ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ - ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΝΟΜΩ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑ ΒΑΣΙΜΟΥ - ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΛΟΓΩ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ - ΑΠ 313-2019

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Το επιτρεπτό της παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της αξίωσης που περιέχει η δήλωσή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης από την αποδεικτική διαδικασία. Στην περίπτωση δε που απορριφθεί η πολιτική αγωγή μετά από παραδοχή προβληθείσης από τον κατηγορούμενο ένστασης παραγραφής, το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο αυτής ερευνά πρώτα εάν η αξίωση του πολιτικώς ενάγοντος είναι νόμιμη και στη συνέχεια ερευνά την ουσιαστική της βασιμότητα, οπότε σε περίπτωση επελθούσας παραγραφής, απορρίπτει αυτήν με συνέπεια την αποβολή της πολιτικής αγωγής από την ποινική δίκη. Τούτο σημαίνει ότι η απόρριψη της πολιτικής αγωγής με την αιτιολογία ότι η αξίωση του πολιτικώς ενάγοντος, κατά το αστικό δίκαιο (937 ΑΚ) έχει υποκύψει σε παραγραφή, δεν ταυτίζεται με την αναφερόμενη παραπάνω περίπτωση της απόρριψης αυτής ως μη στηριζόμενης στο νόμο, αφού η τελευταία προϋποθέτει ότι οι ισχυρισμοί του πολιτικώς ενάγοντος ότι διατηρεί αξίωση κατά του κατηγορούμενου είναι μη νόμιμοι, ενώ αντίθετα η απόρριψη και η συνεπεία αυτής αποβολή της πολιτικής αγωγής από την ποινική δίκη, λόγω επελθούσας παραγραφής προϋποθέτει παραδοχή του Δικαστηρίου ότι η αξίωση του πολιτικώς ενάγοντος είναι νόμιμη και ερευνάται κατά την ουσιαστική της βασιμότητα.

Η αποβολή του πολιτικώς ενάγοντος λόγω παραδοχής της ένστασης παραγραφής, δεν αποτελεί απόρριψη της σχετικής αξίωσης ως μη νόμιμης, αλλά ως κατ` ουσίαν αβάσιμης και συνακόλουθα, ο πολιτικώς ενάγων, δεν έχει το παρεχόμενο από τις αναφερόμενες παραπάνω διατάξεις δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατά της απόφασης του ποινικού Δικαστηρίου, με την οποία αποβλήθηκε από την ποινική διαδικασία.

Απόφαση 313 / 2019    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 313/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Σταματική Μιχαλέτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 6 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - πολιτικώς ενάγοντος Β. Σ. του Π., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Παπαγεωργίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 771/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με κατηγορούμενους τους 1. Ε. Μ. του Σ., 2. Χ. Δ. του Α., 3. Α. Α. του Δ., 4) Σ. Θ. του Δ., 5. Γ. Ν. του Γ., κατοίκων ... και 6. Α. Τ. του Χ. και 7. Α. Δ. του Κ., κατοίκων ..., που άπαντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπαπέτρο. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - πολιτικώς ενάγων, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6.7.2018 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1190/2018.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: Α) να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και Β) να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί το κεφάλαιο της πολιτικής αγωγής στα πολιτικά δικαστήρια.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 468§1 περ.β',486§1 εδ.β, από τα οποία το πρώτο συμπληρώνει ουσιωδώς το δεύτερο, καθώς και το άρθρο 506 περ.γ' ΚΠΔ και 505 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι δικαίωμα άσκησης αναίρεσης κατά αθωωτικής απόφασης ποινικού Δικαστηρίου έχει ο πολιτικώς ενάγων όταν ως μηνυτής ή εγκαλών έχει καταδικασθεί σε αποζημίωση και στα έξοδα (άρθρο 71), ή όταν έχει απορριφθεί η πολιτική αγωγή του ως μη στηριζόμενη στον νόμο, είτε με την ίδια την αθωωτική απόφαση, είτε και με παρεμπίπτουσα που εκδόθηκε πριν από εκείνη, και μόνο ως προς τα σχετικά με την πολιτική αγωγή κεφάλαια της απόφασης. Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ως "μη στηριζόμενη στον νόμο" θεωρείται η πολιτική αγωγή, όταν ελλείπει η ενεργητική ή η παθητική νομιμοποίηση, δηλαδή όταν αυτή ασκήθηκε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 63, 64 και 68 του ΚΠΔ, από τις οποίες συνάγεται ότι η πολιτική αγωγή για την αποζημίωση και την αποκατάσταση από το έγκλημα και για την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό Δικαστήριο από τους δικαιούμενους σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα, καθώς και στην περίπτωση του άρθρου 64§2 ΚΠΔ, κατά την οποίαν ο νομιμοποιούμενος κατά το άρθρο 63 ίδιου Κώδικα ως πολιτικώς ενάγων μπορεί να παρασταθεί στο ποινικό Δικαστήριο κατά του υπόχρεου -κατηγορούμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας και μόνον (άρθρο 85 §1 του υπαλληλικού κώδικα, όπως κωδικοποιήθηκε με το άρθρο μόνο του ΠΔ 611/ 1977 και άρθρο 64 § 2 ΚΠΔ). Τούτων έπεται ότι το επιτρεπτό της παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της αξίωσης που περιέχει η δήλωσή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης από την αποδεικτική διαδικασία. Ενόψει δε του ότι το ποινικό Δικαστήριο ερευνά μεν την ενεργητική νομιμοποίηση του δικαιούχου, σύμφωνα με τις σχετικές ποινικές διατάξεις, αλλά κατά το κεφάλαιο της απόφασης, με το οποίο επιλαμβάνεται της πολιτικής αγωγής και αποφαίνεται γι' αυτήν, ενεργεί ως πολιτικό Δικαστήριο που δεν έχει εξουσία αυτεπάγγελτης ενέργειας, αλλά ενεργεί μόνον μετά από ένσταση του υπόχρεου, η οποία εφόσον διατυπώνεται από αυτόν ως κατηγορούμενο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (άρθρο 262§1 ΚΠολΔ), το Δικαστήριο υποχρεούται να απαντήσει επ' αυτής, αφού η τυχόν βασιμότητά της ένστασης συνεπάγεται την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της πολιτικής αγωγής και συνακόλουθα, τη μη δυνατότητα αυτής να παρασταθεί στο ποινικό Δικαστήριο, προς ικανοποίηση αξιώσεών της ή προς υποστήριξη και μόνον της κατηγορίας, κατά τα προαναφερόμενα. Στην περίπτωση δε που απορριφθεί η πολιτική αγωγή μετά από παραδοχή προβληθείσης από τον κατηγορούμενο ένστασης παραγραφής, το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο αυτής ερευνά πρώτα εάν η αξίωση του πολιτικώς ενάγοντος είναι νόμιμη και στη συνέχεια ερευνά την ουσιαστική της βασιμότητα, οπότε σε περίπτωση επελθούσας παραγραφής, απορρίπτει αυτήν με συνέπεια την αποβολή της πολιτικής αγωγής από την ποινική δίκη. Τούτο σημαίνει ότι η απόρριψη της πολιτικής αγωγής με την αιτιολογία ότι η αξίωση του πολιτικώς ενάγοντος, κατά το αστικό δίκαιο (937 ΑΚ) έχει υποκύψει σε παραγραφή, δεν ταυτίζεται με την αναφερόμενη παραπάνω περίπτωση της απόρριψης αυτής ως μη στηριζόμενης στο νόμο, αφού η τελευταία προϋποθέτει ότι οι ισχυρισμοί του πολιτικώς ενάγοντος ότι διατηρεί αξίωση κατά του κατηγορούμενου είναι μη νόμιμοι, ενώ αντίθετα η απόρριψη και η συνεπεία αυτής αποβολή της πολιτικής αγωγής από την ποινική δίκη, λόγω επελθούσας παραγραφής προϋποθέτει παραδοχή του Δικαστηρίου ότι η αξίωση του πολιτικώς ενάγοντος είναι νόμι#μη και ερευνάται κατά την ουσιαστική της βασιμότητα. Δηλαδή, η ένσταση της παραγραφής ερευνάται κατ` ουσίαν και συνεπώς η αποβολή του πολιτικώς ενάγοντος λόγω παραδοχής της ένστασης αυτής, δεν αποτελεί απόρριψη της σχετικής αξίωσης ως μη νόμιμης, αλλά ως κατ` ουσίαν αβάσιμης και συνακόλουθα, ο πολιτικώς ενάγων, δεν έχει το παρεχόμενο από τις αναφερόμενες παραπάνω διατάξεις δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατά της απόφασης του ποινικού Δικαστηρίου, με την οποία αποβλήθηκε από την ποινική διαδικασία, είτε τούτο έγινε με την ίδια την οριστική απόφαση, είτε και με παρεμπίπτουσα που εκδόθηκε πριν από εκείνη.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λάρισας, με την υπ' αριθμ. 771/2018 απόφασή του, κήρυξε αθώους τους κατηγορούμενους: 1) Ε. Μ., 2) Χ. Δ., 3) Α. Α., 4) Σ. Θ., 5) Γ. Ν., 6) Α. Τ. και 7) Α. Δ., της αξιόποινης πράξης της παράβασης καθήκοντος από κοινού και κατά μόνας που φερόταν ότι είχε τελεσθεί από αυτούς στην ... την 15-7-2011, σε βάρος του Β. Σ. του Π., ήδη αναιρεσείοντος, ο οποίος άσκησε κατά της ως άνω αθωωτικής απόφασης την κρινόμενη υπ' αριθμόν 13/2018 και από 6-7-2018 αίτηση αναίρεσης, καθώς και τους από 17.10.2018 πρόσθετους λόγους αναίρεσης που, ως συναφείς, πρέπει να συνεκδικαστούν, με την οποία παραπονείται εκτός των άλλων ότι το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα κρίνοντας διέταξε την αποβολή του από την πολιτική αγωγή, λόγω παραγραφής της αξίωσής του κατά των κατηγορουμένων. Όπως δε προκύπτει από τα παραδεκτά επισκοπούμενα για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου πρακτικά της ως άνω απόφασης, κατά την συζήτηση της υπόθεσης "εμφανίστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ο ως άνω Β. Σ. του Π. και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, προς υποστήριξη της κατηγορίας, ως αμέσως ζημιωθείς από την πράξη των κατηγορουμένων και λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπραξία τους, με τη ρητή επιφύλαξη να ασκήσει πλήρως τα δικαιώματά του ενώπιον των αρμοδίων Δικαστηρίων". Κατά της δήλωσης αυτής οι συνήγοροι υπεράσπισης των 5ου και 6ου των κατηγορουμένων προέβαλαν αντιρρήσεις, ισχυριζόμενοι ότι "δεν νομιμοποιείται παθητικά ο πολιτικώς ενάγων και ότι έχει παρέλθει πενταετία μέχρι το χρόνο που δηλώθηκε παράσταση πολιτικής αγωγής στο Πρωτόδικο Δικαστήριο και επομένως δεν υπάρχει ενεργή αξίωση, ζητώντας την αποβολή της. Κατόπιν τούτων, το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, δέχτηκε τις ως άνω αντιρρήσεις των κατηγορουμένων και με την ταυτάριθμη με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρεμπίπτουσα απόφαση, απέβαλε τον ήδη αναιρεσείοντα Β. Σ. από την πολιτική αγωγή, με το εξής, κατά πιστή αντιγραφή, αιτιολογικό:

"Κατά τις διατάξεις του άρθρου 64 ΚΠΔ Ί. Η πολιτική αγωγή ασκείται εναντίον του κατηγορουμένου και, αν υπάρχει περίπτωση, εναντίον και του αστικώς υπευθύνου ή εναντίον των νόμιμων αντιπροσώπων τους. 2.Με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 89 παρ.1, όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημιάς ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο αστικώς υπεύθυνο, ο, κατά το άρθρο 63, νομιμοποιούμενος σε άσκηση πολιτικής αγωγής μπορεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας και μόνο. Η σχετική δήλωση μπορεί να γίνει τόσο κατά την προδικασία όσο και στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 84". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από το έγκλημα, όταν ταυτόχρονα ή παράλληλα με το Δημόσιο πλήττεται και ιδιωτικό έννομο συμφέρον δικαιούται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στο ακροατήριο προς υποστήριξη και μόνο της κατά του κατηγορουμένου δημοσίου υπαλλήλου κατηγορίας, χωρίς να είναι αναγκαίο στη περίπτωση αυτή να διευκρινίζει αν παρίσταται για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης ή για αποκατάσταση υλικής ζημίας αφού τέτοια δικαιώματα δεν έχει έναντι του κατηγορουμένου υπαλλήλου. Όμως, η προς υποστήριξη και μόνο της κατηγορίας παράσταση αναγκαία προϋπόθεση έχει ο παριστάμενος να είναι αμέσως παθών από την αξιόποινη πράξη, επιπλέον δε να υφίσταται ενεργή αξίωσή του αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης κατά του κατηγορουμένου, κατά το χρόνο που εισάγεται αυτή ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, πράγμα που δεν συμβαίνει όταν έχει προηγηθεί οριστική απόφαση του πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου (ΑΠ 324/2015, ΑΠ 1001/2010) ή σε περίπτωση ολοσχερούς εξόφλησης ή σε περίπτωση που η σχετική αξίωση έχει υποπέσει σε παραγραφή, οπότε ο παθών από το αδίκημα, μη έχων πλέον ενεργό αστική αξίωση, δεν μπορεί και πάλι να παραστεί, μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας, τυχόν δε τέτοια παράσταση πολιτικής αγωγής επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και όχι σχετική για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης (ΑΠ 2014/2017 ΝΟΜΟΣ, ΕισΠροτ.στην ΑΠ 925/2009 Δνη 2009 1552, βλ. όμως και αντίθετη άποψη ΑΠ 1016/2014, ΑΠ 925/2009 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση οι κατηγορούμενοι σε πρώτο βαθμό καταδικάστηκαν για το αποδιδόμενο σ' αυτούς αδίκημα της παράβασης καθήκοντος, διότι, ως μέλη του Περιφερειακού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης (ΠΥΣΠΕ) Καρδίτσας κατά την επιλογή Διευθυντών σχολικών μονάδων, με συναπόφαση και κοινό δόλο, η δε πρώτη εξ αυτών και μεμονωμένα, παρέβησαν το καθήκον της υπηρεσίας τους, με σκοπό να προσπορίσουν σε άλλους παράνομο όφελος και να βλάψουν τον και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δηλώσαντα παράσταση πολιτικής αγωγής προς υποστήριξη της κατηγορίας Β. Σ., υποψήφιο για τη θέση Διευθυντή σχολικής μονάδας βαθμολογώντας τον με χαμηλή βαθμολογία κατά τη λαβούσα χώρα στις 15.07.2011 προσωπική μετ' αυτού συνέντευξη στα πλαίσια διερεύνησης του ως άνω Συμβουλίου των ουσιαστικών του προσόντων. Κατά της άνω παράστασης της πολιτικής αγωγής ο πληρεξούσιος δικηγόρος των 6ου και 7ου των κατηγορουμένων πρόβαλε προφορικά αντιρρήσεις, που καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, ζητώντας την αποβολή της πολιτικής αγωγής για το λόγο ότι δεν υφίσταται ενεργή αξίωση του εγκαλούντος σε βάρος των κατηγορουμένων, διότι αυτή έχει υποπέσει σε παραγραφή με συνέπεια να μη νομιμοποιείται αυτός να παραστεί πλέον ούτε και προς υποστήριξη της κατηγορίας. Ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής για τον ίδιο λόγο είχε προβληθεί από τους κατηγορούμενους και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο, δεχόμενο τη μέχρι τούδε κρατούσα νομολογιακή άποψη ότι για το δημοσίου δικαίου δικαίωμα παράστασης του ζημιωθέντος μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας δεν ισχύει η προθεσμία παραγραφής του άρθρου 937 ΑΚ, απέρριψε αυτήν, παρότι κατά την ενώπιον του συζήτηση της υπόθεσης είχε ήδη παραγραφεί η σχετική αξίωση του εγκαλούντος, αφού από το χρόνο που φέρεται ότι τελέστηκε η αξιόποινη πράξη (15.11.2011) ή ακόμη αφότου ο τελευταίος αποδεδειγμένα έμαθε τη ζημία 22.07.2011 (χρόνος υποβολής της υπ' αριθμ. πρωτ. 700/22.07.2011 ένστασής του κατά του αξιολογικού πίνακα κατά το σκέλος της συνέντευξης) μέχρι τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (22.11.2016) είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας χωρίς να μεσολαβήσει οιοδήποτε γεγονός που να διακόψει την παραγραφή. Σημειωτέον ότι μόνον η νομοτύπως δηλωθείσα παράσταση πολιτικής αγωγής διακόπτει την παραγραφή (ΑΠ 1101/2017), με συνέπεια, κατά τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως αυτή μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 101 του v. 4139/2013 είναι πλέον σε ισχύ, να ισχύει η αναστολή του χρόνου της παραγραφής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, ενώ στην προκειμένη περίπτωση η δήλωση του εγκαλούντος στην από 18.10.2011 μήνυσή του κατά των κατηγορουμένων, πλην άλλων και για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος, που την υπέβαλε στις 21.10.2011 ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Καρδίτσας ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης δεν ήταν νομότυπη, αφού για το παραδεκτό της, ο ίδιος, ως διαμένων εκτός της έδρας του δικαστηρίου (δηλωθείσα με την ως άνω μήνυσή του διεύθυνση κατοικίας το ... του Δήμου ...) δεν διόρισε αντίκλητο δικηγόρο (άρθρ. 84 ΚΠΔ), ουδέ προκύπτει (παρότι γίνεται λόγος περί επισύναψης των ενσήμων καταβολής πολιτικής αγωγής) ότι καταβλήθηκε και το κατ' άρθρο 63 ΚΠΔ παράβολο πολιτικής αγωγής (ΑΠ 1335/2014 ΝΟΜΟΣ). Αποδεικνύεται, ως εκ τούτου, ότι ο εγκαλών δεν έχει ενεργή αστική αξίωση σε βάρος των κατηγορουμένων, με συνέπεια, λόγω παραγραφής της αξίωσής του, να μην νομιμοποιείται ενεργητικά να παραστεί ενώπιον του παρόντος ποινικού δικαστηρίου ουδέ προς υποστήριξη της κατηγορίας της παράβασης καθήκοντος, σύμφωνα και με την προεκτεθείσα πρόσφατη νομολογιακή θέση του Αρείου Πάγου" Από τις ως άνω παραδοχές προκύπτει ότι το παραπάνω Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι η αξίωση του πολιτικώς ενάγοντος κατά των κατηγορουμένων ήταν νόμιμη, αλλά κατ` αποδοχή της σχετικής ένστασής τους ως νόμιμης και κατ' ουσίαν βάσιμης, απέρριψε αυτή ως κατ` ουσία αβάσιμη, λόγω παραγραφής και ακολούθως διέταξε την αποβολή του πολιτικώς ενάγοντος από την ποινική διαδικασία και στη συνέχεια μετά την αποδεικτική διαδικασία κήρυξε αθώους τους κατηγορούμενους. Κατ' ακολουθίαν τούτων και κατ' εφαρμογή όσων αναπτύσσονται στη μείζονα πρόταση της παρούσας, απαραδέκτως, κατά τις διατάξεις των άρθρων που στην ίδια θέση αναφέρονται, ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, καθόσον ο πολιτικώς ενάγων δεν είχε το σχετικό δικαίωμα και πρέπει αυτή να απορριφθεί όπως και οι συνεκδικαζόμενοι με αυτή από 17.10.2018 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα κατ` άρθρο 583§1 του ΚΠΔ καθώς και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων κατη#γορουμένων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 του ΚΠολΔ. (βλ. ΑΠ 887/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθμ. 13/2018 και από 6-7-2018 αίτηση του Β. Σ. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμόν 771/2018 αθωωτικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας, καθώς και τους από 17.10.2018 πρόσθετους λόγους αναίρεσης αυτού. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων κατηγορουμένων, που ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login