ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Κατά τη διάταξη του άρθρου 933 του ΑΚ η, κατά το άρθρο 932, αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, δεν εκχωρείται ούτε κληρονομείται, εκτός αν αναγνωρίσθηκε με σύμβαση ή επιδόθηκε αγωγή. Κατά συνέπεια, η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, σε περίπτωση θανάτου του δικαιούχου, μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του, εάν αυτός, ενόσω ζούσε, άσκησε αγωγή με τη συνδρομή των όρων συντέλεσης της, που ορίζει το άρθρο 215 ΚΠολΔ, δηλαδή κατάθεση στον γραμματέα και επίδοση στον υπόχρεο ή με νομότυπη παράσταση του, με δήλωσή του, κατά την ποινική διαδικασία, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις των άρθ. 63, 64 και 68 ΚΠΔ, ως πολιτικώς ενάγοντος, η οποία (δήλωση) εξομοιώνεται με την άσκηση αγωγής ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου (ΑΠ 1148/2017, ΑΠ 182/2009).
Για τη διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της, καλύπτουσας την αδικοπραξία, κολάσιμης πράξης, είναι μακρότερη ή όχι της αστικής παραγραφής, θα ληφθεί υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξης ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος και η προβλεπόμενη από τον ποινικό κώδικα ή σε άλλους ποινικούς νόμους παραγραφή, όπως αυτή, ως προς τη διάρκειά της, καθορίζεται στο άρθρο 111 του ΠΚ ή άλλου ειδικού ποινικού νόμου και η οποία, προκειμένου για τα πλημμελήματα, είναι πενταετής και κατά τη διάταξη του άρθρου 17 του ΠΚ αρχίζει από τον χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από εκείνη της αστικής από αδικοπραξία απαιτήσεως κατά το άρθρο 937 παράγραφος 1 ΑΚ.
Απόφαση 980 / 2020 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 980/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Μαχαίρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Καλλιόπη Πανά, Ουρανία Παπαδάκη, Μαρία Μουλιανιτάκη και Μαριάνθη Παγουτέλη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιουλίου 2020, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Δημητριάδου και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Θ. Φ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κρυστάλλη Σπανάκη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 2302/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Ν. Κ. του Γ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Χαλβατζιδόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουνίου 2020 αίτησή του, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, Αθηνάς Κοσμαδάκη, που έλαβε αριθμό Ε.Μ.:30/2020 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 713/2020.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς την έλλειψη αναφοράς του αριθμού του άρθρου του ποινικού νόμου που εφαρμόσθηκε, να παρατεθεί στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης στη σελίδα 23 στοιχ. 2 η διάταξη "386 παρ. 1β ΚΠΔ" και να απορριφθεί η αίτηση κατά τα λοιπά και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, από 22-6-2020, έκθεση ενώπιον του Δικαστικού Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για αναίρεση της, υπ' αριθ. 2302/2019, τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, η οποία καταχωρήθηκε στο Ειδικό Βιβλίο στις 23-4-2020, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 22-6-2020, από άτομο που είχε δικαίωμα και έννομο συμφέρον προς άσκησή της, κατ' αποφάσεως που υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, (άρθρα 462 περ. β', 464, 466, 473 παρ. 2 & 3, 474, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ, σε συνδ. και με την αναστολή των προθεσμιών λόγω COVID-19 που ίσχυσε από 13-3-2020 μέχρι 31-5-2020, κατ' άρθ. 75 παρ. 1 Ν. 4690/2020).
Συνεπώς η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων, μ' αυτήν, αναιρετικών λόγων, εκδικαζόμενη, κατ' άρθρο 590 παρ. 1, κατά τις διατάξεις, του ισχύοντος νέου ΚΠΔ, (Ν.4620/2019 και 4637/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 Κ.Π.Δ., η οποία προστέθηκε με το άρθρο 34 παρ. 3 του ν. 2172/1993 και ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης απόφασης, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθ. 510 παρ. 1Α ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 63, 64 και 68 του ίδιου Κώδικα, η πολιτική αγωγή ασκείται από εκείνον που έχει το σχετικό δικαίωμα κατά το αστικό δίκαιο και αν είναι ανίκανος προς δικαιοπραξία από τον νόμιμο αντιπρόσωπό του. Παράνομη δε είναι η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο, όταν υπάρχει έλλειψη ως προς τον χρόνο και τον τρόπο άσκησης της, ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ή ως προς την ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του δικαιούχου. Αυτός που δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης κατά τον Αστικό Κώδικα, μπορεί να υποβάλει την απαίτηση του ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου κατά τα άρθρα 82-84 και 87 Κ.Π.Δ. μέχρι να αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία χωρίς έγγραφη προδικασία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 933 του ΑΚ η, κατά το άρθρο 932, αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, δεν εκχωρείται ούτε κληρονομείται, εκτός αν αναγνωρίσθηκε με σύμβαση ή επιδόθηκε αγωγή. Κατά συνέπεια, η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, σε περίπτωση θανάτου του δικαιούχου, μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του, εάν αυτός, ενόσω ζούσε, άσκησε αγωγή με τη συνδρομή των όρων συντέλεσης της, που ορίζει το άρθρο 215 ΚΠολΔ, δηλαδή κατάθεση στον γραμματέα και επίδοση στον υπόχρεο ή με νομότυπη παράσταση του, με δήλωσή του, κατά την ποινική διαδικασία, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις των άρθ. 63, 64 και 68 ΚΠΔ, ως πολιτικώς ενάγοντος, η οποία (δήλωση) εξομοιώνεται με την άσκηση αγωγής ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου (ΑΠ 1148/2017, ΑΠ 182/2009). Εξάλλου, στο άρθρο 937 του ΑΚ ορίζεται ότι η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπαίτιο σε αποζημίωση...., εάν δε η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημιώσεως. Για τη διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της, καλύπτουσας την αδικοπραξία, κολάσιμης πράξης, είναι μακρότερη ή όχι της αστικής παραγραφής, θα ληφθεί υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξης ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος και η προβλεπόμενη από τον ποινικό κώδικα ή σε άλλους ποινικούς νόμους παραγραφή, όπως αυτή, ως προς τη διάρκειά της, καθορίζεται στο άρθρο 111 του ΠΚ ή άλλου ειδικού ποινικού νόμου και η οποία, προκειμένου για τα πλημμελήματα, είναι πενταετής και κατά τη διάταξη του άρθρου 17 του ΠΚ αρχίζει από τον χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από εκείνη της αστικής από αδικοπραξία απαιτήσεως κατά το άρθρο 937 παράγραφος 1 ΑΚ. Για τη διακρίβωση εάν, προκειμένου περί πλημμελημάτων, η ποινική παραγραφή είναι μακρότερη ή όχι σε σύγκριση με την αστική παραγραφή, δεν υπολογίζεται το οριζόμενο από την παράγραφο 3 του άρθρου 113 του ΠΚ μέγιστο διάστημα της τριετούς αναστολής, κατά το οποίο διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση (Πολ. ΟλΑΠ 21/2003). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, την παραγραφή διακόπτει η έγερση αγωγής, η δε, με τον τρόπο αυτό, διακοπείσα παραγραφή αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου και κατά το άρθρο 270 ΑΚ, αν η παραγραφή διακόπηκε, ο χρόνος που πέρασε έως τότε δεν υπολογίζεται και, αφότου περατώθηκε η διακοπή, αρχίζει νέα παραγραφή. Τέτοια άσκηση αγωγής, που διακόπτει την παραγραφή, συνιστά και η, κατά την ποινική διαδικασία, με τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής, εισαγωγή προς δικαστική κρίση της αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 116/2010). Επομένως η πολιτική αγωγή, που κρίνεται στο πλαίσιο της αυτεπαγγέλτως προωθούμενης ποινικής, προδικαστικής και κύριας διαδικασίας, προσιδιάζει απόλυτα στο πεδίο εφαρμογής της σαφέστατης, πλην όμως ανελαστικής ως προς τη διατύπωση, παραγράφου 1 του άρθρου 261 ΑΚ περί διακοπής και αναστολής της παραγραφής, μέχρι την τελεσίδικη περάτωση της δίκης. Κατά συνέπεια, ο πολιτικώς ενάγων, που διέκοψε νομίμως και εμπροθέσμως, με τη νομότυπη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, την παραγραφή της εισαχθείσας στο ποινικό δικαστήριο αξίωσης του, δεν απαιτείται να προβεί σε καμία απολύτως ενέργεια ή διαδικαστική πράξη, ώστε να διακόψει εκ νέου την παραγραφή, ούτε επαπειλείται η παραγραφή εν επιδικία της αξίωσης του δηλώσαντος την εν λόγω παράσταση, λόγω καθυστέρησης εκδίκασης της υπόθεσης από το ποινικό δικαστήριο, καθόσον ισχύει απόλυτα η "αναστολή" του χρόνου παραγραφής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης (ΑΠ 1023/2019, ΑΠ 1101/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το κείμενο της υποβληθείσας, από Σεπτέμβριο 2013, μήνυσης του ... και κατά κόσμο Ε. Τ., πλην άλλων και κατά του αναιρεσείοντος, ο μηνυτής δήλωσε ότι " ... παρίσταμαι ως πολιτικώς ενάγων για χρηματική ικανοποίηση ποσού 50 Ευρώ από κάθε ένα των μηνυομένων με επιφύλαξη, λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστην από τις παραπάνω παράνομες πράξεις", δήλωση που εξομοιώνεται με άσκηση αγωγής ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου. Επίσης, σύμφωνα με τα πρακτικά της, με αριθμό ΒΤ 2931/26.10.2018, πρωτοβάθμιας αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που παραδεκτώς επισκοπούνται για τον αναιρετικό έλεγχο, "... εμφανίστηκε, δυνάμει της, από 15.11.2016, εξουσιοδοτήσεως, ο δικηγόρος Δημήτριος Χαλβατζιδόπουλος του Κωνσταντίνου, με AM ΔΣΑ 25199, δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής για λογαριασμό του ..., κατά κόσμο Ε. Τ., εδρεύοντος στη ... κατά των παραπάνω κατηγορουμένων και ζήτησε να υποχρεωθούν οι εν λόγω κατηγορούμενοι να του καταβάλουν 44 Ευρώ με επιφύλαξη ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί λόγω του αδικήματος. Παράλληλα επικαλέσθηκε το, με αριθμό 3682368, παράβολο δημοσίου". Το εν λόγω Δικαστήριο, αφού απέρριψε την προβληθείσα από τον νυν αναιρεσείοντα ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής και αφού καταδίκασε τους κατηγορούμενους αποφάσισε ότι: "... δέχεται την, περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αίτηση του πολιτικώς ενάγοντος και υποχρεώνει τους κατηγορούμενους να πληρώσουν στον πολιτικώς ενάγοντα 44 Ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί από το αδίκημα...". Στη συνέχεια σύμφωνα με τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας προσβαλλομένης αποφάσεως, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων εμφανίστηκε " ... ο Ν. Κ. του Γ. και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων αντί του θανόντος πρώτου μάρτυρα κατηγορίας Ε. - Π. Τ., Μητροπολίτη ..., για χρηματική ικανοποίηση σαράντα τέσσερα ( 44 ) Ευρώ, με επιφύλαξη για την ηθική βλάβη που προκάλεσε η κρινόμενη πράξη και ζήτησε να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος και στη δικαστική του δαπάνη και δήλωσε ότι διορίζει πληρεξούσιο...". Τελικά με την προσβαλλόμενη απόφαση, το ως άνω Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού απέρριψε την προβληθείσα από τον νυν αναιρεσείοντα, ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα και τον υποχρέωσε "... να πληρώσει στον πολιτικώς ενάγοντα, Ν. Κ. του Γ., χωρίς προσωπική του κράτηση, το ποσό των σαράντα τεσσάρων (44) Ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που του προκάλεσε η παραπάνω κρινόμενη πράξη του". Από την επιτρεπτή, για τον αναιρετικό έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και δη από το διαλαμβανόμενο στα αναγνωσθέντα έγγραφα, με αριθμό 167/20.3.2019, Πρακτικό Δημοσίευσης Δημόσιας Διαθήκης, προκύπτει ότι ο Ν. Κ. έχει ορισθεί από τον αποβιώσαντα μηνυτή - εγκαλούντα, νόμιμος κληρονόμος της αγωγικής του αξίωσης πλην άλλου και κατά του κατηγορουμένου, ανερχομένης στα 50.000 Ευρώ, εκκρεμούσας κατ' έφεση ενώπιον των αστικών δικαστηρίων, προκειμένου να συνδράμει ουσιαστικά την οικογένεια του κληρονόμου του με την όποια οικονομική ωφέλεια τυχόν θα προκύψει από την υπόθεση. Επομένως με βάση τα παραπάνω, επιτρεπτά παρέστη ο μηνυτής - εγκαλών, ατομικά και για τον εαυτό του, ως πολιτικώς ενάγων, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως τούτο προκύπτει από το περιεχόμενο της προβαλλόμενης, με τη δήλωση του, αξίωσης, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου και ορθώς στη θέση του μηνυτή - εγκαλούντα υπεισήλθε ως νόμιμος κληρονόμος του ως προς την αξίωση αυτή, ο Ν. Κ. ο οποίος νομίμως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παραγράφου αυτής, παρέστη ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, χωρίς η παράσταση του αυτή να συνιστά νέα πολιτική αγωγή. Εξ άλλου, ο ήδη αποβιώσας μηνυτής - εγκαλών, τόσο στην προδικασία όσο και στη διαδικασία ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής μόνο για τον εαυτό του ατομικά, όπως σαφώς προκύπτει από το διατακτικό της πρωτόδικης απόφασης, έστω κι αν στο σκεπτικό της, από προφανή παραδρομή φέρεται ότι η δήλωση αφορά την αποδοχή παράστασης πολιτικής αγωγής της Μητρόπολης, αίτημα που άλλωστε ουδόλως προβλήθηκε. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η οποιαδήποτε αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της πρωτοβάθμιας απόφασης, δεν αξιολογείται πλέον μετά την εκδίκαση της έφεσης κατ' αυτής και της έκδοσης της προσβαλλομένης αποφάσεως. Τέλος, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ουδόλως έχει παραγραφεί η αιτουμένη, με την επίμαχη παράσταση πολιτικής αγωγής, αξίωση, αφού η παραγραφή διακόπηκε με την, κατά τα ως άνω, νόμιμη δήλωση του αποβιώσαντος ήδη μηνυτή - εγκαλούντος, για παράσταση πολιτικής αγωγής κατά την ποινική διαδικασία καθόσον ισχύει απόλυτα η "αναστολή" του χρόνου παραγραφής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης. Μετά απ' αυτά πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.
Ο αναιρεσείων προβάλλει ως τρίτο λόγο αναιρέσεως το ότι με την προσβαλλομένη απόφαση επιδικάστηκε σε βάρος του χρηματική ικανοποίηση με το νόμιμο τόκο, χωρίς να έχει υποβληθεί αντίστοιχο αίτημα για επιδίκαση τόκων ούτε ενώπιον του πρωτοβαθμίου, ούτε ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, βασίζει δε τον λόγο αυτό στο άρθρο 510 § 3 ΚΠΔ. Έτσι όμως όπως προβάλλεται ο τρίτος αυτός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον η § 3 του άρθρου 510 του ισχύοντος σήμερα ΚΠΔ, δεν προβλέπει πλέον τη δυνατότητα να προταθούν οι προβλεπόμενοι από τον ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως σε ότι αφορά το πολιτικό μέρος της ποινικής απόφασης. Σε κάθε περίπτωση η ως άνω αιτίαση θα μπορούσε εκτιμώμενη να στοιχειοθετήσει την προβλεπομένη από το άρθρο 510 § 1 Θ ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, πλην όμως, όπως προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο αναιρεσείων υποχρεώνεται στην καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, χωρίς να αναφέρεται οτιδήποτε σχετικό με τόκους, η δε αναγραφή στο σκεπτικό της, της φράσης "με το νόμιμο τόκο από σήμερα" οφείλεται σε προφανή παραδρομή. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 405 § 1 του νυν ισχύοντος από 1-7-2019, ΠΚ (ν. 4619/2019) για την ποινική δίωξη του προβλεπομένου από το άρθρο 386 § 1 α του ίδιου ΠΚ, πλημμελήματος της απάτης απαιτείται έγκληση, ενώ, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 ΠΚ, εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες που έχουν ανοίξει χωρίς την υποβολή εγκλήσεως, με αντικείμενο πράξεις για τη δίωξη των οποίων απαιτείται έγκληση στον παρόντα Κώδικα ενώ διώκονταν αυτεπαγγέλτως υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, συνεχίζονται εφόσον ο δικαιούμενος να υποβάλει έγκληση, δηλώσει εντός τεσσάρων (4) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος (ν. 4619/2019) ότι επιθυμεί την πρόοδο τους. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων καταδικάστηκε με την προσβαλλομένη απόφαση σε ποινή φυλακίσεως 9 μηνών για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, από κοινού, πλημμέλημα το οποίο με τον ισχύοντα κατά τον χρόνο εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως. Ποινικό Κώδικα, διωκόταν αυτεπάγγελτα. Περαιτέρω από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι ο παθών καταμήνυσε για την εν λόγω πράξη πλην άλλου και τον αναιρεσείοντα με την, από Σεπτεμβρίου 2013, μήνυση του, δηλώνοντας ταυτόχρονα και παράσταση πολιτικής αγωγής. Εν όψει αυτών, καθώς και του ότι η δήλωση βούλησης του εγκαλούντος για την τιμωρία του δράστη δεν απαιτείται να είναι ρητή και πανηγυρική αλλά αρκεί να συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της έγκλησης, σε συνδυασμό με το ότι, σύμφωνα με την προαναφερθείσα μεταβατική διάταξη, αρκεί μία απλή δήλωση για την πρόοδο της ποινικής διαδικασίας, στην ως άνω μήνυση πρέπει να θεωρηθεί ότι εμπεριέχεται και δηλώνεται η βούληση του μηνυτή για την πρόοδο της διαδικασίας, που υποκαθιστά την προβλεπομένη από την ως άνω μεταβατική διάταξη, δήλωση και επομένως πληροί τον σκοπό αυτής (ΑΠ 2010/2019). Επομένως ο τέταρτος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται το απαράδεκτο της ποινικής διαδικασίας λόγω ελλείψεως εμπροθέσμου εγκλήσεως του παθόντος, που επιβάλλεται με τον νεότερο, επιεικέστερο ως άνω νόμο και ερευνάται αυτεπαγγέλτως (άρθ. 511 ΚΠΔ) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με το άρθρο 50 παρ. 4 του ν. 3160/2003, τροποποιήθηκε το άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ και μεταξύ άλλων καταργήθηκε και ο προβλεπόμενος στο στοιχ. Η' λόγος αναίρεσης κατά αποφάσεων για τη μη παράθεση στην απόφαση του σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου, αντίστοιχα δε με την παράγραφο 9 του ίδιου άρθρου τροποποιήθηκε και το άρθρο 518 παρ. 1 του ΚΠΔ με την απάλειψη της ρύθμισης για την περίπτωση που δεν έχει παρατεθεί το άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόστηκε, ότι δηλαδή ο Άρειος Πάγος στην περίπτωση αυτή παραθέτει αυτός το σωστό άρθρο του ποινικού νόμου. Οι ρυθμίσεις αυτές, ως αναφερόμενες σε διατάξεις δικονομικού χαρακτήρα, εφαρμόζονται από την έναρξη της ισχύος του ως άνω νόμου, η οποία ορίσθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 61 αυτού, από της δημοσιεύσεως του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 30-6-2003 (ΑΠ 2066/2010, ΑΠ 221/2009). Εξ άλλου και μετά τις τροποποιήσεις που επήλθαν με τους ν. 4620/2019 και 4637/2019, δεν διαφοροποιήθηκαν τα παραπάνω και δεν προβλέπεται πλέον ως λόγος αναίρεσης η μη παράθεση στην απόφαση του σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου για την πράξη που καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος. Επομένως ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν έχουν παρατεθεί τα σχετικά άρθρα που αναφέρονται στην πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ο ίδιος δε λόγος, ως προς το έτερο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 περ.Γ' ΚΠΔ, με την αιτίαση ότι δεν αναγράφεται στο διατακτικό της το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, είναι επίσης απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αφορά τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ανεξαρτήτως του ότι από την επισκόπηση της απόφασης προκύπτει η παράθεση στο διατακτικό της του αδικήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 22-6-2020, αίτηση του κατηγορουμένου Θ. Φ. του Α., για την οποία συντάχθηκε η, υπ' αριθ. Ε.Μ.30/22-6-2020, έκθεση ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για αναίρεση της, υπ' αριθ. 2302/2019, καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουλίου 2020.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Σεπτεμβρίου 2020.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ