ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Απώτατο χρονικό διαδικαστικό σημείο, που μπορεί ο κατηγορούμενος να προβάλει την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος στην πρωτοβάθμια δίκη και τις αντιρρήσεις του στην πρόοδο της δίκης, για να μην καλυφθεί η υπάρχουσα σχετική ακυρότητα, είναι η έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης, δηλαδή η έναρξη της πρωτοβαθμίου δίκης, η οποία έναρξη συμπίπτει με την απαγγελία της κατηγορίας και όχι οπωσδήποτε με την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, που γίνεται με την έναρξη εξετάσεως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου οιουδήποτε αποδεικτικού μέσου. Μετά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, δηλαδή την έναρξη της εκδικάσεως της υποθέσεως, που συντελείται με την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων και την απαγγελία της κατηγορίας από τον εισαγγελέα, δεν μπορεί να προταθεί παραδεκτά από τον κατηγορούμενο τέτοια ακυρότητα αργότερα, ούτε και μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, δηλαδή μέχρι την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή την όρκιση του πρώτου μάρτυρα, πολύ δε περισσότερο δεν μπορεί να προταθεί παραδεκτά τέτοια ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας.
Αναιρείται για υπέρβαση εξουσίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 174 § 2 νέου ΚΠΔ και 111, 112 και 113 νέου ΠΚ η προσβαλλομένη απόφαση, αφού με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις στερούνταν εξουσίας να προβεί σε αξιολόγηση ισχυρισμού που δεν προτάθηκε και περαιτέρω αφενός μεν να προχωρήσει στην ακύρωση του κλητηρίου θεσπίσματος ως προς τους πρώτο, τέταρτο και πέμπτο των κατηγορουμένων ( απόντες) και αφετέρου να παύσει οριστικά την σε βάρος τους ποινική δίωξη λόγω παραγραφής της εν λόγω πράξης παραλείποντας να αποφανθεί επί της ουσίας της υπόθεσης.
Απόφαση 473 / 2022 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 473/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βασδέκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ζαμπέτα Στράτα, Μαρία Λεπενιώτη, Σοφία Οικονόμου - Εισηγήτρια και Παρασκευή Τσούμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2021 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριο Παπαγεωργίου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάσαλμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας Απόστολο Τζαμαλή περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 107/2021 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Με κατηγορούμενους: 1.Κ. Κ. του Η., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε. 2. S. G. του P. κατοίκο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε. 3. K. B. του M. κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε. 4. X. H. του F., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε. 5. S. G. του M., κάτοικο ... και ήδη αγνώστου διαμονής, ο οποίος δεν εμφανίστηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Πρωτοδικείου Λάρισας ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 107/2021 και ημερομηνία 8.6.2021 έκθεση αναιρέσεως, η οποία και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 682/2021.
Αφού άκουσε Tον Αντεισαγγελέα, ο οποίος αναφέρθηκε στην προκείμενη αναίρεση και πρότεινε να γίνει δεκτή.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 8-6-2021 αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας, ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Λάρισας κατά της υπ' αριθμ. 107/2021 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, με την οποία το ανωτέρω Δικαστήριο, κήρυξε την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος και των πέντε συνολικά κατηγορουμένων, ενώ υπέβαλαν ένσταση ακυρότητας αυτού, μόνο οι δύο εξ αυτών, και ακολούθως έπαυσε οριστικά την σε βάρος τους ασκηθείσα ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 505 παρ. 1 περ. β', 506 περ. β',507 ΚΠΔ και περιέχει παραδεκτό και ορισμένο λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Θ' ΚΠΔ.
Συνεπώς, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, θεωρουμένων ως παρόντων κατά τη συζήτηση των ως άνω κατηγορουμένων, οι οποίοι κλήθηκαν νομότυπα να παραστούν κατ' αυτή, στην αναφερόμενη δικάσιμο στην αρχή της παρούσας, κατ' άρθρο 512 παρ.1 εδ. ε' ΚΠΔ [βλ. από 12-10-2021, 18-10-2021, 16-10-2021, 12-10-2021, 2-11-2021 και 23-10-2021 αποδεικτικά επιδόσεως, των Ν. Β., Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Λάρισας, Ν. Φ. Αρχιφ/κα Α.Τ. ... και Ε. Π. Αρχιφ/κα Α.Τ. ...], πλην δεν παρέστησαν.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 175 παρ. 2 ΚΠΔ, η ακυρότητα της κλήσεως στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου και του καταλόγου των μαρτύρων, η ακυρότητα της επιδόσεως ή της κοινοποιήσεως τους, καθώς και η ακυρότητα που αναφέρεται στο άρθρο 167 καλύπτονται, αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της, μέχρι να αρχίσει για πρώτη φορά η αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο. Η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος εντάσσεται στις περιοριστικά μνημονευόμενες από το νόμο σχετικές ακυρότητες για τις οποίες ισχύει το τεκμήριο της σιωπηρής αποδοχής τους. Έτσι αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί στην πρωτοβάθμια δίκη και δικαστεί ερήμην, καλύπτεται η τυχόν ακυρότητα της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος (ως διαδικαστικής πράξεως που κατ" ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί), ή αυτή που προκύπτει από την άκυρη επίδοσή τους και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο εφέσεως κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως. Ειδικότερα δε, από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚποινΔ, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ’ αυτόν εγγράφου που περιέχει εκτός άλλων και την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα που εξέδωσε το θέσπισμα. Κατά τις διατάξεις όμως των άρθρων 170 παρ. 1, 173 παρ. 1 και 174 παρ. 2 του ΚΠΔ, οι οποίες δεν θίγουν τα από το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α της Ε.Σ.Δ.Α. προστατευόμενα δικαιώματα του κατηγορουμένου, η ακυρότητα από τη μη τήρηση των διατάξεων αυτών (320-321 Κ.Ποιν.Δ.), όπως είναι και εκείνη της ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι σχετική, ως αναγόμενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κυρίας διαδικασίας, γι' αυτό και αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και δεν προβάλει, κατά την έναρξη της πρωτοβαθμίου δίκης, αντιρρήσεις στην πρόοδο της, η σχετική ακυρότητα καλύπτεται και το κλητήριο θέσπισμα θεωρείται έγκυρο και από την επίδοση αυτού αρχίζει η κύρια διαδικασία και αναστέλλεται η παραγραφή (βλ. ΑΠ 385/2019). Έτσι, απώτατο χρονικό διαδικαστικό σημείο, που μπορεί ο κατηγορούμενος να προβάλει την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος στην πρωτοβάθμια δίκη και τις αντιρρήσεις του στην πρόοδο της δίκης, για να μην καλυφθεί η υπάρχουσα σχετική ακυρότητα, είναι η έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης, δηλαδή η έναρξη της πρωτοβαθμίου δίκης, η οποία έναρξη συμπίπτει με την απαγγελία της κατηγορίας και όχι οπωσδήποτε με την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, που γίνεται με την έναρξη εξετάσεως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου οιουδήποτε αποδεικτικού μέσου. Μετά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, δηλαδή την έναρξη της εκδικάσεως της υποθέσεως, που συντελείται με την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων και την απαγγελία της κατηγορίας από τον εισαγγελέα, δεν μπορεί να προταθεί παραδεκτά από τον κατηγορούμενο τέτοια ακυρότητα αργότερα, ούτε και μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, δηλαδή μέχρι την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή την όρκιση του πρώτου μάρτυρα, πολύ δε περισσότερο δεν μπορεί να προταθεί παραδεκτά τέτοια ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Τούτο συνάγεται και από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 126 του ΚΠοιν.Δ., στις οποίες, σε αντίθεση με την ειδική διαφορετική διατύπωση του ανωτέρω άρθρου 174 παρ. 2, προβλέπεται ρητά ότι η δήλωση πολιτικής αγωγής και η ένσταση της κατά τόπο αναρμοδιότητας του δικαστηρίου, μπορεί να προβληθούν μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας (ΑΠ 385/2019). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 3, 112 και 113 παρ. 2 και 3 του Π.Κ., προκύπτει ότι η παραγραφή των πλημμελημάτων, που είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέρα από τα τρία έτη, η δε κύρια διαδικασία αρχίζει με την έγκυρη επίδοση κλητηρίου θεσπίσματος ή κλήσεως προς τον κατηγορούμενο (Ολ. ΑΠ. 2/1997). Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Θ' του ΚΠΔ., υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή, όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά το νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το Δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Υπέρβαση εξουσίας υπάρχει και όταν το Δικαστήριο της ουσίας παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, αντί να προχωρήσει στην κατ' ουσίαν εκδίκαση της υπόθεσης, καθόσον δεν έχει παρέλθει ο χρόνος της παραγραφής (ΑΠ 385/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των: α) Κ. Κ. του Η., κατοίκου ..., β) S. G. του P., κατοίκου ..., γ) K. B. του M., κατοίκου ..., δ) X. H. του F., κατοίκου ..., ε) S. G. του M., για: 1) διακεκριμένες κλοπές από κοινού κατ' εξακολούθηση από περισσότερους από δύο δράστες που ενώθηκαν για να διαπράττουν κλοπές και δρουν κατ' επάγγελμα και 2) διακεκριμένη φθορά ξένης ιδιοκτησίας από κοινού και μετά το πέρας της κύριας ανάκρισης που διενεργήθηκε παραπέμφθηκαν, με την με αριθμό 130/2017 σύμφωνη γνώμη του Προέδρου Εφετών Λάρισας, για να δικαστούν στο Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας. Ακολούθως και ενώ είχε επιδοθεί στους κατηγορούμενους το με αρ. Εφ. Κ. 175/2017 κλητήριο θέσπισμα τον Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας και εκκρεμούσαν προς εκδίκαση οι σε βάρος τους κατηγορίες, η υπόθεση αποσύρθηκε από το πινάκιο του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 590 παρ. 3 του νέου ΚΠΔ και ακολούθως εισήχθη προς εκδίκαση από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας. Κατά τη συνεδρίαση της 23-4-2021, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων παραστάθηκαν δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ο τέταρτος με φυσική παρουσία χωρίς να διορίσει δικηγόρο για την υπεράσπισή του ενώ ο πέμπτος διαπιστώθηκε ότι ήταν απών. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των κατηγορουμένων και τη νομιμοποίηση των πληρεξουσίων δικηγόρων, ζήτησαν και έλαβαν το λόγο, διαδοχικά οι συνήγοροι υπεράσπισης των τρίτου και δευτέρου των κατηγορουμένων αντίστοιχα, οι οποίοι ανέπτυξαν προφορικά αλλά και κατέθεσαν εγγράφως στο Δικαστήριο ισχυρισμό σχετικά με την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος που τους είχε επιδοθεί. Μετά ταύτα εκφωνήθηκαν τα "ονόματα των μαρτύρων ενώ επαναλήφθηκε η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής εκ μέρους ενός των παθόντων, σε βάρος των κατηγορουμένων. Το Δικαστήριο εξετάζοντας τον ισχυρισμό σχετικά με την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος και παρόλο που τούτο προτάθηκε μόνον εκ μέρους του δευτέρου και τρίτου των κατηγορουμένων (δια των παρισταμένων πληρεξουσίων δικηγόρων τους) προχώρησε στην κήρυξη της ακυρότητας των κλητηρίων θεσπισμάτων όλων των κατηγορουμένων, δηλαδή και για τον απολειπόμενο - δικονομικά απόντα (ωσεί παρόντα) πέμπτο κατηγορούμενο αλλά και για τους εκ των κατηγορουμένων πρώτο και τέταρτο οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, δε διατύπωσαν ισχυρισμό για την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος. Ακολούθως, το Δικαστήριο, αφού κήρυξε την ακυρότητα των κλητηρίων θεσπισμάτων όλων των κατηγορούμενων, έπαυσε οριστικά την σε βάρος τους ασκηθείσα ποινική δίωξη καθόσον διαπίστωσε ότι, μετά τη θέση σε ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα και ενόψει του ότι οι αποδιδόμενες στους κατηγορούμενους πράξεις είχαν πλέον καταστεί πλημμελήματα με χρόνο τέλεσης από την 27-11-2014 έως και την 20-11-2015, παρήλθε "η πενταετής προθεσμία της παραγραφής, χωρίς να έχει μεσολαβήσει αναστολή αυτής με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία θεωρείται, κατά τα άνω, ως μη γενομένη. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του όμως το Δικαστήριο της ουσίας σφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 174 παρ. 2 ΚΠΔ και 111, 112, 113 ΠΚ, αφού με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις στερούνταν εξουσίας να προβεί σε αξιολόγηση ισχυρισμού που δεν προτάθηκε και περαιτέρω αφενός μεν να προχωρήσει στην ακύρωση του κλητηρίου θεσπίσματος ως προς τους πρώτο, τέταρτο και πέμπτο των κατηγορουμένων και αφετέρου να παύσει οριστικά την σε βάρος τους ποινική δίωξη λόγω παραγραφής της εν λόγω πράξης παραλείποντας να αποφανθεί επί της ουσίας της υπόθεσης. Μη κρίνοντας τούτο και δεχόμενο ότι η πιο πάνω πράξη είχε υποπέσει σε παραγραφή έσφαλε υποπίπτοντας σε υπέρβαση εξουσίας.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Θ' ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και αρνητική υπέρβαση εξουσίας, είναι βάσιμος. Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη από 8-6-2021 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας, κατά της υπ' αριθμ. 107/2021 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας και να αναιρεθεί αυτή κατά το μέρος που: α) κηρύσσει την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος των 1ου, 4ου και 5ου των κατηγορουμένων, ήτοι των Κ. Κ. του Η., (επ.) X. (ον) H. του F. και (επ.) S. (ον.) G. του M. και β) παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατ' αυτών για τις αναφερόμενες σ' αυτό (κλητήριο θέσπισμα) αξιόποινες πράξεις, ήτοι για: 1) διακεκριμένες κλοπές, από κοινού, κατ' εξακολούθηση από περισσότερους από δύο δράστες που ενώθηκαν για να διαπράττουν κλοπές και δρουν κατ' επάγγελμα και 2) διακεκριμένη φθορά ξένης ιδιοκτησίας, από κοινού. Να παραπεμφθεί δε η δίκη ως προς τους ανωτέρω τρεις κατηγορουμένους, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (αρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.
Αναιρεί, εν μέρει, την υπ' αριθμ. 107/2021 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, ως προς τις διατάξεις της με τις οποίες: α) κηρύσσει την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος των 1ου, 4ου και 5ου των κατηγορουμένων, ήτοι των Κ. Κ. του Η., (επ.) X. (ον) H.του F. και (επ.) S. (ον.) G. του M. και β) παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατ' αυτών, για τις αναφερόμενες σ' αυτό (κλητήριο θέσπισμα) αξιόποινες πράξεις, ήτοι για: 1) διακεκριμένες κλοπές, από κοινού, κατ' εξακολούθηση, από περισσότερους από δύο δράστες που ενώθηκαν για να διαπράττουν κλοπές και δρουν κατ' επάγγελμα και 2) διακεκριμένη φθορά ξένης ιδιοκτησίας από κοινού.
Παραπέμπει τη δίκη, ως προς το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2022.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Απριλίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ