ΚΑΤ΄ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ - ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΝΟΜΟΥ - ΑΠ 1250-2022

ΠΕΡΙΛΗΨΗ :

Σε περίπτωση μεταβολής του ποινικού νόμου, κατά την διάρκεια τέλεσης κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ισχύει κατά την τέλεση της τελευταίας επί μέρους πράξης, έστω και αν ακόμα αυτός είναι αυστηρότερος, εφόσον βέβαια και οι προγενέστερες από αυτόν πράξεις ήταν τιμωρητές, όπως εν προκειμένω, ο δε ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στην περίπτωση μάλιστα της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, από τις διατάξεις του άρθρ. 19 Ν. 2523/1997, ως ίσχυσαν και 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013, συνάγεται με σαφήνεια ότι για τον προσδιορισμό των προβλεπόμενων στο νόμο ορίων για το αξιόποινο και για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξης, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων και δεν προβλέπεται επιμερισμός της συνολικής αυτής αξίας ανά διαχειριστικό έτος, όπως ρητά προβλέπεται για τις λοιπές πράξεις φοροδιαφυγής (άρθ. 66 παρ. 1 - 4 Ν. 4174/2013 -Α.Π. 692/2020, 33/2021).

Για τον χαρακτηρισμό του κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος ως κακουργήματος ή πλημμελήματος λαμβάνονται υπόψη όλες οι μερικότερες πράξεις (Α.Π. 692/2020, 1216/2016).

Αριθμός 1250/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Κουβίδου Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (η οποία ορίστηκε με την υπ'αριθμ.184/2022 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαριάνθη Παγουτέλη, Ευάγγελο Μητσέλο – Εισηγητή, Ελευθέριο Σισμανίδη και Σταυρούλα Κουσουλού (η οποία ορίστηκε με την υπ'αριθμ. 184/2022 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Ασπρογέρακα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Μ Φ του Κ, κατοίκου Ν. Πεντέλης Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χριστόδουλου Δερδεμέζη, για αναίρεση της υπ΄αριθ. 316, 334/2019 και 2/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2020 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 18.09.2020, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 7468/2020 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1035/20.

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 18-9-2021 (αριθ. πρωτ. 7468/18.9.2020) αίτηση του Μ Φ του Κ, κατοίκου Νέας Πεντέλης Αττικής, για αναίρεση της καταχωρηθείσας στις 21-8-2020 με α.α. 31, στο οικείο ειδικό βιβλίο του άρθ. 473 § 3 ΚΠοινΔ, υπ’ αριθ. 316,334/2019, 2/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την οποία αυτός καταδικάστηκε για το αδίκημα της φοροδιαφυγής κατ’ εξακολούθηση και του επιβλήθηκε, μετά την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθ. 84 παρ. 2 περ. ε΄ Π.Κ., ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, με δήλωση του συνηγόρου που εκπροσώπησε τον κατηγορούμενο στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 18-9-2020. Περιέχει εξάλλου παραδεκτούς λόγους αναίρεσης και δη, αυτούς της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. (άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠοινΔ). Είναι επομένως παραδεκτή κατά τα άρθρα 473 § 2-3, 474, 504 § 1 και 505 ΚΠοινΔ και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 Ν. 2523/1997, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 40 παρ. 1 Ν. 3220/2004, "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) ετών εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατό πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ. Κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου: "εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή μέρος αυτής...". Οι ανωτέρω διατάξεις τροποποιήθηκαν με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015, ήδη δε ισχύει από 17- 10-2015 ως άρθρο 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013 (που εφαρμόστηκε ως επιεικέστερος νόμος στην προκειμένη περίπτωση, κατ' άρθρο 2 ΠΚ) και έχει ως εξής: “5. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός και αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος.... Εικονικό είναι το φορολογικό στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής...”. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ανωτέρω εγκλήματος της φοροδιαφυγής, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη είναι: α) αντικειμενικά μεν, η έκδοση από το δράστη ή η αποδοχή πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, ως εικονικού θεωρουμένου από το νόμο, εκτός των άλλων, και του στοιχείου εκείνου που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, β) υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και την αποδοχή αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά ολικά ή εν μέρει φορολογικά στοιχεία, χωρίς να απαιτείται σκοπός του τελευταίου για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. (Α.Π. 33/2021, 746/2020, 653/2020). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 2 Ν. 2523/1997, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 αυτού, ήτοι της έκδοσης ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, η παραγραφή αρχίζει, κατ’ εξαίρεση του κανόνα περί έναρξης αυτής από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη (άρθρο 112 Π.Κ.), από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου. (Α.Π. 33/2021, 810/2020, ΑΠ 653/2020). Οι διατάξεις των άρθρων 17-21 του Ν. 2354/1997 καταργήθηκαν με το άρθρο 71 Ν. 4174/2013, που προστέθηκε με το άρθρο 8 Ν. 4337/2015, ενώ με τις διατάξεις των άρθρων 55Α και 68 παρ. 2 του Ν. 4174/2013, οι οποίες προστέθηκαν με τα άρθρα 3 παρ. 5 και 8 του Ν. 4337/2017, ορίζετο ότι η παραγραφή των φορολογικών αδικημάτων αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής. Με το άρθρο 32 παρ. 3 και 4 Ν. 4745/6.11.2020 αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 55Α του Ν. 4174/2013, ενώ, με το άρθρο 92 του ίδιου Ν. 4745/2020 καταργήθηκε η παρ. 2 του άρθρου 68 Ν. 4174/2012, που ρύθμιζαν την ειδική κατά τα ανωτέρω έναρξη της παραγραφής των αδικημάτων φοροδιαφυγής, όμως ορίστηκε ότι η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται μέχρι την οριστικοποίηση της οικείας εκτελεστής πράξης της φορολογικής αρχής, λόγω άπρακτης παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής, ή μέχρις ότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε, στην περίπτωση δε αυτή της αναστολής της προθεσμίας παραγραφής, δεν ισχύει ο χρονικός περιορισμός της αναστολής του άρθ. 113 παρ. 2 α του Π.Κ. Περαιτέρω, στο Ν. 4745/2020 περιλήφθηκαν και μεταβατικές διατάξεις και δη στο εδ. α΄ του άρθρου 96 του Ν. 4745/2020 ορίζεται ότι "οι διατάξεις του άρθρου 32 καταλαμβάνουν τις πράξεις που τελούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου". Με τη μεταβατική αυτή διάταξη προβλέπεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 32 δηλαδή η παρ. 3 αυτού που αντικατέστησε το άρθρο 55Α του Ν. 4174/2013 (καταργώντας τον κατ` εξαίρεση του κανόνα προσδιορισμό του χρόνου έναρξης της παραγραφής) και η παρ. 3 αυτού που κατάργησε το άρθρο 68 παρ.3 του Ν. 4174/2013 (για την αναστολή της παραγραφής) δεν εφαρμόζονται στις πράξεις που τελέστηκαν έως τις 6-11-2020, διατηρώντας έτσι σε ισχύ τις διατάξεις του άρθρου 55Α του Ν.4174/2013 για τα φορολογικά αδικήματα που τελέστηκαν πριν τις 6-11-2020. Η επιλογή αυτή του νομοθέτη είναι συνέχεια της διαρκούς και διαχρονικής επιλογής να θεσπίζει για τα αδικήματα φοροδιαφυγής η μετάθεση της έναρξης της παραγραφής σε χρόνο μεταγενέστερο του χρόνου τέλεσης της πράξης, αξιολογώντας τη συστημική αδυναμία που περιβάλλει τις συνθήκες λειτουργίας της φορολογικής διοίκησης, η ενέργεια της οποίας είναι απαραίτητη προ της εμπλοκής της δικαστικής αρχής. Γνωρίζει δηλαδή απολύτως ο νομοθέτης ότι τα οικονομικά εγκλήματα, ως εκ της φύσεώς τους, απαιτούν ευρύτερη προκαταρκτική έρευνα και χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη περιπλοκότητα, ώστε καθίσταται μη ρεαλιστική η τελεσίδικη περάτωση τόσο της διοικητικής όσο και της ποινικής διαδικασίας πριν την (με βάση τους γενικούς κανόνες) παραγραφή του αξιόποινου των αδικημάτων). Τούτο γίνεται αποδεκτό και υλοποιείται με τις (ποινικές) διατάξεις τόσο του Ν. 2523/1997 και του Ν. 4174/2013 (που τοποθέτησαν την έναρξη της παραγραφής μετά την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας), αλλά και αυτού του Ν. 4745/2020 (που προς αντιμετώπιση αυτής της "αδυναμίας" καθιέρωσε την υποχρεωτική αναβολή της ποινικής δίωξης ή αναστολής της ποινικής διαδικασίας για όσο διάστημα διαρκεί η διοικητική διαδικασία), καθώς και του τελευταίου νόμου 4764/2020 (που επίσης προέβλεψε μετάθεση του χρόνου έναρξης της παραγραφής από την πάροδο χρονικού διαστήματος που ευλόγως απαιτείται υπό τις επικρατούσες συνθήκες για την έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης). Έτσι, η άποψη που θέλει οι μεταβατικές διατάξεις του Ν. 4745/2020 (άρθρο 96 εδ. α΄) να τίθενται εκποδών, και για τα έως το χρόνο έναρξης του Ν.4745/2020 αδικήματα να εφαρμόζονται οι διατάξεις του τελευταίου για τον χρόνο έναρξης της παραγραφής, παραβλέπει την κατά τα άνω σταθερή νομοθετική αντιμετώπιση του ζητήματος χωρίς κανένα λογικό επιχείρημα. Εξάλλου, η θεσμοθέτηση της μεταβατικής αυτής διάταξης εξυπηρετεί και τον σκοπό για τον οποίο τροποποιήθηκε η νομοθεσία για τη φοροδιαφυγή (και τη λαθρεμπορία) με το Ν.4745/2020, που ήταν ο εξορθολογισμός του φαινομένου των λεγόμενων "δυαδικών κυρώσεων", η επιβολή δηλαδή σε βάρος του ίδιου προσώπου και για την ίδια παράβαση κυρώσεων ποινικής φύσης σε παράλληλες ή διαδοχικές διαδικασίες τόσο από τα διοικητικά δικαστήρια ή τις φορολογικές αρχές όσο και από τα ποινικά δικαστήρια. Ο σκοπός αυτός - εκτός των άλλων - με σαφήνεια διατυπώνεται και στον τίτλο του Κεφαλαίου Γ΄ του Ν.4745/2020, που επιγράφεται "σχέση ποινικής και διοικητικής δίκης". Η υιοθέτηση της μη εφαρμογής της μεταβατικής διάταξης για τα προ της έναρξης ισχύος του Ν. 4745/2020 τελεσθέντα αδικήματα φοροδιαφυγής, θα οδηγούσε, αντί της επιδιωκόμενης "άπαξ" τιμώρησης, στο αντίθετο άκρο της πλήρους ατιμωρησίας, λόγω του ορατού κινδύνου εξάλειψης του αξιόποινου λόγω παραγραφής (ιδίως για τα σε βαθμό πλημμελήματος αδικήματα). Ταυτόχρονα, η άνιση μεταχείριση μεταξύ των φορολογουμένων παρίσταται για το λόγο αυτό αναπόφευκτη και επιτείνεται η ανασφάλεια δικαίου. Η ως άνω νομοθετική επιλογή (ως προς τα ισχύοντα για τα τελεσθέντα προ της 6-11-2020 αδικήματα) εξηγείται και με την παραδοχή ότι οι διατάξεις περί παραγραφής και περί αναστολής αυτής εμφανίζονται ως αδιάσπαστο σύνολο διατάξεων και μόνο ως μία ενιαία ρύθμιση μπορούν να αντιμετωπιστούν, ώστε δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός της εφαρμογής τους, εν μέρει με βάση τον προϊσχύσαντα και εν μέρει με βάση τον μεταγενέστερο νόμο. Συνακόλουθα, οι συγκεκριμένες εδώ εξεταζόμενες νομοθετικές προβλέψεις (και όχι οπωσδήποτε οι εν γένει περί παραγραφής και αναστολής ρυθμίσεις) τελούν σε νοηματική ενότητα και αντιμετωπίζονται ως μία "διάταξη" υπό την έννοια του άρθρου 2 ΠΚ, όπως ισχύει μετά την κύρωσή του με το Ν. 4619/2019 και μόνο ως ένα ενιαίο λειτουργικό σύνολο μπορούν να συγκριθούν, ενώ δεν είναι επιτρεπτή η διάσπαση των ρυθμίσεων με την επιλογή των εκάστοτε τυχόν ευνοϊκότερων τμημάτων του ενιαίου συνόλου. Επιχείρημα υπέρ αυτού (του αδιάσπαστου και ενιαίου της ρύθμισης) αντλείται και από την παρατήρηση ότι οι "συγκρινόμενες" ρυθμίσεις δεν είναι κατ΄ ουσίαν ανόμοιες, ώστε να απαιτείται να υπαχθούν στον έλεγχο του άρθρου 2 ΠΚ, αλλά στην πράξη αλληλοκαλύπτονται χωρίς να μπορούν να "κατατμηθούν". Ειδικότερα, το ίδιο πραγματικό γεγονός και δη η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, ετίθετο κατά το προϊσχύσαν δίκαιο ως το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής του αξιόποινου, χωρίς πρόβλεψη για αναστολή της προθεσμίας της παραγραφής, η οποία δεν ήταν απαραίτητη, αφού εμπεριείχετο στις ρυθμίσεις για την έναρξη του χρόνου παραγραφής. Κατά το ισχύον μετά το Ν. 4745/2020 δίκαιο, το ίδιο πραγματικό γεγονός (η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής), τίθεται ως το χρονικό σημείο της λήξης της ex lege απεριόριστης αναστολής της παραγραφής, σηματοδοτώντας δηλαδή ουσιαστικά και πάλι το χρόνο έναρξης υπολογισμού αυτής. Έτσι, παρόλο που οι ρυθμίσεις αυτές ενδύονται διαφορετικές μορφές, επιφέρουν ουσιαστικά την ίδια έννομη συνέπεια, κατά τρόπον ώστε να καθίσταται αδύνατος ο διαχωρισμός των προβλεπόμενων για την έναρξη της παραγραφής του αξιοποίνου και για την αναστολή αυτής. Υπό το πρίσμα αυτό ο εφαρμοστής του δικαίου δεν δύναται να προκρίνει ως ευμενέστερες (αφ’ εαυτών) τις νεότερες διατάξεις για την ταύτιση του χρόνου τέλεσης του αδικήματος της φοροδιαφυγής με τον χρόνο έναρξης της παραγραφής, παραγνωρίζοντας ότι οι άρρηκτα με αυτές συνδεδεμένες περί αναστολής της παραγραφής διατάξεις του Ν. 4745/2020 δεν θα μπορούσαν από μόνες τους να εφαρμοστούν τόσο ενόψει του άρθρου 96 του Ν. 4745/2020 όσο και ενόψει του ότι στις περισσότερες περιπτώσεις δεν θα συντρέχει πλέον λόγος αναστολής της προθεσμίας, καθώς από την τέλεση του φορολογικού αδικήματος μέχρι την έκδοση εκτελεστής πράξης της φορολογικής αρχής θα έχει συμπληρωθεί η προβλεπόμενη προθεσμία παραγραφής. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι είναι δυνατή η σύγκριση και ότι η νεότερη ρύθμιση, συγκρινόμενη με την προϊσχύσασα, είναι ευμενέστερη και ότι έτσι είναι ερευνητέα η σύμπλευση αυτής με το άρθρο 2 ΠΚ, λεκτέα είναι τα εξής: Η επιλογή του νομοθέτη να θεσπίζει με ειδική μεταβατική διάταξη τη μη αναδρομικότητα του επιεικέστερου νόμου είναι επιτρεπτή, χωρίς μάλιστα να τίθεται θέμα αντισυνταγματικότητας ή παραβίασης του άρθρου 15 παρ.1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα ή του άρθρου 49 παρ.1 περ. γ΄ του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε.. Επ’ αυτού χαρακτηριστική είναι η απόφαση του ΕΔΔΑ ..... κατά …. της 10-11-2020, που αφορούσε προσφυγή της βελγικής εταιρείας, η οποία κλήθηκε να καταβάλει στο Βελγικό Δημόσιο χρηματικό πρόστιμο μετά από φορολογικό έλεγχο, εκκρεμούσης δε της δίκης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και ενώ εύλογα η εταιρεία ανέμενε ότι η φορολογική της οφειλή θα παραγραφόταν, ο νομοθέτης έθεσε σε ισχύ νόμο και καθόρισε οριστικά και με αναδρομική ισχύ το ζήτημα της διακοπής της παραγραφής στις τρέχουσες φορολογικές οφειλές (όπως και της προσφεύγουσας) με αποτέλεσμα η φορολογική της οφειλή να μην παραγράφεται. Το Δικαστήριο, που με προηγούμενες αποφάσεις του είχε αποφανθεί ότι μόνο το οικονομικό συμφέρον του κράτους δεν δικαιολογεί κατ’ αρχήν την αναδρομική εφαρμογή ενός νόμου και έτσι μόνη η διατήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου δεν μπορεί να είναι επαρκής λόγος για να δικαιολογήσει την αναδρομική εφαρμογή, δέχθηκε με την ως άνω απόφασή του ότι η παρέμβαση του νομοθέτη αποσκοπούσε στη διασφάλιση της ασφάλειας του δικαίου και στην αποφυγή διακρίσεων μεταξύ των φορολογουμένων. Με τις σκέψεις αυτές αποφάνθηκε ότι οι σκοποί αυτοί συνιστούν επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος, που επιτρέπουν τέτοια νομοθετική παρέμβαση, χωρίς αυτή να αποτελεί παράβαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης (άρθ.6 παρ.1 της ΕΣΔΑ). Καθίσταται έτσι κατανοητό ότι το κριτήριο που θέτει το ΕΔΔΑ για το επιτρεπτό ή μη της αναδρομικής ισχύος δυσμενέστερου νόμου, που η εφαρμογή του οδηγεί στη μη παραγραφή αδικήματος κατά την εκκρεμοδικία, ταυτίζεται με τα κριτήρια που έθεσε και ο Έλληνας νομοθέτης για την εισαγωγή της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 96 του Ν. 4745/2020. Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, τα φορολογικά αδικήματα που τελέστηκαν μέχρι τις 6-10-2020 υπάγονται στο σύνολο των διατάξεων του Ν. 4174/2013, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το Ν. 4745/2020, με τη διευκρίνιση ότι ειδικά για την παραγραφή εφαρμόζεται το άρθρο 55 Α παρ.3 του Ν.4174/2013 ακόμα και μετά την κατάργηση του άρθρου 68 παρ.2 του Ν. 4174/2013 με το άρθρο 92 του Ν. 4745/2020. (ΑΠ 594/2021, ΑΠ 95/2022, Α.Π. 917/2022).

Τέλος, με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθ. 98 του προϊσχύσαντος Π.Κ., που προστέθηκε με το άρθ. 14 παρ. 1 Ν. 2721/1999, όπως και στην ταυτάριθμη διάταξη του νέου Π.Κ., ορίζεται ότι η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Επομένως, σε περίπτωση μεταβολής του ποινικού νόμου κατά την διάρκεια τέλεσης εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ισχύει κατά την τέλεση της τελευταίας επί μέρους πράξης, έστω και αν ακόμα αυτός είναι αυστηρότερος, εφόσον βέβαια και οι προγενέστερες από αυτόν πράξεις ήταν τιμωρητές, ενώ για τον χαρακτηρισμό του κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος ως κακουργήματος ή πλημμελήματος λαμβάνονται υπόψη όλες οι μερικότερες πράξεις (Α.Π. 692/2020, 1216/2016). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρ. 19 Ν. 2523/1997, ως ίσχυσαν και 66 παρ.5 του Ν. 4174/2013, συνάγεται με σαφήνεια ότι για τον προσδιορισμό των προβλεπόμενων στο νόμο ορίων για το αξιόποινο και για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξης της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων, ή επί μερικώς εικονικών, η συνολική εικονική αξία των στοιχείων αυτών (Α.Π. 175/2022, Α.Π. 681/2020, 427/2019).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού προς το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ’ είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιό συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ’ όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ’ επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 §1 και 178 ΚΠΔ. (ΑΠ 175/2020, Ολ. Α.Π 1/2005). Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι καταρχάς αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε΄ του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης όμως, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων ή η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. (ΑΠ 28/2021, ΑΠ 25/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος της πράξης της φοροδιαφυγής κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσα κατά τα έτη 2001, 2002, 2003, 2004, με την έκδοση εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων, υπό την έννοια ότι εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους και των οποίων η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό 200.000 ευρώ, ανερχόμενη ειδικότερα στο ποσό των 1.382.839,96 ευρώ. Για να καταλήξει στην ως άνω καταδικαστική κρίση του το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, τα ακόλουθα: «Στο Κερατσίνι Αττικής, κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, (από το έτος 2001 έως και το έτος 2004), με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου αδικήματος, διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής, με τη μορφή της έκδοσης πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, εφόσον αυτά είχαν εκδοθεί για ανύπαρκτες συναλλαγές και η αξία τους υπερβαίνει τις 200.000 €, ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 1.382.839,96 €, πράξη της οποίας η παραγραφή αρχίζει την 6.8.2009, ημερομηνία θεώρησης της από 30-7-2009 ειδικής έκθεσης ελέγχου της ΥΠΕΕ. Ειδικότερα, με την ιδιότητα του ουσιαστικού και πραγματικού διαχειριστή της εταιρίας με την επωνυμία «Ν επε», της οποίας τυπικά ως διαχειριστής εφέρετο ο γιός του Κ Φ, με έδρα το Κερατσίνι και αντικείμενο εργασιών, μεταξύ άλλων τις γενικές επισκευές πλοίων, εξέδωσε τα τιμολόγια που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας, ανά έτος, αποδέκτη, αναγραφόμενα αριθμό - ημερομηνία και αξία τιμολογίου, ήτοι για το έτος 2001, 17 εικονικά τιμολόγια, αξίας 360.596,11 €, εκ των οποίων τα 4 με αριθμούς 13, 16,17 και 24 ήταν και πλαστά, για το έτος 2002, 38 τιμολόγια, αξίας 319.996,8 €, εκ των οποίων τα 5 τιμολόγια προς την εταιρία Ν, υπ' αριθ. 43, 45, 46 και 47, τα 32 τιμολόγια προς την εταιρία Τ, υπ' αριθ. 488, 504, 529, 530, 534-561 και το 1 τιμολόγιο προς την εταιρία Π, ήταν και πλαστά, για το έτος 2003, 2 εικονικά τιμολόγια, αξίας 1.460 € και 38 πλαστά τιμολόγια, αξίας 495.355 € εκ των οποίων τα 14 τιμολόγια προς την εταιρία Τ, υπ’ αριθ. 612, 614 - 618, 964 - 971, τα 11 τιμολόγια προς την εταιρία «Ν» υπ' αριθ. 120 - 123, 125, 127, 130 - 133, το 1 τιμολόγιο, υπ' αριθ. 318, με λήπτρια την επιχείρηση Ε. Κ, τα 8 τιμολόγια προς την επιχείρηση Σ Κ, υπ' αριθ. 538, 553, 8879, 658, 688, 958, 975 και 990, το 1 τιμολόγιο υπ' αριθ. 588, προς τον Σ Τ, το 1 τιμολόγιο υπ' αριθ. 959 προς την Ε Π α.ε. και τα 2 τιμολόγια προς την «Α Μον επε», υπ'αριθ. 629 και 633, ήταν και πλαστά και για το έτος 2004, 23 τιμολόγια, αξίας 205.432,05 €, εκ των οποίων τα 4 τιμολόγια προς την επιχείρηση Τ, υπ' αριθ. 250, 265, 280 και 296, τα 6 τιμολόγια προς την επιχείρηση Κ, υπ' αριθ. 1280, 1290,1296,1378,1399 και 1588, τα 8 τιμολόγια προς την εταιρία «Τ Γ α.ε.», υπ' αριθ. 11-13, 15, 17, 19, 30 και 49 και 4 τιμολόγια προς την εταιρία «P C» συνολικής αξίας 45.916,16 € ήταν και πλαστά. Έτσι, συνολικά, κατά το χρονικό διάστημα από το 2001 έως και το 2004, εξέδωσε 118 τιμολόγια συνολικής αξίας 1.382.839,96 €. Επρόκειτο δε για ανύπαρκτες συναλλαγές, ενώ ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση ότι τα ανωτέρω τιμολόγια δεν αφορούσαν πραγματικές συναλλαγές και ότι τα 4 φορολογικά στοιχεία της χρήσης 2001, τα 37 φορολογικά στοιχεία της χρήσης 2002, τα 38 τιμολόγια της χρήσης 2003 και τα 21 φορολογικά στοιχεία της χρήσης 2004 ήταν πλαστά και παρόλα αυτά θέλησε να τελέσει τις πράξεις που του αποδίδονται. Ειδικότερα, η ανωτέρω εταιρία ιδρύθηκε στις 18.1.2001 και λειτούργησε πραγματικά μέχρι και τον Απρίλιο 2001, οπότε, λόγω οφειλής μισθωμάτων, έπαψε να χρησιμοποιεί τη μισθωμένη έδρα της στην οδό Κ 68 στο Κερατσίνι και στη συνέχεια εξώστηκε από τον εκμισθωτή, ο οποίος δήλωσε το μίσθιο κενό από 1.5.2001. Χαρακτηριστικά αναφέρεται στην ειδική έκθεση ελέγχου της ΥΠΕΕ, ότι είχε θεωρήσει στην Ε' ΔΟΥ Πειραιά μόνον ένα μπλοκ τιμολογίων παροχής υπηρεσιών με αριθμούς από το 1 έως το 50 και ένα μπλοκ δελτίων αποστολής με αριθμούς 1 έως και 2, καθώς και άλλα βιβλία τα οποία δεν προσκομίστηκαν ποτέ στην αρμόδια ως άνω ΔΟΥ λόγω ισχυριζόμενης απώλειας, δεν υπέβαλε ποτέ δηλώσεις φόρου εισοδήματος και ΦΠΑ, εκτός από 4 μηδενικές περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ για τους μήνες που λειτουργούσε στο εν λόγω μίσθιο, ενώ, από το θεωρημένο μπλοκ τιμολογίων εξεδόθησαν μόνον τα υπ’ αριθ. 1 και 2 και 8 - 22, (τα υπ' αριθ. 3,4,5,6 και 7 ακυρώθηκαν, τα υπ' αριθ. 24 - 50 είναι κενά, στα υπ' αριθ. 21 και 23 υπάρχει μόνο το κίτρινο στέλεχος με αποτυπωμένο εκ παραδρομής το περιεχόμενο των υπ' αριθ. 20 και 22 αντίστοιχα), επίσης, δεν δηλώθηκε ποτέ με πίνακα προσωπικού, απασχολούμενο προσωπικό, ούτε καταβλήθηκαν εισφορές στο ΙΚΑ, καίτοι ο κατηγορούμενος, εξεταζόμενος από την ΥΠΕΕ στις 27.6.2008, κατέθεσε ότι το αντικείμενο απασχόλησης της εταιρίας ήταν η χρησιμοποίηση εξειδικευμένου προσωπικού έως και 40 ατόμων ανά περίπτωση για εργασία σε έργα τρίτων των οποίων οι μελέτες είχαν, κατά κύριο λόγο εκπονηθεί από το γιό του. Επίσης, η εν λόγω εταιρία δεν προμηθεύτηκε ποτέ υλικά ώστε να είναι σε θέση να εκδώσει τιμολόγια προς τις λήπτριες εταιρίες, δεν είχε στη διάθεσή της εγκαταστάσεις και μηχανολογικό εξοπλισμό, (πάγιο και φορητό) για την πραγματοποίηση επισκευαστικών εργασιών. Επίσης, η ως άνω εταιρία δεν διέκοψε τις εργασίες της ούτε ακύρωσε τα θεωρημένα φορολογικά στοιχεία καίτοι δεν είχε δραστηριότητα από τον Απρίλιο 2001, αλλά συνέχισε να εκδίδει τιμολόγια και άλλα φορολογικά στοιχεία μέχρι και το 2004 ως άνω, εμφανίζοντας τόσο τα ακυρωθέντα φορολογικά στοιχεία από το θεωρημένο μοναδικό μπλοκ, όσο και τέτοια από ανύπαρκτο - μη θεωρημένο μπλοκ, ως νόμιμες συναλλαγές, ενώ γνώριζε ότι δεν είναι τέτοιες. Αξιοσημείωτο επίσης τυγχάνει το γεγονός ότι επιχείρηση με την ίδια επωνυμία «Ν Κ», λειτουργούσε πριν την ίδρυση της εταιρίας του κατηγορούμενου, με φερόμενο διαχειριστή το Ν Κ, που ήταν φίλος του κατηγορούμενου, όπως ισχυρίζεται ο τελευταίος. Αυτής της επιχείρησης, της Ν Κ, η εταιρία του κατηγορούμενου αναδέχθηκε χρέη ύψους 116.000.000 δρχ. (340.425,50 €), πλέον τόκων, εξόδων και προμηθειών, ενώ και οι δύο εταιρίες εκχώρησαν τιμολόγια προς δήθεν πελάτες τους προς το τμήμα factoring της Αγροτικής Τράπεζας (ΑΤΕ), οι οφειλές των οποίων δεν πληρώθηκαν και κατέστησαν ληξιπρόθεσμες, συμπεριλαμβανομένων μάλιστα των ως άνω ακυρωμένων τιμολογίων της Ν επε, υπ' αριθ. 4,5,6,7. Ο μάρτυρας υπεράσπισης, Δ Β, κατέθεσε ότι ο Ν. Κ ήταν φίλος του κατηγορούμενου και ο τελευταίος προσπάθησε να τον βοηθήσει αναδεχόμενος τα χρέη της επιχείρησης Ν - Κ, ότι ο Κ στηριζόταν στον κατηγορούμενο για να τον βοηθήσει μέσω των γνωριμιών του, ενώ ο κατηγορούμενος κατέθεσε απολογούμενος ότι ο Μ. Κ, αφ’ ενός μεν δεν τήρησε τη συμφωνία μεταξύ τους για τον επιμερισμό των υποχρεώσεών τους από τη χρηματοδότηση μέσω factoring της ΑΤΕ στην οποία συνεργάστηκαν, αφ’ ετέρου δε, ο Ν. Κ του σύστησε το Σ Μ, ο οποίος πλαστογράφησε τα ένδικα τιμολόγια εν αγνοία του και φυσικά χωρίς την έγκρισή του, ενώ παράλληλα, η Αγροτική Τράπεζα αιφνιδίως άλλαξε στάση και σταμάτησε να τον χρηματοδοτεί με αποτέλεσμα να μην καταστεί δυνατή η αποπληρωμή των υποχρεώσεών του προς αυτήν. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορούμενου δεν επιβεβαιώθηκαν από κάποιο αποδεικτικό μέσο, ενώ το γεγονός ότι ο Σ Μ φυλακίστηκε λόγω οφειλών στο Δημόσιο δεν επαρκεί για να αναιρέσει όλα τα’ ανωτέρω, ιδίως δε την από 21.7.2010 ένορκη κατάθεση του Ν. Κ., στην οποία αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος του ζήτησε να συνεργαστούν υποσχόμενος ότι θα του εξασφάλιζε σύμβαση factoring με την Αγροτική Τράπεζα, στην πραγματικότητα όμως, χρησιμοποιώντας πλαστά τιμολόγια του δημιούργησε χρέη 116.000.000 δρχ. τα οποία εν τέλει αναδέχθηκε ο κατηγορούμενος, καθώς επίσης ότι και τα τιμολόγια που είχε προμηθευτεί από το Σ Μ ήταν και αυτά πλαστά. Στην πραγματικότητα, η εταιρία του κατηγορούμενου είχε συσταθεί με σκοπό τη χρηματοδότηση από την Αγροτική Τράπεζα με το σύστημα της εκχώρησης των ένδικων τιμολογίων, πλην όμως κατόπιν ελέγχου της ΥΠΕΕ διαπιστώθηκε ότι οι συναλλαγές που εμφάνιζε η εταιρία αυτή ήταν ανύπαρκτες, τα δε τιμολόγια πλαστά και εικονικά, όπως αναφέρεται ανωτέρω και ιδίως αναλύεται διεξοδικά στην, με ημερομηνία θεώρησης 6.8.2009 ειδική έκθεση ελέγχου της ΥΠΕΕ. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η ποινική δίωξη ασκήθηκε αρχικά, με βάση το ν. 2523/1997 και δη τα άρθρα 19 παρ. 1 β, 20 και 21 αυτού. Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 ν.2523/1997, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 40 παρ. 1 ν. 3220/2004 και πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 2 παρ. 2 ν. 3943/2011: «Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον 3 μηνών. Ειδικά όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ. Με το άρθρο 2 παρ. 2 ν. 3943/31.3.2011, η απειλούμενη ποινή της κάθειρξης μέχρι δέκα έτη για την κακουργηματική αυτή φοροδιαφυγή μεταβλήθηκε σε κάθειρξη. Ήδη, από 17.10.2015, το καθεστώς της έκδοσης και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων μεταβλήθηκε με το άρθρο 8 του ν. 4337/2015, με το οποίο προστέθηκε το Δωδέκατο Κεφάλαιο στο ν. 4174/2013. Στο άρθρο 66 παρ. 5 εδ. β΄ του Δωδέκατου Κεφαλαίου του νόμου αυτού με τίτλο «Εγκλήματα φοροδιαφυγής - Ποινικές Κυρώσεις», ορίζεται ότι: «Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75·000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Η διάταξη αυτή, ως επιεικέστερη της προϊσχύσασας, τυγχάνει εφαρμοστέα κατά τη διάταξη του άρθρου 2 ΠΚ, αφού πλέον απαιτείται η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων να υπερβαίνει τις 200.000 €, ενώ η προηγούμενη ρύθμιση απαιτούσε, το ποσό αυτό να υπερβαίνει τις 150.000 €, επιπλέον δε απειλείται και μικρότερη ποινή, ήτοι κάθειρξη μέχρι 10 έτη, αντί της παλαιάς ρύθμισης που απειλούσε ποινή κάθειρξης έως 20 έτη (με το νΠΚ, έως 15 έτη). Επίσης, αποδίδεται στον κατηγορούμενο η κατ' εξακολούθηση τέλεση της πράξης, η οποία οδήγησε στην έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων αξίας άνω των 200.000 € ανά έτος, όπως ειδικότερα προαναφέρθηκε, ο δε νομοθέτης, τόσο κατά την αυστηρότερη, όσο και κατά την ευμενέστερη εκδοχή της διάταξης, απέβλεψε στη συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ν. 2523/1997, ορίζεται ότι «Η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου, έστω και αν για τα αδικήματα αυτά η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα (21 παρ. 2 εδ. γ ν. 2523/97)) με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε ως προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης διοικητικού δικαστηρίου επί προσφυγής ή την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρέλευσης της προθεσμίας προσφυγής. Έτσι, για το άρθρο 19 τίθεται διαφορετική προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, απ' ότι για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του ν. 2523/97, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι για το άρθρο αυτό (19), ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του Ποινικού Κώδικα. Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 2954/2001 προστέθηκε διάταξη στο άρθρο 21 παρ. 10 του ν. 2523/1997, κατά την οποία, για τις περιπτώσεις του άρθρου 19, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, που είναι ο χρόνος θεώρησης του πορίσματος του οικείου φορολογικού ελέγχου, από τον Προϊστάμενο της Αρχής που διενήργησε τον έλεγχο. Η ρύθμιση αυτή είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξης του άρθρου 19, τόσο ως προς εκείνη του προηγουμένου δικαίου (κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά, ή από την παρέλευση της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής), όσο και ως προς τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 ν. 4174/2013, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 8 ν. 4337/2015, ως ανωτέρω, με την οποία ορίζεται ότι η παραγραφή αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής ή από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου άπρακτης της προθεσμίας για άσκηση προσφυγής. Εξάλλου, η παραγραφή των αδικημάτων που είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου, αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η πράξη (112 ΠΚ), εκτός αν ορίζεται άλλως. Όπως προεκτέθηκε, στα αδικήματα φοροδιαφυγής με την έκδοση, κλπ. εικονικών τιμολογίων, του άρθρου 19 ν. 2523/1997. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος, δια του συνηγόρου του, υπέβαλε γραπτώς τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής των μερικότερων πράξεων του κατηγορουμένου που έλαβαν χώρα μέχρι την 31-12-2003, διότι μέχρι τη θεώρηση του πορίσματος του οικείου φορολογικού ελέγχου από τον Προϊστάμενο της Ε΄ ΔΟΥ Πειραιά στις 6.8.2009, είχε παρέλθει πενταετία και ακόμη και οκταετία, οπότε οι μερικότερες πράξεις στις οποίες αναφέρεται είχαν παραγραφεί και πρέπει να παύσει η κατ’ αυτών ποινική δίωξη. Όμως, αφ' ενός μεν έχει εφαρμογή η επιεικέστερη διάταξη 2 παρ. 8 ν. 2954/2001 κατά την οποία η παραγραφή αφετηριάζεται από την ημερομηνία θεώρησης του πορίσματος φορολογικού ελέγχου, (στην κρινόμενη περίπτωση 6.8.2009) και όχι από την ημερομηνία έκδοσης καθενός των εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων, (άλλος ο χρόνος τέλεσης και άλλος ο χρόνος έναρξης της παραγραφής), αφ’ ετέρου δε, όπως προαναφέρθηκε, η πρόβλεψη του νομοθέτη στο άρθρο 19 αφορά το σύνολο της αξίας των εκδοθέντων φορολογικών στοιχείων, όπως ρητά αναφέρεται στη σχετική διάταξη, τόσο του ν. 2523/97, όσο και στο άρθρο 66 ν 4174/2013. Τέλος, η ανά έτος αξία των πλαστών και εικονικών στοιχείων που εξέδωσε ο κατηγορούμενος, υπερβαίνει τόσο το ποσό των 150.000 € που ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της ποινικής δίωξης, όσο και το ποσό των 200.000 € που εισήχθη με τη ρύθμιση του άρθρου 66 παρ. 5 β ν. 4174/2013. Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου τυγχάνει απορριπτέος (βλ και ΑΠ 1584/2019, 1221/2019, 185/2019, 159/2019, 305/2016).». Ακολούθως το Δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της πράξης της φοροδιαφυγής κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσα κατά τα έτη 2001, 2002, 2003, 2004, με την έκδοση εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων, υπό την έννοια ότι εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους και των οποίων η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό 200.000 ευρώ, ανερχόμενη ειδικότερα στο ποσό των 1.382.839,96 ευρώ.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2, 111, 112, 113 Π.Κ., 19, 20, 21 Ν. 2523/1997, 68 παρ. 2 Ν. 4174/2013 και 2 παρ. 8 Ν. 2954/2001, απέρριψε την υποβληθείσα από αυτόν ένσταση παραγραφής των μερικότερων πράξεων που ανάγονται στα έτη 2001, 2002 και 2003, όταν η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος εδιώκετο σε βαθμό πλημμελήματος και είχε παρέλθει οκταετία από τον χρόνο θεώρησης της έκθεσης ελέγχου και τον κήρυξε ένοχο και για τις μερικότερες αυτές πράξεις, αντί να παύσει οριστικά τη σε βάρος του ποινική δίωξη.

Σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, σε περίπτωση μεταβολής του ποινικού νόμου, κατά την διάρκεια τέλεσης κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ισχύει κατά την τέλεση της τελευταίας επί μέρους πράξης, έστω και αν ακόμα αυτός είναι αυστηρότερος, εφόσον βέβαια και οι προγενέστερες από αυτόν πράξεις ήταν τιμωρητές, όπως εν προκειμένω, ο δε ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στην περίπτωση μάλιστα της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, από τις διατάξεις του άρθρ. 19 Ν. 2523/1997, ως ίσχυσαν και 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013, συνάγεται με σαφήνεια ότι για τον προσδιορισμό των προβλεπόμενων στο νόμο ορίων για το αξιόποινο και για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξης, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων και δεν προβλέπεται επιμερισμός της συνολικής αυτής αξίας ανά διαχειριστικό έτος, όπως ρητά προβλέπεται για τις λοιπές πράξεις φοροδιαφυγής (άρθ. 66 παρ. 1 - 4 Ν. 4174/2013 -Α.Π. 692/2020, 33/2021). Από την επισκόπηση του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι διαλαμβάνονται σ’ αυτό τα περιστατικά που συγκροτούν την προαναφερθείσα έννοια του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος και ότι ο αναιρεσείων απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο συνολικό περιουσιακό όφελος (με τις παραδοχές ότι την αναφερόμενη στο σκεπτικό εταιρεία συνέστησε μόνο για την έκδοση των εικονικών φορολογικών στοιχείων για να τα εκχωρήσει στην Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος και να επιτύχει αντίστοιχη χρηματοδότηση), καθώς και οι σκέψεις με βάση τις οποίες το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας ορθά τις διατάξεις των άρθρων 2, 111-113 Π.Κ. 19 παρ. 1 Ν. 2523/1997, ως ίσχυε πριν και μετά την τροποποίηση της με το άρθ. 40 παρ. 1 του Νόμου 3220/2004 και τις λοιπές διατάξεις που επικαλείται ο αναιρεσείων, δέχθηκε ότι ο χρόνος παραγραφής άρχισε την 6-8-2009, ημερομηνία θεώρησης της έκθεσης ελέγχου την οποία δεν αμφισβητεί ο αναιρεσείων και επομένως δεν είχε συμπληρωθεί κατά τη δημοσίευση της απόφασης (8-1-2020), ενόψει του ότι η αξιόποινη πράξη διώκεται σε βαθμό κακουργήματος, αφού η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, ανερχόμενη σε 1.382.839,96 ευρώ. Επομένως, ορθά το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση παραγραφής των προαναφερόμενων μερικότερων πράξεων και συνακόλουθα ο ανωτέρω σχετικός, πρώτος λόγος, αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφορικώς με την κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως περί της ενοχής του αναιρεσείοντος. Με τις προεκτεθείσες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου παρατίθενται αναλυτικά τα στοιχεία εκάστου εικονικού και πλαστού φορολογικού στοιχείου, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του, ως προς την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος, την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν την νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της φοροδιαφυγής κατ’ εξακολούθηση με την έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων, ειδικότερα δε στοιχείων που εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές, αφού αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της εν λόγω αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους, στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1, 98 Π.Κ.,19 παρ.1 εδ. β' και 4 Ν. 2523/1997, σε συνδυασμό με το άρθρο 40 παρ.1 του Ν. 3220/2004 και το άρθρο 66 παρ.5 εδ. β' του Ν. 4174/2013, που προστέθηκε με το άρθρο 8 Ν. 4337/2015, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, προσδιορίζονται κατά τον αριθμό, τον χρόνο έκδοσης, το ποσό και τους αποδέκτες τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε ο αναιρεσείων ως «εν τοις πράγμασι» διαχειριστής της αναφερόμενης στην απόφαση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης και εκτίθεται η εικονικότητα των εν λόγω φορολογικών στοιχείων και η από μέρους του αναιρεσείοντος γνώση αυτής, με αναφορά των περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η εικονικότητα, ως αφορώντων ανύπαρκτες στο σύνολό τους συναλλαγές, καθώς και η αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων, που ανέρχεται σε 1.382.839,96 ευρώ. Επίσης προσδιορίζονται τα τιμολόγια που ήταν και πλαστά (κατά τον αριθμό θεώρησής τους από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.), αφού δεν είχαν εκδοθεί από το μοναδικό “μπλοκ” τιμολογίων που είχε θεωρήσει η αρμόδια Δ.Ο.Υ. για την εταιρεία του αναιρεσείοντος. Τέλος, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως το δόλο του αναιρεσείοντος, διότι αυτός ενυπάρχει, κατά τα προεκτεθέντα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και προκύπτει από τις αναφερόμενες συνθήκες τέλεσής του, αφού από το νόμο δεν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για τη θεμελίωση της υποκειμενικής του υπόστασης. Εξάλλου, για την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, όλα τα εισφερθέντα αποδεικτικά μέσα, και δεν αρκέστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα από αυτά, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων και ούτε υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, ούτε να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση αυτών. Όσον αφορά την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα γνωμοδότηση του γραφολόγου Α Κ, από την επισκόπηση των στοιχείων της δικογραφίας προκύπτει ότι πρόκειται για ιδιωτική γραφολογική γνωμάτευση του τελευταίου, συνταχθείσα κατ’ εντολή του αναιρεσείοντος. Επομένως δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 του ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, που διατάσσεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ίδια διάταξη, και ελήφθη υπόψη από το Δικαστήριο, συναξιολογηθείσα με τις άλλες αποδείξεις, για τη διαμόρφωση της δικαστικής κρίσης, ως απλό έγγραφο, οπότε δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύεται ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ούτε απαιτείτο ειδική αιτιολογία για τη μη αποδοχή του πορίσματός της (Α.Π. 527/2020, 871/2020, 170/2019). Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι δεν απαντήθηκαν οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί που πρόβαλε στο ακροατήριο, είναι αβάσιμες, διότι, οι εν λόγω ισχυρισμοί απαντήθηκαν με το περί ενοχής του σκεπτικό του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι τα αναφερόμενα στην έκθεση αναίρεσης εκατόν δύο (102) τιμολόγια εκδόθηκαν, χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσείοντος, εν αγνοία του, από άλλο πρόσωπο (τον Σ Μ, πρώην υπάλληλό του), το Δικαστήριο απέρριψε αιτιολογημένα ως αβάσιμο τον ισχυρισμό αυτό και έκρινε ότι ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων εξέδωσε όλα τα τιμολόγια εν γνώσει του ότι ήταν εικονικά. Τέλος, στο ίδιο ως άνω σκεπτικό παρατίθενται αναλυτικά τα περιστατικά τα οποία θεμελιώνουν τις παραδοχές για την εικονικότητα όλων των φορολογικών στοιχείων, διότι εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές, ήτοι, σύσταση της εταιρείας με μόνο σκοπό την έκδοση εικονικών τιμολογίων για χρηματοδότηση από την Αγροτική Τράπεζα, έλλειψη οποιοσδήποτε δραστηριότητας αυτής, παύση χρησιμοποίησης του μισθίου που χρησιμοποίησε ως έδρα της από τον Απρίλιο 2001, μη υποβολή δηλώσεων φόρου εισοδήματος και Φ.Π.Α., ανυπαρξία εγκαταστάσεων, προσωπικού, μηχανολογικού εξοπλισμού κ.ο.κ.. Συνεπώς και ο υπό κρίση δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθ. 578 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-9-2020 (αριθ. πρωτ. 7468/18.9.2020) αίτηση του Μ Φ του Κ, κατοίκου Νέας Πεντέλης Αττικής, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 316,334/2019, 2/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Πειραιώς. Και

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2022.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Σεπτεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Login