ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Το άρθρο 76 παρ. 2 αρχικά και το άρθρο 76 παρ. 6 στη συνέχεια του προϊσχύσαντος ΠΚ (και ήδη το άρθρο 76 παρ. 1 του ισχύοντος ΠΚ με ίδιο περιεχόμενο), προβλέπουν την δήμευση ως μέτρο ασφαλείας, καθώς η τελευταία έχει εξασφαλιστικό και όχι κυρωτικό χαρακτήρα, αφού είναι α) υποχρεωτική, β) επιβάλλεται και χωρίς καταδίκη ορισμένου προσώπου, γ) επιβάλλεται υπό προϋποθέσεις και κατά των κληρονόμων, δ) επιβάλλεται υποχρεωτικά κατά παντός τρίτου κατόχου και ε) επιβάλλεται υποχρεωτικά μόνον αν από τα κατασχεθέντα αντικείμενα προκύπτει κίνδυνος δημόσιας τάξης, με την έννοια όχι μόνον του κινδύνου επανάληψης αξιόποινων πράξεων, αλλά και του κινδύνου της δημόσιας υγείας, της κοινής ειρήνης, της ασφάλειας ή της δημόσιας πίστης (ΑΠ 1244/2018). Είναι σαφές ότι η δήμευση του άρθρου 16 Ν. 2168/1993, χαρακτηρίζεται από το νόμο (με τη ρητή παραπομπή στο άρθρο 76 παρ. 2 του προϊσχύσαντος ΠΚ και ακολούθως στο άρθρο 76 παρ. 6 του προϊσχύσαντος ΠΚ) ως μέτρο ασφαλείας και επιβάλλεται υποχρεωτικά, καθώς ο νόμος θέσπισε ένα τεκμήριο απόλυτης επικινδυνότητας των όπλων για τη δημόσια τάξη, το οποίο δεν μπορεί να ανατραπεί με μόνη την επίκληση των συνοδευτικών περιστάσεων κατοχής του όπλου, που μειώνουν τον κίνδυνο προσβολής εννόμων αγαθών, παρά μόνο όταν από τον ίδιο το νόμο ισχύει αντίθετο τεκμήριο έλλειψης κινδύνου, όπως όταν μετά την κατάσχεση και πριν από την απόφαση δήμευσης εκδίδεται άδεια από την αρμόδια αρχή.
Απόφαση 818 / 2022 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 818/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βασδέκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ζαμπέτα Στράτα, Μαρία Λεπενιώτη, Σοφία Οικονόμου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 21 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σκιαδαρέση, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Α. του Ι., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Χριστίνα Βαθειά, για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΑΤ299/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6.11.2020 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1225/2020.
Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση του Κ. Α. του Ι., για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΑΤ 299/20-1-2020 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη η έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 4040/2019 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία αθωώθηκε μεν ο κατηγορούμενος, αλλά διατάχθηκε ως μέτρο ασφαλείας η δήμευση των αναφερομένων όπλων, ασκήθηκε νομότυπα (άρθρα 466 παρ. 1 εδ. α', 474 παρ. 1, 4 ΚΠΔ), εμπρόθεσμα (άρθρο 473 παρ. 2, 3 ΚΠΔ) και παραδεκτά (άρθρα 462 § 1, 464, 504 παρ. 3, 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 1 και 3α του Ν. 2168 / 1993 "1. Τα όπλα και λοιπά αντικείμενα του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, που παράνομα εισάγονται, κατέχονται, κατασκευάζονται, μετασκευάζονται, συναρμολογούνται, φέρονται, μεταφέρονται ή διαμετακομίζονται, ανευρίσκονται ή παραδίδονται στις αρμόδιες αρχές, καθώς και εκείνα, που έχουν παραδοθεί ή έχουν εγκαταλειφθεί κατά το παρελθόν, για οποιονδήποτε λόγο, στις αστυνομικές αρχές, κατάσχονται. 2 ..., 3α. Τα όπλα και λοιπά αντικείμενα που κατάσχονται, κατά τις παραγράφους 1 και 2, δημεύονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 76 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα, εξ αυτών δε εκποιούνται μόνο εκείνα των οποίων επιτρέπεται η εμπορία κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 του παρόντος". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 76 παρ. 6 ΠΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 6 παρ. 1 Ν. 4478 / 2017 και αποτελεί μεταφορά της αρχικής ρύθμισης του άρθρου 76 παρ. 2 ΠΚ, στο οποίο παρέπεμπε ρητά η ως άνω διάταξη του άρθρου 16 παρ. 3α του Ν. 2168/1993 και το οποίο ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της ένδικης πράξης (6-9-2018). "Η δήμευση των αντικειμένων της παραγράφου 1 επιβάλλεται υποχρεωτικά σε βάρος του κατόχου τους, έστω και χωρίς την καταδίκη ορισμένου προσώπου για την τελεσθείσα πράξη, αν από τη φύση τους προκύπτει κίνδυνος δημόσιας τάξης. Η δήμευση εκτελείται και κατά των κληρονόμων, αν η απόφαση έγινε αμετάκλητη ενόσω ζούσε εκείνος κατά του οποίου απαγγέλθηκε η δήμευση. Αν δεν προηγήθηκε καταδίκη ορισμένου προσώπου ή δεν μπορούσε να γίνει δίωξη, τη δήμευση διατάσσει είτε το δικαστήριο που δίκασε την υπόθεση είτε το δικαστήριο των πλημμελειοδικών με πρόταση του Εισαγγελέα". Από τα προεκτεθέντα, προκύπτει το άρθρο 76 παρ. 2 αρχικά και το άρθρο 76 παρ. 6 στη συνέχεια του προϊσχύσαντος ΠΚ (και ήδη το άρθρο 76 παρ. 1 του ισχύοντος ΠΚ με ίδιο περιεχόμενο), προβλέπουν την δήμευση ως μέτρο ασφαλείας, καθώς η τελευταία έχει εξασφαλιστικό και όχι κυρωτικό χαρακτήρα, αφού είναι α) υποχρεωτική, β) επιβάλλεται και χωρίς καταδίκη ορισμένου προσώπου, γ) επιβάλλεται υπό προϋποθέσεις και κατά των κληρονόμων, δ) επιβάλλεται υποχρεωτικά κατά παντός τρίτου κατόχου και ε) επιβάλλεται υποχρεωτικά μόνον αν από τα κατασχεθέντα αντικείμενα προκύπτει κίνδυνος δημόσιας τάξης, με την έννοια όχι μόνον του κινδύνου επανάληψης αξιόποινων πράξεων, αλλά και του κινδύνου της δημόσιας υγείας, της κοινής ειρήνης, της ασφάλειας ή της δημόσιας πίστης (ΑΠ 1244/2018). Είναι σαφές ότι η δήμευση του άρθρου 16 Ν. 2168/1993, χαρακτηρίζεται από το νόμο (με τη ρητή παραπομπή στο άρθρο 76 παρ. 2 του προϊσχύσαντος ΠΚ και ακολούθως στο άρθρο 76 παρ. 6 του προϊσχύσαντος ΠΚ) ως μέτρο ασφαλείας και επιβάλλεται υποχρεωτικά, καθώς ο νόμος θέσπισε ένα τεκμήριο απόλυτης επικινδυνότητας των όπλων για τη δημόσια τάξη, το οποίο δεν μπορεί να ανατραπεί με μόνη την επίκληση των συνοδευτικών περιστάσεων κατοχής του όπλου, που μειώνουν τον κίνδυνο προσβολής εννόμων αγαθών, παρά μόνο όταν από τον ίδιο το νόμο ισχύει αντίθετο τεκμήριο έλλειψης κινδύνου, όπως όταν μετά την κατάσχεση και πριν από την απόφαση δήμευσης εκδίδεται άδεια από την αρμόδια αρχή. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν το πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, δικάζοντας κατ' έφεση, δέχθηκε, κατά λέξη τα ακόλουθα: "Από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 6 του άρθρου 76 προϊσχύσαντος ΠΚ προκύπτει ότι αντικείμενα που είναι προϊόντα κακουργήματος ή πλημμελήματος, το οποίο πηγάζει από δόλο, καθώς και το τίμημά τους και όσα αποκτήθηκαν με αυτά, επίσης και αντικείμενα που χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την εκτέλεση τέτοιας πράξης μπορούν να δημευθούν, αν αυτά ανήκουν στον αυτουργό ή σε κάποιους από τους συμμετόχους, ενώ, αν από τη φύση των προαναφερομένων αντικειμένων προκύπτει κίνδυνος της δημοσίας τάξεως, η δήμευσή τους επιβάλλεται υποχρεωτικά σε βάρος του κατόχου τους, έστω και χωρίς την καταδίκη ορισμένου προσώπου για την πράξη που τελέσθηκε. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 2168/1993 τα όπλα και λοιπά αντικείμενα που αναφέρονται στο άρθρο 1 του ιδίου Νόμου, που παράνομα εισάγονται, κατέχονται, κατασκευάζονται μετασκευάζονται, συναρμολογούνται, φέρονται, μεταφέρονται ή διαμετακομίζονται, κατάσχονται, ενώ κατά τη διάταξη της παρ. 3 του Ιδίου άρθρου, τα όπλα και λοιπά αντικείμενα που κατάσχονται, δημεύονται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 76 του Ποινικού Κώδικα [ακολούθως, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 6 του άρθρου 76 ΠΚ ως αντικαταστάθηκε με το αρ.6 παρ.1 Ν. 4478/2017]. Ως κίνδυνος της δημόσιας τάξης νοείται όχι μόνον ο κίνδυνος επανάληψης αξιόποινων πράξεων, αλλά και ο κίνδυνος της δημόσιας υγείας, της κοινής ειρήνης και της ασφάλειας [Μ. Μαργαρίτης Ερμηνεία ΠΚ 3η έκδοση υπό αρ.76]. Σημειωτέον ότι τα παραπάνω προβλέπονται και στον ισχύοντα ΠΚ [ν.4619/2019]. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 373 ΚΠΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο με την τελειωτική απόφασή του διατάσσει, μεταξύ άλλων, να αποδοθούν στον ιδιοκτήτη τα πράγματα που αφαιρέθηκαν και τα πειστήρια, όσα κατασχέθηκαν ή παραδόθηκαν κατά την ανάκριση και δεν έγινε άρση της κατάσχεσής τους σύμφωνα με το άρθρο 268, διατάσσει δε τη δήμευση των αντικειμένων που πρέπει να δημευθούν. Δυνάμει της υπ' αριθ. 4040/2019 απόφασης του Α Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά [εκκαλουμένης] ο εκκαλών, κατηγορούμενος για τις πράξεις της παράνομης οπλοκατοχής και παράνομης κατοχής κυνηγετικού όπλου και ειδικότερα για την κατοχή ενός πυροβόλου όπλου [πιστολιού] μάρκας SMITH & WESSON διαμετρήματος 9 mm μετά 50 φυσιγγίων, του οποίου την άδεια κατοχής που είχε λήξει το 2015 δεν είχε ανανεώσει και δύο κυνηγετικών όπλων ήτοι ενός δίκαννου μάρκας BROWNING Cal. 12 και μιας καραμπίνας μάρκας BENELLI Cal. 12 των οποίων των αδειών κατοχής που είχαν λήξει το 2014 δεν είχε ανανεώσει, κηρύχθηκε αθώος λόγω αμφιβολιών ως προς τον δόλο του περί την τέλεση των πράξεων αυτών αφού σύμφωνα με την εκκαλουμένη "την ανανέωση τωv αδειών είχε αυτός αναθέσει σε υπάλληλό του με αποτέλεσμα η απώλεια των προθεσμιών ανανέωσης των αδειών να μην οφείλεται σε αποκλειστικά δικό του σφάλμα". Ακολούθως το Δικαστήριο επικύρωσε την από 7.9.2018 έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης των εν λόγω όπλων και διέταξε τη δήμευση αυτών ως μέτρο ασφαλείας. Κατά της τελευταίας διάταξης παραπονείται ο εκκαλών, με την κρινόμενη κατ' αρ.495 νέου ΚΠΔ έφεσή του, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή, αιτιώμενος ότι το 1998 έπεσε θύμα απόπειρας ανθρωποκτονίας και γι' αυτό εξέδωσε άδεια για χρήση όπλου ενώ δεν υφίσταται δημόσιος κίνδυνος ώστε να επιβληθεί το μέτρο της κατάσχεσης και δήμευσης των όπλων, ζητεί δε την απόδοση αυτών στον ίδιο ως ιδιοκτήμονα.
Εν προκειμένω, ενόψει α] της φύσης των κατασχεθέντων ως επικίνδυνων αντικειμένων για τη δημόσια τάξη δεδομένου ότι είναι όπλα πλήρως λειτουργικά και β] του ότι ο εκκαλών δεν διαθέτει πλέον άδεια κατοχής αυτών, ούτε βέβαια, είναι δυνατόν να διατάξει το Δικαστήριο την απόδοση των κατασχεθέντων όπλων υπό την προϋπόθεση προσκόμισης αδείας κατοχής αυτών όπως ζητεί ο εκκαλών αφού κάτι τέτοιο θα σήμαινε την εξάρτηση διατάξεως της δικαστικής απόφασης από αίρεση, προκύπτει κίνδυνος της δημοσίας τάξεως. Ορθώς, συνεπώς, η εκκαλουμένη έκρινε το ίδιο. Γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν." και ακολούθως απέρριψε την έφεση με την οποία εζητείτο η απόδοση των δημευθέντων όπλων, ως αβάσιμη. Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, διέλαβε με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έχουν υπαχθεί τα περιστατικά στις ποινικές διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 3 του Ν. 2168/1993 και 76 παρ. 6 του προϊσχύσαντος ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι: α) η δήμευση των προαναφερομένων όπλων επιβλήθηκε ως μέτρο ασφαλείας, σύμφωνα με τα άρθρα 16 παρ. 1 και 3 του Ν. 2168 / 1993 και 76 παρ. 6 του προϊσχύσαντος ΠΚ και όχι ως παρεπόμενη ποινή, κατά το άρθρο 76 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ και ήδη 68 παρ. 1 του ισχύοντος ΠΚ, β) η δήμευση που επιβλήθηκε από την πρωτοβάθμια απόφαση στα κατεχόμενα από τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα όπλα, ήταν υποχρεωτική, ανεξάρτητα από την αθώωσή του, και γ) η δήμευση έγινε γιατί από τα κατασχεθέντα όπλα προέκυπτε κίνδυνος δημόσιας τάξης, ανεξάρτητα από την επίκληση των συνοδευτικών περιστάσεων κατοχής των όπλων αυτών και ο κίνδυνος αυτός θα μπορούσε να αποφευχθεί αν εκδιδόταν άδεια κατοχής τους στο διάστημα από την κατάσχεσή τους έως την έκδοση της απόφασης δήμευσής τους, γεγονός το οποίο δεν συνέβη. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για εκ πλαγίου παράβαση και στέρηση νόμιμης βάσης πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 510 παρ. 3 ΚΠΔ "Εκτός από τους πιο πάνω λόγους μπορούν να προταθούν, σε ό,τι αφορά το πολιτικό μέρος της απόφασης και τα σχετικά με την απόδοση όσων αφαιρέθηκαν και των πειστηρίων, και οι λόγοι αναίρεσης οι οποίοι καθιερώνονται από την πολιτική δικονομία". Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αναίρεσής του, επικαλείται το άρθρο 510 παρ. 3 ΚΠΔ, χωρίς όμως να μνημονεύει κανένα λόγο αναίρεσης από τα άρθρα 559 επ. ΚΠολΔ, παρά μόνον το άρθρο 373 ΚΠΔ, το οποίο αφορά την άσχετη περίπτωση των δεσμευμένων κατά τα άρθρα 261 και 262 ΚΠΔ και όχι των κατεσχημένων αντικειμένων, για την τύχη των οποίων προβλέπει το άρθρο 372 ΚΠΔ. Ως εκ τούτων, ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 3 ΚΠΔ, είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση ως αβάσιμη και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-11-2020 αίτηση του Κ. Α. του Ι., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΑΤ 299 / 20-1-2020 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ