ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Άσκοποι πυροβολισμοί.Οι άσκοποι πυροβολισμοί συνιστούν αξιόποινη πράξη ανεξάρτητα από το εάν υπάρχει νόμιμη οπλοκατοχή ή οπλοφορία.ωΩς άσκοπος θεωρείται ο πυροβολισμός που προέρχεται από αυτόβουλη και χωρίς εύλογη αιτία χρησιμοποίηση πυροβόλου όπλου. Αυτόβουλη χρήση συντρέχει όταν ο δράστης πυροβολεί με πρωτοβουλία δική του αποκλειστικά και χωρίς εύλογη αιτία, όταν δεν συντρέχει νόμιμος λόγος που να δικαιολογεί τον πυροβολισμό.
Άρθρο 211 ΚΠΔ.
Αποκλείεται η στήριξη της καταδίκης κατηγορουμένου σε μόνη τη μαρτυρική κατάθεση ή παροχή εξηγήσεων ή την απολογία συγκατηγορουμένου, αλλά δεν αποκλείεται η συνεκτίμηση της μαρτυρικής κατάθεσης ή της απολογίας συγκατηγορουμένου μαζί με τις άλλες αποδείξεις.
Η κατά παραβίαση της διάταξης του άρθρου 211 του ΚΠοινΔ, κρίση του δικαστηρίου που στηρίζεται σε μη επιτρεπόμενο κατά νόμο αποδεικτικό μέσο οδηγεί σε ελλιπή αιτιολογία της απόφασης . Εάν όμως η περί ενοχής κρίση του δικαστηρίου στηρίζεται, εκτός από τέτοια μαρτυρική κατάθεση ή απολογία, και σε άλλες αποδείξεις, η συνεκτίμηση απλώς μαρτυρικής κατάθεσης ή απολογίας συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν δημιουργεί έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης (ΑΠ 767/2019 ΑΠ 25/2020, ΑΠ 718/2020, ΑΠ 28/2021).
Αριθμός 1226/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βασδέκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Λεπενιώτη – Εισηγήτρια, Σοφία Οικονόμου, Κωστούλα Πρίγγουρη και Παρασκευή Τσούμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαριάννας Ψαρουδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων – κατηγορουμένων: 1. …… ……, κατοίκου Ηρακλείου Κρήτης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδέλλη και 2. …………, κατοίκου ….. Δήμου Χερσονήσου Κρήτης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Τσολάκο, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 263/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις υπ΄αριθμ. πρωτ. 7839/19-9-2022 και 2/19-9-2022 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 942/2022.
Αφού άκουσε
Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες υπ΄αριθμ. πρωτ. 7839/19-9-2022 και 2/19-9-2022 αιτήσεις των 1) ………. και 2) ….….. , αντίστοιχα, οι οποίες ασκήθηκαν με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 19/9/2022 η πρώτη και ενώπιον του Γραμματέα του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης η δεύτερη, για αναίρεση της υπ΄αριθμ. 263/10-6-2022 απόφασης του Δευτεροβαθμίου Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης, η οποία καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο κατ΄ άρθρο 473 παρ.2 και 3 εδαφ. α΄ του ΚΠοινΔ ειδικό βιβλίο στις 10/8/2022 και με την οποία οι ανωτέρω αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι της αξιόποινης πράξης άσκοπων πυροβολισμών και επιπλέον ο δεύτερος παράνομης οπλοφορίας πιστολίου και πυρομαχικών σε πανήγυρη, δημόσια συνάθροιση, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α΄ ΠΚ και καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης 8 μηνών ο πρώτος και σε συνολική ποινή φυλάκισης 10 μηνών ο δεύτερος, η οποία ανεστάλη επί τριετία, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ.473 παρ.1, 2, 3, 474 παρ. 1, 2, 2Α, 4 ΚΠοινΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθούν περαιτέρω συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας.
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 12 παρ.1 περ. α΄ του Ν.2168/1993 απαγορεύονται οι άσκοποι πυροβολισμοί, κατά δε την παρ.2 εδ.α΄ του άρθρου αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.2 άρθρου 6 Ν.3944/2011, ΦΕΚ Α 67/5.4.2011, «2. Εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη, τιμωρούνται: "α. Οι παραβάτες των περιπτώσεων α` και γ` της παρ. 1 με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών." Ως άσκοπος θεωρείται ο πυροβολισμός που προέρχεται από αυτόβουλη και χωρίς εύλογη αιτία χρησιμοποίηση πυροβόλου όπλου. Αυτόβουλη χρήση συντρέχει όταν ο δράστης πυροβολεί με πρωτοβουλία δική του αποκλειστικά, και χωρίς εύλογη αιτία όταν δεν συντρέχει νόμιμος λόγος που να δικαιολογεί τον πυροβολισμό. Για την κατάφαση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος θα πρέπει να συντρέχουν στο πρόσωπο του δράστη σωρευτικά και οι δύο αυτές προϋποθέσεις του πυροβολισμού. Οι άσκοποι πυροβολισμοί συνιστούν αξιόποινη πράξη ανεξάρτητα από το εάν υπάρχει νόμιμη οπλοκατοχή ή οπλοφορία. Για την κατάφαση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, απαιτείται εφόσον δεν ορίζεται άλλως μόνο δόλος έστω και ενδεχόμενος που συνίσταται στη γνώση και στη θέληση των στοιχείων της πράξης.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ` του Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ`αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο αιτιολογίας, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ`επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ`αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέλος, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε` του Κ.Ποιν.Δ., η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια, από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση αυτής, η οποία υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε δεν έχει η απόφαση νόμιμη βάση.
Σύμφωνα με το άρθρο 211 ΚΠοινΔ όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 117 Ν.4855/12-11-2021) «η μαρτυρική κατάθεση ή η παροχή εξηγήσεων ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την καταδίκη του κατηγορουμένου, αν δεν υπάρχει και άλλο, ρητά κατανομαζόμενο στην απόφαση, αποδεικτικό μέσο». Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α` ΚΠοινΔ), κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ` του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι αποκλείεται η στήριξη της καταδίκης κατηγορουμένου σε μόνη τη μαρτυρική κατάθεση ή παροχή εξηγήσεων ή την απολογία συγκατηγορουμένου, αλλά δεν αποκλείεται η συνεκτίμηση της μαρτυρικής κατάθεσης ή της απολογίας συγκατηγορουμένου μαζί με τις άλλες αποδείξεις. Ειδικότερα, το ανωτέρω άρθρο 211 ΚΠοινΔ δεν εισάγει ευθεία αποδεικτική απαγόρευση, αλλά στην πραγματικότητα είναι κανόνας αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων, ο οποίος λειτουργεί διευκρινιστικά και συμπληρωματικά στη βασική αρχή του άρθρου 177 ΚΠοινΔ, την οποία δεν καταλύει, ούτε άλλωστε απαγορεύει την αξιοποίηση της απολογίας ή της μαρτυρικής κατάθεσης του συγκατηγορουμένου, η οποία δεν παύει να αποτελεί αποδεικτικό μέσο, απλώς παρέχεται οδηγία στο δικαστήριο να μην αρκείται στη μαρτυρία ή απολογία του συγκατηγορουμένου για την αναζήτηση της αληθείας, αλλά να επεκτείνει την αναζήτησή του και σε άλλα στοιχεία και να προσπαθεί να τεκμηριώσει όσο το δυνατό καλύτερα τη δικανική του πεποίθηση. Δεν παραβιάζεται η ανωτέρω διάταξη, όταν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση ή την απολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικά τόσο σ` αυτή όσο και στις καταθέσεις άλλων μαρτύρων, καθώς και στα αναγνωσθέντα έγγραφα. Η κατά παραβίαση της άνω διάταξης του άρθρου 211 του ΚΠοινΔ, κρίση του δικαστηρίου που στηρίζεται σε μη επιτρεπόμενο κατά νόμο αποδεικτικό μέσο οδηγεί επίσης σε ελλιπή αιτιολογία της απόφασης και την ίδρυση λόγου αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ` του ΚΠοινΔ), καθόσον με τον άνω λόγο αναίρεσης ελέγχεται αναιρετικώς το παραδεκτό των αποδεικτικών μέσων από τα οποία προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Εάν όμως η περί ενοχής κρίση του δικαστηρίου στηρίζεται, εκτός από τέτοια μαρτυρική κατάθεση ή απολογία, και σε άλλες αποδείξεις, η συνεκτίμηση απλώς μαρτυρικής κατάθεσης ή απολογίας συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν δημιουργεί έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης (ΑΠ 767/2019 ΑΠ 25/2020, ΑΠ 718/2020, ΑΠ 28/2021) .
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ` αριθμ. 263/2022 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση των κατά το είδος τους μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων (ενόρκων καταθέσεων μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενώπιόν του, πρακτικών πρωτοβάθμιας δίκης, εγγράφων, απολογιών κατηγορουμένων), δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα: «ο πρώτος κατηγορούμενος στην πλατεία πρώην κοινότητας ….. Χερσονήσου Ηρακλείου στις 6-8-2017 με το πιστόλι χειρός μάρκας Springfield XDV με αριθμό …., που έφερε φυσίγγια με στοιχεία πυθμένα Ν CCI R 9mm LUGER διαμετρήματος 9 mm, το οποίο κατείχε νόμιμα δυνάμει της υπ' αρ. ……… άδεια κατοχής πυροβόλου όπλου και οπλοφορίας της Αστυνομικής Διεύθυνσης Ηρακλείου, πυροβόλησε συνολικά δέκα φορές, με δική του αποκλειστικά πρωτοβουλία και χωρίς να συντρέχει οιοσδήποτε νόμιμος λόγος που να επέβαλε ή έστω να δικαιολογούσε αυτή του την ενέργεια και συνακόλουθα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξης των άσκοπων πυροβολισμών. 0 δεύτερος κατηγορούμενος στην πλατεία πρώην κοινότητας ………. Χερσονήσου Ηρακλείου στις 6-8-2017 με το πιστόλι χειρός μάρκας Springfield XDV με αριθμό ……., που έφερε φυσίγγια με στοιχεία πυθμένα Ν CCI R 9mm LUGER διαμετρήματος 9 mm, το οποίο ανήκει στον ανωτέρω συγκατηγορούμενό του, πυροβόλησε συνολικά έξι φορές, με δική του αποκλειστικά πρωτοβουλία και χωρίς να συντρέχει οιοσδήποτε νόμιμος λόγος που να επέβαλε ή έστω να δικαιολογούσε αυτή του την ενέργεια . Εξάλλου στον ίδιο ανωτέρω τόπο και χρόνο κατά την διεξαγωγή δημόσιας συνάθροισης και δη πανήγυρης έφερε παράνομα και χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας το πιστόλι χειρός μάρκας Springfield XDV με αριθμό …….., που έφερε φυσίγγια με στοιχεία πυθμένα Ν CCI R 9mm LUGER διαμετρήματος 9 mm και με γεμιστήρα εντός αυτού περιείχε τρία (3) φυσίγγια. Επομένως μετά τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων αυτών.»
Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες ενόχους για τις αξιόποινες πράξεις άσκοπων πυροβολισμών και επιπλέον τον δεύτερο παράνομης οπλοφορίας πιστολίου και πυρομαχικών σε πανήγυρη, δημόσια συνάθροιση, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ και τους επέβαλε ποινή φυλάκισης 8 μηνών και 10 μηνών αντίστοιχα την οποία ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο κατά πιστή μεταφορά διατακτικό: «Κηρύσσει τους κατηγορούμενους ένοχους του ότι :1) ο πρώτος κατηγορούμενος στην πλατεία πρώην κοινότητας …….. Χερσονήσου Ηρακλείου στις 6-8- 2017 με το πιστόλι χειρός μάρκας Springfield XDV με αριθμό …….., που έφερε φυσίγγια με στοιχεία πυθμένα Ν CCI R 9mm LUGER διαμετρήματος 9 mm, το οποίο κατείχε νόμιμα δυνάμει της υπ' αρ. ……….. άδειας κατοχής πυροβόλου όπλου και οπλοφορίας της Αστυνομικής Διεύθυνσης Ηρακλείου, πυροβόλησε συνολικά δέκα φορές, με δική του αποκλειστικά πρωτοβουλία και χωρίς να συντρέχει οιοσδήποτε νόμιμος λόγος που να επέβαλε ή έστω να δικαιολογούσε αυτή του την ενέργεια.
2)Ο δεύτερος κατηγορούμενος στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα α) στην πλατεία πρώην κοινότητας ………….. Χερσονήσου Ηρακλείου στις 6-8-2017 με το πιστόλι χειρός μάρκας Springfield XDV με αριθμό ……., που έφερε φυσίγγια με στοιχεία πυθμένα Ν CCI R 9mm LUGER διαμετρήματος 9 mm, το οποίο ανήκει στον ανωτέρω συγκατηγορούμενό του, πυροβόλησε συνολικά έξι φορές, με δική του Αποκλειστικά πρωτοβουλία και χωρίς να συντρέχει οιοσδήποτε νόμιμος λόγος που να επέβαλε ή έστω να δικαιολογούσε αυτή του την ενέργεια και συνακόλουθα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξης των άσκοπων πυροβολισμών, β) στον ίδιο ως αμέσως ανωτέρω τόπο και χρόνο κατά την διεξαγωγή δημόσιας συνάθροισης και δη πανήγυρης έφερε παρανόμως και δη χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας του πιστόλι και πυρομαχικά και δη ειδικότερα έφερε το πιστόλι χειρός μάρκας Springfield XDV με αριθμό ….., που έφερε φυσίγγια με στοιχεία πυθμένα Ν CCI R 9mm LUGER διαμετρήματος 9 mm, με γεμιστήρα εντός αυτού περιέχουσας τρία (3) φυσίγγια.»
Με βάση τις παραδοχές αυτές, οι οποίες περιλαμβάνονται στο σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης που αποτελούν ενιαίο σύνολο αιτιολογίας, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων για τα οποία κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε για να μορφώσει την περί αυτών κρίση του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α,27 του ΠΚ, 1 παρ.1α, δ, 10 παρ. 1 και 13α, 12 παρ. 1α του Ν. 2168/1993, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης. Πιο συγκεκριμένα, όπως από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού και διατακτικού συνάγεται, εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα περιστατικά που απαρτίζουν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία των υπόψη πράξεων αφού το Δικαστήριο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι ο πρώτος αναιρεσείων, στην πλατεία πρώην κοινότητας …….. του δήμου Χερσονήσου Ηρακλείου, στις 6-8-2017 με το πιστόλι χειρός μάρκας Springfιeld XDV με αριθμό ……., που έφερε φυσίγγια με στοιχεία πυθμένα NCCI R 9mm LUGER, διαμετρήματος 9 mm, το οποίο κατείχε νόμιμα δυνάμει της υπ' αριθ. ……. άδειας κατοχής πυροβόλου όπλου και οπλοφορίας της Αστυνομικής Διεύθυνσης Ηρακλείου, πυροβόλησε συνολικά δέκα φορές με δική του αποκλειστικά πρωτοβουλία και χωρίς να συντρέχει οιοσδήποτε νόμιμος λόγος που να επέβαλε ή έστω να δικαιολογούσε αυτή του την ενέργεια. Ο δε δεύτερος αναιρεσείων, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, κατά την διεξαγωγή δημόσιας συνάθροισης και δη πανήγυρης, προέβη στη ρίψη άσκοπων πυροβολισμών, πυροβολώντας συνολικά έξι φορές με δική του πρωτοβουλία και χωρίς να συντρέχει οιοσδήποτε νόμιμος λόγος που να επέβαλε ή να δικαιολογούσε την ενέργειά του αυτή, χρησιμοποιώντας το ως άνω πιστόλι, που ανήκε στον πρώτο αναιρεσείοντα και το οποίο έφερε φυσίγγια με στοιχεία πυθμένα NCCI R 9mm LUGER, διαμετρήματος 9 mm. Το ως άνω πιστόλι, που έφερε φυσίγγια με στοιχεία πυθμένα NCCI R 9mm LUGER, διαμετρήματος 9 mm, με γεμιστήρα εντός αυτού περιέχοντα τρία φυσίγγια, ο ως άνω αναιρεσείων έφερε παράνομα και χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας του.
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος ………… πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και έλλειψη νόμιμης βάσης. Ειδικότερα ο ανωτέρω αιτιάται ότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αναφέρονται τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της πράξεως των άσκοπων πυροβολισμών για την οποία κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε, ότι δεν ελήφθη υπόψη, άλλως δεν αξιολογήθηκε ορθώς η σημαντικότατη μαρτυρική κατάθεση της μάρτυρος ….., η οποία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το τελικό πόρισμα της απόφασης, ότι η αιτιολογία της αποφάσεως είναι επιλεκτική και σε κάθε περίπτωση αντιφατική και ελλειπής, ότι δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθή στην διάταξη που εφαρμόσθηκε, ως και ότι για την ενοχή του το Δικαστήριο της ουσίας στηρίχθηκε σε μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο ήτοι στην απολογία του συγκατηγορουμένου του και όχι συνδυαστικά με άλλα αποδεικτικά μέσα. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες αφού α) με αιτιολογική επάρκεια και σαφήνεια χωρίς κενά ή αντιφάσεις εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης των άσκοπων πυροβολισμών, β) σχετικά με τις αποδείξεις, που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν για τον σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά και απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το εν λόγω Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση χωρίς να είναι απαραίτητο, όπως προαναφέρθηκε, να εκτίθεται τι` προέκυψε ξεχωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση και ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμηση τούτων ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, ενώ από το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους, όπως αναφέρονται κατ` είδος στην αρχή του σκεπτικού της, μεταξύ των οποίων και η κατάθεση τόσο ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου όσο και η περιεχόμενη κατάθεση στα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης της μάρτυρος ….. και δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να γίνεται ειδική αναφορά σε αυτή, όπως και αξιολόγηση του περιεχομένου της ή προσδιορισμός της αποδεικτικής της βαρύτητας. Αναφορικά με την ειδικότερη αιτίαση ότι για την θεμελίωση της ενοχής του η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στην απολογία του συγκατηγορουμένου του κατά παράβαση του άρθρου 211 ΚΠοινΔ, από το σύνολο των παραδοχών του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό συμπληρώνεται από το διατακτικό, προκύπτει ότι το δικαστήριο στήριξε την περί ενοχής κρίση του όχι μόνο στην απολογία του συγκατηγορουμένου του αλλά σε όλα τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αξιολόγησε συνδυαστικά όπως στις καταθέσεις των μαρτύρων, στην απολογία του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος και στα άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα, τα οποία το δικαστήριο δεν ήταν αναγκαίο να τονίσει ιδιαίτερα ούτε να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους. Επομένως, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄και Ε΄ ΚΠοινΔ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι λοιπές, εμπεριεχόμενες στους ίδιους ως άνω λόγους, αιτιάσεις, σχετικές με την κατηγορία, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του αναιρεσείοντος, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεων που αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του και αμφισβήτηση των σε βάρος του ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, απαραδέκτως προβάλλονται, καθώς, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 362 παρ.2 και 367 ΚΠοινΔ., προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α` ΚΠοινΔ., σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ`του ιδίου Κώδικα, λόγο αναιρέσης, διότι έτσι παραβιάζεται η αρχή της προφορικότητας της συζήτησης και η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος, του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Αν δεν αναφέρεται το συγκεκριμένο έγγραφο στο οικείο σημείο των πρακτικών, όπου γίνεται μνεία των αναγνωσθέντων εγγράφων, προκύπτει όμως από το σκεπτικό της αποφάσης και από το όλο περιεχόμενο της, ότι το έγγραφο αναγνώσθηκε και έτσι ο κατηγορούμενος είχε την δυνατότητα να ασκήσει τα κατά τα άνω δικαιώματά του, πληρούται ο σκοπός των ανωτέρω διατάξεων και δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης. Τα ανωτέρω, όμως, δεν ισχύουν για τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση του εγκλήματος για το οποίο έλαβε χώρα η καταδίκη του κατηγορουμένου και στοιχείο του σε βάρος του κατηγορητηρίου ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς ιστορικά ή διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενο τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα, ή τα επικαλέστηκε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στη δίκη διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο τελευταίος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπιση του κατ`αυτής και κατ`ακολουθία το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και μπορούσε, αν το ήθελε, να ασκήσει τα κατ`άρθρο 358 δικαιώματά του [ΑΠ 123/2022, ΑΠ 410/2020, ΑΠ 310/2019]. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ.1 εδ.γ του ΚΠοινΔ «Σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, οι ένορκες καταθέσεις που δόθηκαν στην προδικασία στις περιπτώσεις του άρθρου 363 και τα έγγραφα υπό τους όρους του άρθρου 362». Δηλαδή, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τα αναφερόμενα στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ως αναγνωσθέντα έγγραφα, θεωρείται ότι αναγνώσθηκαν και στην κατ` έφεση δίκη και παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως (ΑΠ 633/2020). Τέλος σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 141 του ιδίου Κώδικα τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρίζονται σ’ αυτά (ΑΠ 3/2017). Κατά του περιεχομένου των πρακτικών δεν χωρεί απλή ανταπόδειξη παρά μόνον προσβολή αυτών ως πλαστών (ΑΠ 64/2023). Εφόσον δεν ζητήθηκε η διόρθωσή τους ή δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το περιέχόμενό τους (ΑΠ 367/2018, ΑΠ 21/2017).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο πρώτος αναιρεσείων ……, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, ισχυριζόμενος ότι στήριξε την καταδικαστική γι' αυτόν κρίση του και στην κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας ….., την οποία ανέγνωσε χωρίς να αναφέρει λοιπά στοιχεία, ήτοι χωρίς να προκύπτει σε οποιοδήποτε χωρίο της προσβαλλομένης απόφασης το περιεχόμενό της, ενώ επίσης η εν λόγω μαρτυρική κατάθεση δεν συγκαταλέγεται στον κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και στην πρωτόδικη απόφαση, με αποτέλεσμα να προκαλείται πλήρης σύγχυση ως προς ποια μαρτυρική κατάθεση της ανωτέρω καταγγέλλουσας το περιστατικό λήφθηκε τελικά υπόψη από το δικάσαν Δικαστήριο, ενώ αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι δυο μαρτυρικές καταθέσεις της δεν συμπίπτουν κατά περιεχόμενο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης η μάρτυρας ………. εμφανίστηκε και κατέθεσε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, κατάθεση η οποία και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ενώ από τα ίδια πρακτικά και ειδικότερα από το προοίμιο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης όπου κατά λέξη αναφέρεται «Από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία ..... την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης .... αποδείχθηκε ότι. ... »προκύπτει επίσης ότι κατά τη διεξαχθείσα αποδεικτική διαδικασία ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης όπου περιέχεται και η κατάθεση της ιδίας ως άνω μάρτυρα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Συνεπώς, εφόσον στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ρητά διαλαμβάνεται ότι αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τούτο έχει την έννοια και της αναγνώσεως του περιεχομένου των αναφερομένων σε αυτά μαρτυρικών καταθέσεων και ειδικότερα της ……, των οποίων έτσι έλαβε γνώση ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, μέσω της αναγνωσθείσας εκκαλούμενης πρωτόδικης απόφασης, οπότε μπορούσε να τα σχολιάσει και να προβεί σε σχετικές παρατηρήσεις και δεν στερήθηκε οποιουδήποτε υπερασπιστικού του δικαιώματος. Ως εκ τούτου, ουδόλως προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω ανεπαρκούς προσδιορισμού της ταυτότητας των εν λόγω εγγράφων και εν γένει των αποδεικτικών μέσων, ο δε υποστηρίζων τα αντίθετα τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Α` ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 171 παρ.1 του ΚΠΔ, "ακυρότητα που λαµβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόµη, προκαλείται: 1] Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν :α] .... δ] την εµφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουµένου και την άσκηση των δικαιωµάτων που του παρέχονται από το νόµο, την Ευρωπαϊκή Σύµβαση για την προάσπιση των Δικαιωµάτων του Ανθρώπου και των Θεµελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύµφωνο για τα Ατοµικά Δικαιώµατα". Περαιτέρω, µε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1α της Ευρωπαϊκής Σύµβασης των Δικαιωµάτων του Ανθρώπου [ΕΣΔΑ], η οποία κυρώθηκε για πρώτη φορά από την Ελλάδα µε το Ν. 2329/1953 και εκ νέου µε το Ν.Δ 53/74, αποτελεί δε κατά το άρθρο 28 του Συντάγµατος, αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης εσωτερικού νόμου, ορίζεται ότι "Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που λειτουργεί νόμιμα, το οποίο θα αποφασίσει είτε ... είτε για το βάσιμο κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης". Η παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δε δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέρα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια, που υπάγεται στους προβλεπόμενους από την εν λόγω διάταξη λόγους αναίρεσης, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. δ ΚΠοινΔ (ΑΠ 1026/2017). Κατά συνέπεια, εφόσον, στην προκειμένη περίπτωση, δεν συντρέχει βάσιμος λόγος αναίρεσης εκ των προβλεπόμενων στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ, απορριπτέα ως αβάσιμη τυγχάνει η περιεχόμενη στον πρώτο αναιρετικό λόγο αιτίαση του πρώτου αναιρεσείοντος ……. της απόλυτης ακυρότητας, λόγω παραβίασης του ανωτέρω άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης (ΑΠ 1724/2019).
Ο δεύτερος αναιρεσείων ……. πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με την ειδικότερη αιτίαση ότι δημιουργεί αναμφισβήτητη λογική αντίφαση και δυσαναπλήρωτο λογικό κενό η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι «στον ίδιο τόπο και χρόνο πυροβόλησα συνολικά έξι (6) φορές µε το αρ. ….. πιστόλι χειρός µάρκας «SPRINGFIELD» µοντέλο «XDM» χρώµατος µαύρου, το οποίο έφερε φυσίγγια µε στοιχεία πυθµένα NCCIR 9 mm LUGER διαµετρήµατος 9 mm και έφερα παράνοµα χωρίς άδεια της Αρχής το ίδιο ακριβώς υπ' αρ. ….. πιστόλι χειρός µάρκας «SPRINGFIELD» µοντέλο «XDM» χρώµατος µαύρου, που έφερε φυσίγγια µε στοιχεία πυθµένα NCCIR 9 mm LUGER διαµετρήµατος 9 mm εντός του οποίου όµως ο γεµιστήρας περιείχε µόνο τρία (3) φυσίγγια κάτι το οποίο προφανώς είναι αδύνατο να συµβεί και έρχεται σε αντίθεση µε τα διδάγµατα της κοινής πείρας και λογικής». Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιµη και συνακόλουθα ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1Δ΄ΚΠοινΔ αναιρετικός λόγος, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση προτάσσεται η παραδοχή ότι ο ως άνω αναιρεσείων έριξε έξι πυροβολισμούς άσκοπα με το επίδικο όπλο και ακολουθεί η παραδοχή ότι αυτός φέροντας χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής το ως άνω όπλο με γεμιστήρα εντός αυτού, που περιείχε πλέον τρία φυσίγγια μετά την προηγηθείσα πράξη των άσκοπων πυροβολισμών, τέλεσε την αξιόποινη πράξη της παράνομης οπλοφορίας πιστολίου και πυρομαχικών.
Περαιτέρω, τόσο στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων της πρωτοβάθμιας δίκης, όσο και σ` εκείνον της δευτεροβάθμιας δίκης, ουδόλως διαλαμβάνεται ως αναγνωστέο έγγραφο η με αρ. πρωτ. 3022/13/33992-α΄έκθεση εργαστηριακής πραγµατογνωµοσύνης του Τµήµατος Εργαστηρίων Πυροβόλων Όπλων και Ιχνών Εργαλείων Ι2ο της Διεύθυνσης Εγκληµατολογικών Ερευνών, την οποία συνέταξε ο εµπειρογνώµονας - εξεταστής πυροβόλων όπλων και ιχνών εργαλείων Αστυνόµος Α' ……., για την οποία διατείνεται ο ως άνω αναιρεσείων …… ότι δεν αναφέρεται στην αιτιολογία της αποφάσεως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, και ότι δεν προκύπτει αν συνεκτιμήθηκε για τη διαμόρφωση της δικανικής κρίσεως του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Επομένως, αφού η ως άνω έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης δεν αναγνώσθηκε, ως μη διαλαμβανόμενη στα αναγνωσθέντα εγγράφως, ούτε ζητήθηκε η ανάγνωσή της, δεν αποτέλεσε αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και, ως εκ τούτου, δεν είχε υποχρέωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας να την λάβει υπόψη του (ΑΠ 633/2020). Συνεπώς, πρέπει ν` απορριφθεί και ο περί ελλείψεως αιτιολογίας ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων (άρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Δ` ΚΠοινΔ) λόγος αναιρέσεως, κατά το συναφές πρώτο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ως αβάσιμος.
Κατ΄ ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης να απορριφθούν στο σύνολό τους ως αβάσιμες κατ΄ουσία και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 578 παρ.1 ΚΠοινΔ) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις υπ΄αριθμ. πρωτ. 7839/19-9-2022 και 2/19-9-2022 αιτήσεις των1) ……….. και 2) ..……, αντίστοιχα, οι οποίες ασκήθηκαν με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 19/9/2022 η πρώτη και ενώπιον του Γραμματέα του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης η δεύτερη, για αναίρεση της υπ΄αριθμ. 263/10-6-2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης.
Επιβάλλει σε βάρος κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Οκτωβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ