ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του προϊσχύσαντος ΚΠοινΔ, υπό την ισχύ του οποίου επιδόθηκε το κλητήριο θέσπισμα στους αναιρεσείοντες, που εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση κατά τη διάταξη του άρθρου 590 παρ.1 του ισχύοντος ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ' αυτόν εισαγωγικού της δίκης εγγράφου (κλητηρίου θεσπίσματος) που περιέχει εκτός άλλων, ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, δηλαδή θα πρέπει στο κλητήριο θέσπισμα να περιγράφεται με σαφήνεια και ακρίβεια η πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, έτσι ώστε να καθορίζονται επακριβώς τα καίρια και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως αυτό τυποποιείται στο νόμο, για να είναι σε θέση ο κατηγορούμενος να λάβει γνώση της κατηγορίας και να προετοιμάσει ανάλογα και πλήρως την υπεράσπισή του. Ειδικότερα επί κατηγοριών για ψευδή καταμήνυση και ψευδή κατάθεση στο κλητήριο θέσπισμα πρέπει να αναφέρονται τα καίρια και ουσιώδη σημεία της μήνυσης και της κατάθεσης που φέρονται ως ψευδείς και αναληθείς, χωρίς να αρκεί η απλή παραπομπή του κλητηρίου στη μήνυση.
Απώτατο χρονικό σημείο, που μπορούσε ο κατηγορούμενος να προβάλει ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος στην πρωτοβάθμια δίκη και τις αντιρρήσεις του στην πρόοδο της δίκης, για να μην καλυφθεί η υπάρχουσα σχετική ακυρότητα, είναι η έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, που γίνεται με την έναρξη εξέτασης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή την όρκιση του πρώτου μάρτυρα και όχι με την απαγγελία της κατηγορίας ή την ανάπτυξη της έφεσης. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από την ρητή πλέον πρόβλεψη με το άρθρο 175 παρ.2 του ήδη ισχύοντος ΚΠοινΔ, που καθορίζει ρητά ως απώτατο χρονικό σημείο προβολής των αντιρρήσεων την έναρξη για πρώτη φορά της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο (ΑΠ 405/2020, ΑΠ 285/20).
Απόφαση 546 / 2023 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 546/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Φραγκάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Κατσούλη, Δημήτριο Τράγκα, Διονύσιο Παλλαδινό-Εισηγητή και Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σκιαδαρέση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Γ. Κ. του Ι. και 2) Γ. Π. του Β., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σακκαλή, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 140/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας και με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Μ. Α. του Ι., κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσόβολο.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 6/26-7-2022, κοινή αίτησή τους αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 756/2022.
Αφού άκουσε 1) Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε: Α) να γίνει τυπικά δεκτή η αίτηση αναίρεσης, Β) να αναιρεθεί καθ' ολοκληρίαν η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Β' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης, Γ) να παύσει οριστικά, λόγω παραγραφής, η ποινική δίωξη κατά των αναιρεσειόντων και Δ) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και 2) τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 25-7-2022 αίτηση των 1) Γ. Κ. του Ι. και 2) Γ. Π. του Β., κατοίκων ... που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, για την οποία συντάθηκε η έκθεση με αριθμό 6/26-7-2022, για αναίρεση της απόφασης 140 / 17-5-2022 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας, με την οποία οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι με τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α'για τις πράξεις α) της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή, β) ψευδούς κατάθεσης και γ) ηθικής αυτουργίας στην πράξη της ψευδούς κατάθεσης ο πρώτος και της ψευδούς κατάθεσης η δεύτερη και επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης 23 μηνών στον πρώτο και φυλάκιση 7 μηνών στην δεύτερη, ανασταλείσες για τρία (3) έτη, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Β', Δ και ΣΤ' του ΚΠοινΔ (απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, παραβίαση του δεδικασμένου) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή. Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του προϊσχύσαντος ΚΠοινΔ, υπό την ισχύ του οποίου επιδόθηκε το κλητήριο θέσπισμα στους αναιρεσείοντες, που εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση κατά τη διάταξη του άρθρου 590 παρ.1 του ισχύοντος ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ' αυτόν εισαγωγικού της δίκης εγγράφου (κλητηρίου θεσπίσματος) που περιέχει εκτός άλλων, ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, δηλαδή θα πρέπει στο κλητήριο θέσπισμα να περιγράφεται με σαφήνεια και ακρίβεια η πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, έτσι ώστε να καθορίζονται επακριβώς τα καίρια και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως αυτό τυποποιείται στο νόμο, για να είναι σε θέση ο κατηγορούμενος να λάβει γνώση της κατηγορίας και να προετοιμάσει ανάλογα και πλήρως την υπεράσπισή του. Ειδικότερα επί κατηγοριών για ψευδή καταμήνυση και ψευδή κατάθεση στο κλητήριο θέσπισμα πρέπει να αναφέρονται τα καίρια και ουσιώδη σημεία της μήνυσης και της κατάθεσης που φέρονται ως ψευδείς και αναληθείς, χωρίς να αρκεί η απλή παραπομπή του κλητηρίου στη μήνυση. Επίσης, πρέπει να περιέχει τον αριθμό την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα, που εξέδωσε το κλητήριο το κλητήριο θέσπισμα. Διαφορετικά, αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει αυτά τα στοιχεία, είναι άκυρο, κατά το άρθρο 321 παρ.4 του ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 320,321,339, 340 και 343 του προϊσχύσαντος ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσης με την οποία καλείται αυτός στο ακροατήριο, αδιαφόρως αν η υπόθεση αναβλήθηκε ή εκδικάσθηκε είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 παρ.1 και 174 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ή της επίδοσής του, η οποία είναι σχετική και αφορά σε διαδικαστική πράξη που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, πρέπει κατά το άρθρο 173 παρ.1 του ΚΠοινΔ, να προταθεί μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση για την κατηγορία σε τελευταίο βαθμό, πριν αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή από την όρκιση του πρώτου μάρτυρα, αλλιώς καλύπτεται, κατά το άρθρο 174 παρ.1 του ΚΠοινΔ ενώ κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος καλύπτεται αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και δεν προβάλλει εναντίωσή στην πρόοδο της, προτείνοντας την ακυρότητα. Έτσι, σύμφωνα και με τις προαναφερθείσες διατάξεις του προϊσχύσαντος ΚΠοινΔ, απώτατο χρονικό σημείο, που μπορούσε ο κατηγορούμενος να προβάλει ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος στην πρωτοβάθμια δίκη και τις αντιρρήσεις του στην πρόοδο της δίκης, για να μην καλυφθεί η υπάρχουσα σχετική ακυρότητα, είναι η έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, που γίνεται με την έναρξη εξέτασης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή την όρκιση του πρώτου μάρτυρα και όχι με την απαγγελία της κατηγορίας ή την ανάπτυξη της έφεσης. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από την ρητή πλέον πρόβλεψη με το άρθρο 175 παρ.2 του ήδη ισχύοντος ΚΠοινΔ, που καθορίζει ρητά ως απώτατο χρονικό σημείο προβολής των αντιρρήσεων την έναρξη για πρώτη φορά της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο (ΑΠ 405/2020, ΑΠ 285/20). Περαιτέρω, η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, πρέπει να εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες. Έτσι, η απορριπτική της ένστασης ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος απόφαση πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, με αναφορά περιστατικών και των συλλογισμών, με βάση τους οποίους το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική κρίση του, εφόσον βεβαίως η υποβολή της ένστασης αυτής έγινε σαφώς και ορισμένως. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, ως λόγος αναίρεσης της απόφασης, μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο εφόσον δεν καλύφθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των πρακτικών προσβαλλόμενης απόφασης 140 / 17-5-2022 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας, των πρακτικών της απόφασης 328 / 11-6-2019 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας, που δίκασε ως πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθώς και των με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης 15 και 16/12-6-2019 εφέσεων των αναιρεσειόντων και του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο παραπέμφθησαν οι τελευταίοι ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας, προκύπτουν τα ακόλουθα : Υστερα από την με ΒΜ: ... έγκληση των Μ. συζ. Κ.. Α., το γένος Ι.. Κ., Π. Ι.. Κ. και Κ. Π.. Α. κατά των αναιρεσειόντων, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών Άμφισσας παρέπεμψε τους δυο κατηγορούμενους, ήδη αναιρεσείοντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας, μεταξύ άλλων, για τις πράξεις α) της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή, β) ψευδούς κατάθεσης και γ) ηθικής αυτουργίας στην πράξη της ψευδούς κατάθεσης τον πρώτος και της ψευδούς κατάθεσης την δεύτερη με την επίδοση στις 15-1-2018 του με αριθμό ΒΩ: ΕΓ2 - 2017/ 481/189/ 19-12-2017 κλητηρίου θεσπίσματος, το περιεχόμενο του οποίου για τις παραπάνω πράξεις, έχει επί λέξει ως εξής : "Κατηγορούνται ως υπαίτιοι του ότι : Α) Ο πρώτος κατηγορούμενος, στην ... στις 25-2-2015, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλους ψευδώς με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή τους για αξιόποινη πράξη. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, με την από 20-2-2015 έγκλησή του, που κατατέθηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Άμφισσας, ισχυρίστηκε: ι) ότι η πρώτη εγκαλούσα, Μ. Α. του Ι., με την από 29- 5-2014 έγκλησή της, που υποβλήθηκε σε βάρος του ήδη πρώτου κατηγορουμένου, το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαίωσε ενόρκως, τέλεσε τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα και ..., συγκεκριμένα, ότι ανέφερε εν γνώσει της ψευδή και συκοφαντικά γεγονότα σε βάρος του, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για αξιόποινη πράξη, ειδικότερα δε ότι ο τελευταίος, δια όσων ψευδών γεγονότων εξέθεσε και επικαλέστηκε με το από 5-3-2014 δικόγραφο των προτάσεών του, που κατατέθηκε στο πλαίσιο της εκδίκασης της υπ' αριθ. ΠΤ28/2013 ασκηθείσας αγωγής (από την νυν πρώτη εγκαλούσα) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, τέλεσε τα αδικήματα της απάτης επί δικαστηρίω, της συκοφαντικής δυσφήμισης και της χρήσης πλαστού εγγράφου και ιι) ότι ο δεύτερος και τρίτος εγκαλών, Π. Κ. και Κ. Α., με τις από 2-10-2014 και 19-9-2014 ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις τους, αντίστοιχα, που ελήφθησαν από τον Πταισματοδίκη Αθηνών, κατέθεσαν ψευδή γεγονότα ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, τελώντας με τον τρόπο αυτό το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα. Ωστόσο, τα ως άνω καταγγελθέντα είναι ψευδή, καθώς στην πραγματικότητα τα όσα γεγονότα ισχυρίστηκε η πρώτη εγκαλούσα με την από 29-5-2014 έγκλησή της, περιεχόμενο της οποίας επιβεβαίωσε ενόρκως, ήταν αληθή, αληθή δε ήταν και τα όσα ανέφεραν τόσο ο δεύτερος όσο και ο τρίτος εγκαλών με τις από 2-10-2014 και 19-9-2014 ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις τους, αντίστοιχα. Την αναλήθεια των ως άνω καταγγελθέντων γνώριζε ο πρώτος κατηγορούμενος, προέβη δε στην ανωτέρω πράξη με αποκλειστικό σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη αφενός της πρώτης εγκαλούσας για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμισης, αφετέρου του δεύτερου και του τρίτου των εγκαλούντων για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα. β.1) Ο πρώτος κατηγορούμενος, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Άμφισσας, στο πλαίσιο υποβληθείσας εκ μέρους του έγκλησης κατά των ήδη εγκαλούντων, Μ. Α., Π. Κ. και Κ. Α., με πρόθεση επιβεβαίωσε ενόρκως το περιεχόμενο της από 20-2-2015 έγκλησής του, στην οποία αναφέρονταν, μεταξύ άλλων, και τα όσα παρατίθενται στην υπό στοιχείο α) πράξη, που αφορούσαν στους ήδη εγκαλούντες. Ωστόσο, τα ως άνω κατατεθέντα είναι ψευδή, καθώς στην πραγματικότητα τα όσα γεγονότα ισχυρίστηκε η πρώτη εγκαλούσα με την από 29-5-2014 έγκλησή της, το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαίωσε ενόρκως, ήταν αληθή, ενώ αληθή ήταν και τα όσα ανέφεραν τόσο ο δεύτερος όσο και ο τρίτος εγκαλών με τις από 2-10-2014 και 19- 9-2014 ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις τους, αντίστοιχα, η αναλήθεια δε του ως άνω γεγονότος τελούσε σε γνώση του νυν πρώτου κατηγορουμένου. δ) Ο πρώτος κατηγορούμενος, στον ανωτέρω τόπο, στις 24-4-2015, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει τις άδικες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα κατά συρροή. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, με πειθώ, συμβουλές και παραινέσεις και φορτικότητα, με πρόθεση προκάλεσε στη δεύτερη κατηγορούμενη την απόφαση αφενός να καταθέσει εν γνώσει της ψέματα ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση και, συγκεκριμένα, ενώπιον του Πταισματοδίκη Άμφισσας, όπως οι πράξεις αυτές αναλυτικά περιγράφονται στις υπό στοιχείο β.2) και γ.2) πράξεις, αντίστοιχα. Η αναλήθεια των κατατεθέντων ψευδών γεγονότων τελούσε εν γνώσει του πρώτου κατηγορουμένου, καθώς είχε ίδια αντίληψη των γεγονότων που πράγματι έλαβαν χώρα. Β) Η δεύτερη κατηγορουμένη του ότι στον ανωτέρω τόπο, στις 24-4-2015, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον του Πταισματοδίκη Άμφισσας, στο πλαίσιο υποβληθείσας εκ μέρους του πρώτου κατηγορουμένου έγκλησης κατά των ήδη εγκαλούντων, Μ. Α., Π. Κ. και Κ. Α., με πρόθεση κατέθεσε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "... Η Μ. Κ.-Α., ο Π. Κ. και ο Κ. Α., άνδρας της Μ., ψεύδονται εν γνώσει τους και ορκίσθηκαν ψέματά για να συκοφαντήσουν και να προκαλέσουν την ποινική δίωξη του συζύγου μου Γ. Κ. ... (σημ. αυτολεξεί). Ωστόσο, τα ως άνω κατατεθέντα είναι ψευδή, καθώς στην πραγματικότητα τα όσα γεγονότα ισχυρίστηκε η πρώτη εγκαλούσα με την από 29-5-2014 έγκλησή της, το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαίωσε ενόρκως, ήταν αληθή, ενώ αληθή ήταν και τα όσα ανέφεραν τόσο ο δεύτερος όσο και ο τρίτος εγκαλών με τις από 2-10- 2014 και 19-9-2014 ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις τους, αντίστοιχα, η αναλήθεια δε του ως άνω γεγονότος τελούσε σε γνώση της νυν δεύτερης κατηγορουμένης". Στο προεκτεθέν κλητήριο θεσπίσμα δεν υπάρχει οποιοσδήποτε καθορισμός ούτε της πράξης της ψευδούς καταμήνυσης, ούτε της πράξης της ψευδούς κατάθεσης, αφού δεν αναφέρονται καθόλου τα ψευδή πραγματικά περιστατικά της υπ' αρ. ΒΜ: ... φερόμενης ως ψευδούς μήνυσης του Γ. Ι.. Κ. κατά των Μ. συζ. Κ.. Α., Π. Ι.. Κ. και Κ. Π.. Α., αλλά το κλητήριο θέσπισμα παραπέμπει στο δικόγραφο της άνω μήνυσης, στο δικόγραφο της προγενέστερης με στοιχεία Α 2014/ 468/ 29-5-14 έγκλησης της Μ. Α. κατά του αδελφού της Γ. Ι.. Κ., επίσης στο δικόγραφο των από 5-3-2014 προτάσεων του τελευταίου ως εναγομένου ενώπιον του Πολυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας και εν τέλει στις από 2-10-14 και 19-9-14 ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών των Π. Ι.. Κ. και Κ. Π.. Α. (βλ. το εδάφιο α' του κλητηρίου θεσπίσματος). Επίσης δεν αναφέρονται καθόλου τα ψευδή πραγματικά περιστατικά, που φέρεται να κατέθεσε ενόρκως στις 24-4-15 ενώπιον του Πταισματοδίκη Άμφισσας η Γ. Β.. Π.. Κατά συνέπεια, το ως άνω κλητήριο θέσπισμα πάσχει από ακυρότητα και πρέπει να εξετασθεί αν η τελευταία καλύφθηκε. Κατά τη δικάσιμο της 11-6-2019 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας που δίκασε ως πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, οι κατηγορούμενοι, ήδη αναιρεσείοντες, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας πρότειναν την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, ισχυρισμό που αναπτύχθηκε προφορικά και καταχωρίστηκε στα πρακτικά αναφέροντας επί λέξει "δεν αναφέρει κανένα πραγματικό στοιχείο ή φράση που να ερείδεται η κατηγορία, ήτοι ψευδές στοιχείο και αυτό καθιστά αδύνατη την άμυνα μας, επί βλάβη μας, γιατί η αοριστία είναι πλήρης και δεν συμπληρώνεται από τη διαδικασία". Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 328 / 11-7-2019 απέρριψε την παραπάνω ένσταση ακυρότητας και κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους, ήδη αναιρεσείοντες των πράξεων α) της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή, β) ψευδούς κατάθεσης και γ) ηθικής αυτουργίας στην πράξη της ψευδούς κατάθεσης τον πρώτο κατηγορούμενο και της ψευδούς κατάθεσης την δεύτερη κατηγορουμένη. Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν τις προαναφερόμενες εφέσεις, με ειδικό λόγο για εσφαλμένη απόρριψη της ένστασης ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, επικαλούμενοι τους ίδιους λόγους που είχε προβάλει και κατά την πρωτοβάθμια δίκη. Κατά την εκδίκαση της έφεσης ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας και πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, οι αναιρεσείοντες, δια του συνηγόρου τους, επανέφεραν τον ίδιο αυτοτελή ισχυρισμό, ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, διατυπωμένο σε γραπτό κείμενο, που αναπτύχθηκε προφορικά και καταχωρίστηκε στα πρακτικά. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά οι αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν επί λέξει "εν προκειμένω στο Κλητήριο Θέσπισμα μας και κατηγορητήριο, με το οποίο κληθήκαμε ως κατηγορούμενοι στην παρούσα ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας δίκη να παραστούμε, δεν υπάρχει κανένα πραγματικό περιστατικό, από αυτά που επιβάλλεται να υπάρχουν για να προσδιορισθεί η πράξη και το ιστορικό της, για την οποία κατηγορούμεθα και να υπαχθεί στον κανόνα δικαίου. Πράγμα που μας βλάπτει σοβαρά, αφού κωλύει την άσκηση των δικαιωμάτων μας αμύνης κατά των κατηγοριών αυτών που αναφέρει το κλητήριο θέσπισμα και κατηγορητήριο εναντίον μας καθιστώντας άκυρο το κατηγορητήριο και κλητήριο αυτό θέσπισμα. Τον ισχυρισμό αυτό και ένσταση - αίτημα ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος αυτού και κατηγορητηρίου, προβάλαμε εξαρχής στην πρωτοβάθμια δίκη και επαναφέρουμε. ... Πουθενά στο κλητήριο θέσπισμα και το κατηγορητήριο δεν αναφέρεται ένα πραγματικό γεγονός, έτσι ώστε να αποτελεί πραγματικό ιστορικό, που θα πρέπει να υπάρχει για να υπαχθεί στον κανόνα δικαίου". Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με το ακόλουθα σκεπτικό : ".... Ωστόσο, με βάση τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, προκύπτει ότι το ως άνω κλητήριο θέσπισμα περιλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για κάθε πράξη, για την οποία κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι, ειδικότερα δε καθορίζει επακριβώς ότι η πρώτη εγκαλούσα, Μ. Α. του Ι. με την από 29.05.2014 έγκλησή της που υποβλήθηκε σε βάρος του ήδη πρώτου κατηγορουμένου, το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαίωσε ενόρκως, τέλεσε τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα, συγκεκριμένα, ότι ανέφερε εν γνώσει της ψευδή γεγονότα σε βάρος του, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για αξιόποινη πράξη, ειδικότερα δε ότι ο τελευταίος, δια όσων ψευδών γεγονότων εξέθεσε και επικαλέστηκε με το από 05.03.2014 δικόγραφο των προτάσεών του, που κατατέθηκε στο πλαίσιο της εκδίκασης της υπ' αριθ. ΠΤ28/2013 ασκηθείσας αγωγής (από την νυν πρώτη εγκαλούσα) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, τέλεσε τα αδικήματα της απάτης επί δικαστηρίω και της χρήσης πλαστού εγγράφου. Ομοίως και ως προς τη δεύτερη κατηγορουμένη αναφέρεται ρητώς ότι αυτή ισχυρίστηκε ψευδώς ότι "...Η Μ. Κ. - Α., ο Π. Κ. και ο Κ. Α., άνδρας της Μ., ψεύδονται εν γνώσει τους και ορκίσθηκαν ψέματα για να προκαλέσουν την ποινική δίωξη του συζύγου μου Γ. Κ.". Μετά ταύτα, η ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, συνισταμένη στις ανωτέρω ελλείψεις, είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν και πρέπει ως τέτοια να απορριφθεί". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην παραπάνω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού των αναιρεσειόντων. Ειδικότερα το Δικαστήριο της ουσίας παραπέμπει για τη συμπλήρωση του κλητηρίου θεσπίσματος στην από 29-5-02014 έγκληση της Μ. Α. και στο από 5-3-2014 δικόγραφο των προτάσεων του πρώτου κατηγορουμένου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, δικόγραφα που δεν μπορούν, όπως προαναφέρθηκε, να αναπληρώσουν την παντελή έλλειψη από το κλητήριο θέσπισμα των φερόμενων ως ψευδών πραγματικών περιστατικών που συνιστούν περιεχόμενο της ψευδούς καταμήνυσης και των ψευδών καταθέσεων. Επομένως, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος δεν καλύφθηκε. Κατά συνέπεια ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'και Β' πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού τους περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και την ακυρότητα του τελευταίου (κλητηρίου θεσπίσματος) που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο η οποία δεν καλύφθηκε είναι βάσιμος. Κατά συνέπεια και, αφού παρέλκει πλέον, ως αλυσιτελής, η έρευνα των υπόλοιπων λόγων του αναιρετηρίου, πρέπει, να αναιρεθεί στο σύνολο της η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά τα άρθρα 111 παρ. 1, 3, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πενταετής και η προθεσμία αυτής αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, ενώ η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρόνο σύμφωνα με διάταξη νόμου, δεν μπορεί να αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη, καθώς και για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, η αναστολή, όμως, δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από τρία χρόνια για τα πλημμελήματα. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 370 στοιχ. β' και 511 του ΚΠοινΔ., προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, που εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας, εξετάζεται, αυτεπαγγέλτως, από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο και οδηγεί, εφόσον αυτή διαπιστωθεί, στο τέλος της ποινικής δίκης με την οριστική παύση της ποινικής διώξεως. Εξάλλου, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 320, 321, 340 και 343 του ΚΠοινΔ, η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο κλήσης ή κλητηρίου θεσπίσματος, με τα οποία καλείται στο ακροατήριο, είτε με τη, χωρίς εναντίωση, εμφάνισή του στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι η αναστολή της παραγραφής, κατά το άρθρο 113 του ΠΚ, επέρχεται με την έναρξη της κύριας διαδικασίας, διότι έκτοτε η κατηγορία είναι εκκρεμής στο δικαστήριο. Αν το επιδοθέν κλητήριο θέσπισμα είναι άκυρο, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία και η αναστολή της παραγραφής.
Στην προκείμενη περίπτωση οι πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδούς κατάθεσης του πρώτου κατηγορουμένου τελέστηκαν στις 25-2-2015 και οι πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή κατάθεση του πρώτου κατηγορουμένου και της ψευδούς κατάθεσης της δεύτερης κατηγορουμένης τελέστηκαν στις 24-4-2015. Η ποινική δίωξη για τις πράξεις αυτές ασκήθηκε κατόπιν της με στοιχεία ΒΜ: ... έγκλησης των Μ. Α., Π. Κ. και Κ.. Α.. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Άμφισσας με την ΕΓ2-2015/ 304/7-1-2016 διάταξή του, που εγκρίθηκε στις 25-1-2016 από τον Εισαγγελέα Εφετών Λαμίας, ανέστειλε κατ' το άρθρο 59 παρ. 2 του ΚΠοινΔ κάθε περαιτέρω ενέργεια επί της ως άνω έγκλησης μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της αντίθετης με στοιχεία ΒΜ: ... έγκλησης του πρώτου αναιρεσείοντος, Γ. Κ., κατά των ανωτέρω Μ.. Α., Π.. Κ. και Κ.. Α.. Επί της έγκλησης του Γ.Κ. εκδόθηκε η 679, 710/17-11-2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας που κήρυξε αθώους τους Μ.. Α., Π.. Κ. και Κ.. Α.. Η απόφαση αυτή δεν προσβλήθηκε με τακτικό ένδικο μέσο και κατέστη τελεσίδικη στις 30-11-2015, ημέρα Δευτέρα, αφού οι δικαιούμενοι Εισαγγελείς Πρωτοδικών Άμφισσας και Εφετών Λαμίας δεν άσκησαν έφεση, ενώ κατέστη αμετάκλητη στις 18-12-2015, ημέρα Παρασκευή, αφού ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δεν ζήτησε την καταχώρησή της στο ειδικό βιβλίο εντός δυο μηνών από την δημοσίευσή της σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 3 εδ. ε' του προϊσχύσαντος ΚΠοινΔ. Επομένως, η ως άνω, περί αναστολής διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Άμφισσας, εκδοθείσα στις 7-1-2016, ήτοι μετά το αμετάκλητο της υπόθεσης, δεν επέφερε την αναστολή της αρχικής δίκης. Συνακόλουθα, δεδομένου ότι η κύρια διαδικασία στην υπό κρίση υπόθεση δεν είχε αρχίσει, λόγω της ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος που δεν καλύφθηκε και δεν τίθεται θέμα, από άλλη διάταξη νόμου, αναστολής της παραγραφής των πέντε ετών για τα προαναφερθέντα πλημμελήματα σε βάρος των κατηγορουμένων ήδη αναιρεσειόντων, το αξιόποινο των πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδούς κατάθεσης του πρώτου κατηγορουμένου που φέρονται ότι τελέστηκαν στις 25-2-2015 και των πράξεων της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή κατάθεση του πρώτου κατηγορουμένου και της ψευδούς κατάθεσης της δεύτερης κατηγορουμένης που φέρονται ότι τελέστηκαν στις 24-4-2015, έχει εξαλειφθεί λόγω παραγραφής, καθώς έκτοτε και μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (8-11-2022) παρήλθε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την πενταετία και πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά των αναιρεσειόντων για τις πράξεις αυτές, δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες εμφανίστηκαν στην παρούσα δίκη, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και έχει κριθεί βάσιμος ένα λόγος και συγκεκριμένα ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Β'.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση 140/17-5-2022 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά των αναιρεσειόντων 1) Γ. Κ. του Ι. και 2) Γ. Π. του Β., κατοίκων ... για τις πράξεις α) της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή, β) ψευδούς κατάθεσης και γ) ηθικής αυτουργίας στην πράξη της ψευδούς κατάθεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα και της ψευδούς κατάθεσης ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα και ειδικότερα για το ότι : " Α) Ο πρώτος κατηγορούμενος, στην ... στις 25-2-2015, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλους ψευδώς με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή τους για αξιόποινη πράξη. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, με την από 20-2-2015 έγκλησή του, που κατατέθηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Άμφισσας, ισχυρίστηκε: ι) ότι η πρώτη εγκαλούσα, Μ. Α. του Ι., με την από 29-5-2014 έγκλησή της, που υποβλήθηκε σε βάρος του ήδη πρώτου κατηγορουμένου, το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαίωσε ενόρκως, τέλεσε τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμισης και, συγκεκριμένα, ότι ανέφερε εν γνώσει της ψευδή και συκοφαντικά γεγονότα σε βάρος του, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για αξιόποινη πράξη, ειδικότερα δε ότι ο τελευταίος, δια όσων ψευδών γεγονότων εξέθεσε και επικαλέστηκε με το από 5-3-2014 δικόγραφο των προτάσεών του, που κατατέθηκε στο πλαίσιο της εκδίκασης της υπ' αριθ. ΠΤ28/2013 ασκηθείσας αγωγής (από την νυν πρώτη εγκαλούσα) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, τέλεσε τα αδικήματα της απάτης επί δικαστηρίω, της συκοφαντικής δυσφήμισης και της χρήσης πλαστού εγγράφου και ιι) ότι ο δεύτερος και τρίτος εγκαλών, Π. Κ. και Κ. Α., με τις από 2-10-2014 και 19-9-2014 ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις τους, αντίστοιχα, που ελήφθησαν από τον Πταισματοδίκη Αθηνών, κατέθεσαν ψευδή γεγονότα ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, τελώντας με τον τρόπο αυτό το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα. Ωστόσο, τα ως άνω καταγγελθέντα είναι ψευδή, καθώς στην πραγματικότητα τα όσα γεγονότα ισχυρίστηκε η πρώτη εγκαλούσα με την από 29-5-2014 έγκλησή της, περιεχόμενο της οποίας επιβεβαίωσε ενόρκως, ήταν αληθή, αληθή δε ήταν και τα όσα ανέφεραν τόσο ο δεύτερος όσο και ο τρίτος εγκαλών με τις από 2-10-2014 και 19-9-2014 ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις τους, αντίστοιχα. Την αναλήθεια των ως άνω καταγγελθέντων γνώριζε ο πρώτος κατηγορούμενος, προέβη δε στην ανωτέρω πράξη με αποκλειστικό σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη αφενός της πρώτης εγκαλούσας για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμισης, αφετέρου του δεύτερου και του τρίτου των εγκαλούντων για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα. β.1) Ο πρώτος κατηγορούμενος, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Άμφισσας, στο πλαίσιο υποβληθείσας εκ μέρους του έγκλησης κατά των ήδη εγκαλούντων, Μ. Α., Π. Κ. και Κ. Α., με πρόθεση επιβεβαίωσε ενόρκως το περιεχόμενο της από 20-2-2015 έγκλησής του, στην οποία αναφέρονταν, μεταξύ άλλων, και τα όσα παρατίθενται στην υπό στοιχείο α) πράξη, που αφορούσαν στους ήδη εγκαλούντες. Ωστόσο, τα ως άνω κατατεθέντα είναι ψευδή, καθώς στην πραγματικότητα τα όσα γεγονότα ισχυρίστηκε η πρώτη εγκαλούσα με την από 29-5-2014 έγκλησή της, το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαίωσε ενόρκως, ήταν αληθή, ενώ αληθή ήταν και τα όσα ανέφεραν τόσο ο δεύτερος όσο και ο τρίτος εγκαλών με τις από 2-10-2014 και 19- 9-2014 ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις τους, αντίστοιχα, η αναλήθεια δε του ως άνω γεγονότος τελούσε σε γνώση του νυν πρώτου κατηγορουμένου. δ) Ο πρώτος κατηγορούμενος, στον ανωτέρω τόπο, στις 24-4-2015, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει τις άδικες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα κατά συρροή. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, με πειθώ, συμβουλές και παραινέσεις και φορτικότητα, με πρόθεση προκάλεσε στη δεύτερη κατηγορούμενη την απόφαση αφενός να καταθέσει εν γνώσει της ψέματα ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση και, συγκεκριμένα, ενώπιον του Πταισματοδίκη Άμφισσας, όπως οι πράξεις αυτές αναλυτικά περιγράφονται στις υπό στοιχείο β.2) και γ.2) πράξεις, αντίστοιχα. Η αναλήθεια των κατατεθέντων ψευδών γεγονότων τελούσε εν γνώσει του πρώτου κατηγορουμένου, καθώς είχε ίδια αντίληψη των γεγονότων που πράγματι έλαβαν χώρα. Β) Η δεύτερη κατηγορουμένη του ότι στον ανωτέρω τόπο, στις 24-4-2015, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον του Πταισματοδίκη Άμφισσας, στο πλαίσιο υποβληθείσας εκ μέρους του πρώτου κατηγορουμένου έγκλησης κατά των ήδη εγκαλούντων, Μ. Α., Π. Κ. και Κ. Α., με πρόθεση κατέθεσε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "... Η Μ. Κ.-Α., ο Π. Κ. και ο Κ. Α., άνδρας της Μ., ψεύδονται εν γνώσει τους και ορκίσθηκαν ψέματά για να συκοφαντήσουν και να προκαλέσουν την ποινική δίωξη του συζύγου μου Γ. Κ. ... (σημ. αυτολεξεί). Ωστόσο, τα ως άνω κατατεθέντα είναι ψευδή, καθώς στην πραγματικότητα τα όσα γεγονότα ισχυρίστηκε η πρώτη εγκαλούσα με την από 29-5-2014 έγκλησή της, το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαίωσε ενόρκως, ήταν αληθή, ενώ αληθή ήταν και τα όσα ανέφεραν τόσο ο δεύτερος όσο και ο τρίτος εγκαλών με τις από 2-10-2014 και 19-9-2014 ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις τους, αντίστοιχα, η αναλήθεια δε του ως άνω γεγονότος τελούσε σε γνώση της νυν δεύτερης κατηγορουμένης".
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2023.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ