ΥΦ ΟΡΟΝ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ - ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΝΔΙΚΟΥ ΜΕΣΟΥ - ΑΠ 831-2020

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Αναφορικά με το Ν.4689/2020:  Με τη διάταξη αυτή με την οποία θεσπίζεται για άλλη μια φορά η παραγραφή του αξιόποινου και η παύση της ποινικής δίωξης, με την υποχρεωτική αρχειοθέτηση της σχετικής δικογραφίας ή της καταδικαστικής απόφασης και η πρόβλεψη για συνέχιση της παυθείσας ποινικής δίωξης, μόνο σε περίπτωση πλήρωσης του σχετικού όρου, υποδηλώνεται ως αυτονόητη έννομη συνέπεια ο αποκλεισμός οποιασδήποτε δικαστικής ενασχόλησης, με υπόθεση που αφορά πράξη, που εμπίπτει στην υπό όρο παραγραφή του αξιοποίνου ή με ένδικο μέσο κατά απόφασης, που εκδόθηκε σε τέτοια υπόθεση (ως προς το παραδεκτό, τη νομιμότητα ή τη βασιμότητά του) για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η νομική κατάσταση της υπό όρο παύσης της ποινικής δίωξης, η οποία (νομική κατάσταση) αίρεται μόνο με τη σύννομη αναβίωση και συνέχιση αυτής μετά την πλήρωση του όρου. Έτσι, κατά το χρονικό διάστημα από τη δημοσίευση του ως άνω νόμου μέχρι τη σύννομη συνέχιση της ποινικής δίωξης δεν είναι επιτρεπτή η εισαγωγή ενδίκου μέσου κατά της απόφασης που εκδόθηκε επ` αυτής προς συζήτηση ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου και εάν επιδιωχθεί συζήτηση από διάδικο ή από τον Εισαγγελέα, κηρύσσεται απαράδεκτη.

Απόφαση 831 / 2020   (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 831/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού και Σταματική Μιχαλέτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του την 1η Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεράκη, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Α. Κ. του Δ., κατοίκου ... και 2. Ε. Κ. του Η., κατοίκου ..., οι οποίες δεν παρέστησαν, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5660/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσες την 1. Ε. Μ. του Γ. και 2 Ε. Μ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κυριάκο Καντηλίδη.

Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες, ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στις 1/20.5.2019 και 2/20.5.2019 αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 838/2019.

Αφού άκουσε

Τον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε α) να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά της 1ης αναιρεσείουσας Α. Κ. για την αξιόποινη πράξη της εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης με πρόθεση και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αυτής και β) να απορριφθεί και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης της 2ης αναιρεσείουσας Ε. Κ. και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των πολιτικώς εναγουσών που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 512 § 1 εδ.γ' του από 1-7-2019 ΚΠΔ (Ν. 4620/2019), ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται, σύμφωνα με τα άρθρα 155-162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 514 εδ. α', αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων η αίτησή του απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό προς εκείνη της § 3 του άρθρου 512 ίδιου ΚΠΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου ο αιτών την αναίρεση προσηκόντως, ήτοι με συνήγορο ή δι' αυτού, αν και κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως για να παραστεί στη συζήτηση, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται. Εξαίρεση εισάγεται με τις διατάξεις των άρθρων 511 εδ. τελευταίο και 514 εδ. δ' περ. β' του ΚΠΔ, κατά τις οποίες είτε εμφανισθεί, είτε απολείπεται ο αναιρεσείων, αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο 'Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 2§1 του κυρωθέντος με το Ν.4619/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ (άρθρο δεύτερο του ως άνω νόμου), στην οποία ορίζεται ότι : " Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου για τον κατηγορούμενο ουσιαστικού νόμου, που ίσχυσε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος θεωρείται ο νόμος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή, εκείνος ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις επιφέρει ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων, στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμία από αυτές. Έτσι, είναι πλέον δυνατόν σε περίπτωση ισχύος περισσότερων του ενός νόμων από την τέλεση της πράξης μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της σχετικής υπόθεσης, το Δικαστήριο να εφαρμόζει επιλεκτικά κάποιες από τις επιμέρους ρυθμίσεις του ενός από τους ισχύσαντες νόμους και κάποιες από τις επιμέρους ρυθμίσεις του άλλου, εφόσον ο συνδυασμός αυτός στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί σε ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορούμενου. Εάν από την ως άνω σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο απ όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά ο νεότερος επιεικέστερος. Για το χαρακτηρισμό δε ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή. Ειδικότερα επιεικέστερος είναι ο νόμος που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι ίδιο, επιεικέστερος είναι εκείνος που προβλέπει μικρότερο κατώτατο όριο. Επίσης, επιεικέστερος είναι ο νόμος, ο οποίος δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίπτωση, υπό την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη (ΟλΑΠ 1/2020), αλλά και εκείνος ο νόμος, ο οποίος καθιστά την πράξη ανέγκλητη ή εκείνος που θεσπίζει την εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω παραγραφής ή την παραγραφή των ποινών. Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι, αν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης και πριν αυτή καταστεί αμετάκλητη, τεθεί σε ισχύ νέος επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο νόμος, υπό οποιαδήποτε από τις προαναφερθείσες έννοιες, ο Άρειος Πάγος, εφόσον η αίτηση αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης είναι παραδεκτή, εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως το νέο επιεικέστερο νόμο, ακόμα και στην περίπτωση που απολείπεται ο νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθείς αναιρεσείων. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα :α) από 12-7-2019 αποδεικτικό επίδοσης του Ν. Μ., Αρχιφύλακα ΑΤ Θέρμης Θεσσαλονίκης, β) από 12-7-2019 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Τρικάλων, Α. Κ. και γ) από 9-7-2019 δύο (2) αποδεικτικά επίδοσης της Επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Δ. Κ., προκύπτει ότι επιδόθηκε σε καθεμία από τις αναιρεσείουσες Α. Κ. του Δ. και Ε. Κ. του Η., αντίστοιχα, και ως εκ περισσού και στον νόμιμα διορισμένο αντίκλητο δικηγόρο τους, Δημήτριο Λίντα, η υπ' αριθ.838/2019 κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να παραστούν δια συνηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 1-10-2019, για να υποστηρίξουν τις νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσες (άρθρα 462 περ.β', 463, 473§§2,3 και 474§1 του ισχύοντος μέχρι 1-7-2019 ΚΠΔ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 589§3 του νέου ΚΠΔ), υπ' αριθμ. 1/20-5-2019 και 2/20-5-2019 , αντίστοιχα, αιτήσεις τους για αναίρεση της υπ' αριθ. 5660/2019 ανέκκλητης (άρθρο 489 § 1β'ΚΠΔ) απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχθηκαν αμφότερες ένοχες της αξιόποινης πράξης της εξύβρισης για την οποία επιβλήθηκε στην καθεμία ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, ενώ η πρώτη τούτων (Α. Κ.) κηρύχθηκε ένοχη και της αξιόποινης πράξης της εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης, για την οποία της επιβλήθηκε ποινή κράτησης δεκαπέντε (15) ημερών. Κατά την εκφώνηση όμως, της ως άνω υπόθεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, οι αναιρεσείουσες δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από νόμιμα διορισμένο πληρεξούσιο δικηγόρο. Περαιτέρω, με το άρθρο 461 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ (άρθρο δεύτερο του Ν. 4619/2019) ορίστηκε ότι: "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Ποινικού Κώδικα καταργείται ο Ποινικός Κώδικας που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1951, καθώς και κάθε άλλη διάταξη που τροποποιούσε το νόμο αυτόν", ενώ με τη διάταξη του άρθρου 468 του ίδιου ως άνω Κώδικα καταργήθηκαν παντελώς τα πταίσματα ως κατηγορία αξιοποίνων πράξεων. Στην προκειμένη περίπτωση, η πρώτη αναιρεσείουσα Α. Κ., με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5660/2019 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκε ένοχη πταισματικής παράβασης και συγκεκριμένα της αξιόποινης πράξης της εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης (άρθρο 308§1.εδ.β του ισχύοντος μέχρι 30-6-2019 ΠΚ) για την οποία της επιβλήθηκε ποινή κράτησης δεκαπέντε (15) ημερών. Η πράξη αυτή, με την αντίστοιχη διάταξη του νέου ΠΚ (άρθρο 308 §1εδ.β) τιμωρείται πλέον ως πλημμέλημα. Εφόσον δε υπό το καθεστώς του νέου ΠΚ το πταίσμα δεν υφίσταται ως μορφή εγκλήματος, πράξεις, ως η ανωτέρω, που έχουν τελεσθεί στο παρελθόν, υπό την μορφή πταίσματος θεωρούνται ανέγκλητες. Εξάλλου, από 27-5-2020, δηλαδή, μετά από την συζήτηση και πριν από τη διάσκεψη της προκείμενης υπόθεσης τέθηκε σε ισχύ ο Ν.4689/27-5-2020, στη διάταξη του άρθρου 63 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των πλημμελημάτων, που έχουν τελεσθεί μέχρι και την 30η.04.2020, κατά των οποίων ο νόμος, ως κύρια ποινή, απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα (1) έτος ή χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας ή σωρευτικά κάποιες από τις παραπάνω ποινές. Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται σε πλημμελήματα για τα οποία η χρηματική ποινή ή η παροχή κοινωφελούς εργασίας προβλέπονται διαζευκτικά με ποινή φυλάκισης άνω του ενός (1) έτους. 2. Εάν, στην περίπτωση των πλημμελημάτων της παρ. 1, ο υπαίτιος υποπέσει μέσα σε δύο (2) έτη από τη δημοσίευση του παρόντος σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών, συνεχίζεται η κατ' αυτού παυθείσα ποινική δίωξη και δεν υπολογίζεται στον χρόνο παραγραφής του αξιόποινου της πρώτης πράξης ο διανυθείς χρόνος από την παύση της δίωξης μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη. 3. Οι δικογραφίες που αφορούν στις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα. Για την τύχη των πειστηρίων αποφαίνεται, με διάταξή του, ο αρμόδιος εισαγγελέας. 4. Οι αστικές αξιώσεις που απορρέουν από τις πράξεις που αναφέρονται στις παρ. 1 έως 3, δεν θίγονται με οποιονδήποτε τρόπο. Η παραγραφή του αξιόποινου και η παύση της δίωξης δεν κωλύει την επιβολή των κατά νόμο προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων στις υποθέσεις αυτές. 5. Η κατά τα ανωτέρω παραγραφή του αξιόποινου και η παύση της ποινικής δίωξης, δεν ισχύει για τα πλημμελήματα, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις εξής διατάξεις: α) των άρθρων 82Α , 142, 155, 158 παρ. 2, 160, 163, 166 παρ. 1, 168 παρ. 3, 169Α, 173 παρ. 1 , 175 , 178, 183 , 184 παρ.1, 221 παρ. 2 εδάφιο πρώτο , 230, 285 παρ.4 περ.α, 304Α παρ. 1 εδάφιο δεύτερο, 337 παρ. 1 , 358 και 377 Π.Κ. για τις περιπτώσεις αγοράς εμπορευμάτων με πίστωση, β) του άρθρου πέμπτου του Ν. 2803/2000 (Α 48), γ) του άρθρου 6 παρ. 4 του ν.3213/2003 (Α 309), δ) του άρθρου μόνου παρ. 1 του ν. 690/1945 (Α 292), ε) του άρθρου 29 παρ. 1 εδάφιο πρώτο του ν. 703/1977 (Α 278) και του άρθρου 44 παρ. 1 εδάφια πρώτο και δεύτερο και 2 του ν. 3959/2011 (Α 93), στ) του άρθρου 6 παρ. 2 και 3 του ν. 456/1976 (Α 277), ζ) του άρθρου 41 ΣΤ του ν. 2725/1999 (Α 121), η) του άρθρου 10 του Ν. 4637/2019 (Α 180). 6. Η θέση στο αρχείο, σύμφωνα με την παρ. 3, δικογραφίας, η οποία αφορά σε ποινική δίωξη που ασκήθηκε για γεγονός για το οποίο εξετάσθηκε ο διάδικος ή ο μάρτυρας ή έγινε η αναφορά στην αρχή ή η καταμήνυση ή ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος, δεν αποτελεί το τέλος της ποινικής δίωξης κατά την διάταξη του άρθρου 59 παρ. 2 Κ.Π.Δ. Στην περίπτωση αυτή το τέλος της ποινικής δίωξης επέρχεται μετά τη συνέχιση της παυθείσας ποινικής δίωξης, σύμφωνα με την παρ. 2, και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης ή αμετάκλητου βουλεύματος.". Με τη διάταξη αυτή με την οποία θεσπίζεται για άλλη μια φορά η παραγραφή του αξιόποινου και η παύση της ποινικής δίωξης, με την υποχρεωτική αρχειοθέτηση της σχετικής δικογραφίας ή της καταδικαστικής απόφασης και η πρόβλεψη για συνέχιση της παυθείσας ποινικής δίωξης, μόνο σε περίπτωση πλήρωσης του σχετικού όρου, υποδηλώνεται ως αυτονόητη έννομη συνέπεια ο αποκλεισμός οποιασδήποτε δικαστικής ενασχόλησης, με υπόθεση που αφορά πράξη, που εμπίπτει στην υπό όρο παραγραφή του αξιοποίνου ή με ένδικο μέσο κατά απόφασης, που εκδόθηκε σε τέτοια υπόθεση (ως προς το παραδεκτό, τη νομιμότητα ή τη βασιμότητά του) για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η νομική κατάσταση της υπό όρο παύσης της ποινικής δίωξης, η οποία (νομική κατάσταση) αίρεται μόνο με τη σύννομη αναβίωση και συνέχιση αυτής μετά την πλήρωση του όρου. Έτσι, κατά το χρονικό διάστημα από τη δημοσίευση του ως άνω νόμου μέχρι τη σύννομη συνέχιση της ποινικής δίωξης δεν είναι επιτρεπτή η εισαγωγή ενδίκου μέσου κατά της απόφασης που εκδόθηκε επ' αυτής προς συζήτηση ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου και εάν επιδιωχθεί συζήτηση από διάδικο ή από τον Εισαγγελέα, κηρύσσεται απαράδεκτη. Κατ' ακολουθίαν τούτων, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται στις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας νομικές σκέψεις, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 2§§1 και 2 του ΠΚ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 63 του ως άνω Ν. 4689/27-5-2020, στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης είναι παραδεκτές, αφού ασκήθηκαν, όπως ήδη ειπώθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχουν ορισμένους λόγους αναίρεσης και συγκεκριμένα αυτούς της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπέρβασης εξουσίας, (άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' και Θ'του ΚΠΔ), πρέπει, κατ' αυτεπάγγελτη εφαρμογή των ως άνω επιεικέστερων για τις αναιρεσείουσες διατάξεων, παρά τη μη εμφάνισή τους (άρθρα 2§1 ΠΚ και 514 εδ. τελευτ. περ.β. του ΚΠΔ: α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ως προς την πράξη της εξύβρισης διάταξή της, ως προς την οποία πρέπει να διαβιβαστεί η δικογραφία στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, προκειμένου να τεθεί στο αρχείο, ενόψει του ότι για το πλημμέλημα της εξύβρισης για το οποίο αυτές καταδικάστηκαν, που δεν περιλαμβάνεται στις αναφερόμενες στην §2 του ίδιου παραπάνω άρθρου 63 του Ν. 4689/2020 εξαιρέσεις και το οποίο τελέστηκε στις 15-9-2016, η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 361§1 του ισχύοντος κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (20-3-2019) Ποινικού Κώδικα, ποινή, ήταν φυλάκιση μέχρι ενός (1) έτους ή χρηματική ποινή, η δε προβλεπόμενη από την επιεικέστερη αντίστοιχη διάταξη (361§1) του νυν ισχύοντος ΠΚ είναι φυλάκιση έως έξι (6) μήνες ή χρηματική ποινή και συνεπώς το εν λόγω πλημμέλημα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω άρθρου 63 του Ν. 4689/2020 και β) Να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κα'τα τη σχετική με την ενοχή της Α. Κ. για την πράξη της εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης διάταξή της και συνακόλουθα και εκείνης περί της επιβληθείσας γι' αυτήν ποινής και να κηρυχθεί αυτή αθώα της συγκεκριμένης πράξης, κατά τα αναγραφόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση των υπ' αριθμ. 1/20-5-2019 και 2/20-5-2019 αιτήσεων των: α) Α. Κ. του Δ., κατοίκου ... και β) Ε. Κ. του Η., κατοίκου ... (οδός ...) για αναίρεση της υπ' αριθ. 5660/2019 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ως προς την πράξη της εξύβρισης.

Διατάσσει τη διαβίβαση στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης της δικογραφίας, κατά το ως άνω μέρος της, προκειμένου αυτός να την θέσει στο αρχείο.

Αναιρεί την υπ' αριθ. 5660/2019 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά την καταδικαστική για την πρώτη αναιρεσείουσα Α. Κ. του Δ. διάταξή της για την πράξη της εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης και συνακόλουθα και εκείνης περί της επιβληθείσας γι' αυτήν ποινής.

Κηρύσσει αθώα την ως άνω αναιρεσείουσα του ότι: "Στις ... και δη επί της οδού ... την 15.9.2016, έχοντας πρόθεση, προκάλεσε σε άλλον βλάβη της υγείας του εντελώς ελαφρά και ειδικότερα, στον ανωτέρω χρόνο και τόπο και δη στον 1ο όροφο της οικοδομής, που κείται επί της ... χτύπησε επανειλημμένως το δεξί χέρι της 1ης εγκαλούσας, Ε. Μ., με αποτέλεσμα να προκληθούν μώλωπες στην οπίσθια και πρόσθια επιφάνεια του δεξιού βραχίονα της τελευταίας (παθούσας). Στην ανωτέρω πράξη της, προέβη με δόλο, ήτοι έχοντας γνώση ότι θα επέλθει, έστω και ως ενδεχόμενο, το ανωτέρω αποτέλεσμα, το οποίο αποδέχονται".

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ     Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login