φυλάκια (Α.Φ.) της Ελληνικής Αστυνομίας ασκούν στην περιοχή τους το σύνολο των αστυνομικών αρμοδιοτήτων. Εφόσον η περιφέρειά τους δεν καλύπτεται από την εδαφική αρμοδιότητα Υπηρεσιών Ασφαλείας, Αλλοδαπών, Τροχαίας και Αγορανομίας ή δεν ορίζεται διαφορετικά με την απόφαση σύστασής του”. Από τα παραπάνω προκύπτει με σαφήνεια ότι το Α.Τ. Κήπων Έβρου, ως τμήμα μεικτής αρμοδιότητας, ασκεί τις αρμοδιότητες των τμημάτων: αστυνομικού τμήματος, ασφάλειας, τροχαίας, αγορανομίας και μεταγωγών – δικαστηρίων.

Εξάλλου, είναι σε ισχύ ο κανονισμός (ΕΚ) με αρ. 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15.3.2006 “για τη θέσπιση του κοινοτικού κώδικα σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν)” (ΕΕ L 105, 13.4.2006, σελ. 1). Με το σκεπτικό, μεταξύ άλλων, ότι: “Ο έλεγχος των συνόρων δεν γίνεται μόνο προς το συμφέρον των κρατών μελών στα εξωτερικά σύνορα των οποίων ασκείται αλλά προς το συμφέρον όλων των κρατών μελών που έχουν καταργήσει τον έλεγχο στα εσωτερικά τους σύνορα. Ο έλεγχος θα πρέπει να συμβάλλει στην καταπολέμηση της λαθρομετανάστευσης και της εμπορίας ανθρώπων, καθώς και στην πρόληψη κάθε απειλής κατά της εσωτερικής ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της δημόσιας υγείας και των διεθνών σχέσεων των κρατών μελών” (αιτιολογικό αρ. 6) και ότι: “Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ορίσουν την εθνική υπηρεσία ή τις εθνικές υπηρεσίες που είναι αρμόδιες, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, να εκτελούν αποστολές φύλαξης των συνόρων. Όταν υπάρχουν στο ίδιο κράτος μέλος περισσότερες υπηρεσίες αρμόδιες για τη φύλαξη των συνόρων θα πρέπει να εξασφαλίζεται η στενή και διαρκής συνεργασία τους” (αιτιολογικό αρ. 12), στο άρ. 7 παρ. 3 περ. α΄ του εν λόγω κανονισμού ορίζεται για τους συνοριακούς ελέγχους προσώπων: “3. Κατά την είσοδο και την έξοδο, οι υπήκοοι τρίτων χωρών υποβάλλονται σε διεξοδικό έλεγχο. α) Οι διεξοδικοί έλεγχοι κατά την είσοδο περιλαμβάνουν την εξακρίβωση των προϋποθέσεων εισόδου που ορίζονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1, καθώς και, ενδεχομένως, των εγγράφων που επιτρέπουν τη διαμονή και την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας. Η εξακρίβωση αυτή περιλαμβάνει αναλυτική εξέταση των ακόλουθων στοιχείων: i) εξακρίβωση ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας διαθέτει έγγραφο έγκυρο για τη διέλευση των συνόρων το οποίο δεν έχει λήξει και ότι το έγγραφο αυτό συνοδεύεται, κατά περίπτωση, από την αναγκαία θεώρηση ή τίτλο διαμονής, ii) λεπτομερή έλεγχο του ταξιδιωτικού εγγράφου για τη διαπίστωση ενδείξεων παραποίησης ή πλαστογράφησης, iii) εξέταση των σφραγίδων εισόδου και εξόδου του ταξιδιωτικού εγγράφου του υπηκόου τρίτης χώρας προκειμένου να εξακριβωθεί, με σύγκριση των ημερομηνιών εισόδου και εξόδου, ότι αυτός δεν έχει ήδη υπερβεί την ανώτατη διάρκεια επιτρεπόμενης παραμονής στο έδαφος των κρατών μελών, iv) εξακρίβωση του σημείου αναχώρησης και προορισμού του οικείου υπηκόου τρίτης χώρας και του σκοπού της παραμονής του, και, εφόσον χρειάζεται, έλεγχος των αντίστοιχων δικαιολογητικών, v) εξακρίβωση ότι ο οικείος υπήκοος τρίτης χώρας διαθέτει επαρκή μέσα διαβίωσης για τη διάρκεια και το σκοπό της παραμονής του, για την επιστροφή του στην χώρα καταγωγής ή τη διέλευσή του προς τρίτη χώρα όπου είναι σίγουρος ότι θα γίνει δεκτός, ή ότι είναι σε θέση να εξασφαλίσει νομίμως τα μέσα αυτά, vi) εξακρίβωση ότι ο οικείος υπήκοος τρίτης χώρας, τα μέσα μεταφοράς του και τα αντικείμενα τα οποία μεταφέρει δεν μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη, εσωτερική ασφάλεια, δημόσια υγεία ή τις διεθνείς σχέσεις κάποιου εκ των κρατών μελών. Η εξακρίβωση αυτή περιλαμβάνει την άμεση εξέταση των δεδομένων και των καταχωρίσεων προσώπων και, εφόσον απαιτείται, αντικειμένων που περιέχονται στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν (ΣΠΣ) και σε εθνικά αρχεία δεδομένων καθώς και, ενδεχομένως, τη λήψη των αναγκαίων μέτρων συνεπεία της καταχώρισης προσώπου ως ανεπιθύμητου”.

Σύμφωνα δε με το άρ. 3 παρ. 2 του Ν. 4251/2014 (Κώδικας Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης και λοιπές διατάξεις), όπως αντικαταστάθηκε με το άρ. 8 παρ. 2 Ν. 4332/2015, που επαναλαμβάνει ουσιαστικά τη διατύπωση των προϊσχυσάντων άρ. 4 παρ. 2 Ν. 1975/1991, 4 παρ. 2 Ν. 2910/2001 και 5 παρ. 2 Ν. 3386/2005: “Ο έλεγχος των προσώπων που εισέρχονται στο ελληνικό έδαφος ή εξέρχονται από αυτό ανήκει στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και ενεργείται από τις κατά τόπους αρμόδιες, για το σκοπό αυτόν, αστυνομικές αρχές”. Στην Ελληνική Αστυνομία και ειδικότερα στο Γραφείο «SIRENE» ανήκει, μεταξύ άλλων, η μέριμνα για την εισαγωγή, τροποποίηση, διαγραφή και τον έλεγχο νομιμότητας των καταχωρούμενων στο Εθνικό Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν (Ν.SIS) πληροφοριών που αναφέρονται στο άρ. 95 της Σύμβασης Εφαρμογής Σένγκεν (Σ.Ε.Σ.) και η ανταλλαγή πληροφοριών με τα Εθνικά Γραφεία «SIRΕΝΕ» των λοιπών συμβαλλόμενων μερών της Σύμβασης Εφαρμογής Σένγκεν (Σ.Ε.Σ.), σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης αυτής (άρ. 3 παρ. 1 περ. α΄, β΄ π.δ. 81/1998 “Σύσταση υπηρεσιών στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, για τη λειτουργία του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν”).

ΙΙΙ. Εξάλλου, με το άρ. 4 σημείο 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/1992 του Συμβουλίου της 12.10.1992 “περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα” (EE L 302 της 19.10.1992, σελ. 1), όπως ισχύει, ως τελωνειακοί έλεγχοι ορίζονται: «συγκεκριμένες πράξεις των τελωνειακών αρχών με σκοπό την εξασφάλιση της ορθής εφαρμογής των τελωνειακών κανόνων και άλλων νομοθετικών διατάξεων που διέπουν την είσοδο, την έξοδο, τη διαμετακόμιση, τη μεταφορά και την τελική χρήση εμπορευμάτων που διακινούνται μεταξύ του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας και τρίτων χωρών, καθώς και την παρουσία εμπορευμάτων που δεν έχουν κοινοτικό χαρακτήρα· οι πράξεις αυτές μπορούν να περιλαμβάνουν εξέταση των εμπορευμάτων, έλεγχο των δεδομένων της διασάφησης και της ύπαρξης και της γνησιότητας ηλεκτρονικών ή γραπτών εγγράφων, έλεγχο των λογιστικών βιβλίων και άλλων στοιχείων των επιχειρήσεων, έλεγχο των μεταφορικών μέσων, έλεγχο των αποσκευών και άλλων εμπορευμάτων που μεταφέρονται ή φέρονται από πρόσωπα, καθώς και διενέργεια διοικητικών ερευνών και άλλες παρόμοιες πράξεις». Σύμφωνα δε με το άρ. 13 παρ. 3 του ίδιου κανονισμού, όπως ισχύει: «Όταν διενεργούνται έλεγχοι από αρχές διάφορες των τελωνειακών αρχών, οι έλεγχοι αυτοί διενεργούνται σε στενή συνεργασία με τις τελωνειακές αρχές, ει δυνατόν δε κατά τον αυτό χρόνο και στον ίδιο χώρο».

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 3 παρ. 1-3 του Ν. 2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας): “1. Στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Τελωνειακής Υπηρεσίας εμπίπτει η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντα Κώδικα, του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα, της Εθνικής και Κοινοτικής Νομοθεσίας για την παρακολούθηση των προϊόντων που υπόκεινται σε Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) και των προδρόμων ουσιών, η βεβαίωση και είσπραξη δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων επιβαλλόμενων σύμφωνα με την ανωτέρω Νομοθεσία, η διαχείριση του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Τελωνείων (Ο.Π.Σ.Τ.), καθώς και η ανταλλαγή και διαχείριση πληροφοριών που περιέρχονται σε αυτή, μέσω πληροφοριακών συστημάτων ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο και αφορούν θέματα αρμοδιότητάς της. Στην αρμοδιότητα της Τελωνειακής Υπηρεσίας επίσης εμπίπτει η εφαρμογή συναφούς νομοθεσίας, που της έχει ανατεθεί, καθώς και η βεβαίωση και είσπραξη επιβαρύνσεων που επιβάλλονται σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτήν. 2. Η Τελωνειακή Υπηρεσία είναι επίσης αρμόδια, δια των οργάνων της στα σημεία εισόδου-εξόδου, σε τελωνειακούς περιβόλους και στο εν γένει Τελωνειακό έδαφος, για την προάσπιση της δημόσιας υγείας και την προστασία του κοινωνικού συνόλου, να ελέγχει πρόσωπα, αποσκευές, εμπορεύματα και μεταφορικά μέσα, για τον εντοπισμό αφ’ ενός παράνομης διακίνησης ναρκωτικών, ψυχοτρόπων ή τοξικών ουσιών, όπλων, εκρηκτικών, πυρηνικών υλικών, κεφαλαίων προερχόμενων από οικονομικές εγκληματικές δραστηριότητες, πολιτιστικών αγαθών, πειρατικών προϊόντων, προϊόντων παραποίησης ή απομίμησης, ασέμνων ειδών, και αφ’ ετέρου παρατυπιών που αφορούν μεταφορές, αλιεία, λαθρομετανάστευση, προστασία περιβάλλοντος, διακίνηση ειδών πνευματικής ιδιοκτησίας, άγριας πανίδας και χλωρίδας, προδρόμων ουσιών, καθώς και παρατυπιών που δεν κατονομάζονται στην παρούσα παράγραφο και διαπιστώνονται κατά τους ελέγχους, που της έχουν ανατεθεί, με Ειδικές Κοινοτικές - Εθνικές Διατάξεις, Διεθνείς Συνθήκες και συμφωνίες για την προστασία των εθνικών συμφερόντων και των συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.). Η τελωνειακή υπηρεσία είναι αρμόδια για τον έλεγχο των ρευστών διαθεσίμων που κομίζονται από πρόσωπα τα οποία εισέρχονται ή εξέρχονται από την Κοινότητα στα πλαίσια της εφαρμογής κοινοτικών ρυθμίσεων. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζεται η διαδικασία ελέγχου εισόδου - εξόδου στην Κοινότητα των ρευστών διαθεσίμων, το είδος της δήλωσης που θα υποβάλλεται, καθώς και κάθε άλλη ειδικότερη διαδικασία εφαρμογής. 3. Στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Τελωνειακής Υπηρεσίας ανήκει η εποπτεία, ο έλεγχος και η φύλαξη, όπου απαιτείται, των χώρων που έχουν αναγνωρισθεί ως τελωνειακοί περίβολοι και αποθήκες προσωρινής εναπόθεσης ή έχουν εγκριθεί ως Ελεύθερες Ζώνες. Με την επιφύλαξη των επόμενων εδαφίων της παρούσας παραγράφου, καθώς και των διατάξεων της Ποινικής Δικονομίας, που αφορούν την τέλεση ανακριτικών πράξεων, η είσοδος εντός των χώρων αυτών οποιουδήποτε υπαλλήλου άλλης δημόσιας διωκτικής υπηρεσίας επιτρέπεται κατόπιν έγγραφης ειδοποίησης και έγκρισης του Προϊσταμένου της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής. Η αρμοδιότητα της Ελληνικής Αστυνομίας σε υποκείμενους σε τελωνειακή επιτήρηση χώρους Μεθοριακών Τελωνείων και Τελωνείων Διεθνών Λιμένων και Αερολιμένων περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στον έλεγχο των διαβατηρίων. Η εγκατάσταση αστυνομικών ή λιμενικών φυλακίων στα σημεία εισόδου-εξόδου και σε τελωνειακούς περιβόλους αποσκοπεί στην τήρηση της έννομης τάξης εντός των χώρων αυτών και δεν παρέχεται στα αστυνομικά ή λιμενικά όργανα η αρμοδιότητα ελέγχου εμπορευμάτων, μεταφορικών μέσων, αποθηκών και αποσκευών ταξιδιωτών”. Σύμφωνα με τη σχετική εισηγητική έκθεση του ανωτέρω νόμου: “Το άρθρο αυτό … είναι νέο, σκιαγραφεί τις αρμοδιότητες της Τελωνειακής Υπηρεσίας σε γενικές γραμμές, όπως αυτές αποτυπώνονται στην Κοινοτική και Εθνική Νομοθεσία (παρ. 1). Ταυτόχρονα, τις περιγράφει λεπτομερώς, στα επιμέρους αντικείμενα, των οποίων άπτεται και τις διακρίνει από εκείνες των υπόλοιπων διωκτικών Αρχών”. Στην ίδια κατεύθυνση η παρ. 3 του άρθρου 165 του ίδιου νόμου ορίζει, ειδικά για το αδίκημα της λαθρεμπορίας, ότι: “Ειδικά στους τελωνειακούς περιβόλους, τις αποθήκες προσωρινής εναπόθεσης, αποταμίευσης, φορολογικές αποθήκες και στους λοιπούς υποκείμενους τελωνειακά αναγνωρισμένους χώρους, αποκλειστικά αρμόδια για τους ελέγχους και τις κατασχέσεις των διακινούμενων μέσω των χώρων αυτών είναι μόνο η Τελωνειακή Υπηρεσία συνεπικουρούμενη, εφόσον χρειαστεί και μετά από πρόσκληση του Προϊσταμένου του αρμόδιου Τελωνείου και από τους κατά περίπτωση λοιπούς προανακριτικούς υπαλλήλους”.

Από τα παραπάνω προκύπτει με σαφήνεια ότι η διάταξη του άρ. 3 παρ. 1-3 του Ν. 2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας) πρέπει να ερμηνεύεται σε αρμονία με τις υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 Σ.) διατάξεις της Συμφωνίας του Σένγκεν της 14.6.1985 “σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα” (EE L 239 της 22.9.2000, σελ. 19) που κυρώθηκε με το Ν. 2514/1997 και δη των άρ. 7 παρ. 3 περ. α΄ υποπερ. vi του κανονισμού (ΕΚ) με αρ. 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15.3.2006 “για τη θέσπιση του κοινοτικού κώδικα σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν)” περί διενέργειας διεξοδικών ελέγχων στους πολίτες τρίτων χωρών κατά την είσοδο για την εξακρίβωση ότι ο οικείος πολίτης τρίτης χώρας, τα μέσα μεταφοράς του και τα αντικείμενα τα οποία μεταφέρει δεν μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη, εσωτερική ασφάλεια, δημόσια υγεία ή τις διεθνείς σχέσεις κάποιου εκ των κρατών μελών και 13 παρ. 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/1992 του Συμβουλίου της 12.10.1992 “περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα”, σύμφωνα με το οποίο, όταν διενεργούνται έλεγχοι από αρχές διάφορες των τελωνειακών αρχών (λ.χ. τις αστυνομικές αρχές), οι έλεγχοι αυτοί διενεργούνται σε στενή συνεργασία με τις τελωνειακές αρχές, ει δυνατόν δε κατά τον αυτό χρόνο και στον ίδιο χώρο.

IV. Επί των ερωτημάτων που τέθηκαν από την Ελληνική Αστυνομία: α) περί του εάν δικαιούνται οι αστυνομικές αρχές να διενεργούν ελέγχους σε μεθοριακές διαβάσεις (χώρους υποκείμενους σε τελωνειακό καθεστώς) κάθε μεταφορικού μέσου ή μεταφερομένων αντικειμένων από άτομα που εισέρχονται ή εξέρχονται του ελληνικού εδάφους, εφόσον αυτό επιβάλλεται στα πλαίσια της αποστολής τους και ειδικότερα προκειμένου να προληφθεί ή βεβαιωθεί η τέλεση αξιόποινων πράξεων και β) περί του ποια αρχή θα επιληφθεί της προανάκρισης, εφόσον συντρέξει λόγος, εκδόθηκε η με τη με αριθμό 3/27.1.2000 γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Σ. Γυπαράκη, (ΠοινΧρ Ν/2000, σελ. 283· ΠοινΔικ 2000, σελ. 995), υπό το τότε καθεστώς του Ν. 1165/1918, ήτοι ένα περίπου έτος πριν τη θέση σε ισχύ του ανωτέρω άρ. 3 του Ν. 2960/2001 (Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα). Σύμφωνα με αυτή, καθιδρύεται αρμοδιότητα των τελωνειακών υπαλλήλων (άρ. 34 ΚΠΔ) για το έγκλημα της λαθρεμπορίας παράλληλα προς εκείνη των αστυνομικών υπαλλήλων, ως γενικών ανακριτικών υπαλλήλων (άρ. 33 ΚΠΔ). Όμοια συντρέχουσα αρμοδιότητα υπάρχει και σε άλλες περιπτώσεις, όπως π.χ. προκειμένου περί εισαγωγής ναρκωτικών ουσιών (τότε άρ. 20 Ν. 1729/1987 και ήδη άρ. 42 Ν. 4139/2013), όπλων (άρ. 16 παρ. 2 Ν. 2168/1993) κ.λπ. Ενόψει αυτών κρίθηκε με την ανωτέρω γνωμοδότηση ότι κατ’ ουδένα τρόπο δύναται να υποστηριχθεί ότι η κατά τα άνω αρμοδιότητα των τελωνειακών αρχών είναι αποκλειστική και η δικαιοδοσία των αστυνομικών αρχών περιορίζεται μόνο στον αστυνομικό (διαβατηριακό) έλεγχο των εισερχομένων στο ελληνικό έδαφος ή των εξερχομένων από αυτό ατόμων, κατά το (τότε) άρ. 4 Ν. 1975/1991 (και ήδη άρ. 3 Ν. 4251/2014). Κατά συνέπεια, κρίθηκε ότι δικαιούνται και οι αστυνομικές αρχές να διενεργούν ελέγχους στις μεθοριακές διαβάσεις κάθε μεταφορικού μέσου ή μεταφερόμενων αντικειμένων από άτομα που εισέρχονται ή εξέρχονται του ελληνικού κράτους στα πλαίσια βεβαίως της αποστολής τους και προκειμένου να βεβαιωθεί η τέλεση αξιόποινων πράξεων. Ως προς το θέμα δε περί του ποια από τις ανωτέρω αρχές θα επιληφθεί της προανάκρισης, εφόσον συντρέξει λόγος, σύμφωνα με την ανωτέρω γνωμοδότηση, τούτο εξαρτάται κατά περίπτωση και από τις εκάστοτε συγκεκριμένες περιστάσεις.

V. Η ανάγκη οριοθέτησης των αρμοδιοτήτων και συνεργασίας της αστυνομικής με την τελωνειακή αρχή οδήγησε, μετά τη θέση σε ισχύ του ανωτέρω άρ. 3 του Ν. 2960/2001 (Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα), στη σύναψη στις 15.10.2013 Μνημονίου Συνεργασίας μεταξύ της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Τάξης του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, με την επίκληση: α) του άρ. 87 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) (πρώην άρ. 30 ΣΕΕ), σύμφωνα με το οποίο η από κοινού δράση στον τομέα της αστυνομικής συνεργασίας περιλαμβάνει την επιχειρησιακή συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών, συμπεριλαμβανομένων των αστυνομικών, τελωνειακών και άλλων ειδικών υπηρεσιών επιβολής του νόμου των κρατών μελών της Ε.Ε., σε σχέση με την πρόληψη, την εξακρίβωση και τη διερεύνηση αξιόποινων πράξεων, κοινή δράση στον τομέα της αστυνομικής συνεργασίας και β) της Σύστασης με αρ. 2006/C124/01 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 27.4.2006 (EE C 14 της 25.5.2006, σελ. 1), σύμφωνα με την οποία προτείνεται η κατάρτιση συμφωνιών μεταξύ της αστυνομίας, των τελωνείων και άλλων αρχών επιβολής του νόμου, των κρατών μελών της Ε.Ε., για την καταπολέμηση του εγκλήματος. Στο εν λόγω Μνημόνιο Συνεργασίας οριοθετείται η αρμοδιότητα της αστυνομικής και της τελωνειακής αρχής ως εξής: “Σύμφωνα με το ισχύον κοινοτικό και εθνικό κανονιστικό πλαίσιο, η άσκηση των αρμοδιοτήτων των δύο μερών, στα νομοθετημένα συνοριακά σημεία εισόδου – εξόδου της Ελλάδος, αποσκοπεί επί της ουσίας στην αντιμετώπιση της παράνομης διακίνησης προσώπων, οχημάτων, αγαθών και πάσης φύσεως αντικειμένων, προϊόντων και εμπορευμάτων και διενεργείται: α) Για μεν τις αστυνομικές αρχές: Με τον έλεγχο των προσώπων που εισέρχονται στο ελληνικό έδαφος ή εξέρχονται από αυτό και την εξακρίβωση ότι τα μέσα μεταφοράς τους και τα αντικείμενα τα οποία τυχόν μεταφέρουν δεν μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη, την εσωτερική ασφάλεια ή τις διεθνείς σχέσεις μας, ιδίως όταν είναι καταχωρημένα ως ανεπιθύμητα ή αναζητούμενα στις εθνικές βάσεις δεδομένων ή στο σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν. β) Για δε τις Τελωνειακές αρχές: Με τον έλεγχο για την εξασφάλιση της εφαρμογής των διατάξεων του εθνικού και κοινοτικού τελωνειακού κώδικα και άλλων νομοθετικών διατάξεων που διέπουν την είσοδο, την έξοδο, τη διαμετακόμιση, την μεταφορά και την τελική χρήση των εμπορευμάτων που διακινούνται, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, των προσώπων, των μεταφορικών μέσων, των αποσκευών, με σκοπό, εκτός των άλλων, την προάσπιση της δημόσιας υγείας και την προστασία του κοινωνικού συνόλου και των δημοσιονομικών συμφερόντων της χώρας”. Περαιτέρω, ορίστηκε ότι: “2.2. Ο συνοριακός έλεγχος … πραγματοποιείται κατά την είσοδο και την έξοδο στην επικράτεια της χώρας, από τις κατά τόπους αρμόδιες για το σκοπό αυτό, Αστυνομικές αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 του νόμου 3386/2005, όπως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί και ισχύει (και ήδη άρ. 3 παρ. 2 Ν. 4251/2014) και τις Τελωνειακές αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 2960/2001. 2.3. Η άσκηση των καθηκόντων του συνοριακού ελέγχου στα συνοριακά σημεία διέλευσης, από ένα εκ των συμβαλλομένων μερών, δεν καταργεί τη δυνατότητα εκτέλεσης των αρμοδιοτήτων του έτερου μέρους, καθώς τα μέτρα που υλοποιούνται από την Ελληνική Αστυνομία και τις Τελωνειακές αρχές εδράζουν, κατά περίπτωση, σε ιδιαίτερο νομικό καθεστώς και εξυπηρετούν διαφορετικού χαρακτήρα ανάγκες. 2.4. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η ομαλή και γρήγορη ροή της κυκλοφορίας και η αύξηση του επιπέδου της ασφάλειας, οι έλεγχοι των αστυνομικών και τελωνειακών αρχών, στα συνοριακά σημεία διέλευσης, διενεργούνται ταυτόχρονα σε ένα σημείο “Έλεγχος μιας στάσης – One stop control”. 2.5. Οι αρμόδιες κατά περίπτωση αστυνομικές και τελωνειακές αρχές που λειτουργούν σε όλα τα είδη των συνοριακών σημείων διέλευσης μπορούν να σχεδιάζουν και να υλοποιούν από κοινού, επί τη βάσει κοινά συμφωνημένων τοπικών επιχειρησιακών σχεδίων “κοινούς ελέγχους” διαθέτοντας προς τούτο το αναγκαίο προσωπικό και τα αναγκαία τεχνικά μέσα. 2.6. Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους τα δύο Μέρη μπορούν να ζητούν το ένα τη συνδρομή του άλλου σε τεχνικά μέσα όπου και όταν απαιτείται. 2.7. Ο σχεδιασμός της επιχειρησιακής συνεργασίας και η εφαρμογή των μέτρων που θα αποφασίζονται θα πραγματοποιείται με βάση τις αρχές της ισότητας των εμπλεκόμενων υπηρεσιών, της αλληλεγγύης, της συμπληρωματικότητας των σχεδιαζόμενων μέτρων, της κατανόησης της διαφορετικότητας του επιδιωκόμενου σκοπού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και του σεβασμού των οριοθετημένων αρμοδιοτήτων των δύο αρχών. 2.8. Για το σκοπό αυτό τα συμβαλλόμενα Μέρη αναγνωρίζουν ότι: Κατά τον έλεγχο της εισόδου προηγείται ο αστυνομικός έλεγχος και έπεται ο τελωνειακός, ενώ κατά τον έλεγχο της εξόδου προηγείται ο αστυνομικός έλεγχος και έπεται ο αστυνομικός”.

VI. Εξάλλου, όσον αφορά τη διενέργεια αστυνομικής προανάκρισης, οι τελωνειακοί υπάλληλοι είναι ειδικοί ανακριτικοί υπάλληλοι για: α) το έγκλημα της λαθρεμπορίας (άρ. 165, 169, 174 Ν. 2960/2001), β) τα εισαγόμενα στα τελωνεία όπλα (άρ. 16 παρ. 2 Ν. 2168/1993), γ) τις παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών (άρ. 42 Ν. 4139/2013), και δ) τις σχετικές με την αιθυλική αλκοόλη και τα αλκοολούχα προϊόντα παραβάσεις (άρ. 10 παρ. 2 Ν. 2969/2001) (βλ. σχετικά ΣυμβΕφΙωαν 128/2010, ΠοινΧρ ΞΑ/2011, σελ. 223). Αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή δεν επιτρέπεται η διεξαγωγή αστυνομικής προανάκρισης (άρ. 243 παρ. 2 ΚΠΔ) και όλων των συναφών ανακριτικών πράξεων, όπως ερευνών (άρ. 253 επ. ΚΠΔ), κατασχέσεων (άρ. 260 επ. ΚΠΔ) και συλλήψεων (άρ. 275 ΚΠΔ) κ.λπ. από τους αστυνομικούς της Ελληνικής Αστυνομίας στους υποκείμενους σε τελωνειακή επιτήρηση χώρους μεθοριακών τελωνείων και τελωνείων διεθνών λιμένων και αερολιμένων, θα κατέληγε στο άτοπο αποτέλεσμα να είναι αδύνατη στους ανωτέρω χώρους η διερεύνηση της τέλεσης των αδικημάτων που εξαιρούνται από τα ανακριτικά καθήκοντα των τελωνειακών υπαλλήλων κι εμπίπτουν στα γενικά ανακριτικά καθήκοντα των αστυνομικών υπαλλήλων, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τα αδικήματα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (άρ. 45 Ν. 3691/2008), της κλοπής (άρ. 372 παρ. 1 ΠΚ), της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος (άρ. 394 ΠΚ) και της μεταφοράς πολιτών τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος (άρ. 30 Ν. 4251/2014). Σε περίπτωση, ωστόσο, που επιληφθεί αναρμόδιος ανακριτικός υπάλληλος, η διάταξη του άρ. 127 εδ. α΄ ΚΠΔ ορίζει ότι: “Οι εκθέσεις και τα άλλα έγγραφα που συντάχθηκαν νομότυπα κατά την προδικασία … από αναρμόδιο … ανακριτικό υπάλληλο διατηρούν την εγκυρότητά τους”. Αυτονόητη, περαιτέρω, καθίσταται η ανάγκη για αγαστή συνεργασία των αστυνομικών και των τελωνειακών αρχών για τη διακρίβωση της τέλεσης ιδιαίτερα σοβαρών αδικημάτων, όπως είναι η παράνομη εισαγωγή ναρκωτικών ουσιών και όπλων στην επικράτεια, για τα οποία ο νόμος αναγνωρίζει συντρέχουσα αρμοδιότητα των παραπάνω αρχών και ιδίως στις περιπτώσεις που στα πλαίσια της ίδιας αστυνομικής προανάκρισης ερευνάται η τέλεση περισσότερων αδικημάτων, ορισμένα εκ των οποίων δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητες της τελωνειακής αρχής, καθώς μάλιστα η Ελληνική Αστυνομία έχει πρόσβαση σε ηλεκτρονικές εφαρμογές (λ.χ. έκδοσης ταυτοτήτων, διωκτικά, αναζήτηση οχημάτων, εθνικό τμήμα πληροφοριών Schengen) για την αποτελεσματικότερη δίωξή τους.

VII. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, επί των ανωτέρω τιθέμενων ερωτημάτων έχουμε τη γνώμη ότι: α) είναι σύννομος ο έλεγχος από τους αστυνομικούς του Α.Τ. Κήπων των προσώπων που εισέρχονται στο ελληνικό έδαφος ή εξέρχονται από αυτό και η εξακρίβωση ότι τα μέσα μεταφοράς τους και τα αντικείμενα τα οποία τυχόν μεταφέρουν δεν μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη, την εσωτερική ασφάλεια ή τις διεθνείς σχέσεις της Χώρας, ιδίως όταν είναι καταχωρημένα ως ανεπιθύμητα ή αναζητούμενα στις εθνικές βάσεις δεδομένων ή στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν, β) οι έλεγχοι των αστυνομικών του Α.Τ. Κήπων πρέπει να διενεργούνται παράλληλα με τους ελέγχους του Τελωνείου Κήπων και σε στενή συνεργασία με αυτό, ει δυνατόν δε κατά τον αυτό χρόνο και στον ίδιο χώρο. Η άσκηση των καθηκόντων του συνοριακού ελέγχου στο συνοριακό σημείο διέλευσης Κήπων από το Τελωνείο Κήπων, ωστόσο, δεν καταργεί τη δυνατότητα εκτέλεσης των αρμοδιοτήτων του Α.Τ. Κήπων, καθώς τα μέτρα που υλοποιούνται από την Ελληνική Αστυνομία και τις τελωνειακές αρχές εδράζουν, κατά περίπτωση, σε ιδιαίτερο νομικό καθεστώς και εξυπηρετούν διαφορετικού χαρακτήρα ανάγκες, γ) ο αστυνομικός του Α.Τ. Κήπων, ο οποίος προβαίνει στους συγκεκριμένους ελέγχους –εφόσον τους διενεργεί σύμφωνα με τις ανωτέρω ισχύουσες διατάξεις για τη διενέργεια συνοριακών ελέγχων– δεν διαπράττει το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος, δρώντας εκτός αρμοδιότητας, ή άλλης ποινικά κολάσιμης πράξης αποκλειστικά και μόνο λόγω του εδαφικού χώρου και δ) οι περιορισμοί των αρμοδιοτήτων του Α.Τ. Κήπων έναντι του Τελωνείου Κήπων στο συγκεκριμένο χώρο οριοθετούνται από τη διάταξη του άρ. 3 του Ν. 2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας) που σε κάθε περίπτωση επιτρέπει (άρ. 3 παρ. 3) τη διενέργεια αστυνομικής προανάκρισης σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και πρέπει να ερμηνεύεται σε αρμονία με τις διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος της Συμφωνίας του Σένγκεν της 14.6.1985 “σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα” που κυρώθηκε με το Ν. 2514/1997 και του κανονισμού (ΕΚ) με αρ. 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15.3.2006 “για τη θέσπιση του κοινοτικού κώδικα σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν)”, καθώς και του άρ. 3 παρ. 2 Ν. 4251/2014 (Κώδικας Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης και λοιπές διατάξεις).

Χρήστος Νάιντος

Αντεισαγγελεύς Πρωτοδικών

Login