ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Απόπειρα. Έννοια αρχής εκτέλεσης. Μεταξύ της προγενέστερης διατύπωσης και της ήδη ισχύουσας, δεν υπάρχει ουσιώδης μεταβολή από την διαφορετική περιγραφή του ίδιου ουσιαστικά πράγματος, δηλαδή της αρχής εκτέλεσης στην απόπειρα, που είναι η πράξη με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, καθώς και εκείνη η ενέργεια που τελεί σε τέτοια συνάφεια και οργανικό δεσμό με την πράξη, ώστε να θεωρείται κατά την κοινή αντίληψη, τμήμα αυτής, που αμέσως οδηγεί στην πράξη, αν από οποιονδήποτε λόγο δεν ανακοπεί.
Απόφαση 1176 / 2022 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1176/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρί Δεργαζαριάν, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Μαρία Χασιρτζόγλου, Σταυρούλα Κουσουλού, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιουλίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεώργιου Σκιαδαρέση και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κανελλόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ. ΖΤ 822/2021 απόφασης του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 30 Μαΐου 2022 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 30.05.2022, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 4818/2022 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 568/2022.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 30-05-2022 και με αριθμό γενικού πρωτοκόλλου 4818/30-05-2022 αίτηση της Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ... (οδός ...) για αναίρεση της με αριθμό ΖΤ 822/05-10-2021 καταδικαστικής απόφασης του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και με την οποία η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' του Π.Κ., για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, έχει ασκηθεί νομότυπα από την αναιρεσείουσα αυτοπροσώπως, με δήλωση, που κατατέθηκε στο Γραμματέα του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, από πρόσωπο, που είχε το σχετικό έννομο συμφέρον και κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο και επιδόθηκε νομίμως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466, 473 παρ. 2, 474 παρ. 4, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ), αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο, κατά το άρθρο 473 παρ. 1 και 3 εδ. α' του ΚΠοινΔ, Ειδικό Βιβλίο στις 12-05-2022 και η ανωτέρω αίτηση επιδόθηκε στις 30-05-2022, περιέχει δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας) και από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ (εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 220 παρ. 1 του Π.Κ.). Επομένως, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Κατά το άρθρο 220 παρ. 1 του ισχύοντος από 01-07-2019 Π.Κ. : "Όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον, σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία ". Το άρθρο αυτό, που ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, δεν διαφοροποιείται από το όμοιο άρθρο του προισχύσαντος Π.Κ., περιέχει ευνοϊκότερες, ως προς την ποινή, διατάξεις, που οδηγούν στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, καθόσον με αυτές προβλέπεται, αφενός διαζευκτικά χρηματική ποινή, αφετέρου πλαίσιο ποινής φυλάκισης, χωρίς ελάχιστο όριο, δηλαδή από 10 ημέρες έως 2 έτη, ενώ η προηγούμενη διάταξη, που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης προέβλεπε μόνο ποινή φυλάκισης και με ελάχιστο κατώτερο όριο τους τρεις (3) μήνες και ανώτερο τα δύο (2) έτη (Α.Π. 1886/2019). Καθίσταται σαφές ότι, η υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης αποτελεί ιδιώνυμο έγκλημα ηθικής αυτουργίας σε μη δόλια πράξη ψευδούς βεβαίωσης (Μυλωνόπουλος "Τα εγκλήματα σχετικά με τα υπομνήματα ", εκδ. 2005, σελ. 155, contra Μιχ. Μαργαρίτης, Ερμ.ν.Π.Κ., εκδ. 2020, σελ. 598, για το ότι αποτελεί μορφή έμμεσης αυτουργίας στη σύνταξη ψευδούς βεβαίωσης, η οποία όμως διαφορετικά δεν θα μπορούσε να τιμωρηθεί, αφού το έγκλημα του άρθρου 242 Π.Κ. είναι ιδιαίτερο, τελούμενο μόνο από υπάλληλο). Η ανωτέρω διάταξη τιμωρεί περιπτώσεις διανοητικής πλαστογραφίας (δηλαδή το δημόσιο έγγραφο είναι μεν τυπικά γνήσιο, αλλά το περιεχόμενό του είναι " πλαστό " - αναληθές, αφού δεν εκφράζει αυτό που θέλησε ο εκδότης του υπάλληλος, υπό συνθήκες ομαλού σχηματισμού της βούλησής του) και προστατεύει (σε αντίθεση με τα ιδιωτικά έγγραφα, όπου τέτοια ανάγκη, κατά κανόνα δεν υπάρχει) την αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων, την εσωτερική ορθότητα αυτών δηλαδή την αλήθεια της βεβαίωσης (του περιεχομένου τους) και όχι την τυπική τους εγκυρότητα (γνησιότητα), ώστε να διασφαλίζεται η ομαλή διεξαγωγή των συναλλαγών, που τελούνται με δημόσια έγγραφα και εντεύθεν η ασφάλεια της έγγραφης απόδειξης, χάριν του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος και του κύρους της δημόσιας υπηρεσίας (Α.Π. 1852/2019 Α.Π. 1039/2019). Για την στοιχειοθέτηση της υπόστασης του εγκλήματος, απαιτείται να υπάρχουν : α) δημόσιο έγγραφο, β) αναληθές περιεχόμενο αυτού για περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, γ) εξαπάτηση του υπαλλήλου και δ) πρόθεση του εξαπατήσαντος, αρκούντως πάντως του ενδεχόμενου δόλου. Ειδικότερα, απαιτείται, αντικειμενικώς : α) Δημόσιο έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο, διότι το άρθρο 13γ του Π.Κ. δεν προσδιορίζει την έννοιά του, δηλαδή έγγραφο που έχει συνταχθεί, κατά τους νόμιμους τύπους, από τον καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κρατικής υπηρεσίας (δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής) και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη, έναντι πάντων, του γεγονότος που βεβαιώνεται σ' αυτό (και όχι προορισμένο μόνο για την εξυπηρέτηση της εσωτερικής υπηρεσίας, παρέχοντας σε αυτήν πρόσφορες πληροφορίες και κρίσεις), β) Βεβαίωση στο έγγραφο αυτό αναληθούς περιστατικού, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες για τον ίδιο τον υπαίτιο ή για τρίτους, δηλαδή να επιφέρει τη γένεση, αλλοίωση, μεταβίβαση, κατάργηση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης του δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου. Η βεβαίωση πρέπει να προέρχεται από τον υπάλληλο, μετά από έλεγχο της αλήθειάς της από αυτόν οπότε δεν τελείται η πράξη, αν ο υπάλληλος απλώς καταχωρεί την δήλωση του εμφανισθέντος χωρίς να βεβαιώνει κάτι επιπλέον τούτου, διαπιστωτικό περί της αληθείας. Κρίσιμη, δηλαδή, είναι η αναλήθεια του βεβαιούμενου γεγονότος και όχι άλλων περιστατικών, τα οποία ενδεχομένως αποτελούν μεν λογική ή νομική προϋπόθεση αυτού, αλλά δεν βεβαιώνονται συγχρόνως. Έτσι, αν βεβαιώνεται μόνο ότι έχει λάβει χώρα μία δήλωση ενώπιον του υπαλλήλου αντικείμενο της βεβαίωσης είναι αυτό το γεγονός και όχι η αλήθεια της δήλωσης. Αντικείμενο της βεβαίωσης είναι η αλήθεια του περιεχομένου της καταχωρούμενης δήλωσης, μόνο στον βαθμό που βεβαιώνεται αρμοδίως και η αλήθεια του περιεχομένου αυτής από τον υπάλληλο, γ) Η βεβαίωση του αναληθούς περιστατικού πρέπει να επιτυγχάνεται με εξαπάτηση ή ακριβέστερα με παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου, που μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο εγγράφως ή προφορικώς, με δόλια παρασιώπηση κρίσιμων γεγονότων ή με την εμφάνιση πλαστών ή αναληθών εγγράφων. Κατ' άλλη διατύπωση, η βεβαίωση πρέπει να επιτεύχθηκε με οποιοδήποτε απατηλό μέσο, με το οποίο ο υπάλληλος παρασύρθηκε, έστω και από αμέλεια ή ευπιστία, στην παροχή της βεβαίωσης. Δηλαδή, η εγκληματική συμπεριφορά συνίσταται στην παραπλάνηση του υπαλλήλου που εκδίδει στη συνέχεια την αναληθή βεβαίωση ενεργώντας ως όργανο του δράστη. Έτσι, απαιτείται ο εκδίδων το έγγραφο δημόσιος υπάλληλος να τελεί σε πλάνη περί της αναλήθειας του περιεχομένου του εγγράφου, αναφορικώς προς το συγκεκριμένο περιστατικό, η δε πλάνη να είναι προϊόν εξαπάτησης, διότι αν ο υπάλληλος τελεί εν γνώσει ότι βεβαιώνει ψευδώς, τότε συντρέχει το αδίκημα του άρθρου 242 του Π.Κ. και ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος (αρκούντος του ενδεχομένου), ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι αναληθές, ότι η βεβαίωση γίνεται σε δημόσιο έγγραφο και ότι το βεβαιούμενο γεγονός μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, είτε για τον εαυτό του, είτε για άλλον και περαιτέρω την θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην εξαπάτηση (παραπλάνηση) του δημοσίου υπαλλήλου, με οποιονδήποτε τρόπο (Α.Π. 1886/2019, Α.Π. 1471/2019, Α.Π. 1039/2019, Α.Π. 522/2020, Α.Π. 1742/2017, Α.Π. 694/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του προισχύσαντος Π.Κ. : " Όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 Π.Κ.) ". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πράξη που περιέχει αρχή εκτελέσεως, είναι εκείνη με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, καθώς και εκείνη η ενέργεια, που τελεί σε τέτοια συνάφεια και οργανικό δεσμό με την πράξη, ώστε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, θεωρείται κατά την κοινή αντίληψη, τμήμα αυτής, που αμέσως οδηγεί στην πράξη, αν από οποιοδήποτε λόγο δεν ανακοπεί (Α.Π. 1582/2013). Μετά την ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα, η διατύπωση της ως άνω διάταξης του άρθρου 42 παρ. 1 Π.Κ., άλλαξε, ως εξής : "1. Όποιος, έχοντας αποφασίσει να τελέσει έγκλημα, αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στον νόμο αξιόποινη πράξη, τιμωρείται αν το έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε, με μειωμένη ποινή (άρθρο 83) ". Η αλλαγή της διατύπωσης στην παρ. 1 του άρθρου 42, από : "επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης", με την φράση : " αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στον νόμο αξιόποινη πράξη" φαίνεται να δημιουργεί κάποια ζητήματα, ιδίως με την κρατούσα στη νομολογία έννοια του πρώτου στοιχείου της απόπειρας (αρχή εκτέλεσης), αλλά, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση " ... προσδιορίζεται ειδικότερα με μεγαλύτερη σαφήνεια το περιεχόμενο της αρχής εκτέλεσης του εγκλήματος, ώστε να είναι πλέον σαφές ότι το έγκλημα μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκεται σε απόπειρα μόνο όταν έχει πραγματωθεί ένα τμήμα της αντικειμενικής του υπόστασης. Με τον τρόπο αυτό, η ποινή της απόπειρας συναρτάται με την πράξη που έχει τελεστεί και όχι με τον δόλο του υπαιτίου". Η πραγμάτωση των όρων της αντικειμενικής υπόστασης είναι νοητή, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που στον νόμο περιγράφεται αναλυτικά ο τρόπος τέλεσης της πράξης ή της παράλειψης, όπως λ.χ. συμβαίνει στα εγκλήματα της κλοπής ή της απάτης ή στο υπόψη. Στις περιπτώσεις αυτές, αλλά και στις περιπτώσεις που ο ακριβής τρόπος τέλεσης δεν περιγράφεται στον νόμο, όπως λ.χ. συμβαίνει στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας, ή της σωματικής βλάβης, ο δράστης αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στον νόμο πράξη, όταν έχει εξαπολύσει κατά του εννόμου αγαθού την αναγκαία ενέργεια, η οποία, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι ικανή να επιφέρει την αξιόποινη βλάβη, αν δεν ανακοπεί από άλλη πράξη του ιδίου ή τρίτου ή από επιγενόμενο τυχαίο γεγονός. Έτσι, μεταξύ της προγενέστερης διατύπωσης και της ήδη ισχύουσας, δεν υπάρχει ουσιώδης μεταβολή από την διαφορετική περιγραφή του ίδιου ουσιαστικά πράγματος, δηλαδή της αρχής εκτέλεσης στην απόπειρα, που είναι η πράξη με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, καθώς και εκείνη η ενέργεια που τελεί σε τέτοια συνάφεια και οργανικό δεσμό με την πράξη, ώστε να θεωρείται κατά την κοινή αντίληψη, τμήμα αυτής, που αμέσως οδηγεί στην πράξη, αν από οποιοδήποτε λόγο δεν ανακοπεί (Α.Π. 1288/2020). Ειδικότερα, τετελεσμένο είναι το υπόψη έγκλημα, όταν ολοκληρωθεί η σύνταξη του δημόσιου εγγράφου, που περιέχει την βεβαίωση του αναληθούς περιστατικού, ενώ απόπειρα συνιστά η έναρξη της πράξης εξαπάτησης, που κατευθύνεται στην σύνταξη του ψευδούς δημοσίου εγγράφου (Α.Π. 860/2011, Α.Π. 834/2009). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο αιτιολογίας (Α.Π. 1135/2020, Α.Π. 564/2019) πλην, όμως, η συμπλήρωση αυτή δεν επιτρέπεται να φθάσει μέχρι του σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά που αναγράφονται στο διατακτικό της απόφασης, εκτός αν στο τελευταίο καταγράφονται τα περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τέτοια πληρότητα, ώστε να είναι περιττή η διαφοροποίηση του σκεπτικού (Α.Π. 485/2019, Α.Π. 680/2016). Εξάλλου, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες έγγραφα, κ.λ.π.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο, για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 1135/2020, Α.Π. 564/2019). Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου από την επ' ακροατηρίου διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υφίσταται αντίφαση στην ίδια την αιτιολογία ώστε να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 2/2017, Α.Π. 3/2010, Α.Π. 572/2021, Α.Π. 914/2020, Α.Π. 586/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό ΖΤ 822/05-10-2021 απόφασης, το Ζ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων (ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά και γενικά από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης) δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, κατά λέξη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Μ. Ο. Σ. του Σ., στις ...2014, στη … Αττικής, εξέδωσε εν γνώσει του ψευδή ιατρική πιστοποίηση, η οποία προορίζεται να παρέχει πίστη σε δημοτική αρχή Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο συνέταξε και υπέγραψε βεβαίωση στην οποία βεβαιώνεται ψευδώς ότι, στις 20-07-2012 και ώρα 15.20', η Δ. Κ., μετά από οξύ τοκετό, γέννησε φυσιολογικά, ένα υγιές θήλυ τέκνο, βάρους 4.200 χ.λ.γ., καθώς και ότι, λόγω του επείγοντος της κατάστασης, ο τοκετός έλαβε χώρα στην οικία της, στη … Αττικής επί της οδού ..., προκειμένου η εν λόγω βεβαίωση να προσκομισθεί στο Ληξιαρχείο Βούλας και να συνταχθεί η σχετική ληξιαρχική πράξη γέννησης. Η κατηγορουμένη στον ως άνω τόπο και χρόνο, προσκόμισε την εν λόγω ψευδή βεβαίωση, ενώπιον των αρμόδιων υπαλλήλων του Ληξιαρχείου Βούλας και Δήμου Βάρης - Βούλας - Βουλιαγμένης, παριστάνοντας ψευδώς ότι αυτή είναι αληθής, ως προς το περιεχόμενό της και ζήτησε με την με Α.Π. .../...2014 αίτηση να καταχωρηθεί εκπρόθεσμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Ν. 344/1976, στο οικείο βιβλίο Γεννήσεων ληξιαρχική πράξη γέννησης του φερόμενου ως τέκνου της, πλην, όμως, οι ανωτέρω υπάλληλοι δεν πείσθηκαν από την ως άνω ιατρική βεβαίωση, για λόγους ανεξάρτητους της θέλησης της κατηγορουμένης ... ". Στη συνέχεια, με το σκεπτικό αυτό, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε την εκπροσωπηθείσα δια πληρεξουσίου κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα αθώα για την πρώτη αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας από κοινού με τον δεύτερο των κατηγορουμένων Κ. Κ. σε έκδοση ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης, που της αποδόθηκε με το κατηγορητήριο και ένοχη για την δεύτερη αξιόποινη πράξη της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, αναγνωρίζοντάς της την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' του Π.Κ. και της επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, την οποία ανέστειλε για μια τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "
Κηρύσσει την πρώτη κατηγορούμενη .... ένοχη με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α' Π.Κ., για την δεύτερη πράξη της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως του ότι στη … Αττικής, στις ...2014 α. ο Μ. Ο. Σ. του Σ., εξέδωσε εν γνώσει του ψευδή ιατρική πιστοποίηση, η οποία προορίζεται να παρέχει πίστη σε δημοτική αρχή. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο συνέταξε και υπέγραψε βεβαίωση, στην οποία βεβαιώνεται ψευδώς ότι στις 20-07-2012 και ώρα 15.20', η πρώτη εκ των κατηγορουμένων Δ. Κ., μετά από οξύ τοκετό, γέννησε φυσιολογικά, ένα υγιές θήλυ τέκνο, βάρους 4.200 χ.λ.γ., καθώς και ότι, λόγω του επείγοντος της κατάστασης ο τοκετός έλαβε χώρα στην οικία της, στη … Αττικής, επί της οδού ..., προκειμένου η εν λόγω βεβαίωση να προσκομισθεί στο Ληξιαρχείο Βούλας και να συνταχθεί η σχετική ληξιαρχική πράξη γέννησης [... ] ενώ αποφάσισε και επιχείρησε πράξη, που περιείχε αρχή εκτέλεσης, για να πετύχει, με εξαπάτηση, να βεβαιωθεί αναληθώς, σε δημόσιο έγγραφο περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δεν ολοκλήρωσε το πλημμέλημα αυτό όχι από δική της βούληση, αλλά από εξωτερικά εμπόδια. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, προσκόμισε την υπό στοιχείο α' ψευδή βεβαίωση, ενώπιον των αρμόδιων υπαλλήλων του Ληξιαρχείου Βούλας και Δήμου Βάρης - Βούλας - Βουλιαγμένης, τους παρέστησε ψευδώς ότι αυτή είναι αληθής, ως προς το περιεχόμενό της και ζήτησε με την με Α.Π. .../...2014 αίτηση, να καταχωρηθεί εκπρόθεσμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Ν. 344/1976 στο οικείο βιβλίο Γεννήσεων, ληξιαρχική πράξη γέννησης του φερόμενου ως τέκνου της, πλην όμως οι ανωτέρω υπάλληλοι δεν πείσθηκαν από την ως άνω ιατρική βεβαίωση, για λόγους ανεξάρτητους της θέλησης της κατηγορουμένης ". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε την επιβαλλόμενη, από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την ενοχή της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, αφού έχουν εμφιλοχωρήσει ουσιώδεις ελλείψεις, ασάφειες και λογικά κενά, όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, ήτοι της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και όσον αφορά τους συλλογισμούς, βάσει των οποίων υπήγαγε τα πραγματικά αυτά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. α', 27, 42 παρ. 1, 220 παρ. 1 του Π.Κ., τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε και εκ πλαγίου παραβίασε με ελλιπή, ασαφή και εμφανίζουσα λογικά κενά αιτιολογία. Ειδικότερα, κατ' αρχήν εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την δυσμενέστερη διάταξη του άρθρου 220 παρ. 1 του προισχ. Π.Κ., αντί να εφαρμόσει, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του νέου Π.Κ., την ευμενέστερη του άρθρου 220 παρ. 1 νέου Π.Κ., όπως αναλυτικά αναπτύχθηκε στην μείζονα νομική σκέψη της παρούσας. Τούτο συνάγεται από την παντελή σιωπή του σκεπτικού ή άλλου σημείου της απόφασης περί τούτου ενώ στην σελ. 5 των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης παρατίθενται όλα τα άρθρα του από 17-03-2015 κατηγορητηρίου, έχοντας παραλείψει να απαλείψει τα, έχοντα πλέον καταστεί παντελώς άσχετα, άρθρα 45, 46 παρ. 1 εδ. α', 94 παρ. 1 και 221 παρ. 1 προισχ. Π.Κ. Περαιτέρω υπάρχει ασάφεια σε τι ακριβώς συνίσταται το ψεύδος της επισυναφθείσας στην αίτηση της κατηγορουμένης προς τον Ληξίαρχο από ...2014 Ιατρικής πιστοποίησης του Ιατρού Μ. Ο. Σ. και ποια η αλήθεια, αν δηλαδή η κατηγορουμένη (γεννηθείσα στις ...1952, σύζυγος του απαλλαγέντος συγκατηγορουμένου της Κ.. Κ., γεν. ...1950), είχε πράγματι η ίδια γεννήσει το θήλυ νήπιο ή μήπως άλλη ήταν η μητέρα του ή περαιτέρω μήπως, εάν πράγματι αυτή το είχε γεννήσει στις 20-07-2012 ή σε άλλο χρόνο και ποιον ή μήπως αν πράγματι το είχε γεννήσει αυτή στην οικία της ή σε άλλον τόπο. Εξάλλου, δεν προσδιορίζεται (υπάρχοντος λογικού κενού) αν μετά την κατάθεση στον Ληξίαρχο της από ...2014 αίτησης της κατηγορουμένης για καταχώρηση της γέννησης του φερομένου τέκνου της, επρόκειτο να εκδοθεί από αυτόν, εκ πλάνης, κάποιο δημόσιο έγγραφο όπου θα βεβαιωνόταν αναληθές περιστατικό (ασαφές κατά τα ανωτέρω και μη συγκεκριμενοποιηθέν), το οποίο μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και ποίες συγκεκριμένα. Ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται αν ο Ληξίαρχος, βάσει της αίτησης / δήλωσης της κατηγορουμένης, επρόκειτο ο ίδιος να βεβαιώσει, εκ πλάνης ως αληθές, κάποιο ψευδές (μη συγκεκριμενοποιηθέν) περιστατικό, που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες ή μήπως απλώς επρόκειτο να καταχωρήσει την δήλωσή της. Κατά συνέπεια, εκτός από την ως άνω εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 220 παρ. 1 του προισχ. Π.Κ., υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης, καθισταμένου ανεφίκτου του αναιρετικού ελέγχου της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Επομένως, είναι βάσιμοι αμφότεροι οι προβαλλόμενοι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, αναιρετικοί λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την περί ενοχής της αναιρεσείουσας κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και ως προς την έλλειψη νόμιμης βάσης και πρέπει, κατά παραδοχή αυτών, να γίνουν δεκτοί. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του νέου Π.Κ. (Ν. 4619/2019), που ισχύει από 01-07-2019 (άρθρο 460 αυτού), το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 εδ. β' και 511 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλομένη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προμνημονευόμενη δευτεροβάθμια απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία καταχωρίσθηκε καθαρογραμμένη στο Ειδικό Βιβλίο, που τηρείται στην Γραμματεία του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου στις 12-05-2022, η αξιόποινη πράξη της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης (άρθρο 220 παρ. 1 νέου Π.Κ.), για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος και φέρεται να έχει τελεσθεί στις ...2014. Από τον ανωτέρω όμως χρόνο τελέσεως της πράξης αυτής (...2014 ) και μέχρι την διάσκεψη της υπόθεσης (29-07-2022), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας και, συνεπώς το αξιόποινο της πράξεως αυτής έχει εξαλειφθεί, λόγω παραγραφής, η οποία επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, ενόψει του ότι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και, επιπλέον, η αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο από τον συνήγορό της και κρίθηκαν βάσιμοι οι, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοχ. Δ'και 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, αναιρετικοί λόγοι, πρέπει, λαμβανομένης υπόψη αυτεπαγγέλτως της παραγραφής, που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε εις βάρος της αναιρεσείουσας για την προαναφερόμενη πράξη, αφού έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο αυτής, λόγω της επελθούσας παραγραφής, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό ΖΤ 822/05-10-2021 απόφαση του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως προς την αναιρεσείουσα Δ. Κ. του Ι., κάτοικο ... (οδός ...).
Παύει οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε εις βάρος της κατηγορουμένης Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ... (οδός ...), για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης (άρθρο 220 παρ. 1 νέου Π.Κ.), που φέρεται τελεσθείσα από αυτήν στις ...2014 και ειδικότερα του ότι : "Στη … Αττικής, στις ...2014, α. ο Μ. Ο. Σ. του Σ., εξέδωσε εν γνώσει του ψευδή ιατρική πιστοποίηση, η οποία προορίζεται να παρέχει πίστη σε δημοτική αρχή. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο συνέταξε και υπέγραψε βεβαίωση, στην οποία βεβαιώνεται ψευδώς ότι, στις 20-07-2012 και ώρα 15.20', η πρώτη εκ των κατηγορουμένων Δ. Κ., μετά από οξύ τοκετό, γέννησε φυσιολογικά, ένα υγιές θήλυ τέκνο βάρους 4.200 χ.λ.γ., καθώς και ότι, λόγω του επείγοντος της κατάστασης, ο τοκετός έλαβε χώρα στην οικία της στη … Αττικής, επί της οδού ..., προκειμένου η εν λόγω βεβαίωση να προσκομισθεί στο Ληξιαρχείο Βούλας και να συνταχθεί η σχετική ληξιαρχική πράξη γέννησης [ ... ] ενώ αποφάσισε και επιχείρησε πράξη που περιείχε αρχή εκτέλεσης, για να πετύχει, με εξαπάτηση, να βεβαιωθεί αναληθώς σε δημόσιο έγγραφο περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δεν ολοκλήρωσε το πλημμέλημα αυτό όχι από δική της βούληση, αλλά από εξωτερικά εμπόδια. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο προσκόμισε την υπό στοιχείο α' ψευδή βεβαίωση ενώπιον των αρμόδιων υπαλλήλων του Ληξιαρχείου Βούλας και Δήμου Βάρης - Βούλας - Βουλιαγμένης, τους παρέστησε ψευδώς ότι αυτή είναι αληθής, ως προς το περιεχόμενό της και ζήτησε με την με Α.Π. .../...2014 αίτηση, να καταχωρηθεί εκπρόθεσμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Ν. 344/1976, στο οικείο βιβλίο Γεννήσεων ληξιαρχική πράξη γέννησης του φερόμενου ως τέκνου της, πλην όμως οι ανωτέρω υπάλληλοι δεν πείσθηκαν από την ως άνω ιατρική βεβαίωση, για λόγους ανεξάρτητους της θέλησης της κατηγορουμένης ".
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουλίου 2022.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Σεπτεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ