ΑΠΟΠΕΙΡΑ - ΑΠ 288-2021

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Το άρθρο 42 νέου ΠΚ δεν παρεκκλίνει  ουσιωδώς  κατά την ερμηνεία της έννοιας της απόπειρας  από την προ ισχύσασα διάταξη του παλαιού ΠΚ . Στην έννοια αυτή περιλαμβάνεται όχι μόνο η αρχή εκτέλεσης,  αλλά και κάθε πράξη που τελεί σε τέτοια άμεση και αναγκαία σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη, να θεωρείται ως τμήμα αυτής (ΑΠ 441/2020,  ΑΠ 288/2021)

Απόφαση 288 / 2021    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 288/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ναυσικά Φράγκου, Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού και Σταματική Μιχαλέτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, για αναίρεση της υπ'αριθ. 207-208/2019 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Μ. Γ. του Κ., κάτοικο ..., που δεν εμφανίστηκε. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29-5-2020 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 524/20.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ' αριθμόν πρωτ. 11/2020 και από 29-5-2020 αίτηση αναίρεσης του Π. Κ. του Κ., κατοίκου ... (οδός ..., αριθμ. ...), η οποία ασκήθηκε με δήλωση του παραστάντος κατά τη δίκη για λογαριασμό του αναιρεσείοντος συνηγόρου αυτού, ενώπιον του Γραμματέα του εκδώσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμόν 207-208/2019 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473 §§1 και 3 εδ.α του ΚΠΔ, βιβλίο, στις 29-4-2020, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, μετά την έκδοση των ΚΥΑ ΔΙα/ΓΠ. οικ. 26804/2020 (ΦΕΚ11588 Β/25-4-2020) και ΚΥΑ ΔΙα/ΓΠ.οικ.30340/2020 (ΦΕΚ 1857 Β/15-5-2020) σχετικά με την αναστολή των δικών ενώπιον των πολιτικών και ποινικών Δικαστηρίων και Εισαγγελιών και των προθεσμιών για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων ενώπιον των υπηρεσιών τους διαδοχικά από 27-4-2020 έως και 15-5-2020 και από 16-5-2020 έως και 1-6-2020. Επομένως, είναι παραδεκτή σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462§1, 464, 466§2, 473§ §2,3 και 474 του ΚΠΔ και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των αναιρετικών της λόγων, παρά την απουσία του υποστηρίζοντος την κατηγορία Μ. Γ., ο οποίος δεν εμφανίσθηκε, καίτοι κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με κλήση που επιδόθηκε σ' αυτόν και στον αντίκλητο δικηγόρο του για να παρασταθεί, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (όπως προκύπτει από τα από 22-6-2020 και 13-7-2020 αποδεικτικά επίδοσης του Επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης), πλην όμως, ενόψει της εμφάνισης του αναιρεσείοντος, η συζήτηση θα γίνει σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 512 §§ 1γ' και 3 ΚΠΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου του άρθρου 342§1 του ΠΚ, "Ο ενήλικος ο οποίος ενεργεί γενετήσιες πράξεις με ανήλικο, τον οποίον του έχουν εμπιστευθεί για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει, έστω και προσωρινά, τιμωρείται ως εξής: α)..., β) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δώδεκα αλλά όχι τα δεκατέσσερα έτη, με κάθειρξη, γ) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη, με κάθειρξη, ως δέκα έτη", ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, "Ο ενήλικος που απευθύνει χειρονομίες, προτάσεις ή εξιστορεί ή απεικονίζει ή παρουσιάζει πράξεις γενετήσιου χαρακτήρα σε ανήλικο, τον οποίον του έχουν εμπιστευθεί για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει, έστω και προσωρινά, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 339§1 του ΠΚ "Όποιος ενεργεί γενετήσια πράξη με πρόσωπο νεότερο από δεκαπέντε (15) ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη τιμωρείται, αν δεν υπάρχει περίπτωση να τιμωρηθεί βαρύτερα για το έγκλημα του άρθρου 351Α, ως εξής: α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα έτη, με κάθειρξη, β) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δώδεκα αλλά όχι τα δεκατέσσερα έτη, με κάθειρξη έως δέκα έτη και γ) αν συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τις ως άνω διατάξεις, που έχουν σκοπό την προστασία της αγνότητας της παιδικής ηλικίας, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της γενετήσιας πράξης με ανήλικο (αποπλάνησης παιδιού κατά τον προϊσχύσαντα ΠΚ), απαιτείται η τέλεση γενετήσιας πράξης με πρόσωπο νεότερο των δεκαπέντε ετών, κατά τις σε αυτήν ως προς την ηλικία διακρίσεις και προβλεπόμενες αντίστοιχα ποινές, η οποία, αντικειμενικά μεν, προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και την περί των ηθών κοινή αντίληψη, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη. Για τη στοιχειοθέτηση δε του εγκλήματος της κατάχρησης ανηλίκων απαιτείται εκτός άλλων ο παθών να είναι ανήλικος, τον οποίο έχουν εμπιστευθεί στο δράστη για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει έστω και προσωρινά, ενώ η επιβαρυντική περίσταση της τέλεσης της ως άνω πράξης από εκπαιδευτικό δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Επίσης, δεν είναι αναγκαίο στοιχείο αυτής η σχέση της εμπιστοσύνης προς επίβλεψη ή φύλαξη του ανηλίκου, την οποία καταχράται ο δράστης, να είναι μακράς διάρκειας, αφού αρκεί και προσωρινή ανάθεση προς επίβλεψη ή φύλαξη του ανηλίκου. Εξάλλου, η κατά τις διατάξεις του δέκατου ένατου κεφαλαίου του ΠΚ με τίτλο "Εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής", ποινικοποίηση των πράξεων κατά της γενετήσιας ελευθερίας πρέπει να αφορά όχι μόνο τη "διάπραξη μη συναινετικής, κολπικής ή στοματικής διείσδυσης σεξουαλικού χαρακτήρα στο σώμα άλλου ατόμου με τη χρησιμοποίηση οποιουδήποτε οργάνου του σώματος ή αντικειμένου", αλλά και "τη διάπραξη άλλων μη συναινετικών πράξεων σεξουαλικού χαρακτήρα". Υπό το πρίσμα αυτό, ο όρος της "γενετήσιας πράξης" δεν παρεκκλίνει ουσιωδώς από τον ορισμό της "ασελγούς πράξης" του προϊσχύσαντος ΠΚ, όπως ερμηνευόταν, υπό την αυστηρή της εκδοχή, από τη μέχρι τώρα νομολογία των Δικαστηρίων στα εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας, στα οποία περιλαμβάνονται και οι περιπτώσεις των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 339§1 και 342 §§1 και 2 του ΠΚ. Επί πλέον απαιτείται δόλος, δηλαδή, ο δράστης πρέπει να γνωρίζει, ότι το πρόσωπο κατά του οποίου κατευθύνεται η πράξη του έχει ηλικία κατώτερη των 15 ετών, ενώ ως προς το σημείο αυτό αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος, που υπάρχει όταν ο δράστης αμφιβάλλει ως προς την ηλικία του παθόντος (Ολ.ΑΠ. 3/2018, ΑΠ 474/2020). Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 42§1 του (νέου) ΠΚ ορίζεται: "Όποιος, έχοντας αποφασίσει να τελέσει έγκλημα, αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στο νόμο αξιόποινη πράξη, τιμωρείται, αν το έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε, με μειωμένη ποινή (άρθρο 83). Από τη διάταξη αυτή, με τη νέα της διατύπωση, κατά την οποία δεν υπάρχει ουσιώδης μεταβολή ως προς την ερμηνεία του όρου της αρχής εκτέλεσης του προϊσχύσαντος ΠΚ, συνάγεται ότι για την ύπαρξη απόπειρας απαιτείται πράξη, την οποία επιχειρεί ο δράστης με το δόλο τέλεσης ορισμένου εγκλήματος, η οποία περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος αυτού. Ως τέτοια θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη, με την οποία αρχίζει να πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και η οποία, αν δεν ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο, οδηγεί αναμφισβήτητα στην πραγμάτωση αυτού ή τελεί σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται ως τμήμα αυτής (ΑΠ 441/2020). Στο έγκλημα της κατάχρησης ανηλίκου, για να υπάρχει απόπειρα, πρέπει να μην έχει πραγματωθεί ένα τουλάχιστον από τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και αρκεί να έχει γίνει έναρξη της προσπάθειας για ικανοποίηση ή για διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη, με το σκοπό εξαναγκασμού του νεότερου των δεκαπέντε ετών ανηλίκου σε ανοχή ή επιχείρηση γενετήσιας πράξης, η οποία, όμως, δεν πραγματώθηκε από άλλα περιστατικά, τυχαία και ανεξάρτητα από τη θέληση του δράστη. Από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ προκύπτει ότι υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτό, αλλά πρέπει με βεβαιότητα να προκύπτει ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ακόμη, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί, κατά το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εσφαλμένη όμως, εφαρμογή συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης υπ' αριθμόν 207-208/2019 απόφασης, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, κήρυξε ένοχο, κατά πλειοψηφία (6-1) τον κατηγορούμενο, ήδη αναιρεσείοντα για τις αξιόποινες πράξεις: α) της κατάχρησης ανηλίκου κατ'εξακολούθηση τετελεσμένης και σε απόπειρα με ανήλικο που είχε συμπληρώσει τα δεκατέσσερα έτη (άρθρο 342§1, περ.γ ΠΚ), β) της τέλεσης γενετήσιας πράξης με ανήλικο που είχε συμπληρώσει τα δεκατέσσερα, αλλά όχι και τα δεκαπέντε έτη (άρθρο 339§1, περ.γ ΠΚ), και γ)της προσβολής αιδούς ανηλίκου (άρθρο 342§2 ΠΚ), και αφού προέβη στην απαλειφή ως προς την τελευταία αυτή πράξη της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης αυτής από εκπαιδευτικό, κατ' εφαρμογή της ισχύουσας από 1-7-2019 σχετικής διάταξης του ΠΚ, επέβαλε στον κηρυχθέντα ένοχο αναιρεσείοντα συνολική ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών και οκτώ (8) μηνών. Όπως δε προκύπτει από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρακτικά της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που εξέδωσε αυτή, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των λεπτομερώς κατ' είδος αναφερομένων στο προοίμιο του σκεπτικού της αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος είναι καθηγητής αγγλικής γλώσσας και το έτος 2010 προσλήφθηκε από τους γονείς του τότε ανήλικου, γεννηθέντος την ..., εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος Μ. Γ., προκειμένου να παραδίδει ο' αυτόν ιδιαίτερα κατ' οίκον μαθήματα αγγλικής γλώσσας, αφού ο κατηγορούμενος υπήρξε καθηγητής αγγλικών και του κατά πέντε έτη μεγαλύτερου γιου τους Α.. Ο κατηγορούμενος παρέδιδε μαθήματα τρεις φορές την εβδομάδα στην οικία του ανηλίκου, επί της οδού ... αριθ. ... στο ..., όπου ο τελευταίος διέμενε μαζί με τη μητέρα του, καθώς οι γονείς του ήταν χωρισμένοι, ενώ ο αδελφός του Α. έλειπε για σπουδές στην .... Στην αρχή η συμπεριφορά του κατηγορουμένου προς τον ανήλικο Μ. ήταν φυσιολογική. Από τον Δεκέμβριο όμως του έτους 2011, όταν ο Μ. ήταν μαθητής της Β' Γυμνασίου, και μέχρι τον Δεκέμβριο του έτους 2012, κατά τη διάρκεια των μαθημάτων, που του παρέδιδε, εκμεταλλευόμενος ο κατηγορούμενος την σύμφυτη με την ανηλικότητα απειρία του πολιτικώς ενάγοντος περί τη γενετήσια ζωή άρχισε επίμονα να ρωτά τον άνω ανήλικο εάν του αρέσουν ερωτικά οι κοπέλες, εάν έχει προχωρήσει σεξουαλικά τη σχέση του με κοπέλα, εάν έχει σχέση με αγόρια, εάν τα σκέφτεται, εάν βλέπει ταινίες με ερωτικές σκηνές μεταξύ αντρών. Επίσης, κατά τη διάρκεια των μαθημάτων ο κατηγορούμενος έκανε φιλοφρονήσεις για το σώμα του ανηλίκου, ρωτώντας τον εάν του έχουν ξαναπεί ότι έχει πολύ ωραίο σώμα, καθώς ασχολούταν με τον αθλητισμό, εάν έχει "πάει" με άντρα και εάν στο δρόμο που περπατά "του την πέφτουνε", ενώ του δήλωσε ότι του αρέσει ερωτικά και του πρότεινε να βγάλει τη μπλούζα και το παντελόνι του με τη πρόφαση να δει το σώμα του, που ήταν γυμνασμένο, και επίσης του πρότεινε να το φωτογραφήσει, προσβάλλοντας με τις άνω πράξεις που αφορούν τη γενετήσια ζωή την αιδώ του άνω ανηλίκου, καθώς αυτός αισθανόταν ντροπή και αμηχανία. Με τις άνω πράξεις του, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 342 παρ. 2 ΚΠΔ εις βάρος του ως άνω ανηλίκου, τον οποίο του είχαν εμπιστευθεί οι γονείς του για να τον επιβλέπει προσωρινά, χωρίς την επιβαρυντική περίπτωση ότι τελέστηκε από εκπαιδευτικό που παραδίδει μαθήματα στον ανήλικο, μετά την ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα από 1.7.2019 (άρθρ. 342 παρ. 2 ΠΚ σε συνδ. με άρθρο 2 του ΓΊΚ). Ήδη, όμως από τον Σεπτέμβριο του έτους 2012, ενώ ο πολιτικώς ενάγων ήταν μαθητής της Γ Γυμνασίου, είχε δε συμπληρώσει τα δεκατέσσερα, όχι όμως και τα δεκαοκτώ έτη της ηλικίας του, και μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου του έτους 2012, οπότε ο τελευταίος έδωσε εξετάσεις για την απόκτηση του πτυχίου Lower του πανεπιστημίου Cambridge στην αγγλική γλώσσα, ακολούθως δε από τον Φεβρουάριο του έτους 2013 έως τον Μάιο του έτους 2013 - οπότε μετά την αποτυχία του στις εξετάσεις του Δεκεμβρίου του έτους 2012 για τη λήψη του άνω πτυχίου, αυτός έδωσε για δεύτερη φορά εξετάσεις τον Μάιο του έτους 2013, περιορίζοντας όμως πλέον τα ιδιαίτερα μαθήματα σε μία φορά την εβδομάδα - εκμεταλλευόμενος την εμπιστοσύνη των γονέων του, που του τον είχαν εμπιστευθεί για να τον επιβλέπει προσωρινά κατά τη διάρκεια παραδόσεως των μαθημάτων της αγγλικής γλώσσης την ευάλωτη θέση, τη ντροπή και τον φόβο του ανήλικου ν' αποκαλύψει τα όσα υφίσταται, αλλά και την απομόνωσή τους στο δωμάτιο του τελευταίου ή του αδελφού του, όπου του παρέδιδε τα μαθήματα, πολλές φορές και την απουσία της μητέρας του από το σπίτι, ο κατηγορούμενος ενήργησε γενετήσιες πράξεις με τον άνω ανήλικο, τον οποίο του είχαν εμπιστευτεί για να τον επιβλέπει προσωρινώς και συγκεκριμένα, σταδιακά άρχισε να τον αγγίζει και τον θωπεύει στα χέρια, τα πόδια, τη θωρακική χώρα και τα γεννητικά όργανα, άλλοτε του έβγαζε τα ρούχα και έγλυφε τα γεννητικά του όργανα, άλλοτε με το ένα χέρι τον θώπευε σε όλο του το σώμα και με το άλλο αυνανιζόταν, άλλοτε έπαιρνε το χέρι του και το ακουμπούσε στα γεννητικά του όργανα, θίγοντας αντικειμενικά το αίσθημα της αιδούς και των ηθών, με σκοπό την ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη. Επίσης, σε χρόνο που δεν κατέστη δυνατό να προσδιοριστεί ειδικότερα από τις αποδείξεις, αλλά πάντως κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, εκμεταλλευόμενος ο κατηγορούμενος την απουσία της μητέρας του από το σπίτι, επιχείρησε να ενεργήσει πράξεις γενετησίου χαρακτήρα με τον άνω ανήλικο, καθώς τον έριξε στο κρεβάτι και έπεσε πάνω του, πλην όμως δεν ολοκλήρωσε την πράξη του όχι από δική του βούληση, αλλά επειδή ο παθών αντιστάθηκε φωνάζοντας και κατάφερε να του ξεφύγει και αναγκάστηκε ο κατηγορούμενος να αναχωρήσει υπό τον φόβο ότι θα αποκαλυφθεί από τις φωνές του ανηλίκου. Με τις εν λόγω πράξεις του, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ο κατηγορούμενος τέλεσε και στην τελευταία περίπτωση επιχείρησε να τελέσει πράξη, η οποία περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, η ενέργεια του δε αυτή δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική του βούληση αλλά από εμπόδια εξωτερικά (σε απόπειρα), την αξιόποινη πράξη της κατάχρησης ανηλίκου, που συμπλήρωσε το 14ο της ηλικίας του αλλά όχι το 18° έτος της ηλικίας του, καθώς την ηλικία του τελευταίου ο κατηγορούμενος αναμφίβολα γνώριζε, χωρίς την επιβαρυντική περίπτωση ότι τελέστηκε από εκπαιδευτικό που παραδίδει μαθήματα στον ανήλικο (άρθρο 342 παρ. 1. περ. β' ΠΚ και σε συνδ. με άρθρο 42 του ΠΚ). Τέλος, με τις προπεριγραφόμενες παραπάνω γενετήσιες πράξεις, που επιχείρησε ο κατηγορούμενος με τον άνω ανήλικο παθόντα κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο του έτους 2012 έως και τις αρχές Δεκεμβρίου του έτους 2012 και από 1-2-2013 έως 21-2-2013, ενώ δηλαδή ο τελευταίος είχε μεν συμπληρώσει το 14° όχι όμως το 15° έτος της ηλικίας του (καθώς γεννήθηκε την ...), τέλεσε κατ' εξακολούθηση και την αξιόποινη πράξη της αποπλάνησης ανηλίκου που συμπλήρωσε το 14ο έτος της ηλικίας του όχι όμως το 15° έτος της ηλικίας του, την οποία ο κατηγορούμενος αναμφίβολα γνώριζε (άρθρο 339 παρ. 1 γ' του ΠΚ), η οποία, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη συρρέει αληθινά με την πράξη της κατάχρησης ανηλίκων, λόγω της ετερότητας και αυτοτέλειας των εννόμων αγαθών, που οι πράξεις αυτές προσβάλλουν, απορριπτομένου του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί ύπαρξης φαινομενικής συρροής μεταξύ των ανωτέρων εγκλημάτων. Ο τότε ανήλικος πολιτικώς ενάγων, λόγω της ταραχής, της συστολής και της ντροπής που βίωσε από τις άνω πράξεις του κατηγορουμένου, που προσέβαλαν τη γενετήσια αξιοπρέπειά του και ελευθερία του, υπό την έννοια της ελεύθερης διαμόρφωσης της γενετήσιας προσωπικότητάς του και λόγω της σχέσης, που τον συνέδεε με τον δράστη και του φόβου του ότι τα όσα συνέβησαν θα μπορούσαν να διαρρεύσουν στο ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον, δεν ήταν σε θέση να εκμυστηρευθεί τούτες σε κάποιο κοντινό του, οικογενειακό ή φιλικό, πρόσωπο. Ο ίδιος όμως προσπάθησε να ξεφύγει από την επιρροή του κατηγορουμένου, επιμένοντας να αλλάξει καθηγητή προκειμένου να συνεχίσει τα ιδιαίτερα μαθήματα για την απόκτηση του πτυχίου Lower, εκφράζοντας γενικά τη δυσαρέσκειά του για τον τελευταίο, και πείθοντας τη μητέρα του ότι άλλοι φίλοι του που έκαναν μαθήματα με άλλον καθηγητή πέτυχαν στις εξετάσεις, όπως και έγινε, καθώς από τον Σεπτέμβριο του έτους 2013 ξεκίνησε ιδιαίτερα μαθήματα κατ' οίκον με άλλον καθηγητή. Και μόνο όταν έμαθε τον Ιανουάριο του έτους 2014 ότι πέτυχε στις εξετάσεις του Δεκεμβρίου του έτους 2013 για την απόκτηση του άνω πτυχίου και μετά τις επίμονες ερωτήσεις της μητέρας του το βράδυ της 20ης Ιανουάριου του έτους 2014, η οποία αναζητούσε τον λόγο που είχε αποτύχει τις δύο προηγούμενες φορές (δηλαδή τον Δεκέμβριο του έτους 2012 και τον Μάιο του έτους 2013), της αποκάλυψε τα όσα έγιναν με τον κατηγορούμενο. Παρών στη συζήτηση ήταν και ο μεγαλύτερος αδελφός του, Α. Γ. , ο οποίος είπε ότι ο εξάδελφος του Α. Π., που είχε εμπειρικές γνώσεις ηλεκτρονικού υπολογιστή και γνώρισε μέσω της οικογένειας Γ. τον κατηγορούμενο, είχε δε επισκεφτεί την κατοικία του τελευταίου στις ..., προκειμένου να επιδιορθώσει κάποιο πρόβλημα του υπολογιστή του, του είχε αναφέρει πως παρατήρησε στον σκληρό δίσκο αυτού πολλά αρχεία, που παρέπεμπαν σε πορνογραφικό υλικό, όπως επίσης στον Internet Explorer είχε αποθηκευμένες διευθύνσεις πορνογραφικού περιεχομένου, διατηρώντας πρόσβαση στο Internet μέσω του κινητού του τηλεφώνου. Η μητέρα του παθόντος ανηλίκου, Π. Μ., τηλεφώνησε ταραγμένη στον κατηγορούμενο, ζητώντας του εξηγήσεις γι' αυτά που της είπε ο Μ. , κατηγορώντας τον "ότι τον χάιδευε και δεν έκανε ευπρεπή πράγματα", αλλά ο κατηγορούμενος τα αρνήθηκε, ισχυριζόμενος ότι (ο Μ. ) λέει ψέματα. Η Π. Μ. του απάντησε: "Ο Μ. δεν λέει ψέματα. Εγώ δεν σε πλήρωνα να κάνεις αυτά τα πράγματα, να του κάνεις σεξουαλική διαπαιδαγώγηση. Αυτά είναι αλλουνού δουλειά" και του είπε ότι θα τον καταγγείλει στην Αστυνομία. Ακολούθως η ίδια ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον πατέρα του ανηλίκου, Κ. Γ., ο οποίος επίσης τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο κατηγορώντας τον ότι "χούφτωσε" τον Μ. και εκείνος παραδέχθηκε ότι το έκανε μία μόνο φορά, όπως άλλωστε κατέθεσε και η μητέρα του (κατηγορουμένου) ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, ότι δηλαδή ο γιός της "παραδέχτηκε ότι τον χούφτωσε", αν και ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται πως παραδέχθηκε ότι του έπιασε μία φορά το πόδι του, διότι δήθεν ήταν πρησμένο. Αφού ο πατέρας του ανηλίκου έμαθε από τον ίδιο, που μετέβη στην κατοικία του μαζί με την πρώην σύζυγο του, σε ποιες πράξεις και χειρονομίες, που αφορούν στη γενετήσια ζωή του (ανηλίκου) είχε προβεί ο κατηγορούμενος, τηλεφώνησε εκ νέου στον τελευταίο και του είπε εξοργισμένος "θα το πληρώσεις ακριβά", ο δε κατηγορούμενος παρανόησε τούτη τη φράση, πιστεύοντας ότι ζητούσαν εμμέσως χρήματα για να μην τον καταγγείλουν και μάλιστα πρότεινε να τους επιστρέφει τα χρήματα που του έδιναν ως αμοιβή, πλην όμως ο Κ. Γ. του έκλεισε το τηλέφωνο και το επόμενο πρωί (21-12-2013) ο ανήλικος Μ. μετέβη με τους γονείς του στο ..., καταμηνύοντας τον κατηγορούμενο για τις άνω αξιόποινες πράξεις, που του αποδίδονται. Όλα τα παραπάνω προκύπτουν από την ανωμοτί κατάθεση στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου αυτού του ήδη ενηλικιωθέντος παθόντος και τις επ' ακροατήριο ένορκες καταθέσεις των γονέων του και τον εξαδέλφου του Α. Π., οι οποίες παρά τις όποιες μικρές αντιφάσεις σε σχέση με τις προανακριτικές τους καταθέσεις, που αφορούν όμως σε επουσιώδη ζητήματα, κρίνονται σαφείς, ειλικρινείς και κατηγορηματικές, ουδόλως δε αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης του κατηγορουμένου και δη του πατέρα του Κ. Κ. ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και της μητέρας του Ε. Κ. ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία μάλιστα κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος- γιός της "παραδέχτηκε ότι τον χούφτωσε", όπως προεκτέθηκε. Ενόψει δε όλων των προαναφερόμενων αποδεικτικών στοιχείων και ειδικότερα των παραπάνω καταθέσεων του παθόντος- πολιτικώς ενάγοντος, μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, δεν κρίνεται αναγκαία η μαρτυρία του αδελφού του κατηγορουμένου Α. Γ., η οποία δεν θα προσφέρει - προσθέσει, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου, κάτι περισσότερο στην αποδεικτική διαδικασία, από την οποίαν μπορεί να σχηματιστεί πλήρης δικανική πεποίθηση με βάση όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και το σχετικό αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης για αναβολή της δίκης προκειμένου να κληθεί ο τελευταίος και να καταθέσει ως μάρτυρας στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, πρέπει ν' απορριφθεί Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι οι προαναφερόμενες σε βάρος του κατηγορίες είναι ψευδείς και επινοήθηκαν από τους γονείς του ανηλίκου, οι οποίοι τον εκβίαζαν ότι θα τον καταγγείλουν στις αρχές αν δεν τους επέστρεφε τα χρήματα που του είχαν καταβάλει για τα ιδιαίτερα μαθήματα αμφοτέρων των τέκνων τους (Α. και Μ. ) και μάλιστα στο διπλάσιο. Ωστόσο, ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου αυτού ο συνήγορος υπεράσπισης του δήλωσε ότι δεν υπήρξε εκβιασμός από την πλευρά της οικογένειας του ανηλίκου. Σε κάθε δε περίπτωση δεν προέκυψε ότι οι γονείς του ως άνω παθόντος ήταν σε κακή οικονομική κατάσταση και χρειάζονταν άμεσα χρήματα και αντίστοιχα ότι ο κατηγορούμενος είχε τέτοια οικονομική ευχέρεια, ώστε να βρουν ένα εύκολο και κατά τ' άλλα αθώο θύμα να εκβιάσουν για να του αποσπάσουν χρήματα, επιπλέον δε εκτιμάται ότι η ηθική και κοινωνική τους συγκρότηση, όπως προέκυψε από τις επ' ακροατηρίω ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ενώπιον μας καταθέσεις τους, δεν θα τους επέτρεπε να εκθέσουν το παιδί τους σε τέτοιο βαθμό. Άλλωστε, αν οι γονείς του ανηλίκου ήθελαν να τον εκβιάσουν, θα είχαν διαπραγματευθεί με αυτόν το ποσό που ζητούσαν για να μην προβούν σε ψευδή σε βάρος του καταγγελία, αφήνοντας του χρόνο να το σκεφτεί και να συγκεντρώσει το εν λόγω ποσό και δεν θα προέβαιναν άμεσα την επόμενη ημέρα των άνω διηγήσεων του παθόντος ανηλίκου και της τηλεφωνικής τους επικοινωνίας με τον κατηγορούμενο στην καταγγελία του τελευταίου στην Αστυνομία, Τέλος, παντελώς αβάσιμος κρίνεται και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, που προβλήθηκε δια του συνηγόρου του ότι ο τότε ανήλικος παθών επινόησε τις άνω κατηγορίες προκειμένου να δικαιολογήσει τον εαυτό του στους γονείς του για τις δύο επανειλημμένες αποτυχίες του στις εξετάσεις Lower, όσο δηλαδή ο ίδιος ο κατηγορούμενος υπήρξε καθηγητής του στην αγγλική γλώσσα, αφού ο ανήλικος διηγήθηκε στη μητέρα του τα συμβάντα, αφού ήδη είχε πετύχει στις εξετάσεις {την τρίτη φορά) και έλαβε το άνω πτυχίο του και συνεπώς ουδέν λόγο είχε (φόβο ή αίσθημα αποτυχίας) έναντι των γονέων του ώστε να επινοήσει τέτοιες βαριές κατηγορίες σε βάρος του κατηγορουμένου. Ακόμη, στην από 20-1-2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ψυχολόγου - παιδοψυχολόγου Ε. Σ., που διορίστηκε ως πραγματογνώμων και παρέστη κατά τη λήψη της κατάθεσης του ανήλικου Μ. Γ. ενώπιον της Γ' Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, δεν διαπιστώνονται κάποιο στοιχεία ψυχοπαθολογίας του ανηλίκου. Αντιθέτως, βεβαιώνεται ότι η σκέψη και ο λόγος του ανηλίκου ήταν οργανωμένα, όπως και η εκφορά του λόγου του, ότι ο νεαρός δεν δίστασε να απαντήσει και στις πιο προσωπικές ερωτήσεις, που του απευθύνονταν, περιέγραφε με ηρεμία τα γεγονότα και τα εξέθεσε καθαρά και διαδοχικά, συμπληρώνοντας την κατάθεσή του με ημερομηνίες, γεγονότα και πρόσωπα και διατηρώντας βλεμματική επαφή με την ίδια και την άνω Πταισματοδίκη, φαινόταν δε ότι ο Μ. είχε αναστατωθεί αρκετά τον καιρό που εκτυλίσσονταν τα γεγονότα της υπόθεσης, ότι η ψυχική του κατάσταση πέρασε διάφορα στάδια και ο ίδιος δοκίμασε τρόπους για την αντιμετώπιση της αναστάτωσής του και τον χειρισμό της κατάστασης και του εμπλεκομένου μέχρι που κατάφερε να συγκροτηθεί και να φτάσει στη σήμερον όπου τολμά και μιλά για όλα αυτά, που έγιναν, ανοιχτά, όσο δύσκολο κι αν του είναι να τα φέρνει πάλι στο μυαλό και την καθημερινότητά του. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος όλων των προαναφερόμενων αξιόποινων πράξεων, κατά την άποψη της πλειοψηφίας και κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό".
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο κατά πλειοψηφία (6-1), αναγνωρίζοντας ομόφωνα τη συνδρομή στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84§2 ε'ΠΚ και απορρίπτοντας κατά πλειοψηφία (6-1) το αίτημα περί αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84§2 α' ΠΚ, του ότι: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον παραπάνω κατηγορούμενο κατά πλειοψηφία [6-1] ένοχο του ότι: α) στο ... κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του έτους 2012 έως και το Μάιο του έτους 2013 σε μη επακριβώς προσδιορισμένο χρόνο με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος τέλεσε και σε άλλη περίπτωση επιχείρησε να τελέσει πράξη, η οποία περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, η ενέργεια του δε αυτή δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική του βούληση αλλά από εμπόδια εξωτερικά και συγκεκριμένα ενήργησε γενετήσιες πράξεις και σε άλλη περίπτωση επιχείρησε να ενεργήσει γενετήσιες πράξεις με ανήλικο, τον οποίο του είχαν εμπιστευτεί για να τον επιβλέπει προσωρινώς και ο οποίος είχε συμπληρώσει τα δεκατέσσερα έτη της ηλικίας του όχι όμως και τα δεκαοκτώ έτη της ηλικίας του. Ειδικότερα, στην οικία του παθόντος Μ. Γ. του Κ., γεννηθέντος την ..., επί της οδού ... αριθμ. ... στο ..., ενώ οι γονείς του ως άνω ανηλίκου είχαν εμπιστευθεί την επίβλεψη προσωρινώς αυτού στον κατηγορούμενο, ο τελευταίος, ο οποίος του παρέδιδε ως καθηγητής αγγλικής γλώσσας ιδιαίτερα μαθήματα αγγλικής γλώσσας τρεις φορές τη εβδομάδα, κατά τη διάρκεια των μαθημάτων άλλοτε άγγιζε και θώπευε τον ως άνω παθόντα στα χέρια, τα πόδια, τη θωρακική χώρα και τα γεννητικά όργανα, άλλοτε του έβγαζε τα ρούχα και έγλυφε τα γεννητικά του όργανα, άλλοτε με το ένα χέρι του θώπευε σε όλο του το σώμα και με το άλλο αυνανιζόταν, άλλοτε έπαιρνε το χέρι του και το ακουμπούσε στα γεννητικά του όργανα και σε μία περίπτωση, αφού τον έριξε στο κρεβάτι και έπεσε πάνω του, επιχείρησε να ενεργήσει σε αυτόν γενετήσια πράξη, πλην όμως δεν ολοκλήρωσε την πράξη του όχι από δική του βούληση αλλά επειδή ο παθών αντιστάθηκε. β)Στο ... στις αρχές Δεκεμβρίου του έτους 2012 και από 1-2-2013 έως 21-2-2013, σε μη επακριβώς προσδιορισμένο χρόνο, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος ενήργησε γενετήσιες πράξεις με ανήλικο, ο οποίος είχε συμπληρώσει τα δεκατέσσερα έτη της ηλικίας του όχι όμως και τα δεκαπέντε έτη της ηλικίας του. Ειδικότερα, στην οικία του παθόντος Μ. Γ. τού Κ. (γεννηθέντος την ...), επί της οδού ... αριθ. ... στο ..., ως καθηγητής αγγλικής γλώσσας ενήργησε γενετήσιες πράξεις, όπως αυτές περιγράφονται στην υπό στοιχείο α) πράξη με τον προαναφερθέντα παθόντα, ήτοι πρόσωπο που είχε συμπληρώσει τα δέκα τέσσερα όχι όμως και τα δέκα πέντε έτη, τον οποίον του είχαν εμπιστευθεί για να τον επιβλέπει και γ) Στο ... κατά το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο του έτους 2011 έως και το Δεκέμβριο του έτους 2012 σε μη επακριβώς προσδιορισμένο χρόνο με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος απηύθυνε προτάσεις γενετήσιου χαρακτήρα σε ανήλικο, τον οποίο του είχαν εμπιστευθεί για να τον επιβλέπει προσωρινώς. Ειδικότερα, στην οικία του παθόντος Μ. Γ. του Κ. (γεννηθέντος την ...), επί της οδού ... αριθ. ... στο ..., ενώ οι γονείς του ως άνω ανηλίκου είχαν εμπιστευθεί την επίβλεψη προσωρινώς αυτού στον κατηγορούμενο, ο τελευταίος, ο οποίος του παρέδιδε ως καθηγητής αγγλικής γλώσσας ιδιαίτερα μαθήματα αγγλικής γλώσσας τρεις φορές την εβδομάδα, κατά τη διάρκεια των μαθημάτων επίμονα ρωτούσε τον ανωτέρω ανήλικο εάν του αρέσουν ερωτικά οι κοπέλες, εάν έχει προχωρήσει σεξουαλικά τη σχέση του με κοπέλα, εάν έχει σχέση με αγόρια, εάν σκέφτεται τα αγόρια, εάν βλέπει ταινίες με ερωτικές σκηνές μεταξύ αντρών, εάν του έχουν ξαναπεί ότι έχει πολύ ωραίο σώμα, εάν έχει "πάει" με άντρα και εάν στο δρόμο που περπατά "του την πέφτουνε", ενώ το δήλωσε ότι του αρέσει ερωτικά και του ζήτησε να του δείξει το σώμα του και να το φωτογραφήσει".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 2, 14§1,18 εδ.α, 26§1 εδ.α', 27§1 εδ.α', 42, 51, 52, 60, 79, 82, 83, 84 § 2 εδ. ε', 339 §1,περ.γ, 342§§1 εδ.γ' και 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, για την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος, εκτίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, ενώ παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, (ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος-ήδη υποστηρίζοντος την κατηγορία, ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, αναγνωσθέντα πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, της από 20-1-2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της παιδοψυχολόγου Ε. Σ.), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν παραπάνω στα οποία θεμελίωσε την καταδικαστική του κρίση. Περαιτέρω, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης με την προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια προσδιορίζονται, εξειδικεύονται κι αιτιολογούνται οι γενετήσιες πράξεις τις οποίες τέλεσε ή επιχείρησε να τελέσει ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων με τον ανήλικο παθόντα, οι ειδικές περιστάσεις υπό τις οποίες αυτές έλαβαν χώρα στις οποίες θεμελιώνεται η κρίση του Δικαστηρίου ότι επρόκειτο για πράξεις με έντονο γενετήσιο χαρακτήρα, που κατέτειναν στη διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του και προσέβαλαν, αφενός, την αγνότητα και την αιδώ της παιδικής ηλικίας του παθόντος ανηλίκου και την ακώλυτη γενετήσια εξέλιξή του και τέλος η ηλικία του παθόντος ανηλίκου, γεννηθέντος την ..., ο οποίος κατά το χρόνο τέλεσης των σε βάρος του πράξεων, εντασσόμενων στο χρονικό διάστημα από μήνα Δεκέμβριο του έτους 2011 και μέχρι το μήνα Μάϊο του έτους 2013 - ήταν μαθητής της Β'Τάξης Γυμνασίου το Δεκέμβριο του έτους 2011 και της Γ' τάξης Γυμνασίου από Σεπτέμβριο 2012- δηλαδή, είχε συμπληρώσει (στις 21-2-2013) τα δεκατέσσερα έτη της ηλικίας του, όχι όμως και τα δεκαπέντε και ότι την ηλικία του αυτή γνώριζε ο κατηγορούμενος, αφού ως καθηγητής αγγλικής γλώσσας προσελήφθη από τους γονείς του ανηλίκου για να παραδίδει σ' αυτόν ιδιαίτερα μαθήματα κατ' οίκον, γνωρίζοντας καλά το γεγονός ότι ήταν μαθητής της Γ'Τάξης Γυμνασίου και την ηλικία του, την οποίαν άλλωστε γνώριζε και πριν την έναρξη των προς αυτόν μαθημάτων, καθόσον ο ίδιος είχε παραδώσει μαθήματα και στον κατά πέντε χρόνια μεγαλύτερο αδελφό του (παθόντος), Α., όπως χαρακτηριστικά αναγράφεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Ενόψει τούτων, η αναφορά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ως χρόνου τέλεσης της πράξης της προσβολής αιδούς ανηλίκου (άρθρο 342§2 ΠΚ), το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο του έτους 2011 έως και Δεκέμβριο του έτους 2012, της κατάχρησης ανηλίκου (άρθρο 342§1, περ.γ ΠΚ) κατ' εξακολούθηση τετελεσμένης και σε απόπειρα, το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο του έτους 2012
μέχρι Μάϊο του έτους 2013 και της πράξης της αποπλάνησης ανηλίκου (άρθρο 339§1, περ.γ ΠΚ) το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο του έτους 2012 μέχρι 21-2-2013, ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση προκαλεί σε σχέση με τα κατά τα προαναφερόμενα, αναγραφόμενα στο σκεπτικό, στο οποίο οριοθετείται χρονικά εντός του διαστήματος από Δεκέμβριο του έτους 2011 μέχρι Μάϊο του έτους 2013 η όλη ποινικά αξιολογούμενη συμπεριφορά του κατηγορούμενου και ακολούθως, ανάλογα με τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, προσδιορίζεται ακριβέστερα το χρονικό διάστημα, εντός του οποίου τελέστηκε κάθε αξιόποινη πράξη, κατά τις διακρίσεις που συνδέονται με την ηλικία του παθόντος, ως κρίσιμου στοιχείου από άποψη προβλεπόμενης στο νόμο ποινής για κάθε επιμέρους πράξη, που όμως, στην κρινόμενη υπόθεση δεν επιδρά στον ποινικό χαρακτηρισμό των πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, όπως αβασίμως υποστηρίζεται από τον αναιρεσείοντα, καθόσον η μεν πράξη της κατάχρησης ανηλίκου έχει κακουργηματικό χαρακτήρα, ανεξάρτητα από την ηλικία του παθόντος, η δε πράξη της αποπλάνησης ανηλίκου συμπληρώσαντος τα δεκατέσσερα έτη, όπως και η πράξη της προσβολής αιδούς ανηλίκου έχουν πλημμεληματικό χαρακτήρα. Επιπρόσθετα, πρέπει να σημειωθεί ότι ο προσδιορισμός στο διατακτικό ως χρόνου τέλεσης της πράξης της αποπλάνησης ανηλίκου το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο του έτους 2012 μέχρι 21-2- 2013, οφείλεται στο γεγονός ότι ενόψει της ημερομηνίας γέννησης του ανηλίκου παθόντος που είναι, όπως προαναφέρθηκε η ..., ο τελευταίος, κατά την ως άνω ημεροχρονολογία (21-2-2013), συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα, αλλά όχι και τα δεκαπέντε έτη και η ως άνω οριοθέτηση γίνεται προς κατάδειξη της πλήρωσης του απαιτούμενου από το νόμο ως άνω όρου, αφού πρόκειται για έλασσον χρονικό διάστημα που περιλαμβάνεται στο μείζον, το οποίο φθάνει μέχρι και το μήνα Μάϊο του ίδιου έτους. Εξάλλου, προκειμένου περί πράξεων που φέρονται τελεσθείσες κατ' εξακολούθηση, ουδεμία επιρροή ασκεί ο αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι εντός του ως άνω επίδικου χρονικού διαστήματος παρέδωσε στον ανήλικο μόνον τέσσερεις φορές ιδιαίτερα μαθήματα τα δύο μέχρι την 29-11-2012 και τα άλλα δύο εντός του Μαϊου του έτους 2013, καθόσον και βάσιμος υποτιθέμενος ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν αναιρεί τα στοιχειοθετούντα την καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά. Επομένως, το δικάσαν Δικαστήριο, με τις αναφερθείσες παραπάνω αναλυτικές και σαφείς παραδοχές του που αποτελούν την κύρια αιτιολογία της απόφασης σχετικά με την ενοχή του αναιρεσείοντος, απήντησε αιτιολογημένα και στον ως άνω αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό αυτού, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω έρευνα των επικληθέντων από αυτόν σχετικών πραγματικών περιστατικών και υπό το πρίσμα των ρυθμίσεων του νέου ΚΠΔ, κατά το άρθρο 171§2 αυτού από τις οποίες συνάγεται ότι οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί εξακολουθούν λόγω της φύσης τους ως συνδεόμενοι με στοιχεία τόσο της αντικειμενικής, όσο και της υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης που εκδικάζεται, να αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή, εντασσόμενοι στην κεντρική αρχή της αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας και στη θεμελίωση σ' αυτή της τελικής κρίσης του Δικαστηρίου, με μια ευρύτερη έρευνα κάθε αποδεικτικού στοιχείου, μόνον όμως όταν αυτή απαιτείται, περίπτωση που ενόψει των προαναφερομένων, δεν συντρέχει στην κρινόμενη υπόθεση. Περαιτέρω δε, από τις ίδιες ως άνω σαφείς παραδοχές του δικάσαντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, προκύπτει το αβάσιμο του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι το δίκασαν Δικαστήριο απέρριψε σιωπηρά, χωρίς οποιαδήποτε έρευνα και χωρίς αιτιολογία τον ως άνω αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό του στερώντας του το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, ενώ εξάλλου δεν υπήρξε περίπτωση άρνησης εκ μέρους του Δικαστηρίου άσκησης νόμιμου υπερασπιστικού δικαιώματος του κατηγορούμενου ή παράλειψής του να αποφανθεί σχετικά με συγκεκριμένο ισχυρισμό του. Πέραν τούτων, όσο αφορά την αιτίαση του αναιρεσείοντος, περί εσφαλμένης ερμηνείας των διατάξεων των άρθρων 342 και 42 του ΠΚ, από το δικάσαν Δικαστήριο, με την παραδοχή ότι η αναγραφόμενη στο σκεπτικό φράση "τον έριξε στο κρεβάτι και έπεσε πάνω του" εσφαλμένα υπήχθη στην έννοια της απαιτούμενης για τη στοιχειοθέτηση της πράξης της κατάχρησης ανηλίκου σε απόπειρα, αρχής εκτέλεσης, αυτή κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη, ενόψει του ότι η υπό τις περιγραφείσες στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περιστάσεις λαβούσα χώρα ενέργεια του αναιρεσείοντος- κατηγορούμενου προς τον ανήλικο, που αποδίδεται με την ανωτέρω επίμαχη φράση, προφανώς καταδεικνύει αφενός μεν έναρξη της προσπάθειας αυτού για εξαναγκασμού του ανηλίκου σε ανοχή ή επιχείρηση γενετήσιας πράξης, με σκοπό τη διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του, η οποία, όμως, δεν πραγματώθηκε ακριβώς επειδή, κατά την σχετική σαφή και αναλυτική περιγραφή της προσβαλλόμενης απόφασης "ο παθών αντιστάθηκε φωνάζοντας και κατάφερε να του ξεφύγει". Κατ' ακολουθίαν τούτων, απορριπτέοι ως αβάσιμοι κρίνονται οι θεμελιούμενοι στη διάταξη του άρθρου 510§1 στοιχ. Α, Δ' και Ε' του ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333§2, 358, 362 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορούμενου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171§ 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον από το άρθρο 510§ 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις παρατηρήσεις του για το αποδεικτικό αυτό μέσο και παραβιάζονται οι αρχές περί προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και κατ' αντιμωλίαν διεξαγωγής της δίκης, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, οπότε δημιουργείται και ο από το άρθρο 510§1 στοιχ.Γ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Από την άποψη αυτή στην έννοια του εγγράφου περιλαμβάνονται και οι προανακριτικές και οι ανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων. Η ως άνω όμως, ακυρότητα, αποτρέπεται εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν πρόκειται για έγγραφα των οποίων το περιεχόμενο προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα λ.χ. από κατάθεση μάρτυρα ή από άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του την κατηγορία και μέσω των αναγνωσθέντων εγγράφων γνωρίζει και το περιεχόμενο των μη αναγνωσθέντων ομοίων τους, ώστε να αντιτάξει την υπεράσπισή του και να ασκήσει τα κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ υπερασπιστικά δικαιώματά του ή όταν αναφέρονται απλώς διηγηματικά στο αιτιολογικό της απόφασης, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν Δικαστήριο της ουσίας, οδηγήθηκε στην κατά τα αναφερόμενα παραπάνω καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, ενεργώντας στα πλαίσια των οριζόμενων στις διατάξεις των άρθρων 177 και 178 του ΚΠΔ, αρχών της ηθικής απόδειξης και θεμελίωσε αυτή λαμβάνοντας υπόψη και συνεκτιμώντας τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρονται στο προοίμιο του σκεπτικού, όπως δε χαρακτηριστικά αναγράφεται σ' αυτό (28η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης): "Ολα τα παραπάνω προκύπτουν από την ανωμοτί κατάθεση στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου αυτού του ήδη ενηλικιωθέντος παθόντος και τις επ' ακροατήριο ένορκες καταθέσεις των γονέων του και του εξαδέλφου του Α. Π., οι οποίες παρά τις όποιες μικρές αντιφάσεις σε σχέση με τις προανακριτικές τους καταθέσεις, που αφορούν όμως, σε επουσιώδη ζητήματα, κρίνονται σαφείς, ειλικρινείς και κατηγορηματικές, ουδόλως δε αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης του κατηγορουμένου και δη του πατέρα του Κ. Κ. ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και της μητέρας του Ε. Κ. ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία μάλιστα κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος - γιός της "παραδέχτηκε ότι τον χούφτωσε", όπως προεκτέθηκε". Καταδεικνύεται δε με σαφήνεια από την προπαρατεθείσα παραδοχή ότι οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα προανακριτικές καταθέσεις του παθόντος, των γονέων του Κ. και Ε. Κ. και του εξαδέλφου του (παθόντος) Α. Π., οι οποίες πράγματι δεν αναγνώστηκαν ούτε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ούτε σε αυτό του Δευτεροβάθμιου (άρθρα 357 § 4 εδ.β,γ του ΚΠΔ), δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικάσαν Δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίσης του και η αναφορά αυτών στην παραπάνω αιτιολογία της απόφασης, γίνεται διευκρινιστικά υπό την έννοια ακριβώς της μη αποδεικτικής τους αξιοποίησης από το Δικαστήριο, αν και κρίθηκε ότι δεν έρχονται σε αντίφαση, παρά μόνο σε επουσιώδη ζητήματα, με τις δοθείσες στο ακροατήριο καταθέσεις των ίδιων ως άνω προσώπων, οι οποίες και μόνον θεμελίωσαν την καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επήλθε, ούτε παραβίαση της δημοσιότητας της δίκης, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αφού ο παρασταθείς στο ακροατήριο εκπροσωπώντας αυτόν συνήγορος του γνώριζε το περιεχόμενο των καταθέσεων στις οποίες το Δικαστήριο θεμελίωσε την καταδικαστική του κρίση και μπορούσε να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ απορρέοντα δικαιώματά του, τα οποία ουδόλως αυτός στερήθηκε. Κατ' ακολουθία τούτων, ο από τη διάταξη του άρθρου 510§ 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω λήψης υπόψη προανακριτικών καταθέσεων, χωρίς να έχουν αναγνωσθεί, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, η κατά τα αναφερόμενα παραπάνω προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης η οποία πρέπει να υπάρχει ως προς την κατηγορία, επιβάλλεται να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171§2 και 333§2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός περί συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84§2 του ΠΚ, αφού σε περίπτωση αναγνώρισής της επιβάλλεται ποινή μειωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 83 του αυτού Κώδικα, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί σε διαφορετική περίπτωση ιδρύεται ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 171§2 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ) και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510§ 1 στοιχ. Β' του ίδιου ως άνω Κώδικα. Ως ελαφρυντικές δε περιστάσεις θεωρούνται, κατά τη διάταξη του άρθρου 84§2 του κυρωθέντος με το Ν.4619/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 (άρθρο δεύτερο του ως άνω νόμου) ΠΚ, μεταξύ άλλων και η υπό στοιχείο α' του ως άνω άρθρου, που συνίσταται στο "ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα". Υπό την ισχύ λοιπόν, από 1-7-2019 της νέας αυτής ρύθμισης του ΠΚ, που είναι προφανώς επιεικέστερη της προϊσχύσασας και κατά τα αναγραφόμενα χαρακτηριστικά στην σχετική αιτιολογική έκθεση (σελ.3, 6 και 22)"Αντί του απροσδιόριστου κριτηρίου της "έντιμης" ζωής του προϊσχύσαντος ΠΚ, υιοθετήθηκε το ορθολογικότερο και δεκτικό βεβαίωσης κριτήριο της "νόμιμης" ζωής, ώστε να διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα και η ασφαλής διαπίστωση εκείνου, το οποίο είναι νομικώς κρίσιμο στο κράτος δικαίου, στο οποίο ο υπεύθυνος πολίτης είναι ελεύθερος να διάγει όπως ο ίδιος κρίνει, οφείλοντας μόνο, να συμμορφώνεται στο νόμο, μη απαιτουμένης πλέον της εκπλήρωσης ηθικών καθηκόντων, που έχει φυσικοδικαιϊκό χαρακτήρα, ασυμβίβαστο με τη θετικότητα του ποινικού δικαίου, απλά επιδεικνύοντας διαρκή σεβασμό στα προστατευόμενα στο κράτος δικαίου έννομα αγαθά, τα οποία αποτελούν το περιεχόμενο αυτού, σύμφωνα με την συνταγματικά κατοχυρωμένη "αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου", δια της οποίας αναδεικνύεται η διαλεκτική σχέση και το αδιαίρετο της προσωπικής ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Έτσι, όταν ο κατηγορούμενος δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη ή έχει μεν καταδικαστεί, αλλά για ελαφρό πλημμέλημα, είναι ανεπίτρεπτο να ελέγχεται η κατά το Σύνταγμα (άρθρο 9§1 εδ.β')" απαραβίαστη" προηγούμενη ατομική και οικογενειακή του ζωή, ενώ το δικάζον Δικαστήριο για να αναγνωρίσει την συνδρομή της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περίστασης οφείλει να διαπιστώσει το σύννομο βίο του δράστη, διαγιγνώσκοντας στο πρόσωπο του το διαρκή σεβασμό του στα παραπάνω έννομα αγαθά και δικαιούμενο να ελέγξει μόνο τις περιστάσεις τέλεσης της εκδικαζόμενης αξιόποινης πράξης, στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 177 και 178 ΚΠΔ, με τις οποίες διασαφηνίζεται η υποχρέωση του Δικαστηρίου να εξετάζει και μάλιστα αυτεπαγγέλτως, χωρίς δέσμευση από νομικούς κανόνες κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητα του κατηγορουμένου και επηρεάζει την επιμέτρηση της ποινής. Υπό την έννοια αυτή, η σύννομη ζωή του υπαιτίου αποδεικνύεται πρωτίστως με την απουσία από το ποινικό του μητρώο καταδικαστικών δικαστικών αποφάσεων, του λευκού ποινικού του μητρώου συνιστώντος αναμφίβολα ενός ισχυρού (μαχητού) τεκμηρίου για την ύπαρξη προηγούμενης σύννομης ζωής, χωρίς όμως, τούτο να αποτελεί και το μοναδικό κριτήριο για την ουσιαστική αξιολόγηση του σύννομου, αφού, κατά τα προηγουμένως εκτιθέμενα η σύννομη ζωή δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο, αλλά με τον πραγματικό σεβασμό των κατά τα ως άνω προστατευόμενων στο κράτος δικαίου εννόμων αγαθών, του δικαστού δυναμένου να κρίνει σχετικά μέσα στα πλαίσια που ορίζονται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 177 και 178 του ΚΠΔ (ΑΠ 95/2020, 905/2020) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης του Δικαστηρίου, ζήτησε και έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορούμενου και ανέπτυξε προφορικά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί αναγνώρισης στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών περιστάσεων του πρότερου σύννομου βίου και της καλής συμπεριφοράς για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του (από το άρθρο 84§2α'και ε' του ΠΚ), τους οποίους και ζήτησε να καταχωρηθούν στα πρακτικά, κατ' άρθρο 141 § 2 ΚΠΔ, οι οποίοι έχουν ως ακολούθως: ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΜΙΚΤΟΥ ΟΡΚΩΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΙ ΕΙΠ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ (για καταχώριση στα πρακτικά κατ' άρθρο 141 ΚΠΔ) Του Κ. Π. του Κ. κάτοικου ... .. ..., Α).....Β).....
Γ ) ΕΛΑΦΡΥΝΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ Γ1) Αναγνώριση Ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ,2α ΠΚ.
Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 84 παρ 2: "2. Ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται ιδίως: α) το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται αχό μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα, Στην υπό κρίση περίπτωση σημειώνεται, ότι πριν την ασκηθείσα σε βάρος μου ποινική δίωξη για το αδίκημα, για το οποίο κατηγορούμαι, δεν απασχόλησα ποτέ και για κανένα λόγο τις αρχές. Έχω λευκό ποινικό μητρώο και έχω επιδείξει καλή συμπεριφορά σε όλους τους τομείς της ζωής μου. Διάγω έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, όπως αποδεικνύεται από το σύνολο των εγγράφων, που Σας προσκομίζω.
Προ της εμπλοκής μου με την παρούσα υπόθεση διήγαγα άψογο και σύννομο βίο. Διαβιούσα μόνιμα στην ..., επί της οδού ..., όπου μίσθωνα νομίμως οικεία στο όνομά μου, έως και το 2015, οπότε μετοίκησα στην πατρική μου οικεία στις .... Ήδη από το 2005 εργαζόμουν σταθερά ως καθηγητής αγγλικών εξασφαλίζοντας ένα σημαντικό εισόδημα, ικανοποιητικό για την αξιοπρεπή διαβίωση μου. Αξίζει να αναφερθεί, ότι παρακολουθώ ανελλιπώς σεμινάρια που συνδράμουν στην περαιτέρω επαγγελματική μου κατάρτιση και εξέλιξή.
Προς επίρρωση των ανωτέρω προσκομίζω:
1.
Αναλυτική λίστα των ενσήμων μου, ήδη από το έτος 2005, που αποδεικνύει την αδιάλειπτη εργασία που έχω παράσχει, έως το χρόνο τέλεσης της πράξης (ένσημα 2005-2013- συνημμένο 7).

2.
Βεβαιώσεις ολοκλήρωσης παρακολούθησης σεμιναρίων σχετικά με εξετάσεις πιστοποίησης επάρκειας της αγγλικής γλώσσας, ήδη από το 2005 έως την τέλεση της πράξης (συνημμένο 8).

3.
Ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης οικείας στο όνομά μου, για το διάστημα 2011-2013- απόδειξη σταθερής κατοικίας (συνημμένο 9)                     

4.
Συστατική επιστολή από το Φροντιστήριο Ξένων Γλωσσών και Πληροφορικής Π., όπου εργάστηκα για το διάστημα 2011-2014 (συνημμένο 10)

5.
Βεβαίωση αποδοχής σπουδαστή από στο εντατικό πρόγραμμα τεσσάρων εβδομάδων CELTA από τις 29-09-2016 έως τις 21-10-2016 ( συνημμένο 11)

6.Πιστοποιητικό απόλυσης από το στρατό (συνημμένο 12)

7.Χορήγηση άδειας διδασκαλίας σε κέντρα ξένων γλωσσών ( συνημμένο 13 )

8.
Χορήγηση άδειας επάρκειας προσόντων (συνημμένο 14)

9.
Απολυτήριο λυκείου (συνημμένο 15)

10.
Αντίγραφο ποινικού μητρώου (συνημμένο 16)

11.
Άδεια εργασίας προσωπικού ασφαλείας των ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας (συνημμένο 17)

12.
Βεβαίωση από τον ΟΑΕΔ ( συνημμένο 18)

13.
Εκκαθαριστικά σημειώματα των ετών 2012, 2014, 2015, 2016 (συνημμένο 19).

Επομένως, αποδεικνύεται από τα ανωτέρω, ότι η πράξη, για την οποία κατηγορούμαι, συνιστά ένα μεμονωμένο γεγονός και εκτροπή σε σχέση με τον μέχρι τότε έντιμο βίο, που έχω επιδείξει. Για το λόγο αυτό φρονώ, ότι πρέπει από το Δικαστήριό Σας να αναγνωριστεί, ότι έως τον χρόνο της πράξης μου έζησα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή κατά τις απαιτήσεις του άρθρου 84 §2 α ΠΚ, ώστε, να πρέπει η ποινή μου, να μειωθεί κατά το μέτρο που ορίζεται στο άρθρο 83 ΠΚ και γι' αυτόν το λόγο. Η αναγνώριση αυτού του ελαφρυντικού επιβάλλεται βάσει του γεγονότος ότι έχω λευκό ποινικό μητρώο, καθώς ποτέ άλλοτε στο παρελθόν δεν έχω καταδικαστεί για την τέλεση κάποιας εγκληματικής πράξης.
Γ 2) Αναγνώριση ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2ε ΠΚ.
Βάσει του άρθρου 84 παρ 2ε ορίζεται ότι: "ε.το ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη τον, ακόμα και κατά την κράτησή του".- Στην περίπτωσή μου αναφέρεται, ότι η κατηγορία, την οποία αντιμετωπίζω σήμερα ενώπιον Σας, αφορά σε πράξη που τελέστηκε προ επταετίας και συγκεκριμένα το διάστημα περί τα τέλη του έτους 2012 και αρχές 2013. Σημειώνεται, ότι έκτοτε διάγω βίο έντιμο και φιλειρηνικό δίχως να έχω απασχολήσει ξανά της αργές. Εξακολουθώ να καταβάλω άπασες προσπάθειες συνεχούς επιμόρφωσης και επαγγελματικής κατάρτισης με συμμετοχές σε εκπαιδευτικά προγράμματα. Τέλος σημειώνεται, ότι και μετά την τέλεση της πράξης εξακολουθώ να εκπληρώνω τις φορολογικές μου υποχρεώσεις αδιαλείπτως. Πλέον έχω συνάψει σύμβαση εργασίας ως καθηγητής αγγλικών στην Κίνα.
Σχετικά προσκομίζονται:

1.
Σύμβαση καθηγητή διδασκαλίας αγγλικών στην Κίνα (συνημμένο 21)

2.
Συστατικές επιστολές από τον κ. Μ. Σ., από το κέντρο ξένων γλωσσών Κ. και από τη διευθύντρια του κέντρου ξένων γλωσσών Κ. (συνημμένο 22) Υπό τα ανωτέρω δεδομένα συνάγεται ότι για μακρό χρονικό διάστημα και, μετά την τέλεση της αποδιδόμενης πράξης, εξακολουθώ να διάγω βίο έντιμο και φιλειρηνικό." Το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ομόφωνα τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορούμενου ως προς την συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη (άρθρο 84§2ε' ΠΚ), αλλά απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό αυτού περί αναγνώρισης της συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84§2α'ΠΚ, κατά πλειοψηφία (6-1) (και όχι (5-1) όπως αβασίμως αναφέρεται από τον αναιρεσείοντα), κρίνοντας κατά λέξη και κατά τα αναγραφόμενα στο σχετικό σκεπτικό του, μετά την παράθεση αντίστοιχης νομικής σκέψης, τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση από την ανάγνωση του ποινικού μητρώου του ως άνω καταδικασθέντος κατηγορουμένου, ηλικίας σήμερα (41) ετών, επάγγελμα καθηγητή Αγγλικών προέκυψε ότι ο τελευταίος μέχρι τη διάπραξη των ανωτέρω πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος δεν είχε ποινική εμπλοκή, ωστόσο πέραν τούτου δεν προέκυψαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι αυτός έζησε και σύννομα το παραπάνω χρονικό διάστημα, ήτοι ότι δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου. Τα επικαλούμενα γεγονότα ότι δηλαδή διαβιούσε μόνιμα στην ... μέχρι το έτος 2015, οπότε και μετακόμισε στην πατρική του οικία, ενώ από το έτος 2005 εργαζόταν σταθερά ως καθηγητής αγγλικών και το γεγονός ότι παρακολουθούσε ανελλιπώς σεμινάρια, που βοηθούσαν την περαιτέρω επαγγελματική του εξέλιξη δεν οδηγούν από μόνα τους σε σύννομο βίο. Άλλωστε η αξιόποινη συμπεριφορά του σε βάρος του ως άνω παθόντος διάρκεσε επί μακρό χρονικό διάστημα και συνεπώς και εκ του λόγου αυτού δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός περί σύννομου βίου μέχρι την τέλεση των παραπάνω πράξεων.". Με τις παραδοχές όμως, αυτές η αιτιολογία με την οποία το Δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε τον ως άνω προβληθέντα από τον αναιρεσείοντα αυτοτελή ισχυρισμό για αναγνώριση στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 §2α ΠΚ δεν είναι η απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αν και δέχεται την ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου, γεγονός που κατ' αρχήν αποδεικνύει σύννομη ζωή του κατηγορούμενου, απορρίπτει τον προαναφερόμενο ισχυρισμό, χωρίς όμως να διαλαμβάνει καμία θετική παραδοχή για τη ύπαρξη συγκεκριμένης παραβατικής συμπεριφοράς του, πέραν εκείνης για την οποία κρίθηκε ένοχος, που να καθιστά μη σύννομη την πριν από την τέλεση αυτής ζωή του και μολονότι, κατά το άρθρο 178§2 ΚΠΔ, στα πλαίσια της ποινικής δίκης ο κατηγορούμενος δεν έχει το βάρος απόδειξης της ανυπαρξίας παραβατικής συμπεριφοράς μη προκύπτουσας μάλιστα από το ποινικό του μητρώο. Σημειώνεται δε ότι δεν αρκεί για την πληρότητα της απαιτούμενης ως άνω αιτιολογίας, η αναφορά του δικάσαντος Δικαστηρίου στο μακρύ χρονικό διάστημα, που διήρκεσε η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορούμενου κατά του παθόντος ανηλίκου, καθόσον αυτό ταυτίζεται με το χρόνο που τελέστηκαν οι πράξεις για τις οποίες αυτός κηρύχθηκε ένοχος και όχι σε πριν από αυτές χρόνο, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 84§2α' του ΠΚ, δεδομένου ότι πρόκειται για τέλεση κατ'εξακολούθηση αξιόποινων πράξεων και το διάστημα από την έναρξη της εγκληματικής συμπεριφοράς και για όσο χρόνο διήρκεσε αυτή δεν είναι επιτρεπτό να ληφθεί υπόψη ως επιβαρυντικό στοιχείο στα πλαίσια της αξιολόγησης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού για αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ αναιρουμένης κατόπιν τούτου της αποφάσεως κατά τη σχετική απορριπτική διάταξη της και σε περίπτωση παραδοχής του συγκεκριμένου ισχυρισμού ως βάσιμου, αναιρουμένης και κατά τη διαταγή της περί επιβολής ποινών και αναγκαίως και της περί συνολικής ποινής. Κατόπιν τούτων πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Δικαστήριο για νέα συζήτηση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Πλήν όμως, δεδομένου ότι πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 79 και 83 ΠΚ κατά την επιμέτρηση των επιβληθεισών στον αναιρεσείοντα ποινών για τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος, η έρευνα του οποίου καθίσταται αναγκαία για τη περίπτωση και μόνο της απόρριψης από το δικαστήριο της ουσίας της άνω ελαφρυντικής περίστασης, οπότε δεν θα χρειαστεί νέα επιμέτρηση πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα:
Στη διάταξη του άρθρου 79 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019), ως η §7 αυτού ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 12 περ. 1 του Ν. 4637/2019 (ΦΕΚ Α 180/18-11-2019) και η οποία εφαρμόζεται λόγω του χρόνου έκδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (23-9-2019), για τη δικαστική επιμέτρηση της ποινής ορίζονται γενικοί κανόνες για τον τρόπο επιμέτρησης των ποινών, συνιστάμενοι στον καθορισμό κατ' αρχάς από το Δικαστήριο της ανάλογης και δίκαιης τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και στη συνέχεια στη στάθμιση των στοιχείων του εγκλήματος, που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου, συνεκτιμώντας επιπλέον τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του. Ακολούθως προσδιορίζονται τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο για να εκτιμήσει τη βαρύτητα του εγκλήματος και περιγράφονται τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για την ενοχή του δράστη και τέλος καθορίζονται οι όροι που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου, η απαρίθμηση των οποίων, όπως προκύπτει από τη χρήση της λέξης "ιδίως", είναι ενδεικτική. Στη συνέχεια μνημονεύονται και πάλι ενδεικτικά, τα στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου, και διευκρινίζεται ότι στοιχεία, που έχουν αξιολογηθεί από το νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής, δεν λαμβάνονται από το Δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη για την επιμέτρησή της. Τέλος, στην τελευταία παράγραφο του άρθρου 79 ΠΚ ορίζεται ρητά ότι η απόφαση για την επιμέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη (βλ. Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 4619/2020), αιτιολογία η οποία παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνεται με τις αιτιολογίες, που αναφέρονται στο κύριο αιτιολογικό και στο διατακτικό της απόφασης για την ενοχή του κατηγορουμένου, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι, θεωρείται ότι η απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα ως άνω αιτιολογία, αν από το σύνολο των σχετικών παραδοχών της προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη όλοι οι κανόνες που ορίζει η ως άνω διάταξη του άρθρου 79 ΠΚ, περί επιμέτρησης της ποινής (ΑΠ 1949/2019). Στην προκειμένη υπόθεση, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, που αφορά την επιμέτρηση της επιβληθείσας στον αναιρεσείοντα ποινής έχει ως εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, όπως όλα αυτά προκύπτουν από τα κατά τα άνω αποδεικτικά μέσα, πρέπει, σύμφωνα και με όσα εκτενώς αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, με βάση τη βαρύτητα των προπεριγραφομένων πράξεων που τέλεσε ο κατηγορούμενος και το βαθμό της ενοχής του, να επιβληθεί σε βάρος του η αναφερόμενη ειδικότερα στο διατακτικό ποινή κάθειρξης και φυλάκισης για κάθε πράξη του αντίστοιχα, η οποία αποτελεί την ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του γι' αυτές, ύστερα από συνεκτίμηση των συνεπειών της συγκεκριμένης ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του και αφού λήφθηκαν, ιδίως, υπόψη μεταξύ των άλλων, η βλάβη που προξένησαν οι ανωτέρω αξιόποινες πράξεις του, η φύση και το είδος των εν λόγω πράξεων, τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση των εγκλημάτων αυτών, το γεγονός ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος, το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, καθώς επίσης και όλες τις προπεριγραφόμενες περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου, που συνόδευσαν την εκτέλεσή τους, σε συνδυασμό με την όλη στάση και διαγωγή του κατά τη διάρκεια και μετά από αυτές". Από τα παραπάνω γενόμενα δεκτά από το Δικαστήριο της ουσίας, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα τόσο στο περί ενοχής σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, κατά την επιμέτρηση της ποινής, που επέβαλε στον αναιρεσείοντα για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις, αφενός μεν έλαβε υπόψη του τη βαρύτητα των εγκλημάτων που αυτός διέπραξε και την προσωπικότητα του, αξιολογώντας για την εκτίμηση των συγκεκριμένων αυτών στοιχείων τα οποία ειδικά και εμπεριστατωμένα μνημονεύει στην απόφασή του, με όλους τους κανόνες που προσδιορίζονται από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 79 του ΠΚ, όπως αυτή ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης και λαμβάνοντας υπόψη όλα τα κριτήρια που από την ίδια διάταξη απαιτούνται, χωρίς να απαιτείται επιπρόσθετη αιτιολογία και αναφορά άλλων περιστατικών, ενόψει μάλιστα και της αναφοράς της φράσης "με βάση όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, όπως όλα αυτά προκύπτουν από τα κατά τα ως άνω αποδεικτικά μέσα...".Πέραν τούτων, όπως από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές, προκύπτει ότι το Δικαστήριο, καθόρισε την ποινή που επέβαλε στον αναιρεσείοντα, λαμβάνοντας υπόψη και συνεκτιμώντας την αναγνώριση της συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης της καλής μετά τη τέλεση των αξιοποίνων πράξεων συμπεριφοράς αυτού, σε συνδυασμό και με όλους τους προαναφερόμενους κανόνες και τις παραμέτρους που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 79 του ως άνω νέου ΠΚ, καθώς και εκείνη του άρθρου 83 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και με ακρίβεια, όπως τούτο προκύπτει από το σύνολο των ανωτέρω σχετικών αιτιολο-γιών της προσβαλλόμενης απόφασης, παρά τα όσα αντίθετα αβασίμως υποστηρίζονται από τον αναιρεσείοντα.
Συνεπώς και ο πέμπτος, από το άρθρο 510§ 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικά με την επιμέτρηση των ποινών για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Κατόπιν όλων των προαναφερομένων πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις αναφερόμενες παραπάνω διατάξεις της και υπό τις αναγραφόμενες στην ίδια θέση διακρίσεις και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο για νέα συζήτηση, ομοίως για τα αντιστοίχως αναφερθέντα, απορριπτομένης κατά τα λοιπά της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμόν 207-208/2019 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τη διάταξη απόρριψης του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί συνδρομής στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84§2α' ΠΚ, και σε περίπτωση παραδοχής αυτού ως βάσιμου και ως προς τις διατάξεις αυτής περί επιβολής ποινών και συνολικής ποινής.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως για νέα συζήτηση και τυχόν νέα επιμέτρηση ποινών.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την υπ' αριθμόν πρωτ. 11/2020 και από 29-5-2020 αίτηση αναίρεσης του Π. Κ. του Κ., κατοίκου ... (οδός ..., αριθμ. ...), κατά της ως άνω υπ' αριθμόν 207-208/2019 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Δεκεμβρίου 2020.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login