ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Το έγκλημα της αρπαγής ανηλίκου στρέφεται έμμεσα κατά της προσωπικής ελευθερίας του ανηλίκου και άμεσα κατά των προσώπων που έχουν υπό την επιμέλεια τους τον ανήλικο και δικαιούνται (αλλά και υποχρεούνται) να μεριμνήσουν για το πρόσωπό του, οι οποίοι είναι παθητικά υποκείμενα του εγκλήματος τούτου, δράστης δε αυτού μπορεί να είναι και γονέας που δεν έχει την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου και αφαιρεί τον ανήλικο από τον άλλο γονέα ή τρίτο, που έχει την επιμέλειά του. Ως αφαίρεση νοείται η απομάκρυνση του ανηλίκου από τον τόπο διαμονής του σε άλλον, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε αυτός που ασκεί πραγματικά την επιμέλειά του σύμφωνα με το νόμο, να αποστερείται τη δυνατότητα ανατροφής και επίβλεψής του. Το διάστημα της εν λόγω απομάκρυνσης δεν πρέπει να είναι εντελώς παροδικό, αλλά πρέπει να επηρεάζει την άσκηση της επιμέλειας, πράγμα που κρίνεται από τις ειδικές περιστάσεις, όπως ηλικία, υγεία του τέκνου κ.λπ.
Δράστης της αρπαγής ανηλίκου μπορεί να είναι ο ένας γονέας, όταν έχει στερηθεί του λειτουργικού δικαιώματος της επιμέλειας με δικαστική απόφαση. Κατά συνέπεια, όταν δεν έχει εκδοθεί ακόμη δικαστική απόφαση, που να αναθέτει την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου στον γονέα με τον οποίο διαμένει και από τον οποίο περιθάλπεται, η αφαίρεσή του από τον άλλο γονέα δεν πληροί τους όρους της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της αρπαγής ανηλίκου από ανιόντα. Όμως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η παρά τη θέληση και τη διαφωνία του ενός γονέα αφαίρεση του ανηλίκου από τον άλλο γονέα, συνιστά αυθαίρετη άσκηση αξίωσης σχετικά με το δικαίωμα, που ο δράστης ή το έχει πραγματικά ή από πεποίθηση το οικειοποιείται, οπότε στοιχειοθετείται η πταισματική παράβαση της αυτοδικίας, που προβλέπεται από το άρθρ. 331 Π.Κ.
Αριθμός 712/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Μαρία Γκανιάτσου και Μαρία Παπασωτηρίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Τ. Σ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νικολακόπουλο, για αναίρεση της υπ’ αριθ 12752/2016 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγουσα την Ι. Φ. του Σ., κάτοικο Θεσσαλονίκης, η οποία δεν εμφανίστηκε.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουνίου 2017 αίτησή του αναιρέσεως, που επιδόθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου στις 26 Ιουνίου 2017, με αριθμό πρωτοκόλλου .../26-6-2017 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2017.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 324 παρ. 1, 2 ΠΚ "1. Όποιος αφαιρεί ανήλικο από τους γονείς, τους επιτρόπους ή από οποιονδήποτε δικαιούται να μεριμνήσει για το πρόσωπό του ή όποιος υποστηρίζει την εκούσια διαφυγή του ανηλίκου από την εξουσία των παραπάνω προσώπων τιμωρείται με φυλάκιση. Αν ο ανήλικος από την στέρηση της επιμέλειας διέτρεξε σοβαρό κίνδυνο ζωής ή βαριάς βλάβης της υγείας του, ο δράστης τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. 2. Αν ο ανήλικος δεν έχει συμπληρώσει τα δεκατέσσερα χρόνια του, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εκτός αν η πράξη τελέστηκε από ανιόντα, οπότε εφαρμόζεται η προηγούμενη παράγραφος...". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αρπαγής ανήλικοι/συνίσταται στην πραγματική κατάλυση από τον δράστη της επί του ανηλίκου εξουσίας, που συντελείται με τον χωρισμό του ανηλίκου από τον έχοντα σύμφωνα με το νόμο την επιμέλεια του προσώπου του κατά τρόπο που αποκλείει την άσκηση της. Το έγκλημα αυτό είναι υπαλλακτικά μικτό, μπορεί δε να τελεστεί είτε με την αφαίρεση του ανηλίκου είτε με την υποστήριξη της εκούσιας διαφυγής του από την εξουσία αυτών που δικαιούνται να μεριμνήσουν για το πρόσωπό του είτε και με τους δύο τρόπους. Το έγκλημα της αρπαγής ανηλίκου στρέφεται έμμεσα κατά της προσωπικής ελευθερίας του ανηλίκου και άμεσα κατά των προσώπων που έχουν υπό την επιμέλεια τους τον ανήλικο και δικαιούνται (αλλά και υποχρεούνται) να μεριμνήσουν για το πρόσωπό του, οι οποίοι είναι παθητικά υποκείμενα του εγκλήματος τούτου, δράστης δε αυτού μπορεί να είναι και γονέας που δεν έχει την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου και αφαιρεί τον ανήλικο από τον άλλο γονέα ή τρίτο, που έχει την επιμέλειά του. Ως αφαίρεση νοείται η απομάκρυνση του ανηλίκου από τον τόπο διαμονής του σε άλλον, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε αυτός που ασκεί πραγματικά την επιμέλειά του σύμφωνα με το νόμο, να αποστερείται τη δυνατότητα ανατροφής και επίβλεψής του. Το διάστημα της εν λόγω απομάκρυνσης δεν πρέπει να είναι εντελώς παροδικό, αλλά πρέπει να επηρεάζει την άσκηση της επιμέλειας, πράγμα που κρίνεται από τις ειδικές περιστάσεις, όπως ηλικία, υγεία του τέκνου κ.λπ. Υποκειμενικά αρκεί και ενδεχόμενος δόλος και συνίσταται στη γνώση της ανηλικότητας και ότι ο ανήλικος τελεί υπό γονική μέριμνα, επιμέλεια ή σε τέτοια σχέση, που βάσει αυτής άλλο πρόσωπο δικαιούται να μεριμνήσει για το πρόσωπό του, καθώς και στη θέληση αφαίρεσης του ανηλίκου από την επιμέλεια του δικαιουμένου προσώπου. Περαιτέρω, ενόψει του ότι, κατ άρθρο 1518 ΑΚ, η επιμέλεια του ανηλίκου περιλαμβάνει το σύνολο των καίριων επιλογών σχετικό με την ανάπτυξη της σωματικής, πνευματικής και ψυχικής προσωπικότητας του, δηλ. στέγη, ένδυση, διατροφή, υγεία, μόρφωση, επαγγελματική εκπαίδευση, ηθική διαπαιδαγώγηση κ.λ.π. είναι σαφές ότι επέρχεται στέρηση αυτής, μόνο όταν διαπιστώνεται πλήρης αδυναμία καθορισμού των άνω επιλογών, δηλ. όταν αντικειμενικά έχει καταλυθεί η σχέση μεταξύ του επιμελητή και του ανηλίκου και όχι όταν απλώς διαταραχθεί, γεγονός που προϋποθέτει ότι η κατάλυση είχε κάποια σημαντική χρονική διάρκεια και δεν ήταν εντελώς παροδική. Αντιθέτως, η βραχυχρόνια απομάκρυνση του ανηλίκου, χωρίς κίνδυνο της υγείας ή της ηθικής του, μπορεί να θεωρηθεί απλή παρενόχληση - διατάραξη της επιμέλειας και ουχί στέρηση αυτής. Τέλος, μπορεί να μεταβληθεί επιτρεπτώς η κατηγορία από αρπαγή ανηλίκου σε αυτοδικία, επειδή η τελευταία διαφοροποιείται από την πρώτη μόνο κατά το περιεχόμενο του δόλου και όχι κατά τα αντικειμενικά στοιχεία. Εκείνο πάντως που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι κρίσιμο στοιχείο για την κατάφαση της αρπαγής ανηλίκου αποτελεί η διά της αφαιρέσεως του ανηλίκου σημαντική προσβολή του δικαιώματος των αναφερομένων στον νόμο προσώπων να μεριμνήσουν για τον ανήλικο αυτόν. Η δε σημαντική αυτή προσβολή θα είναι ως επί το πλείστον συνάρτηση του χρόνου που θα διαρκεί ο χωρισμός του ανηλίκου από τον επιμελητή του. Κατά τούτο, θα πρέπει κατ’ αρχήν η αφαίρεση να διαρκεί, όντως, για κάποιο χρονικό διάστημα, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για αρπαγή ανηλίκου. Παρά ταύτα, ενόψει του στοιχείου της σημαντικότητας της προσβολής, δεν αποκλείεται να συνιστά αρπαγή μια ολιγόωρη - και κατά τούτο προσωρινή- απομάκρυνση, εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένες περιστάσεις που προσδίδουν βαρύτητα στην μικρής χρονικής διάρκειας αφαίρεση του ανηλίκου.
Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1510 και 1512 Α.Κ. σαφώς συνάγεται, ότι η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου και η ανατροφή του ασκείται και από τους δύο γονείς, γι’ αυτό και (όπως προεκτέθηκε) ο δράστης της αρπαγής ανηλίκου μπορεί να είναι ο ένας γονέας, όταν έχει στερηθεί του λειτουργικού δικαιώματος της επιμέλειας με δικαστική απόφαση. Κατά συνέπεια, όταν δεν έχει εκδοθεί ακόμη δικαστική απόφαση, που να αναθέτει την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου στον γονέα με τον οποίο διαμένει και από τον οποίο περιθάλπεται, η αφαίρεσή του από τον άλλο γονέα δεν πληροί τους όρους της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της αρπαγής ανηλίκου από ανιόντα. Όμως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η παρά τη θέληση και τη διαφωνία του ενός γονέα αφαίρεση του ανηλίκου από τον άλλο γονέα, συνιστά αυθαίρετη άσκηση αξίωσης σχετικά με το δικαίωμα, που ο δράστης ή το έχει πραγματικά ή από πεποίθηση το οικειοποιείται, οπότε στοιχειοθετείται η πταισματική παράβαση της αυτοδικίας, που προβλέπεται από το άρθρ. 331 Π.Κ. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, για την ύπαρξη της οποίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν περιέχονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ’ αριθμό 12752/2016 απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα, Σ. Τ., σε ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, για την αξιόποινη πράξη της αρπαγής ανηλίκων από ανιόντα (γονέα), δεχόμενο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της εν λόγω αποφάσεως σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ’ είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν, αναιρετικώς ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ότι ο κατηγορούμενος στη Θεσσαλονίκη στις 15-12-2012 αφαίρεσε ανήλικα από τη μητέρα τους, η οποία δικαιούνταν να μεριμνήσει για το πρόσωπο αυτών και συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο ενώ ήταν πατέρας του Σ. Μ. γεν. 2-6-2007 και της Σ. Μ. γεν. 24-7-2008 αφαίρεσε αυτά από την εγκαλούσα Φ. Ι. του Σ., παρά τη θέληση αυτής και τα πήρε μαζί του, αποστερώντας έτσι την παραπάνω εγκαλούσα από το δικαίωμά της να μεριμνά για την ανατροφή και επίβλεψη των παραπάνω τέκνων της". Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος όπως κατηγορείται". Ακολούθως, στο διατακτικό της κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: "Στη Θεσσαλονίκη στις 15-12-2012 αφαίρεσε ανήλικα από τη μητέρα τους, η οποία δικαιούνταν να μεριμνήσει για το πρόσωπο αυτών και συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο ενώ ήταν πατέρας του Σ. Μ. γεν. 2-6-2007 και της Σ. Μ. γεν. 24-7-2008 αφαίρεσε αυτά από την εγκαλούσα Φ. Ι. του Σ., παρά τη θέληση αυτής και τα πήρε μαζί του, αποστερώντας έτσι την παραπάνω εγκαλούσα από το δικαίωμά της να μεριμνά για την ανατροφή και επίβλεψη των παραπάνω τέκνων της". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Δικαστήριο της ουσίας, στέρησε την απόφασή του από την απαιτούμενη, κατά τις προδιαληφθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία στην προκειμένη περίπτωση παρίσταται ελλιπής και ασαφής, περιοριζόμενη στην επανάληψη του στερούμενου επαρκών πραγματικών περιστατικών διατακτικού, καθόσον ελλείπουν τα αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του συγκεκριμένου αδικήματος της αρπαγής ανηλίκου από τον γονέα του στοιχεία, ιδρυομένου του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ σχετικού λόγου αναιρέσεως, όπως βασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ενώ γίνεται δεκτό, ότι ο αναιρεσείων, πατέρας των δύο ανηλίκων τέκνων του, Μ. Σ. και Μ. Σ., που γεννήθηκαν την 2-6-2007 και 27-7-2008, αντιστοίχως, αφαίρεσε αυτά στις 15-12-2012 από την εγκαλούσα μητέρα τους, Ί. Φ., παρά τη θέλησή της και τα πήρε μαζί του, αποστερώντας την τελευταία (εγκαλούσα μητέρα) από το δικαίωμά της να μεριμνά για την ανατροφή και επίβλεψη αυτών, εντούτοις όμως δεν αναφέρεται στην απόφαση, αν κατά το χρόνο τέλεσης της εν λόγω πράξεως ο αναιρεσείων είχε στερηθεί το δικαίωμα επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων του με δικαστική απόφαση και ότι η επιμέλεια είχε ανατεθεί αποκλειστικά στην εγκαλούσα μητέρα των ανηλίκων, καθώς και αν με την ίδια ή άλλη απόφαση είχε ρυθμιστεί το δικαίωμα επικοινωνίας αυτού με τα ανωτέρω ανήλικα τέκνα του και, στην τελευταία αυτή περίπτωση, αν ο αναιρεσείων, στα πλαίσια άσκησης αυτής (επικοινωνίας), παραβίασε τους όρους και τα χρονικά περιθώρια της προσωπικής του επικοινωνίας σύμφωνα - με το (άγνωστο) περιεχόμενο της σχετικής απόφασης, όπως, επίσης, δεν προσδιορίζεται το χρονικό διάστημα της παράνομης αποστέρησης της εγκαλούσας από το δικαίωμα της επιμέλειας του προσώπου των εν λόγω ανηλίκων τέκνων. Κατά συνέπεια όσων προεκτέθηκαν, κατά παραδοχή, ως βασίμου, του προεκτεθέντος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ σχετικού λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και, συνακόλουθα, αφού παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων, ως αλυσιτελών, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμό 12752/2016 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως .
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ