Αριθμός 1022/2002
Το
Δικαστήριο του Αρείου Πάγου
Ε΄ Ποινικό Τμήμα
_ _ _
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Χαράλαμπο Μυρσινιά, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Καρατζά, Αριστείδη Κρομμύδα, Ευριπίδη Αντωνίου-Εισηγητή και Δημήτριο Γυφτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2002, με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Ξενικάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 337α, 342/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με κατηγορουμένους τους: 1)......................, κάτοικο Αφιδνών Αττικής, που παρατάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ............2) ..................του Διονυσίου, κάτοικο Παιανίας Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του .................και 3) ..............., κάτοικο Αγίας Παρασκευής Αττικής, που δεν παραστάθηκε. Και με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Παναγιώτης Λαμπρόπουλος.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σε αυτή και ο αναιρεσείων-Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου
ζητεί την αναίρεση αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουλίου 2001 αίτησή του αναιρέσεως, που συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Αρείου Πάγου Μηλιάς Αθανασοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1679/2001.-
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους των παραπάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά .-
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 146 του ΚΠΔ η ανανέωση ή η αντικατάσταση πρωτοτύπων αποφάσεων που καταστράφηκαν από οιαδήποτε αιτία, χάθηκαν η υπεξαιρέθηκαν, διατάξεων βουλευμάτων και πρακτικών, όπως και κάθε άλλου εγγράφου της ποινικής διαδικασίας, γίνεται όπως ορίζει ειδικός νόμος. Τέτοιος νόμος δεν έχει εκδοθεί μετά την 1η Ιανουαρίου 1951, οπότε άρχισε να ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 590 ο ΚΠΔ. Επομένως, εφαρμόζεται ο νόμος 3400/1927 που εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 590 περ. ΙΘ΄ του ΚΠΔ, αφού τα θέματα στα οποία ανάγεται δεν ρυθμίζονται από τον παραπάνω Κώδικα. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 1 παρ. 1, 2 και 5, και άρθρο 2 του νόμου 3400/1927, όπως η παράγραφος 2 του άρθρου 1 αντικαταστάθηκε και η παράγραφος 5 αυτού προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 2 του Β.Δ. της 21/28 Αυγούστου 1939, οι διατάξεις του οποίου έχουν κατά το άρθρο 23 του εν λόγω νόμου γενική εφαρμογή, "άρθρο 1 παρ. 1 πας κάτοχος πρωτοτύπου εγγράφου πολιτικής ή ποινικής φύσεως, προερχομένου εκ του Πρωτοδικείου και Εισαγγελίας....υποχρεούται εντός τριμήνου από της δημοσιεύσεως του παρόντος να καταθέση τούτο παρά τω γραμματεί του δικαστηρίου τούτου. 2.-Πάς κάτοχος αντιπεφωνημένων αντιγράφων ή αποσπασμάτων, είτε κεκυρωμένων, είτε μη υπό του αρμοδίου γραμματέως δια της υπογραφής του των εν τη 1 παραγράφω του παρόντος αναφερομένων εγγράφων υποχρεούται εντός της αυτής τριμήνου προθεσμίας να καταθέσει τούτο παρά τω αυτώ γραμματεί. 5. Εκ των ανωτέρω εγγράφων και εισηγητικών εκθέσεων τα μη κεκυρωμένα δια της υπογραφής του αρμοδίου Γραμματέως προσάγονται εις τον Πρόεδρο Πρωτοδικών, όστις αφού καλέσει τους πληρεξουσίους δικηγόρους ή ελλείψει τοιούτων τους διαδίκους και τον αρμόδιον του Τμήματος Γραμματέα, τον εκδόσαντα τα τοιαύτα έγγραφα ή συμμετασχόντα εις την εισηγητικήν έκθεσιν, και βεβαιωθή παρ` αυτών περί της γνησιότητας τούτων επικυροί ταύτα δια της υπογραφής του". Άρθρον 2 δικασταί ή δικατικοί πάρεδροι....και διορισθέντες εισηγηταί επί εκδικασθεισών πολιτικών ή ποινικών υποθέσεων υποχρεούνται εντός τριών μηνών από της δημοσιεύσεως του παρόντος ν` αποστείλωσιν ή προσαγάγωσιν εις τον πρόεδρον των πρωτοδικών άπαντα τα παρ` αυτών τυχόν τηρούμενα σχέδια πολιτικών ή ποινικών αποφάσεων ή βουλευμάτων (εάν και εφ` όσον ετηρήθησαν παρ΄ αυτών τοιαύτα) συμβάλλοντες ούτως εις την ανασύστασιν του αρχείου". Ο πρόεδρος επί τη αιτήσει τινός ενδιαφερομένου διαδίκου, έχων ταύτα υπ` όψιν και συσχετίζων προς τα παρά παντός κατόχου προσαγόμενα έγγραφα, κατά τα εν άρθρω 1 του παρόντος, και προς τα τυχόν γενομένας εξομολογήσεις των διαδίκων ή πληρεξουσίων των, καταρτίζει το ιστορικόν της καταστραφείσης αποφάσεως, του σκεπτικού και του διατακτικού λαμβανομένων εκ του σχεδίου μετά προηγουμένην κλήτευσιν προς ακρόασιν των διαδίκων ή των πληρεξουσίων των. Η ουτωσεί καταρτιζόμενη απόφασις, κατατιθέμενη εις το αρχείον και εις το οικείον τμήμα, πολιτικόν, ποινικόν ή βουλευμάτων, αποτελεί το πρωτότυπον". Από τις ως άνω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι σε περίπτωση απώλειας πρακτικών και ποινικής αποφάσεως γενικώς ή μέρους αυτών, ο πρόεδρος του οικείου δικαστηρίου ύστερα από σχετική προκαταρκτική εξέταση έχει δικαίωμα να προβεί σε ανασύσταση της ποινικής αποφάσεως που έχει απολεσθεί και των πρακτικών αυτής, είτε εν όλω, είτε εν μέρει, εφόσον συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος. Εξάλλου κατά το άρθρο 505 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση και κατά αθωωτικής απόφασης, για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 Κ. Ποιν.Δ. επομένως και για έλλειψη της απαιτούμενης, κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Για την αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από το άρθρο 6 παρ. 2 της; Ευρωπαϊκής Συνθήκης των Δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΝΔ 53/1974) και δεδομένου ότι στην ποινική δίκη αντικείμενο αποδείξεως αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ Κ.Ποιν.Δ. υπάρχει, είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο, με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε, ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, από τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στα πρακτικά, χωρίς ν` απαιτείται η έκθεση περιστατικών, από την οποία πείσθηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου άσκησε στις 23 Ιουλίου 2001 αναίρεση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά της 337α, 342/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (ύστερα από έφεση κατά της υπ` αριθμ. 569/1999 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά) και έκρινε αθώους τους κατηγορουμένους : ...................................και ........................, οι οποίοι πρωτόδικα είχαν καταδικασθεί σε φυλάκιση, αντίστοιχα, 3 ετών και 6 μηνών και χρηματική ποινή 423.398.455 δρχ. (ο Αος), 4 ετών και χρηματική ποινή 447.930.785 δρχ. (ο Βος) 2 ετών και χρηματική ποινή 209.732.737 δρχ. (η Γη) για λαθρεμπορία κατ` εξακολούθηση και απλή συνέργεια. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως και μάλιστα του από 27-8-2001 ακριβούς υπηρεσιακού αντιγράφου αυτής (σελ. 68) το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε ότι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, προέκυψαν αμφιβολίες ως προς την ενοχή των κατηγορουμένων για τις πράξεις που τους αποδίδονται και στη συνέχεια κήρυξε αθώους του κατηγορουμένους ................. και .................. των πράξεων της λαθρεμπορίας κατ` εξακολούθηση, του δε δευτέρου και της πράξεως της απλής συνέργειας σε λαθρεμπορία και της κατηγορουμένης ...............της πράξεως της απλής συνέργειας σε λαθρεμπορία. με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ` αυτή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, και δεν αιτιολογεί, γιατί δεν πείσθηκε, ως προς την ενοχή των κατηγορουμένων. Περαιτέρω όπως προκύπτει από την 26/2002 πράξη του Προέδρου Εφετών Πειραιώς, Ιωάννη Κατσαμπάνη, που βρίσκεται στη δικογραφίας, ο εν λόγω πρόεδρος αφού έλαβε υπόψη του α) την υπ΄ αριθμ. ΕΠ 23/24-1-2002 παραγγελία του διευθύνοντος το Εφετείο Πειραιώς. β) την από 17.1.2002 αναφορά του αθωωθέντος κατηγορουμένου .................και το σ` αυτή διαλαμβανόμενο αίτημά του, γ) το από 12.3.2002 πόρισμά του, μετά την διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης επί των διαλαμβανομένων στην ως άνω αναφορά ..............και δ) τις διατάξεις των άρθρων 146 Κ.Ποιν.Δ. 1 επομ. Ν. 3400 της 9/15 Σεπτ. 1927, 1 επομ. Ν. 1303 της 16/18 Απριλ. 1918 και 1 επομ. του Ν. 1579 της 24/28 Δεκ. 1918, απεφάσισε την ανασύσταση του στο Αρχείο της Γραμματείας του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Πειραιώς τηρουμένου πρωτοτύπου των πρακτικών των υπ` αριθμ. 337ο, 342/2001 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (για πλημμελήματα), προκειμένου να ενσωματωθεί στα ως άνω πρακτικά το απωλεσθέν σκεπτικό του εν λόγω Δικαστηρίου, που ανεφέρετο στην απαλλακτική για τους κατηγορουμένους αιτιολογία της 342/2001 αποφάσεώς του, όπως το περιεχόμενο του συνταχθέντος σκεπτικού έχει διασωθεί, σε τέσσερες δακτυλογραφημένες σελίδες υπό τους αριθμούς 68α, 68β, 68γ και 68δ, στο απλό φωτοτυπημένο αντίγραφο των πρακτικών και των αποφάσεων τούτων, που χορηγήθηκε στον αθωωθέντα κατηγορούμενο Ευάγγελο ................... από τη Γραμματεία του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Πειραιώς. Ενόψει όμως του ότι οι ως άνω σελίδες που ενσωματώθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχουν υπογραφεί από τον Πρόεδρο Εφετών Πειραιώς ως απαιτεί η προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 5 του νόμου 3400/1927, δεν υπάρχει υποστατή ανασύσταση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και ανεξάρτητα παντός άλλου, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του Κ.Ποιν.Δ., είναι βάσιμος, και πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 337α, 342/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2002.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΌΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο, στις 19 Απριλίου 2002.-
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1022/2002 - σελ.9