ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Ως άρθρο του ποινικού νόμου κατά το άρθρο 321 παρ.1 εδ. δ` ΚΠΔ νοείται η ισχύουσα κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης ουσιαστική ποινική διάταξη (είτε του ποινικού κώδικα είτε ειδικού ποινικού νόμου) που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει τις προϋποθέσεις του αξιόποινου και την απειλούμενη ποινή (ο.π. X. Σεβαστίδης σελ. 42). Πλέον συγκεκριμένα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως άρθρο του ποινικού νόμου που πρέπει να αναφέρεται, με ποινή ακυρότητας, στο κλητήριο θέσπισμα νοείται μόνον η διάταξη που προβλέπει την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, δηλαδή η ειδική ποινική διάταξη, η οποία τυποποιεί το συγκεκριμένο έγκλημα και καθορίζει αφηρημένα, ως άμεση και κύρια έννομη συνέπεια της συνδρομής των όρων του πραγματικού της, την ποινή που επισύρει η τέλεση της πράξης, σε απλή ή διακεκριμένη μορφή, ώστε να προκύπτει με σαφήνεια και βεβαιότητα η ταυτότητα και η νομική φύση και διαβάθμισή της (ως πλημμεληματικής ή κακουργηματικής με τις τυχόν επιβαρυντικές περιστάσεις τέλεσής της) και να παρέχεται έτσι η δυνατότητα και η ευχέρεια στον κατηγορούμενο να λάβει ακριβή γνώση της σε βάρος του κατηγορίας και να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Αν δεν περιέχονται τα στοιχεία αυτά ή γίνεται μνεία ποινικής διάταξης άσχετης προς την διωχθείσα πράξη ή καταργηθείσας, το κλητήριο θέσπισμα και μαζί του η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο είναι άκυρο, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ
ΜΟΝ.ΠΛΗΜ. ΑΘΗΝΩΝ 144/2023
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αριθμός ΑΑΜ144/2023
ΕΚΘΕΣΗ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ Α`ΑΥΤΟΦΩΡΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ
Συνεδρίαση της 16ης ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2023
ΣΥΝΘΕΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
ΠΙΕΡΡΟΥΤΣΑΚΟΥ ΕΥΣΤΑΘΙΑ Πλημμελειοδίκης
ΚΥΠΡΙΤΙΔΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ Αντεισαγγελέας Πλημμελειοδικών (διότι κωλύεται ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών)
ΚΑΡΑΓΚΟΥΝΗ ΜΑΡΙΑ Γραμματέας
ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ
...............
κάτοικος .......
οδός ........
ΑΠΩΝ
(Εκπροσωπούμενος από πληρεξούσιο δικηγόρο)
ΠΡΑΞΗ
ΠΑΡΑΒΑΣΗ
ΑΡΘΡ.42 Ν.2696/99
ΕΚΘΕΣΗ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ
Η συνεδρίαση έγινε δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου. Η Πλημμελειοδίκης εκφώνησε το όνομα του κατηγορουμένου, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε. Στο σημείο αυτό, εμφανίσθηκε ο δικηγόρος του Δ.Σ. ΑΘΗΝΩΝ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ (ΑΜ13679), ο οποίος, αφού ζήτησε και έλαβε τον λόγο από την Πλημμελειοδίκη, δήλωσε ότι παρίσταται ως συνήγορος του απόντος κατηγορουμένου, σύμφωνα με την από 13/01/2023 εξουσιοδότηση του κατηγορουμένου προς αυτόν την οποία προσκόμισε στο Δικαστήριο, ζητώντας να εκπροσωπήσει τον εντολέα κατ` άρθρο 340 παρ. 3ΚΠΔ.
Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο, πρότεινε να επιτραπεί στον κατηγορούμενο να παραστεί δια του παραπάνω δικηγόρου.
Μετά τα προαναφερόμενα, η Πλημμελειοδίκης με την παρουσία και της Γραμματέως κατάρτισε και δημοσίευσε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο την υπ` αριθμόν ΑΑΜ144/2023 απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία έχει ως εξής:
ΑΦΟΥ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 340 παρ.3 ΚΠΔ, όπως ισχύει, προκύπτει ότι, σε πλημμελήματα και κακουργήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του, η οποία γίνεται κατά τις διατάξεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 42 και πρέπει, με ποινή απαραδέκτου, να αναφέρει την ακριβή διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου, στην περίπτωση δε αυτή ο τελευταίος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι’ αυτόν. Από τη διατύπωση των παραπάνω διατάξεων καθίσταται σαφές ότι ο κατηγορούμενος επιτρέπεται να εκπροσωπείται στη δίκη από συνήγορο υπερασπίσεως, τον οποίο διορίζει με δήλωσή του κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42παρ.2 εδ. γ’ Κ.Π.Δ., με μοναδική προϋπόθεση ότι στην ως άνω δήλωσή του αναφέρει την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής του. Στην προκειμένη περίπτωση από την από 13.01,2023 εξουσιοδότηση του κατηγορουμένου που αναγνώστηκε δημόσια στο ακροατήριο, η γνησιότητα της υπογραφής του ως άνω πληρεξουσιοδότη επί της οποίας βεβαιώθηκε, κατ’ άρθρο 42παρ. 2 εδ. γ΄ ΚΠΔ, από τον δικηγόρο Αθηνών ......................, αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος εξουσιοδότησε τον παριστάμενο για λογαριασμό του ως άνω δικηγόρο, προκειμένου ο τελευταίος να παρασταθεί για αυτόν στην παρούσα δίκη και να τον εκπροσωπήσει. Επομένως, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη, πρέπει να γίνει δεκτή η εκπροσώπηση του κατηγορουμένου δια του παραπάνω συνηγόρου υπερασπίσεώς του, δεδομένου ότι στην ως άνω εξουσιοδότησή του αναφέρεται η ακριβής διεύθυνση της κατοικίας του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΕΤΑΙ τη δια πληρεξουσίου παράσταση του κατηγορουμένου από τον άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του.
ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ τη δια πληρεξουσίου εκπροσώπηση του κατηγορουμένου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε αμέσως στο ακροατήριό του. Αθήνα, 16/01/2023
Η ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μετά την απαγγελία της παραπάνω απόφασης, η Πλημμελειοδίκης συνέστησε στον πληρεξούσιο Δικηγόρο του κατηγορουμένου να προσέξει την εναντίον του κατηγορία καθώς και τη συζήτηση που πρόκειται να διεξαχθεί. Συγχρόνως τον πληροφόρησε ότι έχει το δικαίωμα να αντιτάξει πλήρη έκθεση των ισχυρισμών του και να υποβάλει τις παρατηρήσεις του μετά το τέλος της εξέτασης κάθε μάρτυρα, καθώς και κατά την έρευνα οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου.
Στη συνέχεια, ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο, απήγγειλε με συνοπτική ακρίβεια την κατηγορία, σύμφωνα με το κλητήριο θέσπισμα που κοινοποιήθηκε στον κατηγορούμενο.
Κατόπιν, η Πλημμελειοδίκης ρώτησε τον πληρεξούσιο συνήγορο του κατηγορουμένου, αν κλήτευσε μάρτυρες υπεράσπισης και αυτός απάντησε αποφατικά.
Η Πλημμελειοδίκης ζήτησε κατόπιν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου γενικές πληροφορίες για την πράξη για την οποία κατηγορείται ο εντολέας του. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου έδωσε τις πληροφορίες που της ζητήθηκαν και προέβαλε ένσταση ακυρότητας κλητηρίου θεσπίσματος. Αφού ανέπτυξε προφορικά τους ισχυρισμούς του, τους παρέδωσε και εγγράφως, το περιεχόμενο των οποίων είναι το εξής:
Στο σημείο αυτό ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από την Πλημμελειοδίκη, πρότεινε να γίνει δεκτή η ένσταση περί ακυρότητας κλητηρίου θεσπίσματος και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη του κατηγορουμένου λόγω παραγραφής.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου, αφού ζήτησε και έλαβε το λόγο, συντάχτηκε με την εισαγγελική πρόταση.
Κατόπιν, η Πλημμελειοδίκης κήρυξε περαιωμένη τη συζήτηση.
Μετά τα προαναφερόμενα, η Πλημμελειοδίκης με την παρουσία και της Γραμματέως κατάρτισε και δημοσίευσε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο την υπ’ αριθμόν ΑΑΜ144/2023 απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία έχει ως εξής:
ΑΦΟΥ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 321 παρ. 1 στοιχ. δ` ΚΠΔ, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει, μεταξύ άλλων, να μνημονεύει τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Ο καθορισμός της πράξης στο κλητήριο θέσπισμα είναι ακριβής κατά τις απαιτήσεις του άρθρου 321 παρ.1 εδ. δ` ΚΠΔ όταν τα μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά οδηγούν σε πραγμάτωση όλων ανεξαιρέτως των αντικειμενικών και υποκειμενικών συστατικών της περιγραφής από το νόμο της περί ης πρόκειται αξιόποινης πράξης όταν με άλλα λόγια περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τα στοιχεία της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, καθώς και τον εξωτερικό όρο του αξιοποίνου όπου αυτός απαιτείται (βλ. X. Σεβαστίδης Κώδικας Ποινικής Δικονομίας ν. 4620/2019 τόμος IV, άρθρο 321 σελ. 39-40 με τις εκεί παραπομπές στην πρόσφατη νομολογία). Ως άρθρο του ποινικού νόμου κατά το άρθρο 321 παρ.1 εδ. δ` ΚΠΔ νοείται η ισχύουσα κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης ουσιαστική ποινική διάταξη (είτε του ποινικού κώδικα είτε ειδικού ποινικού νόμου) που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει τις προϋποθέσεις του αξιόποινου και την απειλούμενη ποινή (ο.π. X. Σεβαστίδης σελ. 42). Πλέον συγκεκριμένα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως άρθρο του ποινικού νόμου που πρέπει να αναφέρεται, με ποινή ακυρότητας, στο κλητήριο θέσπισμα νοείται μόνον η διάταξη που προβλέπει την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, δηλαδή η ειδική ποινική διάταξη, η οποία τυποποιεί το συγκεκριμένο έγκλημα και καθορίζει αφηρημένα, ως άμεση και κύρια έννομη συνέπεια της συνδρομής των όρων του πραγματικού της, την ποινή που επισύρει η τέλεση της πράξης, σε απλή ή διακεκριμένη μορφή, ώστε να προκύπτει με σαφήνεια και βεβαιότητα η ταυτότητα και η νομική φύση και διαβάθμισή της (ως πλημμεληματικής ή κακουργηματικής με τις τυχόν επιβαρυντικές περιστάσεις τέλεσής της) και να παρέχεται έτσι η δυνατότητα και η ευχέρεια στον κατηγορούμενο να λάβει ακριβή γνώση της σε βάρος του κατηγορίας και να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Αν δεν περιέχονται τα στοιχεία αυτά ή γίνεται μνεία ποινικής διάταξης άσχετης προς την διωχθείσα πράξη ή καταργηθείσας, το κλητήριο θέσπισμα και μαζί του η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο είναι άκυρο, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ. Αντίθετα, δεν επιβάλλεται να αναφέρονται, με ποινή ακυρότητας, στο κλητήριο θέσπισμα άλλες διατάξεις που περιέχουν απλώς γενικούς ορισμούς ή προβλέπουν παρεπόμενες ποινές, υποχρεωτικά ή δυνητικά επιβλητέες, αφού δεν πρόκειται για διατάξεις που προβλέπουν την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και δεν εμπίπτουν ούτε στη σχετική (ρητή και περιοριστική) φραστική διατύπωση της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 321 παρ. 1 του ΚΠΔ, ούτε στον σκοπό θέσπισής της. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111,112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 311 παρ. 1 εδ. β`, 368 εδ. β` του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο και το Δικαστήριο, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να παυσει οριστικά την ποινική δίωξη. Στην προκειμένη περίπτωση με το με αριθ. ..../2021 από 02.01.2021 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, που επιδόθηκε ακολούθως στον κατηγορούμενο, παραπέμφθηκε ο τελευταίος στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου προκειμένου να δικαστεί για παράβαση των άρθρων 26 εδ. α, 27 παρ.1 ΠΚ και άρθρου 42 παρ.1,6 και 10 του ν.2696/1999 και ειδικότερα για το ότι «................ Αττικής, στις 23.12.2017 κατελήφθη στη συμβολή των οδών .......... και ............. να οδηγεί το υπ’ αριθμ. ........... ΙΧΕ αυτοκίνητο ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, ενώ αυτό απαγορεύεται και ειδικότερα αρνήθηκε να υποβληθεί σε έλεγχο για τη διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό του οινοπνεύματος με τη χρήση συσκευής αλκοολόμετρου και κατά συνέπεια τεκμαίρεται ότι η συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα του είναι άνω του 1,10 gr/l σύμφωνα με τη μέθοδο αιμοληψίας». Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, και πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου προέβαλε παραδεκτά (άρθρο 175 παρ.2 ΚΠΔ) ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, την οποία κατέθεσε εγγράφως στο Δικαστήριο για τα πρακτικά της παρούσας δίκης και ανέπτυξε προφορικά, λόγω μη ακριβούς αναγραφής στο κλητήριο θέσπισμα του άρθρου του ποινικού νόμου που προβλέπει την πράξη για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος. Πράγματι, στο κλητήριο θέσπισμα αναγράφεται μεν η παρ. 1 και 6 του άρθρου 42 του ν. 2696/1999 στις οποίες τυποποιείται το αδίκημα της οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος (παρ.1) και η κατά τεκμήριο οδήγηση υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν ο οδηγός αρνείται να υποβληθεί στο σχετικό έλεγχο είτε δια αιμοληψίας είτε με τη χρήση συσκευής αλκοολόμετρου (παρ.6) [χωρίς εν προκειμένω να απαιτείται, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, η αναφορά της, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 42 παρ.1 εδ. β του ως άνω νόμου, κοινής υπουργικής απόφασης 2500/15/135-1 (ΦΕΚ τ. Β 2077/19.09.2011) των υπουργών Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Προστασίας του Πολίτη, καθώς σε αυτή δεν τυποποιείται το αδίκημα, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, αλλά καθορίζονται οι επιστημονικοί τρόποι και η διαδικασία διαπίστωσης της χρήσης οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 42 του ως άνω νόμου] πλην όμως δεν αναφέρεται η παράγραφος 7 του εν λόγω άρθρου όπου προβλέπεται η ποινή που επισύρει η τέλεση της πράξης. Κατ` ακολουθία, το προκείμενο κλητήριο θέσπισμα είναι άκυρο, κατ’ άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ, σύμφωνα με τη νομική σκέψη, γενομένης δεκτής ως βάσιμης κατ’ ουσίαν της σχετικής ένστασης του κατηγορουμένου. Κατόπιν τούτου η υπόθεση επανέρχεται στο προδικαστικό στάδιο και ανατρέπονται όλα τα αποτελέσματα της επίδοσης του άκυρου κλητηρίου θεσπίσματος, συνεπώς και η αναστολή της προθεσμίας της παραγραφής Εφόσον δε ο φερόμενος χρόνος τέλεσης της πράξης που αποδίδεται στον κατηγορούμενο είναι η 23.12.2017, το αξιόποινο αυτής εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής, αφού από τότε μέχρι σήμερα παρήλθαν πέντε έτη χωρίς να εμφιλοχωρήσει αναστολή και, ως εκ τούτου, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη γι’ αυτόν λόγω παραγραφής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ με παρόντα (δια πληρεξουσίου) τον κατηγορούμενο .............. του .....................
ΔΕΧΕΤΑΙ την ένσταση ακυρότητας κλητηρίου θεσπίσματος.
ΠΑΥΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ την Ποινική Δίωξη (λόγω παραγραφής) για την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη της οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος και δη του ότι: Στα ...............Αττικής, στις 23/12/2017 κατελήφθη στην συμβολή των οδών ............ και ............. να οδηγεί το υπ αριθ. ............. ΙΧΕ αυτοκίνητο ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, ενώ αυτό απαγορεύεται και ειδικότερα αρνήθηκε να υποβληθεί σε έλεγχο για την διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό του οινοπνεύματος με τη χρήση συσκευής αλκοολόμετρου και κατά συνέπεια τεκμαίρεται ότι η συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα του είναι άνω του 1,10 gr/l σύμφωνα με την μέθοδο της αιμοληψίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε αμέσως στο ακροατήριό του.
Αθήνα, 16/01/2023
Η ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΠΙΕΡΡΟΥΤΣΑΚΟΥ ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΚΑΡΑΓΚΟΥΝΗ ΜΑΡΙΑ