ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Η ρητή θέσπιση υποχρεωτικής αρχειοθέτησης της σχετικής δικογραφίας ή της καταδικαστικής απόφασης και η πρόβλεψη για συνέχιση της ποινικής δίωξης, μόνο σε περίπτωση πλήρωσης του σχετικού όρου, υποδηλώνουν και ενέχουν ως αυτονόητη έννομη συνέπεια τον αποκλεισμό οποιασδήποτε δικαστικής ενασχόλησης, με υπόθεση που αφορά αξιόποινη πράξη ή ποινή στερητική της ελευθερίας, που εμπίπτουν στην υπό όρους παραγραφή και παύση της ποινικής δίωξης ή παραγραφή και μη εκτέλεση της ποινής, ή ένδικο μέσο κατά απόφασης, που εκδόθηκε σε τέτοια υπόθεση (ως προς το παραδεκτό, τη νομιμότητα ή τη βασιμότητα του) για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η νομική κατάσταση της υπό όρο παύσης της ποινικής δίωξης ή της μη εκτέλεσης της ποινής, η οποία (νομική κατάσταση) αίρεται μόνο με τη σύννομη επανενεργοποίηση της ποινικής δίωξης ή της εκτελεστότητας της ποινής μετά την πλήρωση του όρου.
Κατά το χρονικό διάστημα από τη δημοσίευση του Ν. 4689/27-5-2020 μέχρι τη σύννομη επανενεργοποίηση της ποινικής δίωξης ή της αναβίωσης της εκτελεστότητας της ποινής που παραγράφηκε υπό όρο, κατά το οποίο η υπόθεση ήταν ή έπρεπε να ήταν αρχειοθετημένη, δεν είναι επιτρεπτή η εισαγωγή αυτής ή ενδίκου μέσου κατά της απόφασης που εκδόθηκε επ' αυτής προς συζήτηση ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου, η οποία (συζήτηση), εάν επιδιωχθεί από διάδικο ή από τον Εισαγγελέα, κηρύσσεται απαράδεκτη.
Αριθμός 852/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Σταματική Μιχαλέτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 14 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Δασούλα, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Κ. του Σ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Οικονόμου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2016/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4-10-2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1425/2019.
Αφού άκουσε
Τον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς τη διάταξη της περί απόρριψης του ισχυρισμού περί συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 α Π.Κ. και περί επιβολής της ποινής, να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αριθμόν 112/2019 από 4-10-2019 αίτηση αναίρεσης του Π. Κ. του Σ., κατοίκου ...( οδός ...), κατά της υπ' αριθμόν Β'ΤΕΠ 2016/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, ασκηθείσα με δήλωση του αναιρεσείοντος ενώπιον του γραμματέα του εκδώσαντος αυτή Δικαστηρίου, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (καταχώρηση στο κατά το άρθρο 473§§1 και 3 εδ.α του ΚΠΔ, βιβλίο, στις 16-9-2019), από πρόσωπο, που είχε το σχετικό έννομο συμφέρον και κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο, σύμφωνα με τα άρθρα 462§1, 464, 466§1 και 473 §§1 και 3 του ΚΠΔ και περιέχει ως λόγους αναίρεσης την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικού ποινικού νόμου και την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω.
Με βάση γενική αρχή του ποινικού δικονομικού δικαίου, που συνάγεται από τα άρθρα 2 του κυρωθέντος με το Ν. 4619/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα και 590 § 1 του κυρωθέντος με το Ν. 4620/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, οι δικονομικοί νόμοι, αν δεν ορίζουν με μεταβατική διάταξη το αντίθετο, έχουν άμεση εφαρμογή από την έναρξη της ισχύος τους και στις εκκρεμείς και μη εκδικασθείσες ακόμη ποινικές υποθέσεις, από το χρονικό σημείο που καταλαμβάνουν αυτές. Η διαδικασία, δηλαδή, χωρεί σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο, κατά τον οποίο επιχειρείται η κάθε διαδικαστική πράξη και, συνεπώς, οι μεν πράξεις, οι οποίες έγιναν υπό το κράτος του παλαιού νόμου, είναι ισχυρές, το δε ατέλεστο μέρος της διαδικασίας και, επομένως, και η μη διεξαχθείσα ακόμη δίκη, θα γίνει σύμφωνα με το νέο νόμο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 § 1 του νέου ΠΚ, "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων, που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου ΠΚ, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά, εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης ή κάθειρξης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης ή κάθειρξης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή. Επίσης, επιεικέστερος είναι ο νόμος, ο οποίος δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίπτωση, υπό την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη (ΟλΑΠ 1/2020), καθώς και εκείνος που καθιστά την πράξη ανέγκλητη ή που θεσπίζει την εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω παραγραφής ή την παραγραφή των ποινών. Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι αν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης και πριν να καταστεί αυτή αμετάκλητη τεθεί σε ισχύ νέος επιεικέστερος, υπό οποιαδήποτε από τις προαναφερθείσες μορφές, νόμος, ο Άρειος Πάγος, εφόσον η αίτηση αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης είναι παραδεκτή, εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο αυτόν νόμο, ακόμα και στην περίπτωση που απολείπεται ο νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθείς αναιρεσείων. Περαιτέρω, από 27-5-2020, δηλαδή, μετά από την συζήτηση και πριν από τη διάσκεψη της προκείμενης υπόθεσης τέθηκε σε ισχύ ο Ν.4689/27-5-2020, (ΦΕΚ 103/27.5.2020) στη διάταξη του άρθρου 64 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Κύριες ποινές: α) φυλάκισης διάρκειας μέχρι έξι (6) μηνών ή β) χρηματικές ποινές ή γ) ποινές παροχής κοινωφελούς εργασίας, που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος, εφόσον οι αποφάσεις δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και οι ποινές αυτές δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε δύο (2) έτη από τη δημοσίευση του παρόντος νέα αξιόποινη πράξη από δόλο, για την οποία θα καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών. Σε περίπτωση νέας καταδίκης, ο καταδικασθείς εκτίει αθροιστικά, μετά την έκτιση της νέας ποινής και τη μη εκτιθείσα και δεν υπολογίζεται στον χρόνο παραγραφής της μη εκτιθείσας ποινής, ο διανυθείς χρόνος από τη δημοσίευση του νόμου αυτού μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη. Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται για χρηματικές ποινές που έχουν επιβληθεί σωρευτικά με ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών. 2. Οι μη εκτελεσθείσες κατά την παρ. 1 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα. Η παραγραφή των ποινών δεν κωλύει την επιβολή των προβλεπόμενων από το νόμο διοικητικών κυρώσεων στις υποθέσεις αυτές. 3. Εξαιρούνται των ως άνω ρυθμίσεων αποφάσεις που αφορούν παραβάσεις των άρθρων 82Α, 235, 236, 237, 242, 259, 285, 358 και 390 του Π.Κ., καθώς και των νόμων 927/1979 (Α 139), 3304/2005 (Α 16), του άρθρου 11 του ν. 4443/2016 (Α 232) και της παρ. 6 του άρθρου πρώτου της από 25.02.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α 42), όπως κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4682/2020 (Α 76). 4. Η θέση στο αρχείο, σύμφωνα με την παρ. 2, απόφασης η οποία αφορά σε ποινική δίωξη που ασκήθηκε για γεγονός για το οποίο εξετάσθηκε ο διάδικος ή ο μάρτυρας ή έγινε η αναφορά στην αρχή ή η καταμήνυση ή ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος, δεν αποτελεί το τέλος της ποινικής δίωξης κατά τη διάταξη του άρθρου 59 παρ. 2 ΚΠΔ. Στην περίπτωση αυτή το τέλος της ποινικής δίωξης επέρχεται όταν η απόφαση που τέθηκε στο αρχείο καταστεί αμετάκλητη.". Με την ως άνω διάταξη, θεσπισθείσα στα πλαίσια άσκησης αντεγκληματικής και σωφρονιστικής πολιτικής, με σκοπό την ελάφρυνση των Δικαστηρίων από την εκδίκαση πράξεων ήσσονος εγκληματικότητας και χωρίς έντονη κοινωνικοηθική απαξία, θεσμοθετήθηκε (ως θεσμός αυτοτελής και διαφοροποιημένος από τη γενική παραγραφή) ειδική υπό όρον παραγραφή του αξιοποίνου εγκλημάτων και ανεκτέλεστων ποινών υπό τον όρο ότι ο υπαίτιος ή ο κατάδικος δεν θα τελέσει μέσα σε δύο έτη από τη δημοσίευση του νόμου νέα από δόλο αξιόποινη πράξη και δεν θα καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε γι' αυτή σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών, η οποία αναβιώνει και συνεχίζεται μόνο σε περίπτωση πλήρωσης του όρου αυτού. Η επέλευση της υπό όρο παραγραφής και εξάλειψης του αξιοποίνου της πράξης ή της υπό όρο μη εκτέλεσης της ποινής, η οποία είναι συμβατή με το Σύνταγμα και το 7° Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ (ΟλΑΠ 11/2001), η ρητή θέσπιση υποχρεωτικής αρχειοθέτησης της σχετικής δικογραφίας ή της καταδικαστικής απόφασης και η πρόβλεψη για συνέχιση της ποινικής δίωξης, μόνο σε περίπτωση πλήρωσης του σχετικού όρου, υποδηλώνουν και ενέχουν ως αυτονόητη έννομη συνέπεια τον αποκλεισμό οποιασδήποτε δικαστικής ενασχόλησης, με υπόθεση που αφορά αξιόποινη πράξη ή ποινή στερητική της ελευθερίας, που εμπίπτουν στην υπό όρους παραγραφή και παύση της ποινικής δίωξης ή παραγραφή και μη εκτέλεση της ποινής, ή ένδικο μέσο κατά απόφασης, που εκδόθηκε σε τέτοια υπόθεση (ως προς το παραδεκτό, τη νομιμότητα ή τη βασιμότητα του) για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η νομική κατάσταση της υπό όρο παύσης της ποινικής δίωξης ή της μη εκτέλεσης της ποινής, η οποία (νομική κατάσταση) αίρεται μόνο με τη σύννομη επανενεργοποίηση της ποινικής δίωξης ή της εκτελεστότητας της ποινής μετά την πλήρωση του όρου. Έτσι, κατά το χρονικό διάστημα από τη δημοσίευση του Ν. 4689/27-5-2020 μέχρι τη σύννομη επανενεργοποίηση της ποινικής δίωξης ή της αναβίωσης της εκτελεστότητας της ποινής που παραγράφηκε υπό όρο, κατά το οποίο η υπόθεση ήταν ή έπρεπε να ήταν αρχειοθετημένη, δεν είναι επιτρεπτή η εισαγωγή αυτής ή ενδίκου μέσου κατά της απόφασης που εκδόθηκε επ' αυτής προς συζήτηση ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου, η οποία (συζήτηση), εάν επιδιωχθεί από διάδικο ή από τον Εισαγγελέα, κηρύσσεται απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση της αξιόποινης πράξης της προσβολής της αιδούς ανηλίκου από ενήλικο, κατ' εξακολούθηση και κατά συνήθεια( άρθρο 342 §§3α, 2γ του ισχύοντος μέχρι 30-6-2019 ΠΚ) και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξη (6) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία.
Συνεπώς, αφού η ως άνω επιβληθείσα στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ποινή δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες και ούτε έχει εκτιθεί, αφού το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ανέστειλε την εκτέλεσή της επί τριετία, η δε απόφαση που την επέβαλε εκδόθηκε την 1-4-2019, δηλαδή, πριν από τη δημοσίευση στις 27-5-2020 του ανωτέρω νόμου 4689/2020 και δεν έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ενώ η κατ' αυτής ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, ως νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα και η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 342 §§3α, 2γ του ΠΚ, για την οποία αυτή επιβλήθηκε δεν υπάγεται στις ανωτέρω αναφερόμενες στη διάταξη του άρθρου 64 του Ν. 689/2020 εξαιρέσεις, η κρινόμενη υπόθεση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της τελευταίας αυτής διάταξης και ισχύει η θεσπιζόμενη από αυτή παραγραφή της επιβληθείσας ως άνω ποινής. Παρέπεται ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής κατ' άρθρο 2§1 ΠΚ επιεικέστερου νεότερου νόμου, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται στη μείζονα πρόταση της παρούσας, δηλαδή του Ν. 4689/2020, που τέθηκε σε ισχύ μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατόπιν τούτων, πρέπει εφαρμοζόμενων από τον Άρειο Πάγο, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, των διατάξεων του άρθρου 64 του ανωτέρω νόμου, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, προκειμένου η υπόθεση να τεθεί στο αρχείο από τον αρμόδιο Εισαγγελέα, λόγω παραγραφής της ποινής, υπό τον προβλεπόμενο στο παραπάνω άρθρο όρο, κατά τα αναγραφόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της υπ' αριθμ. 112/2019 από 4-10-2019 αίτησης αναίρεσης του Π. Κ. του Σ., κατοίκου ... (οδός ...), κατά της υπ' αριθμόν Β' ΤΕΠ 2016/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, Διατάσσει τη διαβίβαση στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης της δικογραφίας για τις δικές του νόμιμες ενέργειες.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ