ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΗ ΔΥΣΦΗΜΗΣΗ – ΕΝΝΟΙΑ ΤΡΙΤΟΣ ( ΟΠΟΙΟΣΔΗΠΟΤΕ) - ΑΠ 660-2020

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Στην έννοια του τρίτου, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε, πλην του δυσφημουμένου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο προανακριτικός υπάλληλος, ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς, οι δικηγόροι κ.λ.π., που έλαβαν γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο γι' αυτόν, στον οποίο αποδίδεται. (ΑΠ 660/2020 , ΑΠ 688/2019, ΑΠ 841/2019, ΒΛ. ΟΛΑΠ 3-2021)  

Απόφαση 660 / 2020   (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 660/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Διονυσία Μπιτζούνη, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Χρυσούλα Φλώρου - Κοντοδήμου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (κωλυομένης του Εισαγγελέα) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Φ. Π. του Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημακόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2847/2019 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Mε πολιτικώς ενάγοντα τον Ά. Δ. του Ν., κάτοικο ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Αναγνωστόπουλο. Το Β' Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8/10/2020 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 30/12/2019 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1452/2019.

Αφού άκουσε

Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 8-10-2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 9-10-2019) και ο επ' αυτής με ημερομηνία 30-12-2019 πρόσθετος λόγος (που κατατέθηκε αρμοδίως στις 30-12-2019) του Φ. Π. του Τ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2847/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς.

Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του κυρωθέντος με το Ν. 4619/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014). Κατά την έννοια της ίδιας ως άνω διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο, γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων, που προβλέπουν καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου ΠΚ, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη, επί πλημμελημάτων, λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Ήδη για την πράξη αυτή, με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του νέου ΠΚ, προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή, ενώ καταργείται η αναφορά στο σκοπό του δράστη. Από την εφαρμοστέα εν προκειμένω προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, η οποία είναι επιεικέστερη, τόσο ως προς τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, όσο και ως προς την προβλεπόμενη γι' αυτό ποινή, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται: α) καταμήνυση ή ανακοίνωση ή αναφορά, β) η καταμήνυση να έγινε ενώπιον αρχής, γ) η καταμήνυση να αναφέρεται στη τέλεση από άλλον αξιόποινης πράξης ή πειθαρχικής παράβασης, δ) η καταμήνυση να αφορά σε άλλον, ε) η καταμήνυση να είναι ψευδής, δηλαδή αντικειμενικά αναληθής και στ) δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση του, κατά το χρόνο της καταμήνυσης, ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας είναι αναληθές και αφορά σε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, στη θέληση να περιέλθει η αναφορά στην αρχή και στο σκοπό του (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση) να κινηθεί η ποινική ή πειθαρχική διαδικασία, είναι δε αδιάφορο, αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 362 εδ. α' του ισχύσαντος μέχρι την 30η-6-2019 Ποινικού Κώδικα, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της φυλάκισης", ενώ κατά το άρθρο 363 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Μαζί με τη φυλάκιση μπορεί να επιβληθεί και χρηματική ποινή". Η αντίστοιχη διάταξη (363) του ισχύοντος, από 1-7-2019, νέου Ποινικού Κώδικα προβλέπει για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή (η σωρευτική επιβολή της είναι υποχρεωτική και όχι δυνητική, όπως στον παλαιό Ποινικό κώδικα) και, αν η πράξη τελέστηκε δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου, φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή και, συνεπώς, είναι δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο έναντι της προϊσχύσασας, η οποία και εφαρμόζεται εν προκειμένω. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη, ότι ο ισχυρισμός ή η διάδοση του γεγονότος ενώπιον τρίτου δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη εκείνου, στον οποίο αποδίδεται, καθώς και τη γνώση, ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου, αφετέρου δε τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Στην έννοια του τρίτου, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε, πλην του δυσφημουμένου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο προανακριτικός υπάλληλος, ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς, οι δικηγόροι κ.λ.π., που έλαβαν γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο γι' αυτόν, στον οποίο αποδίδεται. Αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής ή της απλής δυσφήμησης, όταν η ανακοίνωση του δυσφημιστικού γεγονότος γίνεται με το περιεχόμενο δικογράφου που περιήλθε στον ανακριτικό υπάλληλο, τον δικαστή, τον εισαγγελέα, τον γραμματέα του δικαστηρίου και, γενικά, σε πρόσωπα θεσμικά αρμόδια να εξετάζουν τέτοια δικόγραφα και να λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του περιεχομένου τους, με την αιτιολογία ότι τα πρόσωπα αυτά δεν περιλαμβάνονται στην έννοια του τρίτου, δεν δικαιολογείται ούτε από τη γραμματική διατύπωση των άρθρων 362-363 ΠΚ, αφού, κατά το νόημα της λέξης, "τρίτος" είναι οποιοσδήποτε δεν μετέχει στη σχέση μεταξύ δύο προσώπων και, συνεπώς, αυτή αναμφίβολα καταλαμβάνει και τα ανωτέρω αναφερόμενα δικαστικά πρόσωπα, αλλά ούτε από την τελολογική ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων, σκοπός των οποίων είναι η προστασία του έννομου αγαθού της τιμής και της υπόληψης του προσώπου μέλους μιας οργανωμένης κοινωνίας, από την εξωτερίκευση εκδηλώσεων αμφισβήτησης αυτού, που περιέρχονται στην αντίληψη άλλου προσώπου. Μόνο το γεγονός ότι τα δικαστικά πρόσωπα, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, έχουν αυστηρά προκαθορισμένους ρόλους, δεν εκφράζουν προσωπική άποψη, δεν δικαιούνται να προβαίνουν σε σχολιασμό των όσων εκτίθενται κατά την οικεία διαδικασία και εκφέρουν την κρίση τους στα πλαίσια των καθηκόντων τους, αποκλειστικά, προς διευθέτηση της έννομης σχέσης μεταξύ των διαδίκων μερών, δεν δικαιολογεί τη συσταλτική ερμηνεία του όρου "τρίτος". Τούτο δε, διότι και ο δικαστικός λειτουργός δεν παύει ως άνθρωπος να γίνεται κοινωνός μιας δυσμενούς παράστασης για το πρόσωπο που αφορούν οι δυσφημιστικοί ισχυρισμοί, χωρίς μάλιστα να έχει πάντοτε τη δυνατότητα να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητα αυτών, είτε για λόγους τυπικούς (π.χ. παραγραφή, απαράδεκτο της εγκλήσεως κλπ), είτε για λόγους δικονομικούς, όπως συμβαίνει, όταν στο απευθυνόμενο σ' αυτόν δικόγραφο περιλαμβάνονται, πέραν του ερευνώμενου αντικειμένου και άσχετοι προς αυτό, δυσφημιστικοί για τον αντίδικο, ισχυρισμοί, οπότε ο θεσμικός ρόλος των δικαστικών προσώπων δεν αποτρέπει ουσιαστικά τον κίνδυνο διασυρμού του φορέα του προστατευόμενου έννομου αγαθού. Δεν αποκλείεται δε ο δράστης να αποβλέπει, στην πραγματικότητα, στο διασυρμό του συγκεκριμένου ατόμου με δυσφημιστικά γεγονότα, μέσω του θεσμικού ρόλου των δικαστικών λειτουργών, με πρόσχημα την επίκληση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματός του για προσφυγή στη δικαιοσύνη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού (αιτιολογικού) με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται, κατ' άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξης απαιτούνται κατά το νόμο, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και πρόσθετα στοιχεία, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), όπως συμβαίνει στα εδώ εξεταζόμενα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού (υπερχειλής δόλος), που απαιτείται πρόσθετα στο αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης, η αιτιολογία της απόφαση πρέπει να επεκτείνεται και στα στοιχεία αυτά. Υπάρχει, όμως, και στην περίπτωση των αναφερόμενων αξιόποινων πράξεων η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, η σχετική με τα ψευδώς καταμηνυθέντα περιστατικά γνώση του δράστη ή ο σχετικός με τα διαδοθέντα ψευδή γεγονότα ισχυρισμός αυτού θεμελιώνονται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα. Η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προαναφερθέντα λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 (ήδη 171 παρ. 2) και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν προβληθεί κατά τρόπο ορισμένο. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση του αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα δεν είναι αυτοτελής με την παραπάνω έννοια, γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Τέλος, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, της σφαλμένης εφαρμογής του νόμου ή άλλου λόγου αναίρεσης, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγμα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 2847/2019 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και έγγραφα που αναγνώσθηκαν, σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορουμένου), δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις αρχές του έτους 1990, η ..., η οποία είναι ΝΠΔΔ και εκπροσωπείτο, κατά τους χρόνους που φέρονται ως τελεσθείσες οι αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, από τον κατηγορούμενο Φ. Π. του Τ. και Α., Σεβασμιότατο Καθολικό Επίσκοπο Σύρου, Θήρας, Μήλου και Αποστολικό Τοποτηρητή, αποφάσισε να προβεί αφενός στην ανακατασκευή των παλαιών κατεστραμμένων μοναστηριών, τα οποία βρίσκονταν σε ακίνητο της κυριότητος της στη συνοικία Καθολικών του οικισμού ... της νήσου Θήρας, αφετέρου στην ανέγερση νέου κτιρίου στο ακίνητο αυτό, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την στέγαση γηροκομείου. Η εκπόνηση των σχετικών τεχνικών μελετών και η έκδοση των οικοδομικών αδειών ανατέθηκε από τον κατηγορούμενο στο τεχνικό γραφείο "...", που βρίσκεται στη ... στο οποίο συνεργάζονταν ως αρχιτέκτονες-μηχανικοί οι Σ. Ν. και Σ. Π., οι οποίοι είχαν και εντολή επίβλεψης των έργων. Για το σκοπό αυτό εκδόθηκαν δύο οικοδομικές άδειες, η ....03.1997, η οποία αφορούσε στην ανέγερση του νέου κτιρίου, με τίτλο "..." (δωμάτια, βοηθητικοί χώροι) και η ....03.1997, η οποία αφορούσε στην ανακατασκευή των ήδη υπαρχόντων και ερειπομένων κτιρίων, με τίτλο "... (αίθουσα, ιατρείο, ξενώνες, λεβητοστάσιο - υπόστυλος χώρος), μαγειρείο - εστιατόριο, δωμάτια - αποθήκες, μαραγκούδικο (βοηθητικοί χώροι, φυσικοθεραπευτήριο, δωμάτια, χώρος υποδοχής). Ως γενικό επιβλέποντα των έργων η ..., δια του εκπροσώπου της κατηγορουμένου, όρισε τον πολιτικώς ενάγοντα Ά. Δ., ο οποίος είχε την ιδιότητα του τεχνικού συμβούλου της Επισκοπής και έχαιρε της απολύτου εμπιστοσύνης του κατηγορουμένου. Ο Ά. Δ. μερίμνησε για την προκήρυξη μειοδοτικού διαγωνισμού, που έλαβε χώρα στις 13.09.1999, στον οποίο αναδείχτηκε ως μειοδότης ο εργολάβος Π. Ο., τοπογράφος μηχανικός. Για την επιμέλεια του συνόλου των διαδικασιών του έργου, όπως χρηματικές καταβολές, υπογραφές για λογαριασμό της ... κλπ., ο κατηγορούμενος είχε εξουσιοδοτήσει τον Πανοσιολογιότατο Πατέρα Ν. Κ., Γενικό Αρχιερατικό Επίτροπο (Β.), ο οποίος υπέγραψε και τη σύμβαση που καταρτίστηκε με τον εργολάβο και ακολουθούσε πιστά τις οδηγίες του κατηγορουμένου, ενεργώντας ως "στρατιώτης", όπως κατέθεσε ο πολιτικώς ενάγων, υπό την προφανή έννοια ότι ενημέρωνε για τα πάντα τον κατηγορούμενο, ενώ ο ίδιος δεν αναλάμβανε πρωτοβουλίες αλλά εκτελούσε τις οδηγίες εκείνου και όπως κατέθεσε ο Μ. Κ., συνεργάτης του εργολάβου, "Ο κύριος Κ. ήταν ένας άνθρωπος που έκανε υποταγή στον Επίσκοπό του. Ήμουν εσώκλειστος σε καθολικό σχολείο στον Πειραιά, αν δεν υποταχθείς φεύγεις". Κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των γενικών εκσκαφών για τη θεμελίωση των κτιρίων ανευρέθηκαν στο υπέδαφος πολλά υπόσκαφα, ήτοι κατάλοιπα κτιρίων που είχαν καταστραφεί κατά τους σεισμούς της Σαντορίνης το έτος 1956, ενώ εντοπίστηκε και ένα μεγάλο ρήγμα, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτη η εφαρμογή των εγκεκριμένων αρχιτεκτονικών και στατικών μελετών και αναγκαία η τροποποίηση αυτών και η εκτέλεση εκσκαφών σε μεγαλύτερο βάθος, για την αναζήτηση συμπαγούς εδάφους, κατάλληλου προς ασφαλή θεμελίωση. Για το λόγο αυτό ήταν αναγκαία η μεταβολή των εργασιών που είχαν περιληφθεί στις αρχικές οικοδομικές άδειες και, συνακόλουθα, η εκπόνηση από τους ως άνω πολιτικούς μηχανικούς - επιβλέποντες του έργου νέων αρχιτεκτονικών και στατικών μελετών και σχεδίων, ώστε με βάση αυτές αφενός να προχωρήσει το έργο αφετέρου να λάβει χώρα η αναθεώρηση των οικοδομικών αδειών ώστε να νομιμοποιηθούν οι νέες εργασίες. Οι τελευταίες αναγκαία διακόπηκαν για περίπου ένα έτος μέχρι να ετοιμαστούν οι νέες μελέτες και τα σχέδια, εφόσον χωρίς αυτά ο εργολάβος δεν θα μπορούσε να συνεχίσει με δική του ευθύνη, αυτοσχεδιάζοντας, λόγω και της έκτασης και της δυσχέρειας του έργου, πράγμα που δεν θα είχε επιτραπεί ούτε από τους επιβλέποντες πολιτικούς μηχανικούς και τον πολιτικώς ενάγοντα. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση του Μ. Κ., συνεργάτη του εργολάβου στο έργο, κατά την οποία: "Εμείς κάναμε ένα έργο με σχέδια. Για να προχωρήσουμε χρειαζόμασταν σχέδιο. Δεν μπορεί να μας πει προφορικά, με τα προβλήματα που έχει ... Έπρεπε να έχουμε τα σχέδια από τους μηχανικούς και κυρίως από τον στατικό". Ο κατηγορούμενος, όπως βάσιμα ο πολιτικώς ενάγων υποστηρίζει, είχε εξαρχής ενημερωθεί για τα ανωτέρω απρόβλεπτα κωλύματα, γεγονός το οποίο ομολόγησε απολογούμενος, αναφέροντας ότι: "Ήμουν στα Χανιά όταν ο κύριος Δ. μου τηλεφώνησε και μου είπε για το ρήγμα, πρέπει να μου το είπε τότε που το βρήκε. Εγώ του είπα "κάνε ό,τι πρέπει να γίνει." Επίσης αυτός γνώριζε ότι μετά τα ανωτέρω απρόβλεπτα το έργο δεν μπορούσε να συνεχιστεί πριν την εκπόνηση νέων μελετών και σχεδίων. Το γεγονός αυτό κατατέθηκε πειστικά από τον Ι. Σ. του Ν., αρχιτέκτονα, καθηγητή του Πολυτεχνείου, μάρτυρα που με επιμέλεια του κατηγορουμένου εξετάστηκε στο ακροατήριο, ο οποίος κατέθεσε σχετικά ότι: "Νομίζω ότι το γνώριζε για το ρήγμα. Για το αν εξαιτίας του ρήγματος πρέπει να υπάρξουν διαφοροποιήσεις και αλλαγές στα σχέδια, γνώριζε ότι πρέπει να γίνουν σχέδια". Άλλωστε, η γνώση του κατηγορουμένου για αμφότερα (απρόβλεπτα και ανάγκη τροποποίησης των μελετών για τη συνέχιση του έργου) αποδεικνύεται με ασφάλεια και από την από 02.12.2002 επιστολή του προς τον πολιτικώς ενάγοντα, στην οποία αναφέρει επί λέξει: "Πέρασε ένας χρόνος (για την ακρίβεια 10 μήνες) από τότε που ανακαλύψατε τη ρωγμή του εδάφους και έπρεπε να κάνετε μετατροπές, ο Δ. Ν. (σημ: Β.) με πληροφορεί ότι οι εργασίες έχουν σταματήσει γιατί περιμένουν σχέδια. (Και ποιος ξέρει πότε θα ξαναπάνε τα συνεργεία, πλησιάζουν και εορτές)". Ήδη, δηλαδή, κατά τον ανωτέρω χρόνο, ο κατηγορούμενος γνώριζε, οπωσδήποτε και από τον Β. Κ., τα κωλύματα που ανέκυψαν κατά την εκτέλεση του έργου και ότι για τη συνέχιση των εργασιών αναμένονταν νέες μελέτες, χωρίς τις οποίες αυτό δεν μπορούσε να προχωρήσει. Ως εκ τούτου, και μόνη η συνέχιση των εργασιών αποτελούσε αδιάψευστο μάρτυρα περί του ότι εκπονήθηκαν νέες μελέτες και σχέδια. Η ασφαλής γνώση του κατηγορουμένου περί αυτού προκύπτει, επιπλέον, και από την από 14.03.2011 αναφορά του προς το Τ.Ε.Ε., την οποία υπέβαλε κατά των μηχανικών του έργου, στο πλαίσιο της μεταγενέστερης μεταξύ αυτών και της ... αντιδικίας, στην οποία (σελ. 8) ανέφερε σχετικά ότι: "...Πλην όμως οι μηχανικοί αυτοί παραβίασαν τη νόμιμη (αλλά και συμβατική) αυτή υποχρέωσή τους (σημ: να τηρούν τη νομιμότητα και να απέχουν από αυθαίρετες κατασκευές), εκπονώντας μελέτες και επιβλέποντας εργασίες που δεν ήταν εγκεκριμένες από την αρμόδια Πολεοδομία. Έτσι κατασκεύασαν, εν αγνοία μας και χωρίς τη θέλησή μας παράνομα και αυθαίρετα κτίσματα στο ακίνητο μας..." και αναφερόμενος στον Μ. Κ., συνεργάτη του εργολάβου Π. Ο. ανέφερε ότι "...τα σχέδια, τα οποία κατασκεύασε του τα έδωσαν οι μηχανικοί και είναι διαφορετικά, διότι μετακινήθηκε το κτίριο, άλλαξε το κτίριο κάποια μορφή, διότι προέκυψαν κάποιοι άλλοι παράγοντες". Με βάση τα ανωτέρω, πλήρως αποδείχθηκε ότι εκπονήθηκαν πράγματι νέες μελέτες και σχέδια, με βάση τα οποία κατέστη, άλλωστε, δυνατή η συνέχιση του έργου, που εν αναμονή αυτών είχε διακοπεί επί μακρόν, καθώς και η σχετική γνώση του κατηγορουμένου. Συνακόλουθα, το διαλαμβανόμενο στην από 14.03.2011 αναφορά του προς το ΤΕΕ, κατά των πολιτικώς εναγόντων, περί εκτέλεσης αυθαίρετων εργασιών, εν αγνοία και χωρίς τη θέληση της εργοδότριας (Επισκοπής), εννοώντας τις τροποποιήσεις που υποχρεωτικά και για λόγους ασφαλείας είχαν λάβει χώρα, εν γνώσει και με την έγκρισή του κατά τα ανωτέρω, ήταν ψευδές και ο ίδιος το γνώριζε. Άλλωστε, τόσο τα απρόβλεπτα κωλύματα όσο και η διακοπή του έργου για την προσαρμογή των μελετών και σχεδίων στη νέα κατάσταση, ήταν γεγονότα τα οποία ούτε μπορούσαν να αποκρύψουν οι μηχανικοί, ούτε είχαν κάποιο λόγο να το κάνουν. Αντιθέτως, εφόσον επρόκειτο για πρόσθετες εργασίες που επηρέαζαν την αμοιβή τους, είχαν άμεσο συμφέρον να τις γνωστοποιήσουν στον εκπρόσωπο της εργοδότριας. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος καλώς γνώριζε και για την ανάγκη αναθεώρησης των αδειών, ώστε να είναι νόμιμες οι εργασίες που εκτελούντο με βάση τις νέες μελέτες, εφόσον, όπως ο ίδιος ανάφερε απολογούμενος, "Δεν ήταν εν αγνοία μου ότι πρέπει να γίνουν οι εργασίες, αλλά όχι χωρίς να γίνει αναθεώρηση". Η αναθεώρηση αυτή δεν επισπεύστηκε από τους μηχανικούς άμεσα και τούτο προκειμένου να συγκεντρωθούν όλες οι αναγκαίες μεταβολές με βάση τα νέα κάθε φορά ευρήματα και να αποφευχθεί η ανάγκη διαδοχικών αναθεωρήσεων. Για το λόγο αυτό, πριν τη χρονική λήξη της ισχύος των οικοδομικών αδειών, εντός της οποίας ήταν εφικτή η αναθεώρηση τους, οι Σ. Ν. και Σ. Π., πολιτικοί μηχανικοί και επιβλέποντες του έργου υπέβαλαν στις 27.02.2004, στο πολεοδομικό γραφείο Θήρας, δύο αιτήσεις αναθεώρησης, οι οποίες έλαβαν, κατά την κατάθεσή τους, τους αριθμούς πρωτοκόλλου ...27.02.2004, προκειμένου να νομιμοποιηθούν οι, εν γνώσει του κατηγορουμένου, επελθούσες έως τότε μεταβολές, με συνημμένες τις υφιστάμενες νέες μελέτες και σχέδια, με βάση τα οποία οι μεταβολές αυτές είχαν εκτελεστεί. Το γεγονός ότι οι αιτήσεις αναθεώρησης συνοδεύονταν από τις αναγκαίες μελέτες και σχέδια είναι βέβαιο, εφόσον οι μηχανικοί δεν είχαν λόγο να μην την συνυποβάλλουν, αφενός επειδή ήταν διαθέσιμες, αφετέρου επειδή η υποβολή τους ήταν αναγκαία για την παραλαβή των αιτήσεων. Ειδικότερα, δε νοείται υποβολή αίτησης έκδοσης οικοδομικής άδειας ή αναθεώρησης αυτής, χωρίς τον συνοδευτικό φάκελο με τις μελέτες και τα σχέδια, σύμφωνα με την 33455/38/28.07.1993 εγκύκλιο, ως προς το άρθρο 3 του από 08.07.1993 Προεδρικού Διατάγματος, με την οποία διευκρινίζεται ότι αν ο φάκελος δεν είναι πλήρης, επιστρέφεται αμέσως και δεν πρωτοκολλάται, αν δε εκ παραδρομής πρωτοκολληθεί με τυχόν ελλείψεις, επιστρέφεται με έγγραφο της υπηρεσίας στο οποίο αναγράφονται οι ελλείψεις αυτές, ενώ με το άρθρο 4 του ως άνω Π.Δ. προβλέπεται ο προέλεγχος των μελετών. Ο κατηγορούμενος γνώριζε για την - αναμενόμενη άλλωστε λόγω των γνωστών σ' εκείνων μεταβολών του έργου - υποβολή των αιτήσεων αναθεώρησης των αρχικών οικοδομικών εργασιών, εφόσον απαιτούνταν συνυπογραφή αυτών από τον εκπρόσωπο της εργοδότριας ... και πράγματι είχαν υπογραφεί από τον Β. Κ., στον οποίο τις είχε προσκομίσει, μαζί με τον σχετικό φάκελο η Χ. Κ., σχεδιάστρια στο τεχνικό γραφείο των μηχανικών. Η περαιτέρω άμεση ενημέρωση του κατηγορουμένου από τον Β. δεν προέκυψε μεν από κάποιο έγγραφο, επειδή προφανώς ήταν προφορική, θεωρείται όμως βέβαιη για το λόγο ότι, όπως προαναφέρεται, ο τοπικός εφημέριος ήταν ο έμπιστος εκπρόσωπος του κατηγορουμένου στο έργο και δεν είχε κάποιο λόγο να κρατήσει το γεγονός των αναθεωρήσεων μυστικό από εκείνον. Άλλωστε, η γνώση του κατηγορουμένου για την υποβολή αιτήσεων αναθεώρησης προκύπτει χωρίς αμφιβολία και από την προαναφερόμενη μεταγενέστερη αναφορά του στο Τ.Ε.Ε., κατά την οποία δεν αμφισβητεί ότι υποβλήθηκαν αιτήσεις αναθεώρησης, αλλά ισχυρίζεται μόνο ότι οι πράγματι κατατεθείσες δεν συνοδεύονταν από μελέτες και σχέδια. Ο ισχυρισμός αυτός ήταν επίσης εν γνώσει του ψευδής, εφόσον ο ίδιος είχε παραπονεθεί με την προαναφερόμενη επιστολή του για την μεγάλη καθυστέρηση της εκτέλεσης του έργου, λόγω της αναμονής εκπόνησης νέων μελετών, η σύνταξη των οποίων ήταν και ως προς αυτόν αυταπόδεικτη, εφόσον το έργο είχε στη συνέχεια προχωρήσει. Το γεγονός ότι οι μελέτες αυτές συνυποβλήθηκαν με τις αιτήσεις αναθεώρησης συνάγεται και από το ....04.2009 έγγραφο του πολεοδομικού γραφείου Θήρας, κατά τη διατύπωση του οποίου, "μετά από έλεγχο στο πρωτόκολλο της υπηρεσίας μας διαπιστώθηκε ότι κατατέθηκαν φάκελοι αναθεώρησης με αρ. ... στις 27.02.2004". Η χρήση της φράσης "φάκελοι αναθεώρησης" αντί "αιτήσεις αναθεώρησης" δεν είναι τυχαία, εφόσον, κατά τα προαναφερόμενα, δε νοείται η κατάθεση αίτησης για έκδοσης οικοδομικής άδειας ή αναθεώρησής της, χωρίς τον συνοδευτικό φάκελο με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά. Η πλημμελής λειτουργία του συγκεκριμένου πολεοδομικού γραφείου, όπως αυτή αναδείχθηκε από την Ε.Δ.Ε. που διενεργήθηκε στη συνέχεια, με αφορμή την απώλεια των συγκεκριμένων φακέλων, δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι οι αιτήσεις παραλήφθηκαν χωρίς τις αναγκαίες μελέτες. Άλλωστε, το ενδεχόμενο αυτό είναι μια από τις εκδοχές στις οποίες κατέληξε η Εισηγήτρια Α. Σ. στο πόρισμά της. Ειδικότερα αυτή, αναφερόμενη στη μεγάλη αταξία του συγκεκριμένου πολεοδομικού γραφείου, εφόσον "δε γινόταν προέλεγχος των εισερχομένων φακέλων, δε γινόταν έλεγχος των συνημμένων, αν υπάρχουν ή όχι, δεν χρεώνονταν από τον Προϊστάμενο οι φάκελοι ώστε να υπάρχει υπάλληλος υπεύθυνος για κάθε φάκελο και να επιστρέφει τον φάκελο σε περίπτωση αδυναμίας ικανοποίηση του αιτήματος, οι φάκελοι διακινούνταν από τους ιδιώτες μηχανικούς στους υπαλλήλους κατά βούληση", εκτιμά ότι: "ή δεν κατατέθηκαν ποτέ σχέδια αναθεώρησης παρά μόνο αιτήσεις ή αυτά τα υπεξαίρεσε η ... μέσω των συμβούλων της ή αυτά παράπεσαν και χάθηκαν". Η πρώτη εκδοχή θα μπορούσε να θεωρηθεί πιθανή, αν είχαν βρεθεί τουλάχιστον οι πρωτοκολληθείσες αιτήσεις και έλλειπαν οι σχετικοί φάκελοι, όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρχαν όχι μόνο φάκελοι με τις μελέτες και τα σχέδια αλλά ούτε οι ίδιες οι αιτήσεις που είχαν πρωτοκολληθεί, δηλαδή τα πολύφυλλα ("σεντόνια") που περιλαμβάνουν τις αιτήσεις, τις δηλώσεις ανάθεσης και ανάληψης, τους προϋπολογισμούς, τον υπολογισμό των αμοιβών και άλλα στοιχεία. Η ολική εξαφάνιση κάθε στοιχείου σχετικού με την αναθεώρηση των αρχικών οικοδομικών αδειών συνηγορεί μάλλον υπέρ ανθρώπινης εκ προθέσεως παρέμβασης, άποψη υπέρ της οποίας τάχθηκε και το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Τ.Ε.Ε., με την μεταγενέστερη ...15.09.2016 απόφαση αυτού, η οποία εκδόθηκε με αφορμή την πειθαρχική διαδικασία που είχε ασκηθεί εναντίον των τεχνικών συμβούλων του κατηγορουμένου. Ειδικότερα, αναφέρεται σ' αυτήν ότι "... μπορεί να θεωρηθεί πολύ πιθανή η εκδοχή που ορίζεται από την κ. Σ., ότι τα σχέδια αναθεώρησης τα υπεξαίρεσε η ... με τη βοήθεια των συμβούλων της, ενώ οι εκδοχές να παράπεσαν ή να μην κατατέθηκαν είναι αρκετά απίθανες στην πραγματικότητα". Με την ίδια απόφαση του πειθαρχικού αυτού οργάνου κρίθηκε, επιπλέον, ότι: "η εκπόνηση των τροποποιητικών μελετών συμβάδιζε άμεσα με τις εκσκαφές, ώστε να διερευνώνται οι εναλλακτικές τροποποιητικές λύσεις μέχρις ότου ο χώρος καθάρισε από σπηλιές και οριοθετήθηκε το περίγραμμα ασφαλούς ανέγερσης του νέου κτιρίου, οι οποίες εκτελέστηκαν μετά την εκπόνηση των τροποποιητικών μελετών. Μετά την κατάθεσή τους στην πολεοδομία με τους αρ. πρ. ...27.01.2004 για την αναθεώρηση των αδειών άρχισαν οι εργασίες θεμελίωσης, αφού είχαν προηγηθεί οι εργασίες εξυγίανσης του επιπέδου θεμελίωσης. Είναι ξεκάθαρο ότι οι εργασίες ανέγερσης εκτελούντο με το άρθρο 22 § 3 του Ν. 1577/1985, ΦΕΚ 210 τεύχος Α.

Συνεπώς είναι αναμφισβήτητο ότι η κατασκευή είναι νόμιμη και αυτή που είναι παράνομη είναι η ιδιοκτησία (σημ: ...) η οποία δεν εκτέλεσε τις εκ του νόμου υποχρεώσεις της και επεδίωξε με τις ενέργειες της να το καταστήσει αυθαίρετο". Επίσης ότι: "ήταν πασίγνωστο στον Επίσκοπο Φ. Π. αλλά και σε όλη τη διοίκηση της ... Θήρας, πολλά χρόνια πριν το Νοέμβριο του 2005, ότι οι κατασκευές που γίνονται στην ιδιοκτησία της ... Θήρας, εκτελούντο με εντολή του Επισκόπου, σύμφωνα με τα αναθεωρηθέντα σχέδια που είχαν υποβληθεί στην πολεοδομία την 27.02.2004 για την αναθεώρηση των οικοδομικών αδειών, δεδομένου ότι στη θεμελίωση υπήρχαν προβλήματα που επέβαλαν την τροποποίηση του κτιρίου, στην ίδια όμως θέση με εκπόνηση νέων σχεδίων". Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι, μετά την υποβολή των αιτήσεων αναθεώρησης, με τα υφιστάμενα σχέδια και μελέτες, δεν έπαυσε η ανάγκη συμπλήρωσης ή διόρθωσης αυτών, είτε λόγω νέων ευρημάτων είτε λόγω μεταβολών που επιθυμούσε ο κατηγορούμενος, γεγονός σύνηθες στην πράξη μέχρι την έγκριση της οικοδομικής άδειας ή την αναθεώρησή της. Για το λόγο αυτό, στις επιστολές του πολιτικώς ενάγοντος προς τον κατηγορούμενο, σε χρόνο μετά την κατάθεση των αιτήσεων αναθεώρησης, γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα στην υποβολή αιτήσεων αναθεώρησης από τη μια και στην ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας από την άλλη, εφόσον διαβεβαιώνει τον κατηγορούμενο ότι η υποβολή αιτήσεων είχε συντελεστεί, διευκρινίζοντας όμως ότι η διαδικασία της αναθεώρησης δεν είχε ολοκληρωθεί, επειδή οι μελέτες εφαρμογής ανασυντάσσονταν διαρκώς με βάση τα ευρήματα που ανέκυπταν και που επέβαλαν αλλαγές. Συγκεκριμένα, στην από 11.11.2004 επιστολή του (εννέα μήνες μετά την υποβολή των αιτήσεων αναθεώρησης) αναφέρει ότι: "από την αρχιτέκτονα Σ. Ν. ετοιμάζονται τα σχέδια για την αναθεώρηση των αδειών ή την ενημέρωση των φακέλων των αδειών κατά περίπτωση", ενώ, όπως διευκρινίζει στην από 19.02.2006 όμοια: "Σας έχω ενημερώσει ότι μέχρι σήμερα οι αναθεωρήσεις των μελετών δεν έχουν συντελεστεί και ότι οι μελέτες εφαρμογής ανασυντάσσονταν συνεχώς ανάλογα με τα ευρήματα που ανέκυπταν σε κάθε κτίριο και επέβαλαν κάθε φορά διαφορετικές αλλαγές στη λειτουργία, άρα και στο περιεχόμενο των κτιρίων. Οι αιτήσεις για τις αναθεωρήσεις, όπως με διαβεβαιώνει η κ. Ν. έχουν υποβληθεί. Απαιτείται να διεκπεραιωθούν οι διαδικασίες έγκρισης από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με την προβλεπόμενη χρήση του κτιρίου (Πολεοδομία, Νομαρχία, Υπ. Πολιτισμού)". Επίσης, στην από 20.02.2006 επιστολή του, που κοινοποιήθηκε και προς τους μελετητές (Ν. και Π.), κάνει λόγο για τελικές μελέτες σε σχέση με τις μελέτες που έχουν εκπονηθεί διαχρονικά, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, τα εξής: "... Οι μελετητές και επιβλέποντες, προς τους οποίους επίσης κοινοποιείται το παρόν, παρακαλούνται α) Να επιδείξουν τις τελικές μελέτες εφαρμογής, καθώς και τις μελέτες που έχουν εκπονήσει διαχρονικά κατά την εκτέλεση των φάσεων του έργου, καθώς και τις προϋποθέσεις που πρέπει προς τούτο να εκπληρωθούν ...", ενώ με την από 03.03.2006 διευκρινιστική επιστολή του αναφέρει ότι "...Η από 20.02.2006 επιστολή μου είναι τελείως υπηρεσιακή. Απευθύνεται ...(γ) προς του μελετητές, για να γνωστοποιήσουν τις διαδικασίες που απομένουν προς ολοκλήρωση των μελετών και να προβούν στη λήψη, το συντομότερο των απαιτούμενων εγκρίσεων". Για τη δυνατότητα τροποποίησης των υποβληθεισών μελετών κατέθεσε εξάλλου και Ι.Τ., μηχανολόγος-μηχανικός που εξετάστηκε ως μάρτυρας με επιμέλεια του κατηγορουμένου, ο οποίος κατέθεσε ότι: "Από τη στιγμή που υποβληθούν μελέτες μπορούσαν να τροποποιηθούν. Βεβαίως μπορούμε να αλλάξουμε τις μελέτες, αλλά ο μηχανικός κατά τους ελέγχους ζητάει τροποποιήσεις. Οι μελέτες είναι έτοιμες γιατί το έργο ήταν έτοιμο. Όταν υποβλήθηκαν οι μελέτες αυτές, ναι θα μπορούσαν να υποβληθούν και να γίνουν τροποποιήσεις...". Περαιτέρω, αποδείχτηκε και δεν αμφισβητείται από καμία διάδικη πλευρά ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε τη νόμιμη αμοιβή των μηχανικών, ύψους περίπου 1.300 €, ώστε να ολοκληρωθεί η αναθεώρηση των οικοδομικών αδειών. Και τούτο όχι από αδιαφορία ή από οικονομική αδυναμία, εφόσον το ποσό αυτό ήταν ελάχιστο σε σχέση με το έως τότε καταβληθέν για το έργο, ύψους 1.608.317,97 €, αλλά επειδή στο μεταξύ είχε μεταβάλει τη γνώμη του και, για τους δικούς του λόγους, που συνίσταντο στη δυσαρέσκειά του για της καθυστερήσεις και τη διόγκωση των δαπανών, κυρίως κατά τις εκσκαφές, σκόπευε να σταματήσει τη συνεργασία του με όλους, ήτοι μηχανικούς του έργου (Ν. και Π.), πολιτικώς ενάγοντα (Α. Δ.) και εργολάβο (Π. Ο.) και να μην καταβάλει εφεξής κανένα ποσό σε αυτούς. Αντιθέτως, φαίνεται ότι σκόπευε να αναμείνει τη λήξη της ισχύος των αρχικών οικοδομικών αδειών (Ιούνιο 2005), ώστε να αναθέσει σε άλλους μηχανικούς τη συνέχιση και ολοκλήρωση του έργου, το οποίο είχε εκτελεστεί κατά το μεγαλύτερο τμήμα του (97%). Ο κατηγορούμενος δεν ενδιαφέρθηκε για την προώθηση της αναθεώρησης των αρχικών οικοδομικών αδειών, ίσως επειδή είχε αρχίσει να προσανατολίζεται στην χρήση του έργου ως υπερπολυτελούς ξενοδοχείου και όχι ως γηροκομείου. Κύριο μέλημά του φαίνεται πως ήταν η πρόκληση διενέργειας αυτοψίας της Πολεοδομίας Θήρας, προκειμένου να διαπιστωθούν οι πολεοδομικές παραβάσεις, ώστε να θεμελιώσει την άρνησή του για πληρωμή των συνεργατών του και να αμυνθεί στις ανοιγείσες από αυτούς αστικές δίκες, ενώ είναι πιθανό η πολεοδομική τακτοποίηση των παραβάσεων να κρίθηκε συμφερότερη οικονομικά από την ικανοποίηση των χρηματικών αξιώσεων των ανωτέρω πρώην συνεργατών του. Πράγματι, με την υπό ημερομηνία 22.03.2009 αίτηση και την από 11.05.2019 εξώδικη πρόσκληση της ... Θήρας προς το τοπικό Πολεοδομικό Γραφείο όσο και με τις από 04.07.2010 και 06.07.2010 αιτήσεις αυτής προς το Νομάρχη Κυκλάδων, ζητούσε μετ' επιτάσεως να υποχρεωθεί το πολεοδομικό γραφείο Θήρας να διενεργήσει αυτοψία στο έργο. Με αυτήν επιβεβαιώθηκε η, γνωστή στον κατηγορούμενο, παραβίαση των αρχικών οικοδομικών αδειών, διατάχθηκε η κατεδάφιση των αυθαίρετων κτισμάτων και επιβλήθηκαν εις βάρος της Καθολικής Εκκλησίας, ως ιδιοκτήτριας, μεγάλα χρηματικά ποσά ανέγερσης και διατήρησης των αυθαίρετων κατασκευών, τα οποία όμως δεν αποδείχτηκε ότι έχουν καταβληθεί ή διακανονιστεί με κάποιο τρόπο. Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι πολιτικώς ενάγοντες δεν είχαν κανένα λόγο να μην προωθήσουν τη διαδικασία αναθεώρησης των αρχικών οικοδομικών αδειών, ειδικώς που το μεγαλύτερο τμήμα του έργου είχε ολοκληρωθεί με βάση τις ανασυνταχθείσες από αυτούς μελέτες και σχέδια, ούτε και να αποκρύψουν τη διαδικασία αυτή από τον κατηγορούμενο, ενώ ο τελευταίος είχε αρκετούς λόγους για μην συμπράξει σ' αυτήν. Ο ισχυρισμός του ότι ήταν πάντα συνεπής στις οικονομικές υποχρεώσεις του και επομένως ότι δεν είχε λόγο να αρνηθεί την καταβολή του απαιτούμενου ποσού των 1.300 €, αν γνώριζε για τη σχετική υποχρέωση του, δεν είναι ακριβής. Τούτο διότι ο κατηγορούμενος ήταν πράγματι οικονομικά συνεπής μέχρι το έτος 2004, που εκδηλώθηκε η δυσαρέσκειά του για τις χρονικές καθυστερήσεις του έργου και για το ύψος των δαπανών στο στάδιο των εκσκαφών. Τότε, λόγω της απόφασής του να διακόψει τη συνεργασία του με όλους τους ως τότε συνεργάτες του στο έργο, παρότι στις 15.10.2004 συντάχθηκε από τον εργολάβο ο 8ος λογαριασμός, για οφειλόμενο ποσό 119.783,30 €, ο κατηγορούμενος δεν προχώρησε στην καταβολή του. Ο εργολάβος βέβαια συνέχισε καλόπιστα τις εργασίες για ένα περίπου πεντάμηνο, όμως το Μάρτιο του 2005 αναγκάστηκε να σταματήσει, εφόσον δεν διέθετε οικονομική δυνατότητα χρηματοδότησης του έργου, για την ανάληψη του οποίου είχε λάβει δάνειο, το οποίο λόγω της μη πληρωμής του αδυνατούσε να αποπληρώσει. Μετά τον επισυμβάντα στις 20.08.2006 θάνατό του, συντάχθηκε ο 9ος λογαριασμός, ποσού 110.541,13 €, από τον συνεργάτη του Μ. Κ., το οποίο επίσης δεν πληρώθηκε στους κληρονόμους του εργολάβου, με συνέπεια το συνολικό οφειλόμενο προς αυτούς ποσό να ανέλθει σε 230.324,43 (110.541,13 + 119.783,30) ευρώ. Το ποσό αυτό ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να το καταβάλει, εξαντλώντας όλα τα ένδικα μέσα, μέχρι που εκδόθηκε η 445/2014 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία επιλύθηκε υπέρ των κληρονόμων του εργολάβου η διαφορά, ενώ, αντιθέτως, με την 1113/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκαν, υπέρ της ..., οι αντίστοιχες αξιώσεις του πολιτικώς ενάγοντος. Στο πλαίσιο των πολιτικών αυτών δικών, δόθηκαν οι κατωτέρω αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις και συγκεριμένα: α) οι με αριθμούς .../17.12.2008 των Ν. και Π. αντίστοιχα, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θήρας Χ. Β. - Γ. επί της από 16.02.2008 αγωγής της ... Θήρας κατά του Α. Δ. (με ανταγωγή του τελευταίου με τις προτάσεις του) προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, β) οι με αριθμούς .../07.05.2010 των ιδίων, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ό. Π. Α., επί της από 21.12.2009 αγωγής του Α. Δ. κατά της ... Θήρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, γ) η ...15.11.2010, που δόθηκε η πρώτη ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ο. Α., από τον Α. Δ. επί αγωγής του Τ. Ε. Ε. προς το Μον.Πρωτ. Νάξου, για λογαριασμό των Σ. Ν. και Σ. Π. και επί ανταγωγής της Επισκοπής κατά των κληρονόμων του εργολάβου προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου και δ) η ....05.2011, και η δεύτερη ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θήρας Χ. Β.-Γ., από τους Σ. Ν., Σ. Π. και Α. Δ., επί αγωγής των κληρονόμων του εργολάβου (Ε. Ο. και Ε. Κ.), επί ανταγωγής που είχε ασκήσει η ... με τις από 06.08.2008 προτάσεις της στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Ο ένορκες αυτές βεβαιώσεις, ταυτόσημες κατά περιεχόμενο, αφορούσαν σε όσα οι μάρτυρες αυτοί γνώριζαν από προσωπική αντίληψη, ως μελετητές και επιβλέποντες του έργου και, κατά το φερόμενο ως ψευδές τμήμα τους, αφορούσαν στη γνώση του κατηγορουμένου περί υποβολής των αιτήσεων αναθεώρησης και στη μη καταβολή από αυτόν του οφειλόμενου για την αναθεώρηση ποσού, χωρίς την πληρωμή του οποίου δεν μπορούσε να προχωρήσει η σχετική διαδικασία, μέχρι που το έργο σταμάτησε επειδή η ... δεν εξοφλούσε τις υποχρεώσεις που είχε απέναντι στον εργολάβο Π. Ο., αλλά και στην εκτίμηση των μαρτύρων ότι ο κατηγορούμενος ήταν υπαίτιος για τη μη ολοκλήρωση της αναθεώρησης. Πιο συγκεκριμένα, με την υπό στοιχείο α' ως άνω ένορκη βεβαίωση η Σ. Ν. κατέθεσε ότι: "...Και ενώ οι αιτήσεις για την αναθεώρηση των αδειών υποβλήθηκαν εγκαίρως με τους αρ. πρωτ. ....02.2004 για την άδεια …1997 και ….27.02.2004 για την άδεια …./1997, ο Επίσκοπος απέφυγε τις πληρωμές των αμοιβών και την προώθηση των αδειών" και με την αντίστοιχη ο Σ. Π. ότι: "... Οι σχετικές αναθεωρήσεις υποβλήθηκαν εμπρόθεσμα στην Υπηρεσία Πολεοδομίας θήρας την 27.02.2004 με αριθμούς πρωτοκόλλου .... Όμως ο Επίσκοπος δε κατέβαλε τις αμοιβές των μηχανικών και τα φορολογικά, χωρίς την καταβολή των οποίων δεν ήταν δυνατή η προώθηση των διαδικασιών αναθεώρησης των αδειών. Κατά συνέπεια υπεύθυνος για τη μη αναθεώρηση των αδειών ήταν αποκλειστικά ο ίδιος". Με τις υπό στοιχείο β' ένορκες βεβαιώσεις οι πολιτικώς ενάγοντες Σ. Ν. και Σ. Π. κατέθεσαν η μεν πρώτη ότι: " ...Και ενώ οι αιτήσεις για την αναθεώρηση των αδειών υποβλήθηκαν με τους αρ. πρωτ. ....02.2004 και ....02.2004 της Πολεοδομίας Θήρας, οι άνθρωποι της Καθολικής Εκκλησίας αδιαφόρησαν και έτσι η σχετική διαδικασία δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί" και ο δεύτερος ότι: "...Σημειωτέον ότι ο Ε. Φ. αν και γνώριζε πολύ καλά, όπως γνώριζαν και όλοι όσοι ήταν αναμειγμένοι στο έργο, δηλαδή Εκκλησιαστικές Επιτροπές και ο Ιερέας Ν. Κ., ότι εμείς οι μηχανικοί έχουμε καταθέσει φακέλους για την αναθεώρηση των οικοδομικών αδειών και ότι για να προχωρήσει η διαδικασία έπρεπε να έχουν κατατεθεί οι αμοιβές μας και η δαπάνη των φορολογικών, αυτός αδιαφορούσε, χωρίς να δίνει συνέχεια". Με την υπό στοιχείο γ' ένορκη βεβαίωση, ο πολιτικώς ενάγων Α. Δ. κατέθεσε περιστατικά ταυτόσημα με τα ανωτέρω, τα οποία για τον ίδιο λόγο ήταν αληθή κατά τα προαναφερόμενα και ο κατηγορούμενος το γνώριζε και συγκεκριμένα με την από 15.11.2010 ένορκη βεβαίωση κατέθεσε ότι: "...Μετά την εξάλειψη όλων των απρόβλεπτων δυσχερειών και παραγόντων που εμπόδιζαν την εφαρμογή των μελετών και ύστερα από συνεχείς και πολλαπλές μελέτες που εκπονούσαν οι επιβλέποντες-μελετητές (Σ. Ν. και Σ. Π.), κατ' εντολή της ... Θήρας, οι εν λόγω μελετητές κατέθεσαν στο Πολεοδομικό Γραφείο Θήρας, τον Φεβρουάριο του 2004, τις σχετικές, με αρ. πρωτ. ...2004 αιτήσεις αναθεώρησης των οικοδομικών αδειών ...1997, μαζί με τους σχετικούς φακέλους των τεχνικών μελετών...Όμως ο Ε. Φ. Π. μαζί με τους Συμβούλους της ... Θήρας, ενώ γνώριζε την αναγκαιότητα της προώθησης των αναθεωρήσεων, αδιαφορούσε και δεν κατέβαλε τις αμοιβές των μηχανικών που ήταν απαραίτητες για την προώθηση της αναθεωρήσεως των οικοδομικών αδειών", ενώ με την υπό στοιχείο δ' από 16.05.2011 ένορκη βεβαίωση (κατέθεσε) ότι: "...Μετά την εξάλειψη όλων των απρόβλεπτων δυσχερειών και παραγόντων που εμπόδιζαν την εφαρμογή των μελετών και ύστερα από συνεχείς και πολλαπλές μελέτες που εκπονούσαν οι επιβλέποντες-μελετητές, οι εν λόγω μηχανικοί κατέθεσαν στο Πολεοδομικό Γραφείο Θήρας, τον Φεβρουάριο του 2004 αίτηση, ζητώντας την αναθεώρηση των οικοδομικών αδειών που είχαν εκδοθεί, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, αφού οι οικοδομικές άδειες που αρχικά είχαν εκδοθεί (οι …1997 και ….1997) βρισκόταν σε ισχύ ... Όμως αν και ο Ε. Φ. Π. μαζί με τους συμβούλους του, γνώριζαν την αναγκαιότητα της αναθεώρησης των οικοδομικών αδειών, αδιαφορούσαν, αποφεύγοντας να κάνουν το αυτονόητο, που ήταν η καταβολή των χρηματικών υποχρεώσεων απέναντι στο κράτος και τους μηχανικούς του έργου (αμοιβές, παράβολα κλπ), μέχρι που το έργο σταμάτησε επειδή η ... δεν εξοφλούσε τις υποχρεώσεις που είχε απέναντι στον εργολάβο Π. Ο.". Με βάση όσα προεκτέθηκαν, τα ανωτέρω κατατεθέντα από τους μάρτυρες αυτούς ήταν αληθή και επομένως δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά η πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' αυτών. Για τον ίδιο λόγο και εξαιτίας του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της, δεν στοιχειοθετείται ούτε η πράξη της ηθικής αυτουργίας του Α. Δ. στην φερόμενη ψευδορκία των λοιπών, οι οποίοι, άλλωστε είχαν άμεση και ασφαλή γνώση των αληθών περιστατικών που κατέθεσαν, ώστε να μην χρειάζεται η παρότρυνση εκείνου για την κατάθεση τους. Ο κατηγορούμενος, επιδιώκοντας να αποδυναμώσει τις θέσεις των ανωτέρω αντιδίκων του, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή των απαιτήσεων τους, υπέβαλε Α) προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, στις 04.10.2011, την από 24.09.2011 μήνυση του εναντίον του πολιτικώς ενάγοντος Α. Δ. κατά των μηχανικών του έργου, Σ. Ν. και Σ. Π., κατά των κληρονόμων του εργολάβου Π. Ο. και κατά της Χ. Κ., συνεργάτιδος των Ν. και Π., με την οποία κατεμήνυσε αυτούς, εν γνώσει του ψευδώς, για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση, η οποία, ως προς τους Ν. και Π. δήθεν τελέστηκε με τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις τους και ως προς την Χ. Κ. με την κατάθεση της περί συνάντησης της με τον Γενικό Β. για την υπογραφή των αιτήσεων αναθεώρησης, επιπλέον δε τον Α.Δ. και τους κληρονόμους του εργολάβου για ηθική αυτουργία στην φερόμενη ψευδορκία των λοιπών, παρότι γνώριζε ότι όσα είχαν καταθέσει οι μάρτυρες ήταν αληθή και ότι άπαντες είχαν άμεση γνώση αυτών των αληθών περιστατικών που κατέθεσαν και δεν είχαν πειστεί προς τούτο από κανέναν και Β) προς το Τ.Ε.Ε., στις 16.03.2011, την από 14.03.2011 αναφορά του εναντίον των Α. Ν. και Σ. Π., με την οποία ανέφερε, εν γνώσει του ψευδώς, ότι αυτοί εκτέλεσαν αυθαίρετες εργασίες εν αγνοία και χωρίς τη θέληση της ... και υπέβαλαν στο Πολεοδομικό Γραφείο Θήρας αιτήσεις αναθεώρησης, χωρίς να συνυποβάλουν τις αναγκαίες μελέτες και ειδικότερα ότι: "Καταγγέλλουμε ενώπιον σας τους παραπάνω αναφερόμενους μηχανικούς - μέλη σας, διότι εν γνώσει τους παραβίασαν διατάξεις νόμων, όπως αυτές περιγράφονται παρακάτω αναλυτικά για τον καθένα από αυτούς και ζητούμε την παραδειγματική τιμωρία τους. Οι εδώ καταγγελλόμενες παράνομες πράξεις συνίστανται στο ότι οι πιο πάνω αναφερόμενοι: 1) Παραβίασαν τη διάταξη του άρθρου 22 του Γ.Ο.Κ. και έκαναν μελέτες και επιβλέψεις (οι Σ. Ν., Σ. Π. και Ά. Δ.) και κατασκευές (ο Μ. Κ.) σε ακίνητο μας στη ... παραβιάζοντας και τη σχετική εντολή μας προς αυτούς για απαρέγκλιτη τήρηση της νομιμότητας. Την υποχρέωση τους αυτή (για την τήρηση των πιο πάνω διατάξεων) παραβίασαν όλοι οι αναφερόμενοι, οι οποίοι είχαν αναλάβει την υλοποίηση των υπ' αριθμ. …1997 και ….1997 οικοδομικών αδειών, που είχαν εκδοθεί από το Πολεοδομικό Γραφείο Θήρας, με αποτέλεσμα να εκδοθεί η συνυποβαλλόμενη έκθεση αυτοψίας, με την οποία διατάσσεται η κατεδάφιση των αυθαίρετων κατασκευών, που κατά παράβαση των νομίμων διατάξεων εν γνώσει τους εκτέλεσαν οι αναφερόμενοι και επιπλέον επιβάλλονται σε βάρος μας μεγάλου ύψους πρόστιμα για την κατασκευή και τη διατήρηση των αυθαίρετων αυτών κατασκευών... Οι συγκεκριμένες ευθύνες των καταγγελλομένων μηχανικών είναι και οι παρακάτω: 1. Ευθύνες των τριών (3) πρώτων αναφερομένων [Σ. Ν., Σ. Π. και Α. Δ.]: α) κατασκευή αυθαίρετων κτισμάτων. Οι τρεις (3) πρώτοι αναφερόμενοι, ως μηχανικοί - μέλη του Τ.Ε.Ε. είχαν αναλάβει απέναντι μας την (αυτονόητη μάλιστα, διότι προβλέπεται στο νόμο) υποχρέωση να τηρούν τη νομιμότητα, να μας προστατεύσουν από αυθαίρετες κατασκευές και να υλοποιήσουν μόνο νόμιμα κτίσματα εκτελώντας και επιβλέποντας μόνον νόμιμες και εγκεκριμένες από την Πολεοδομία εργασίες. Πλην όμως οι μηχανικοί αυτοί παραβίασαν τη νόμιμη (αλλά και συμβατική) αυτή υποχρέωση τους, εκπονώντας μελέτες και επιβλέποντας εργασίες, που δεν ήταν εγκεκριμένες από την αρμόδια Πολεοδομία. Έτσι κατασκεύασαν, εν αγνοία μας και χωρίς τη θέληση μας παράνομα και αυθαίρετα κτίσματα στο ακίνητο μας, με αποτέλεσμα να διαταχθεί η κατεδάφιση τους και να μας επιβαρύνουν με τεράστια πρόστιμα, που αθροιζόμενα ανέρχονται σε ποσό που υπερβαίνει τα 2.000.000 ευρώ (αντί να μας προστατεύσουν)...Στις 27/2/2004 φέρονται κατατεθειμένες στο Πολεοδομικό Γραφείο Θήρας δύο (2) αιτήσεις (με αριθμούς ...-2-2004 και …27-2-3004 για την αναθεώρηση των υπ' αριθμ. ….1997 και ….1997 οικοδομικών αδειών αντίστοιχα. Οι δύο (2) πρώτοι αναφερόμενοι μηχανικοί (Σ. Ν. και Σ. Π.) ισχυρίστηκαν, ότι μαζί με τις πιο πάνω αιτήσεις αναθεώρησης, είχαν (δήθεν) συνυποβάλει στην Πολεοδομία και τα σχέδια και τις μελέτες, που (δήθεν) μέχρι την ημερομηνία αυτή (27/2/2004) είχαν εκπονήσει.... Επίσης μέχρι 27-2-2004 δεν μας είχαν παραδοθεί έτοιμα σχέδια και μελέτες, ενώ μόλις στις 22-12-2004 για πρώτη φορά ο Ά. Δ. μας είχε παραδώσει πρόχειρα σχέδια και μελέτες, τα οποία διαφέρουν σε αρκετά σημεία από τα εκ των υστέρων κατασκευασθέντα και προχρονολογηθέντα. Αν υπήρχαν έτοιμα σχέδια για την αναθεώρηση στις 27-4-2004...θα μας είχε δώσει αντίγραφα από τα επίσημα (δήθεν κατατεθέντα στην Πολεοδομία) σχέδια και όχι τα πρόχειρα....". Τα ανωτέρω ήταν εν γνώσει του ψευδή, εφόσον ο ίδιος, όπως αναλυτικά αναφέρεται ανωτέρω, ήταν γνώστης τόσο της ανάγκης μεταβολής των εργασιών για λόγους ασφαλείας όσο και του γεγονότος ότι είχαν πράγματι εκπονηθεί νέες μελέτες, με βάση τις οποίες είχε καταστεί δυνατή η συνέχιση του έργου, η οποία είχε διακοπεί εν αναμονή τους και επομένως ότι δεν είχαν λόγο οι πολιτικώς ενάγοντες να μην συνυποβάλλουν αυτές, όπως άλλωστε υποχρεούνταν από το νόμο. Επιπλέον, δε, ότι οι μεταβολές από τις αρχικές οικοδομικές άδειες κατέστησαν αυθαίρετες επειδή αυτός δεν είχε συμπράξει για την αναθεώρηση των αρχικών οικοδομικών αδειών, με καταβολή του απαιτούμενου προς τούτο ποσού. Οι μάρτυρες Ν., Π., Χ. Κ. και ο πολιτικώς ενάγων κηρύχθηκαν αθώοι για τις ανωτέρω πράξεις, για τις οποίες ο κατηγορούμενος τους είχε καταμηνύσει, με την 128/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (ήδη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη, με την 1166/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, της εναντίον της ασκηθείσας αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου), με το σκεπτικό ότι τα κατατεθέντα από τους καταμηνυθέντες ήταν αληθή. Κατ' ακολουθίαν αυτών, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις πράξεις Α) της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση, εφόσον οι ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ν., Π. και Δ. ήταν αληθείς κατά περιεχόμενο και εκείνος το γνώριζε, υπέβαλε δε κατ' αυτών τις ανωτέρω μήνυση και αναφορά, με σκοπό να προκαλέσει την ποινική και πειθαρχική, αντίστοιχα, καταδίωξη αυτών, προκειμένου να ενισχυθούν οι θέσεις της ... στις εκκρεμείς πολιτικές δίκες, αλλά και να χρησιμοποιηθούν αυτές (μήνυση και αναφορά) ως μοχλός πίεσης για την υπαναχώρηση των αντιδίκων του από τις οικονομικές απαιτήσεις τους και Β) της συκοφαντικής δυσφήμηση, άπαξ τελεσθείσας με την μήνυσή του, εφόσον όσα, εν γνώσει του ψευδώς, επικαλέστηκε με αυτήν, ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντος, δοθέντος ότι "τρίτος", κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 362-363 του Π Κ, είναι κάθε πρόσωπο που λαμβάνει γνώση των φερόμενων συκοφαντικών ισχυρισμών, αφού δεν γίνεται στις διατάξεις αυτές οποιαδήποτε εξαίρεση ή διάκριση για τα όργανα που είναι κατά το νόμο αρμόδια να παραλαμβάνουν μηνύσεις, καταθέσεις, αναφορές κλπ. (ιδ. την πιο πρόσφατη επί του θέματος ΑΠ 841/2019 και την πάγια επ' αυτού νομολογία του Αρείου Πάγου, ενδεικτικά ΑΠ 1013/2018, ΑΠ 1777/2017, ΑΠ 611/2015), ενώ στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν βέβαιο ότι τα ψευδή αυτά γεγονότα θα διαδίδονταν άμεσα στην μικρή τοπική κοινωνία της Ρόδου, όπως και έγινε, δοθέντος ότι, όπως κατέθεσε η Σ. Ν., διαδόθηκε στη ... όπου δραστηριοποιούταν ο πολιτικώς ενάγων, ότι αυτός "τα έκανε πλακάκια με τον εργολάβο Ο. και ότι δεν τελείωσε το έργο", ενώ όπως κατέθεσε χαρακτηριστικά ο Σ. Π. "προσβλήθηκε η τιμή του (σημ: πολιτικώς ενάγοντα) και η δική μας. Μας έκανε στην τοπική κοινωνία ρόμπα". Ως προς τη μερικότερη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, τελεσθείσας με την ψευδή αναφορά του κατηγορουμένου έχει ήδη κριθεί με την εκκαλούμενη απόφαση, το σχετικό κεφάλαιο της οποίας δεν προσβλήθηκε με την έφεση, ότι η σχετική έγκληση κατατέθηκε εκπροθέσμως. Το γεγονός ότι διαχρονικά, στο πλαίσιο της αντιδικίας του κατηγορουμένου με τους πολιτικώς ενάγοντες και τους κληρονόμους του εργολάβου, έχουν εκδοθεί οι επικαλούμενες και από τον κατηγορούμενο και αναγνωσθείσες αποφάσεις πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων, με σκέψεις απολύτως αντίθετες μεταξύ τους σε σχέση με τα ανωτέρω ζητήματα και ιδίως την υποβολή ή μη μελετών και σχεδίων κατά την κατάθεση των αιτήσεων αναθεώρησης, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην υπόθεση. Τούτο διότι καμία από τις αποφάσεις αυτές δεν έχει δεσμευτική δύναμη δεδικασμένου, αλλά άπασες εκτιμώνται ελεύθερα μαζί με τις άλλες αποδείξεις. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι οι εν λόγω αντίθετες ως προς τα πορίσματα τους αποφάσεις δημιούργησαν στον κατηγορούμενο εύλογη αμφιβολία ως προς τη βασιμότητα ή μη των θέσεων του, εφόσον τα δικαστήρια ήχθησαν στις διαφορετικές κρίσεις τους, πειθόμενα υπέρ της μιας ή της άλλης θέσης, ενώ ο κατηγορούμενος ήταν άμεσος γνώστης της αλήθειας των κατατεθέντων από τους πολιτικώς ενάγοντες και του ψεύδους των δικών του καταγγελιών, ώστε να μην μπορεί να επικαλεστεί ότι παρασύρθηκε από τις αντίθετες κρίσεις των δικαστικών αποφάσεων, οι οποίες, σε κάθε περίπτωση είναι μεταγενέστερες των πράξεων του. Ο ισχυρισμός του ότι υπέγραψε την έγκληση κατόπιν εισήγησης των πληρεξούσιων δικηγόρων του και των μηχανικών που είχε διορίσει, δεν μπορεί να άρει το δόλο του, καθόσον λόγω του μορφωτικού επιπέδου αυτού και του ρόλου ευθύνης που διαδραματίζει στο χώρο των Ελλήνων Καθολικών, με μια απλή ανάγνωση της μήνυσης ήταν σε θέση να αντιληφθεί το καταφανώς ψευδές του περιεχομένου της. Να σημειωθεί, τέλος, ότι με την από 01.10.2014 πράξη του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών είχε αναβληθεί κατ' άρθρο 59 ΚΠΔ κάθε περαιτέρω ενέργεια για την παρούσα δικογραφία μέχρι το τέλος της ποινικής δίκης επί της μήνυσης του κατηγορουμένου, η οποία περατώθηκε αμετάκλητα με την 1166/31.05.2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά την 128/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία είχαν κριθεί αθώοι όλοι οι καταμηνυθέντες από τον κατηγορούμενο και επομένως για το διάστημα από 01.10.2014 έως 31.05.2016 δεν έτρεχε ο χρόνος παραγραφής των εξεταζόμενων πράξεων (άρθρα 59 ΚΠΔ και 113 § 1,3 ΠΚ). " Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση και της συκοφαντικής δυσφήμησης, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών για την πρώτη πράξη και ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών για τη δεύτερη πράξη, συνολική δε ποινή φυλάκισης δεκατριών (13) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "

Κηρύσσει αυτόν ένοχο του ότι: Α) Στην Αθήνα, στις 4-10-2011 και στις 16-3-2011, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε α) αξιόποινες πράξεις και β) πειθαρχικές παραβάσεις, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτές. Συγκεκριμένα: 1) Στην Αθήνα, στις 4-10-2011, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ... Θήρας Κυκλάδων, κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Μενέλαου Μαρτινόπουλου, την από 24-9-2011 μήνυση κατά του νυν εγκαλούντος Α. Δ. του Ν., (καθώς επίσης και κατά των: Σ. Ν., Σ. Π., Ε. χας Π. Ο., Ε. συζ. Μ. Κ. και Χ. Κ.), με την οποία καταμήνυσε αυτόν εν γνώσει του ψευδώς ότι στη Θήρα Κυκλάδων και στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 04-02-2008 μέχρι και 16-05-2011 τέλεσε με πρόθεση τις πιο κάτω αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, κατά συρροή, οι οποίες περιγράφονται ως ακολούθως: "Στις αρχές του 1991, η εγκαλούσα ..., η οποία τυγχάνει Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, εδρεύει στη Θήρα Κυκλάδων και εκπροσωπείται νόμιμα-σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονικού Δικαίου της Καθολικής Εκκλησίας- από τον σεβασμιότατο Καθολικό Επίσκοπο Σύρου, Θήρας, Μήλου και Αποστολικό Τοποτηρητή Κρήτης Φ. Π. του Τ., αποφάσισε την ανακατασκευή παλαιών ερειπωμένων κτιρίων ιδιοκτησίας της Επισκοπής κειμένων σε ακίνητό της στον οικισμό Φηρών Θήρας, τα οποία είχε πλήξει ιδιαίτερα ο καταστροφικός σεισμός του 1956, με σκοπό να κατασκευασθεί γηροκομείο, για την εξυπηρέτηση της νήσου Θήρας. Για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού και μετά τη σύνταξη των σχετικών τεχνικών μελετών, η εκπόνηση των οποίων ανατέθηκε στο τεχνικό γραφείο με τον τίτλο "Χ. Τ." που βρίσκεται στη Σαντορίνη και στο οποίο συμμετείχαν οι αρχιτέκτονες - μηχανικοί Σ. Ν. και Σ. Π., εκδόθηκαν από το Πολεοδομικό Γραφείο Θήρας οι με αριθμούς …./1997 και…./1997 οικοδομικές άδειες, οι οποίες αφορούσαν η μεν πρώτη στην ανέγερση νέου κτιρίου, η δε δεύτερη στην ανακατασκευή των ήδη υπαρχόντων και ερειπωμένων κτιρίων. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα περί τα μέσα του έτους 1997 η εγκαλούσα ... ανέθεσε στον εγκαλούντα πολιτικό μηχανικό Ά. Δ. του Ν. καθήκοντα Γενικού Επιβλέποντος των εκτελούμενων έργων, ο οποίος είχε την ιδιότητα Τεχνικού Συμβούλου της ... Θήρας, όπως ρητά αναφέρεται στην από 25-08-1997 με αριθ. πρωτ. …./1997 επιστολή της προς το Τεχνικό Γραφείο "Χ. Τ. Α.Ε.". Ο προαναφερθείς Ά. Δ. μερίμνησε ακολούθως για την προκήρυξη μειοδοτικού διαγωνισμού που έλαβε χώρα στις 13-09-1999 με προσφορές εργολάβων - κατασκευαστών για την εκτέλεση των προαναφερθέντων έργων, από τις υποβληθείσες δε προσφορές προκρίθηκε ως πλέον συμφέρουσα η προσφορά του εργολάβου Π. Ο., Αγρονόμου-Τοπογράφου Μηχανικού Ε.Μ.Π. με έδρα τη .... Η αμοιβή του εργολάβου για την εκτέλεση των παραπάνω έργων συμφωνήθηκε ότι θα καταβάλλεται τμηματικά με την πρόοδο του έργου, βάσει λογαριασμών και επιμετρήσεων των εκτελουμένων εργασιών, τα οποία (λογαριασμοί και επιμετρήσεις) θα συντάσσονται από τον εργολάβο, αφού προηγηθεί επιμέτρηση τους από τον Γενικό Επιβλέποντα του Έργου Πολιτικό Μηχανικό Ά. Δ.. Η μη καταβολή οφειλόμενων ποσών από την εργοδότρια ..., καθώς και άλλες διαφορές συνδεόμενες με την εκτέλεση των συμβάσεων έργου και την υλοποίηση των έργων για τα οποία εκδόθηκαν οι με αριθμούς …./1997 και ….1997 οικοδομικές άδειες, ιδίως δε η εκτέλεση εργασιών καθ' υπέρβαση των προαναφερθεισών οικοδομικών αδειών και κατά τροποποίηση των εγκεκριμένων αρχιτεκτονικών και στατικών μελετών είχαν ως συνέπεια σειρά δικών μεταξύ της εργοδότριας ... Θήρας αφενός και των κληρονόμων του εργολάβου Ε. χήρας Π. Ο. και Ε. συζ. Μ. Κ., αφετέρου, με αντικείμενο την καταβολή του υπολοίπου της οφειλόμενης εργολαβικής αμοιβής και την επιστροφή των εγγυητικών επιστολών καλής εκτέλεσης της εργολαβίας, τις οποίες ο αποβιώσας εργολάβος Π. Ο. είχε δώσει στην εργοδότρια πριν από την έναρξη των συμβάσεων έργου. Επίσης ασκήθηκαν αγωγές με αντικείμενο την καταβολή αμοιβών μηχανικών τόσο από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, που ενεργούσε εκ του νόμου ως υποκατάστατο για λογαριασμό των μηχανικών Σ. Ν. και Σ. Π.υ, όσο και ευθέως από τον ενάγοντα Γενικό Επιβλέποντα Πολιτικό Μηχανικό Ά. Δ. κατά της εργοδότριας ... Θήρας, ενώ και η τελευταία άσκησε αγωγή κατά του Γενικού Επιβλέποντος του Έργου Α. Δ. για αξιώσεις της από την άσκηση των καθηκόντων του με την ως άνω ιδιότητα κατά την εκτέλεση των έργων βάσει των προαναφερθεισών δύο (2) οικοδομικών αδειών". Στο πλαίσιο εκδίκασης των παραπάνω αγωγών ο Ά. Δ. τέλεσε τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις και ειδικότερα: α) Στη Θήρα, στις 17-12-2008 ο Ά. Δ., με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους, την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που διέπραξαν και συγκεκριμένα: στον προαναφερθέντα τόπο και χρόνο τυγχάνοντας διάδικος και δη εναγόμενος, κατά του οποίου η ... είχε ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 16-02-2008 αγωγή της, που συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 21-1-2009 (Τακτική Διαδικασία) και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7109/1-10-2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την παραπάνω αγωγή, ενεργώντας με πρόθεση και αποβλέποντας στην απόκρουση και απόρριψη της κατ' αυτού ασκηθείσας αγωγής, προκάλεσε με ιδιαίτερες παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα στους επίσης μηνυόμενους Σ. Ν. και Σ. Π. την απόφαση, όπως προβούν στις με αριθμούς …./17-12-2008 και…./17- 12-2008 ψευδείς ένορκες βεβαιώσεις τους ενώπιον της συμβολαιογράφου Θήρας Χ. Β. - Γ., καταθέτοντας εν γνώσει τους τα πιο κάτω ψευδή περιστατικά που διαλαμβάνονται στις ένορκες αυτές βεβαιώσεις και αποκρύπτοντας τα αληθή, τελώντας εν γνώσει της αναλήθειας των όσων κατέθεσαν, ειδικότερα δε τους προκάλεσε την απόφαση να καταθέσουν επί λέξει τα εξής: Α) Η Σ. Ν. στην υπ' αριθμ. …./17-12-2008 ένορκη βεβαίωση της ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου Θήρας ανέφερε: "...Και ενώ οι αιτήσεις για την αναθεώρηση των αδειών υποβλήθηκαν εγκαίρως με τους αρ. πρωτ. ...-02-2004, για την άδεια …/1997 και …/27-02- 2004 για την άδεια…./1997, ο Επίσκοπος απέφυγε τις πληρωμές των αμοιβών και την προώθηση των αδειών" και Β) Ο Σ. Π. στην υπ' αριθμ. …/17-12-2008 ένορκη βεβαίωση του ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου Θήρας ανέφερε:"... Οι σχετικές αιτήσεις αναθεώρησης υποβλήθηκαν εμπρόθεσμα στην Υπηρεσία Πολεοδομίας Θήρας την 27-02-2004 με αριθμούς πρωτοκόλλου .... Όμως ο Επίσκοπος δεν κατέβαλε τις αμοιβές των μηχανικών και τα φορολογικά, χωρίς την καταβολή των οποίων δεν ήταν δυνατή η προώθηση των διαδικασιών αναθεώρησης των αδειών. Κατά συνέπεια υπεύθυνος για την μη αναθεώρηση των αδειών είναι αποκλειστικά ο ίδιος". Η αλήθεια, την οποία γνώριζαν οι ανωτέρω ήταν ότι η εγκαλούσα ... αγνοούσε τελείως την οποιαδήποτε διαδικασία αναθεώρησης των οικοδομικών αδειών και τις σχετικές αιτήσεις αναθεωρήσεως που κατετέθησαν την 27-02-2004 στην πολεοδομία Θήρας και ότι δεν ζητήθηκε ποτέ από την εργοδότρια ... οποιοδήποτε ποσό για την αναθεώρηση των αδειών. Οι ανωτέρω ψευδείς ένορκες βεβαιώσεις χρησιμοποιήθηκαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τακτική Διαδικασία) κατά τη δικάσιμο της 21-1-2009, οπότε συζητήθηκαν και συνεκδικάσθηκαν: α) η από 16-02-2008 αγωγή της ... Θήρας κατά του Α. Δ. και β) η ασκηθείσα με τις από 18-12-2008 προτάσεις του εναγόμενου Α. Δ. ανταγωγή κατά της ... Θήρας. β) Στην Αθήνα, στις 07-05-2010 ο Ά. Δ. με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους, την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που διέπραξαν και συγκεκριμένα, στον προαναφερθέντα τόπο και χρόνο τυγχάνοντας διάδικος και δη ενάγων, ο οποίος είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου την από 21-12-2009 αγωγή του κατά της ... Θήρας, η οποία συζητήθηκε στις 17-06-2011 και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 30/31-08-2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου (Διαδικασία Αμοιβών), που απέρριψε την παραπάνω αγωγή, ενεργώντας με πρόθεση και αποβλέποντας στην παραδοχή της εν λόγω αγωγής του, προκάλεσε με ιδιαίτερες παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα στους μηνυόμενους Σ. Ν. και Σ. Π. την απόφαση όπως οι τελευταίοι προβούν στις με αριθμούς .../07-05-2010 και .../07-05-2010 ψευδείς ένορκες βεβαιώσεις τους ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ό. Α., καταθέτοντας εν γνώσει τους τα πιο κάτω ψευδή περιστατικά που διαλαμβάνονται στις ένορκες αυτές βεβαιώσεις, ειδικότερα δε τους προκάλεσε την απόφαση να καταθέσουν επί λέξει τα εξής: Α) Η Σ. Ν. στην υπ' αριθμ. .../07-05-2010 ένορκη βεβαίωση της ενώπιον της συμβολαιογράφου Ό. Α. ανέφερε: "...Και ενώ οι αιτήσεις για την αναθεώρηση των αδειών υποβλήθηκαν με τους αρ. πρωτ. ...-2-2004 και …/27-2-2004 της Πολεοδομίας Θήρας, οι άνθρωποι της ... Θήρας αδιαφόρησαν και έτσι η σχετική διαδικασία δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί" και Β) ο Σ. Π. στην υπ' αριθμ. .../07-05-2010 ένορκη βεβαίωση του ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ό. Α. ανέφερε: "...Σημειωτέον ότι ο Ε. Φ. αν και γνώριζε πολύ καλά, όπως γνώριζαν και όλοι όσοι ήταν αναμιγμένοι στο έργο, δηλαδή Εκκλησιαστικές Επιτροπές και ο ιερέας Ν. Κ., ότι εμείς οι Μηχανικοί έχουμε καταθέσει φακέλους για την αναθεώρηση των οικοδομικών αδειών και ότι για να προχωρήσει η διαδικασία έπρεπε να έχουν κατατεθεί οι αμοιβές μας και η δαπάνη των φορολογικών, αυτός αδιαφορούσε, χωρίς να δίνει συνέχεια". Η αλήθεια, την οποία γνώριζαν οι ανωτέρω ήταν ότι η εργοδότρια ... αγνοούσε τελείως την οποιαδήποτε διαδικασία αναθεώρησης των ...1997 οικοδομικών αδειών και τις σχετικές αιτήσεις αναθεωρήσεως που κατετέθησαν την 27-02-2004 στην Πολεοδομία Θήρας και ουδέποτε ζητήθηκε από αυτήν οποιοδήποτε ποσό για την αναθεώρηση των επίδικων δύο οικοδομικών αδειών (έξοδα φορολογικά και αμοιβές μηχανικών). Προέβησαν δε στις εν λόγω ψευδείς ένορκες βεβαιώσεις, προκειμένου αυτές να χρησιμοποιηθούν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου (Διαδικασία Αμοιβών για Παροχή Εργασίας κατά τα άρθρα 677 επόμ. ΚΠολΔ) κατά τη δικάσιμο της 17 Ιουνίου 2011 και είχαν έννομες συνέπειες αφού ελήφθησαν υπόψη από το δίκασαν δικαστήριο. γ) Στην Αθήνα, στις 15-11-2010 ο Ά. Δ., ενώ εξετάζονταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας για ένορκη εξέταση αρχής, ήτοι ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ό. Α. μετά από αίτηση του ενάγοντος Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, το οποίο ενεργούσε για λογαριασμό των μηχανικών - μελών του Σ. Ν. και Σ. Π. και ως εκ του νόμου υποκατάστατο των προσώπων αυτών, οπότε συντάχθηκε η με αριθμό .../15-11-2010, ένορκη βεβαίωση, κατέθεσε τα παρακάτω ψευδή πραγματικά περιστατικά, αποκρύπτοντας τα αληθή και τελώντας εν γνώσει της αναλήθειας των όσων κατέθεσε και. συγκεκριμένα κατέθεσε επί λέξει τα εξής: "...Μετά την εξάλειψη όλων των απρόβλεπτων δυσχερειών και παραγόντων, που εμπόδιζαν την εφαρμογή των μελετών και ύστερα από συνεχείς και πολλαπλές μελέτες που εκπονούσαν οι επιβλέποντες - μελετητές (Σ. Ν. και Σ. Π.), κατ' εντολή της ... Θήρας, οι εν λόγω μελετητές κατέθεσαν στο Πολεοδομικό Γραφείο Θήρας, τον Φεβρουάριο του 2004, τις σχετικές, με αρ. πρωτ. ...2004, αιτήσεις αναθεώρησης των οικοδομικών αδειών ...1997, μαζί με τους σχετικούς φακέλους των τεχνικών μελετών ... Όμως ο Ε. Φ. Π. μαζί με τους Συμβούλους της ... Θήρας, ενώ γνώριζε την αναγκαιότητα της προώθησης των αναθεωρήσεων, αδιαφορούσε και δεν κατέβαλε τις αμοιβές των μηχανικών που ήταν απαραίτητες για την προώθηση της αναθεωρήσεως των οικοδομικών αδειών". Η αλήθεια, όμως που γνώριζε λόγω της ιδιότητάς του ως Γενικού Επιβλέποντος των εκτελούμενων έργων, ιδιότητα που απέκτησε περί τα μέσα του έτους 1997 και διατήρησε έκτοτε, ήταν ότι η εργοδότρια ... αγνοούσε τελείως την οποιαδήποτε διαδικασία αναθεώρησης των με αριθμούς …/1997 και …./1997 οικοδομικών αδειών, οι σχετικές αιτήσεις αναθεώρησης των οποίων κατετέθησαν την 27-02-2004 στην Πολεοδομία Θήρας και ότι ποτέ και κανείς δεν ζήτησε από την αυτήν οποιοδήποτε ποσό για την αναθεώρηση των δύο οικοδομικών αδειών, καθόσον, εάν πράγματι της είχε ζητηθεί οποιοδήποτε ποσό για δαπάνες αναθεώρησης, τότε ασφαλώς η ανωτέρω εγκαλούσα θα το είχε καταβάλει. Προέβη δε στην εν λόγω ψευδή ένορκη βεβαίωση ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου Αθηνών προκειμένου αυτή να χρησιμοποιηθεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου (Διαδικασία Αμοιβών για Παροχή Εργασίας κατά τα άρθρα 677 επόμ. ΚΠολΔ.) κατά τη δικάσιμο της 19 Νοεμβρίου 2010. Και δ) Στη Θήρα, στις 16-05-2011, ο Ά. Δ., ενώ εξετάζονταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της συμβολαιογράφου Θήρας Χ. Β. - Γ., οπότε συντάχθηκε η με αριθμό ...-05-2011, ένορκη βεβαίωση, κατέθεσε τα παρακάτω ψευδή πραγματικά περιστατικά, αποκρύπτοντας τα αληθή και τελώντας εν γνώσει της αναλήθειας των όσων κατέθεσε και συγκεκριμένα κατέθεσε επί λέξει τα εξής: "...Μετά την εξάλειψη όλων των απρόβλεπτων δυσχερειών και παραγόντων που εμπόδιζαν την εφαρμογή των μελετών και ύστερα από συνεχείς και πολλαπλές μελέτες που εκπονούσαν οι επιβλέποντες - μελετητές, οι εν λόγω μηχανικοί, κατέθεσαν στο Πολεοδομικό Γραφείο Θήρας, τον Φεβρουάριο του 2004 αίτηση, ζητώντας την αναθεώρηση των οικοδομικών αδειών που είχαν εκδοθεί, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, αφού οι οικοδομικές άδειες που αρχικά είχαν εκδοθεί (οι …./1997 και…./1997), βρίσκονταν σε ισχύ....Όμως αν και ο Ε. Φ. Π., μαζί με τους συμβούλους του, γνώριζαν την αναγκαιότητα της αναθεώρησης των οικοδομικών αδειών, αδιαφορούσαν, αποφεύγοντας να κάνουν το αυτονόητο, που ήταν η καταβολή των χρηματικών υποχρεώσεων, που είχαν απέναντι στο κράτος και τους μηχανικούς του έργου (αμοιβές, παράβολα κ.λ.π.) μέχρι που το έργο σταμάτησε, επειδή η ... δεν εξοφλούσε τις υποχρεώσεις που είχε απέναντι στον εργολάβο Π. Ο....". Η αλήθεια, την οποία γνώριζε ήταν ότι η εργοδότρια ... αγνοούσε τελείως την οποιαδήποτε διαδικασία αναθεώρησης των με αριθμούς …/1997 και …/1997 οικοδομικών αδειών, οι σχετικές αιτήσεις αναθεώρησης των οποίων κατετέθησαν την 27-02-2004 στην Πολεοδομία Θήρας και ότι ποτέ και κανείς δεν ζήτησε από αυτήν οποιοδήποτε ποσό για την αναθεώρηση των δύο οικοδομικών αδειών, ενώ εάν είχε ζητηθεί οποιοδήποτε ποσό για την αναθεώρηση, τότε ασφαλώς η ... θα το είχε καταβάλει. Προέβη δε στην εν λόγω ψευδή ένορκη βεβαίωση ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου προκειμένου αυτή να χρησιμοποιηθεί ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου (Τακτική Διαδικασία) κατά τη δικάσιμο της 10 Μαΐου 2012, οπότε επαναφέρθηκε για συζήτηση με την από 17-09-2010 κλήση της ... Θήρας η ασκηθείσα με τις από 06-08-2008 προτάσεις (δεύτερη) ανταγωγή αυτής κατά των Ε. χήρας Παν. Ο. και Ε. συζύγου Μ. Κ., οι οποίες προτάσεις κατατέθηκαν στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου στις 13-08-2008. Σκόπευε δε με την ψευδή κατά τα ανωτέρω μήνυση του να προκαλέσει και προκάλεσε πράγματι την άσκηση ποινικής διώξεως σε βάρος του εγκαλούντος Α. Δ. [και κατά των λοιπών μηνυομένων] για τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις, εν γνώσει του ότι οι πράξεις αυτές ουδέποτε έλαβαν χώρα, όπως δέχθηκε το Τριμελές Εφετείου Αιγαίου με την 128/2015 απόφαση του, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά έκδοση της 1166/2016 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, καθόσον απεδείχθη ότι οι ένορκες καταθέσεις του εγκαλούντος Α. Δ. και των Σ. Ν. και Σ. Π.υ (που ενδιαφέρουν εδώ) περιέχουν αληθή περιστατικά. Ειδικότερα, το παραπάνω δικαστήριο δέχθηκε ότι η Σ. Ν. και ο Σ. Π. συνέταξαν τα σχέδια για την αναθεώρηση των οικοδομικών αδειών με αριθμούς …1997 και …./1997 και στις 27-2-2004 η πρώτη τούτων κατέθεσε τις αιτήσεις αναθεώρησης, με συνημμένα αρχιτεκτονικά και στατικά σχέδια στο Πολεοδομικό Γραφείο Θήρας και ότι προηγουμένως, περί τα τέλη Ιανουαρίου 2004, η Χ. Κ., η οποία εργαζόταν ως σχεδιάστρια στο τεχνικό γραφείο της Σ. Ν., στη Θήρα, συνάντησε τον πληρεξούσιο του νόμιμου εκπροσώπου της εγκαλούσας, Γενικό Β. και Εφημέριο της Τοπικής Εκκλησίας, Ν. Κ., προκειμένου αυτός να υπογράψει για λογαριασμό της ιδιοκτήτριας ... Θήρας τις αιτήσεις αναθεώρησης. Τούτο δε προκύπτει από το με αριθ. πρωτ. ...-4-2009 έγγραφο του Πολεοδομικού Γραφείου Θήρας, κατά το οποίο "μετά από έλεγχο στο πρωτόκολλο της υπηρεσίας μας διαπιστώθηκε ότι κατατέθηκαν φάκελοι αναθεώρησης με αρ. πρ. ... στις 27.2.2004....". Επίσης η εγκαλούσα, δια του νόμιμου εκπροσώπου της, γνώριζε ότι τις αιτήσεις αναθεώρησης τις είχε υπογράψει ο ιερέας Ν. Κ.. Η εργοδότρια ... δια του νόμιμου εκπροσώπου της Επισκόπου Φ. Π., μολονότι γνώριζε περί της κατάθεσης των φακέλων αναθεώρησης, δεν κατέβαλε τις απαιτούμενες αμοιβές των ως άνω κατηγορουμένων - επιβλεπόντων μηχανικών, με συνέπεια να. μην προχωρήσει η διαδικασία της αναθεώρησης των αδειών και εν τέλει να σταματήσει το έργο. Στο ίδιο πλαίσιο, ενώ η Σ. Ν. και ο Σ. Π. ενημέρωσαν τον Επίσκοπο Φ. Π. προφορικά ότι έπρεπε να κατατεθούν οι αμοιβές τους και η δαπάνη των φορολογικών προκειμένου να προχωρήσει η διαδικασία της αναθεώρησης των δύο οικοδομικών αδειών για την οποία είχαν κατατεθεί οι φάκελοι αναθεώρησης από τον Φεβρουάριο του 2004, εκείνος δεν προέβη σε καμιά περαιτέρω σχετική ενέργεια, αλλά ανέθεσε σε άλλους μηχανικούς να ελέγξουν το έργο, όπως είχε εκτελεστεί, μολονότι η Σ. Ν. και ο Σ. Π. διατηρούσαν την ιδιότητα των επιβλεπόντων μηχανικών τούτου, η σχετική δε εντολή προς αυτούς ανακλήθηκε πολύ αργότερα, με την από 16.2.2008 εξώδικη δήλωση της εγκαλούσας περί υπαναχώρησης της από τη σύμβαση. Το ότι δεν ζητήθηκε από την εγκαλούσα συγκεκριμένο ποσό για την ως άνω αιτία όπως αυτή υποστηρίζει, δεν σημαίνει ότι δεν είχε ενημερωθεί για την κατάθεση των φακέλων αναθεώρησης στο Πολεοδομικό Γραφείο Θήρας και το ότι έπρεπε να προβεί στην κατάθεση των σχετικών αμοιβών και της δαπάνης των φορολογικών για να προχωρήσει η διαδικασία της αναθεώρησης....".

2) Στην Αθήνα, στις 16-3-2011, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ... Θήρας Κυκλάδων, υπέβαλε ενώπιον του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθηνών Νίκου Χρ. Δούναβη, την από 14-3-2011 αναφορά - καταγγελία σε βάρος του εγκαλούντος Α. Δ. [και των μηχανικών Σ. Ν., Σ. Π. και Μ. Κ.], στην οποία διέλαβε, μεταξύ άλλων, τα κάτωθι ψευδή σε βάρος του περιστατικά: "Καταγγέλλουμε ενώπιον σας τους παραπάνω αναφερόμενους μηχανικούς - μέλη σας, διότι εν γνώσει τους παραβίασαν διατάξεις νόμων, όπως αυτές περιγράφονται παρακάτω αναλυτικά για τον καθένα από αυτούς και ζητούμε την παραδειγματική τιμωρία τους. Οι εδώ καταγγελλόμενες παράνομες πράξεις συνίστανται στο ότι οι πιο πάνω αναφερόμενοι: 1) Παραβίασαν τη διάταξη του άρθρου 22 του Γ.Ο.Κ. και έκαναν μελέτες και επιβλέψεις (οι Σ. Ν., Σ. Π. και Ά. Δ.) και κατασκευές (ο Μ. Κ.) σε ακίνητό μας στη ... παραβιάζοντας και τη σχετική εντολή μας προς αυτούς για απαρέγκλιτη τήρηση της νομιμότητας. Την υποχρέωσή τους αυτή (για την τήρηση των πιο πάνω διατάξεων) παραβίασαν όλοι οι αναφερόμενοι, οι οποίοι είχαν αναλάβει την υλοποίηση των υπ' αριθμ. …/1997 και …./1997 οικοδομικών αδειών, που είχαν εκδοθεί από το Πολεοδομικό Γραφείο Θήρας, με αποτέλεσμα να εκδοθεί η συνυποβαλλόμενη έκθεση αυτοψίας, με την οποία διατάσσεται η κατεδάφιση των αυθαίρετων κατασκευών, που κατά παράβαση των νομίμων διατάξεων εν γνώσει τους εκτέλεσαν οι αναφερόμενοι και επιπλέον επιβάλλονται σε βάρος μας μεγάλου ύψους πρόστιμα για την κατασκευή και τη διατήρηση των αυθαίρετων αυτών κατασκευών... Οι συγκεκριμένες ευθύνες των καταγγελλομένων μηχανικών είναι και οι παρακάτω: 1. Ευθύνες των τριών (3) πρώτων αναφερομένων [Σ. Ν., Σ. Π. και Α. Δ.]: α) κατασκευή αυθαίρετων κτισμάτων. Οι τρεις (3) πρώτοι αναφερόμενοι, ως μηχανικοί - μέλη του Τ.Ε.Ε. είχαν αναλάβει απέναντι μας την (αυτονόητη μάλιστα, διότι προβλέπεται στο νόμο) υποχρέωση να τηρούν τη νομιμότητα, να μας προστατεύσουν από αυθαίρετες κατασκευές και να υλοποιήσουν μόνο νόμιμα κτίσματα εκτελώντας και επιβλέποντας μόνον νόμιμες και εγκεκριμένες από την Πολεοδομία εργασίες. Πλην όμως οι μηχανικοί αυτοί παραβίασαν τη νόμιμη (αλλά και συμβατική) αυτή υποχρέωση τους, εκπονώντας μελέτες και επιβλέποντας εργασίες, που δεν ήταν εγκεκριμένες από την αρμόδια Πολεοδομία. Έτσι κατασκεύασαν, εν αγνοία μας και χωρίς τη θέληση μας παράνομα και αυθαίρετα κτίσματα στο ακίνητο μας, με αποτέλεσμα να διαταχθεί η κατεδάφιση τους και να μας επιβαρύνουν με τεράστια πρόστιμα, που αθροιζόμενα ανέρχονται σε ποσό που υπερβαίνει τα 2.000.000 ευρώ (αντί να μας προστατεύσουν).... Στις 27/2/2004 φέρονται κατατεθειμένες στο Πολεοδομικό Γραφείο Θήρας δύο (2) αιτήσεις (με αριθμούς ...-2-2004 και …/27-2-3004) για την αναθεώρηση των υπ' αριθμ. …./1997 και …./1997 οικοδομικών αδειών αντίστοιχα. Οι δύο (2) πρώτοι αναφερόμενοι μηχανικοί (Σ. Ν. και Σ. Π.) ισχυρίστηκαν, ότι μαζί με τις πιο πάνω αιτήσεις αναθεώρησης, είχαν (δήθεν) συνυποβάλει στην Πολεοδομία και τα σχέδια και τις μελέτες, που (δήθεν) μέχρι την ημερομηνία αυτή (27/2/2004) είχαν εκπονήσει.... Επίσης μέχρι 27-2-2004 δεν μας είχαν παραδοθεί έτοιμα σχέδια και μελέτες, ενώ μόλις στις 22-12-2004 για πρώτη φορά ο Ά. Δ. μας είχε παραδώσει πρόχειρα σχέδια και μελέτες, τα οποία διαφέρουν σε αρκετά σημεία από τα εκ των υστέρων κατασκευασθέντα και προχρονολογηθέντα. Αν υπήρχαν έτοιμα σχέδια για την αναθεώρηση στις 27-4-2004...θα μας είχε δώσει αντίγραφα από τα επίσημα (δήθεν κατατεθέντα στην Πολεοδομία) σχέδια και όχι τα πρόχειρα....". Σκόπευε δε με την ψευδή κατά τα ανωτέρω αναφορά - καταγγελία του να προκαλέσει και προκάλεσε την άσκηση πειθαρχικής διώξεως σε βάρος του εγκαλούντος Α. Δ. για τις πιο πάνω αναφερόμενες πειθαρχικές παραβάσεις, εν γνώσει του ότι οι παραβάσεις αυτές ουδέποτε έλαβαν χώρα, αφού απεδείχθη ότι οι μηχανικοί Σ. Ν. και ο Σ. Π. συνέταξαν πράγματι σχέδια και μελέτες για την αναθεώρηση των οικοδομικών αδειών με αριθμούς …/1997 και …/1997 και στις 27-2-2004, η πρώτη τούτων, τα υπέβαλε με τις σχετικές αιτήσεις αναθεώρησης στο Πολεοδομικό Γραφείο Θήρας, ότι περί τα τέλη Ιανουαρίου 2004, η Χ. Κ., η οποία εργαζόταν ως σχεδιάστρια στο τεχνικό γραφείο της Σ. Ν., στη Θήρα, συνάντησε τον πληρεξούσιο του νόμιμου εκπροσώπου της εγκαλούσας, Γενικό Β. και Εφημέριο της Τοπικής Εκκλησίας, Ν. Κ., ο οποίος υπέγραψε για λογαριασμό της ιδιοκτήτριας ... Θήρας τις αιτήσεις αναθεώρησης, γεγονός που γνώριζε ο νόμιμος εκπρόσωπος της καταγγέλλουσας Φ. Π. (κατηγορούμενος), ο οποίος δεν κατέβαλε τις απαιτούμενες αμοιβές των ως άνω μηχανικών, με συνέπεια να μην προχωρήσει η διαδικασία της αναθεώρησης των αδειών και εν τέλει να σταματήσει το έργο. Επομένως, για τη μη αναθεώρηση των αδειών δεν φέρει καμία πειθαρχική ευθύνη ο εγκαλών Ά. Δ.. Β) Στην Αθήνα στις 4-10-2011, εκ προθέσεως, ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκε και διέδωσε για κάποιον άλλον ψευδή γεγονότα που μπορούν να βλάψουν την τιμή κα την υπόληψη του, ενώ γνώριζε ότι τα γεγονότα είναι ψευδή. Συγκεκριμένα: Στις 4-10-2011, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ... Θήρας Κυκλάδων, κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Μενέλαου Μαρτινόπουλου, την από 24-11-2011 μήνυση κατά του νυν εγκαλούντος Α. Δ. του Ν., (και των: Σ. Ν., Σ. Π., Ε. χας Π. Ο., Ε. συζ. Μ. Κ. και Χ. Κ.), με την οποία ισχυρίστηκε και διέδωσε εν γνώσει του ψευδώς ενώπιον του ως άνω Εισαγγελέα και των γραμματέων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, καθώς και ενώπιον των δικηγόρων που χειρίστηκαν την υπόθεση αυτή, ότι ο ανωτέρω εγκαλών στη Θήρα Κυκλάδων και στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 04-02-2008 μέχρι και 16-05-2011 τέλεσε με πρόθεση τις αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή, οι οποίες συνίστανται ειδικότερα στα εξής: α) Στη Θήρα, στις 17-12-2008 ο Ά. Δ., με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους, την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που διέπραξαν και συγκεκριμένα, στον προαναφερθέντα τόπο και χρόνο τυγχάνοντας διάδικος και δη εναγόμενος, κατά του οποίου η ... είχε ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 16-02-2008 αγωγή της, που συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 21-1-2009 (Τακτική Διαδικασία) και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7109/1-10-2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την παραπάνω αγωγή, ενεργώντας με πρόθεση και αποβλέποντας στην απόκρουση και απόρριψη της κατ' αυτού ασκηθείσας αγωγής, προκάλεσε με ιδιαίτερες παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα στους επίσης μηνυόμενους Σ. Ν. και Σ. Π. την απόφαση, όπως προβούν στις με αριθμούς …17-12-2008 και …./17-12-2008 ψευδείς ένορκες βεβαιώσεις τους (αντίστοιχα) ενώπιον της συμβολαιογράφου Θήρας, καταθέτοντας εν γνώσει τους τα πιο κάτω ψευδή περιστατικά που διαλαμβάνονται στις ένορκες αυτές βεβαιώσεις και αποκρύπτοντας τα αληθή, τελώντας εν γνώσει της αναλήθειας των όσων κατέθεσαν, ειδικότερα δε τους προκάλεσε την απόφαση να καταθέσουν επί λέξει τα εξής: Α) Η Σ. Ν. στην υπ' αριθμ. …17-12-2008 ένορκη βεβαίωση της ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου Θήρας ανέφερε: "...Και ενώ οι αιτήσεις για την αναθεώρηση των αδειών υποβλήθηκαν εγκαίρως με τους αρ. πρωτ. ...-02-2004, για την άδεια ….1997 και …/27-02-2004 για την άδεια ….1997, ο Επίσκοπος απέφυγε τις πληρωμές των αμοιβών και την προώθηση των αδειών" και Β) Ο Σ. Π. στην υπ' αριθμ. …/17-12-2008 ένορκη βεβαίωση του ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου Θήρας ανέφερε:"... Οι σχετικές αιτήσεις αναθεώρησης υποβλήθηκαν εμπρόθεσμα στην Υπηρεσία Πολεοδομίας Θήρας την 27-02-2004 με αριθμούς πρωτοκόλλου .... Όμως ο Επίσκοπος δεν κατέβαλε τις αμοιβές των μηχανικών και τα φορολογικά, χωρίς την καταβολή των οποίων δεν ήταν δυνατή η προώθηση των διαδικασιών αναθεώρησης των αδειών. Κατά συνέπεια υπεύθυνος για την μη αναθεώρηση των αδειών είναι αποκλειστικά ο ίδιος". Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι η αλήθεια, την οποία γνώριζαν οι ανωτέρω ήταν ότι η εγκαλούσα ... αγνοούσε τελείως την οποιαδήποτε διαδικασία αναθεώρησης των οικοδομικών αδειών και τις σχετικές αιτήσεις αναθεωρήσεως που κατετέθησαν την 27-02-2004 στην Πολεοδομία Θήρας και ότι δεν ζητήθηκε ποτέ από την εργοδότρια ... οποιοδήποτε ποσό για την αναθεώρηση των αδειών. β) Στην Αθήνα, στις 07-05-2010 ο Ά. Δ., με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους, την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που διέπραξαν και συγκεκριμένα, στον προαναφερθέντα τόπο και χρόνο τυγχάνοντας διάδικος και δη ενάγων, ο οποίος είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου την από 21-12-2009 αγωγή του κατά της ... Θήρας, η οποία συζητήθηκε στις 17-06-2011 και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 30/31-08-2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου (Διαδικασία Αμοιβών), που απέρριψε την παραπάνω αγωγή, ενεργώντας με πρόθεση και αποβλέποντας στην παραδοχή της εν λόγω αγωγής του, προκάλεσε με ιδιαίτερες παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα στους μηνυόμενους Σ. Ν. και Σ. Π. την απόφαση όπως οι τελευταίοι προβούν στις με αριθμούς .../07-05-2010 και .../07-05-2010 ψευδείς ένορκες βεβαιώσεις τους (αντίστοιχα) ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ό. Α., καταθέτοντας εν γνώσει τους τα πιο κάτω ψευδή περιστατικά που διαλαμβάνονται στις ένορκες αυτές βεβαιώσεις, ειδικότερα δε τους προκάλεσε την απόφαση να καταθέσουν επί λέξει τα εξής: Α) Η Σ. Ν. στην υπ' αριθμ. .../07-05-2010 ένορκη βεβαίωσή της ενώπιον της συμβολαιογράφου Ό. Α. ανέφερε: "...Και ενώ οι αιτήσεις για την αναθεώρηση των αδειών υποβλήθηκαν με τους αρ. πρωτ. ...-2-2004 και …./27-2-2004 της Πολεοδομίας Θήρας, οι άνθρωποι της ... Θήρας αδιαφόρησαν και έτσι η σχετική διαδικασία δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί" και Β) ο Σ. Π. στην υπ' αριθμ. .../07-05-2010 ένορκη βεβαίωση του ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ό. Α. ανέφερε: "... Σημειωτέον ότι ο Ε. Φ. αν και γνώριζε πολύ καλά, όπως γνώριζαν και όλοι όσοι ήταν αναμιγμένοι στο έργο, δηλαδή Εκκλησιαστικές Επιτροπές και ο ιερέας Ν. Κ., ότι εμείς οι Μηχανικοί έχουμε καταθέσει φακέλους για την αναθεώρηση των οικοδομικών αδειών και ότι για να προχωρήσει η διαδικασία έπρεπε να έχουν κατατεθεί οι αμοιβές μας και η δαπάνη των φορολογικών, αυτός αδιαφορούσε, χωρίς να δίνει συνέχεια". Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι η αλήθεια που γνώριζε ο εγκαλών (Ά. Δ.) ήταν ότι η εγκαλούσα ... αγνοούσε τελείως την οποιαδήποτε διαδικασία αναθεώρησης των οικοδομικών αδειών και τις σχετικές αιτήσεις αναθεωρήσεως που κατετέθησαν την 27-02-2004 στην Πολεοδομία Θήρας και ότι δεν ζητήθηκε ποτέ από την εργοδότρια ... οποιοδήποτε ποσό για την αναθεώρηση των αδειών, ενώ εάν είχε ζητηθεί οποιοδήποτε ποσό τότε ασφαλώς η ... θα το είχε καταβάλει. γ) Στην Αθήνα, στις 15-11-2010 ο Ά. Δ., ενώ εξετάζονταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας για ένορκη εξέταση αρχής, ήτοι ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ό. Α., μετά από αίτηση του ενάγοντος Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, το οποίο ενεργούσε για λογαριασμό των μελών του Σ. Ν. και Σ. Π. και ως εκ του νόμου υποκατάστατο των προσώπων αυτών, οπότε συντάχθηκε η με αριθμό .../15-11-2010, ένορκη βεβαίωση, κατέθεσε τα παρακάτω ψευδή πραγματικά περιστατικά, αποκρύπτοντας τα αληθή και τελώντας εν γνώσει της αναλήθειας των όσων κατέθεσε και συγκεκριμένα κατέθεσε επί λέξει τα εξής:"... Μετά την εξάλειψη όλων των απρόβλεπτων δυσχερειών και παραγόντων που εμπόδιζαν την εφαρμογή των μελετών και ύστερα από συνεχείς και πολλαπλές μελέτες που εκπονούσαν οι επιβλέποντες - μελετητές (Σ. Ν. και Σ. Π.), κατ' εντολή της ... Θήρας, οι εν λόγω μελετητές κατέθεσαν στο Πολεοδομικό Γραφείο Θήρας, τον Φεβρουάριο του 2004, τις σχετικές, με αρ. πρωτ. ...2004, αιτήσεις αναθεώρησης των οικοδομικών αδειών ...1997, μαζί με τους σχετικούς φακέλους των τεχνικών μελετών ... Όμως ο Ε. Φ. Π. μαζί με τους Συμβούλους της ... Θήρας, ενώ γνώριζε την αναγκαιότητα της προώθησης των αναθεωρήσεων, αδιαφορούσε και δεν κατέβαλε τις αμοιβές των μηχανικών που ήταν απαραίτητες για την προώθηση της αναθεωρήσεως των οικοδομικών αδειών". Προσέτι ισχυρίστηκε ότι η αλήθεια, που γνώριζε ο εγκαλών (Ά. Δ.) λόγω της ιδιότητάς του ως Γενικού Επιβλέποντος των εκτελούμενων έργων, ιδιότητα που απέκτησε περί τα μέσα του έτους 1997 και διατήρησε έκτοτε, ήταν ότι η εγκαλούσα ... αγνοούσε τελείως την οποιαδήποτε διαδικασία αναθεώρησης των με αριθμούς ….1997 και …./1997 οικοδομικών αδειών, οι σχετικές αιτήσεις αναθεώρησης των οποίων φέρεται να έχουν κατατεθεί την 27-02-2004 στην Πολεοδομία Θήρας και ότι ποτέ και κανείς δεν ζήτησε από την εργοδότρια ... οποιοδήποτε ποσό για την αναθεώρηση των δύο οικοδομικών αδειών, καθόσον, εάν πράγματι της είχε ζητηθεί οποιοδήποτε ποσό για δαπάνες αναθεώρησης, τότε ασφαλώς η ανωτέρω εγκαλούσα θα το είχε καταβάλει. δ) Στη Θήρα, στις 16-05-2011 ο Ά. Δ., ενώ εξετάζονταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της συμβολαιογράφου Θήρας Χ. Β. - Γ., οπότε συντάχθηκε η με αριθμό ...-05-2011, ένορκη βεβαίωση, κατέθεσε τα παρακάτω ψευδή πραγματικά περιστατικά, αποκρύπτοντας τα αληθή και τελώντας εν γνώσει της αναλήθειας των όσων κατέθεσε και συγκεκριμένα κατέθεσε επί λέξει τα εξής: "..Μετά την εξάλειψη όλων των απρόβλεπτων δυσχερειών και παραγόντων που εμπόδιζαν την εφαρμογή των μελετών και ύστερα από συνεχείς και πολλαπλές μελέτες που εκπονούσαν οι επιβλέποντες - μελετητές, οι εν λόγω μηχανικοί, κατέθεσαν στο Πολεοδομικό Γραφείο Θήρας, τον Φεβρουάριο του 2004 αίτηση, ζητώντας την αναθεώρηση των οικοδομικών αδειών που είχαν εκδοθεί, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, αφού οι οικοδομικές άδειες που αρχικά είχαν εκδοθεί (οι …/1997 και …./1997), βρίσκονταν σε ισχύ... Όμως αν και ο Ε. Φ. Π., μαζί με τους συμβούλους του, γνώριζαν την αναγκαιότητα της αναθεώρησης των οικοδομικών αδειών, αδιαφορούσαν, αποφεύγοντας να κάνουν το αυτονόητο, που ήταν η καταβολή των χρηματικών υποχρεώσεων που είχαν απέναντι στο κράτος και τους μηχανικούς του έργου (αμοιβές, παράβολα κλπ.), μέχρι που το έργο σταμάτησε, επειδή η ... δεν εξοφλούσε τις υποχρεώσεις που είχε απέναντι στον εργολάβο Π. Ο....". Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι η αλήθεια, την οποία γνώριζε ο ανωτέρω ήταν ότι η ... αγνοούσε τελείως την οποιαδήποτε διαδικασία αναθεώρησης των με αριθμούς …./1997 και …/1997 οικοδομικών αδειών, οι σχετικές αιτήσεις αναθεώρησης των οποίων φέρεται να έχουν κατατεθεί την 27-02-2004 στην Πολεοδομία Θήρας και ότι ποτέ και κανείς δεν ζήτησε από την αυτήν οποιοδήποτε ποσό για την αναθεώρηση των δύο οικοδομικών αδειών, ενώ εάν είχε ζητηθεί οποιοδήποτε ποσό για την αναθεώρηση, τότε ασφαλώς η ... θα το είχε καταβάλει. Όλα τα παραπάνω υπό στοιχ. α, β, γ και δ γεγονότα ήταν εντελώς ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος Α. Δ., ο οποίος δεν τέλεσε τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις, ενώ ο κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, όπως δέχθηκε το Τριμελές Εφετείου Αιγαίου με την 128/2015 απόφασή του, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά έκδοση της 1166/2016 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, καθόσον απεδείχθη ότι οι ένορκες καταθέσεις του ως άνω εγκαλούντος [Α. Δ.], καθώς επίσης και οι ένορκες καταθέσεις των Σ. Ν. και Σ. Π. (που ενδιαφέρουν εδώ) για τις οποίες καταμηνύθηκε ο εγκαλών ως ηθικός αυτουργός, περιέχουν αληθή περιστατικά. Ειδικότερα, το παραπάνω δικαστήριο δέχθηκε ότι η Σ. Ν. και ο Σ. Π. συνέταξαν τα σχέδια και τις μελέτες για την αναθεώρηση των οικοδομικών αδειών με αριθμούς …/1997 και …/1997 και η πρώτη τούτων στις 27-2-2004 υπέβαλε στο Πολεοδομικό Γραφείο Θήρας τις σχετικές αιτήσεις για την αναθεώρηση των αδειών, με συνημμένα σε αυτές τα εκπονηθέντα αρχιτεκτονικά και στατικά σχέδια και ότι προηγουμένως, περί τα τέλη Ιανουαρίου 2004, η Χ. Κ., η οποία εργαζόταν ως σχεδιάστρια στο τεχνικό γραφείο της Σ. Ν., στη Θήρα, συνάντησε τον πληρεξούσιο του νόμιμου εκπροσώπου της εγκαλούσας, Γενικό Β. και Εφημέριο της Τοπικής Εκκλησίας, Ν. Κ., ο οποίος υπέγραψε για λογαριασμό της ιδιοκτήτριας ... Θήρας τις αιτήσεις αναθεώρησης, όπως δε προκύπτει από το με αριθ. πρωτ. ...-4-2009 έγγραφο του Πολεοδομικού Γραφείου Θήρας, στις 27-2-2004 και κατατέθηκαν πράγματι οι με αρ. πρωτ. ... οι φάκελοι αναθεώρησης των αδειών. Επίσης, ο κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της ιδιοκτήτριας ... Θήρας, γνώριζε ότι τις αιτήσεις αναθεώρησης τις είχε υπογράψει ο ιερέας Ν. Κ. και μολονότι γνώριζε περί της κατάθεσης των φακέλων αναθεώρησης, δεν κατέβαλε τις απαιτούμενες αμοιβές των ως άνω μηχανικών, με συνέπεια να μην προχωρήσει η διαδικασία της αναθεώρησης των αδειών και εν τέλει να σταματήσει το έργο. Και ενώ η Σ. Ν. και ο Σ. Π. ενημέρωσαν αυτόν (Επίσκοπο Φ. Π.) προφορικά ότι έπρεπε να κατατεθούν οι αμοιβές τους και η δαπάνη των φορολογικών προκειμένου να προχωρήσει η διαδικασία της αναθεώρησης των δύο οικοδομικών αδειών για την οποία είχαν κατατεθεί οι φάκελοι αναθεώρησης από τον Φεβρουάριο του 2004, εκείνος δεν προέβη σε καμιά περαιτέρω σχετική ενέργεια, αλλά ανέθεσε σε άλλους μηχανικούς να ελέγξουν το έργο, όπως είχε εκτελεστεί, μολονότι οι ανωτέρω [Σ. Ν. και ο Σ. Π.] διατηρούσαν την ιδιότητα των επιβλεπόντων μηχανικών τούτου, η σχετική δε εντολή προς αυτούς ανακλήθηκε πολύ αργότερα, με την από 16.2.2008 εξώδικη δήλωση της εγκαλούσας περί υπαναχώρησης της από τη σύμβαση." Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώ-νονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την καταδικαστική κρίση της, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση και της συκοφαντικής δυσφήμησης, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις, από τις οποίες το Δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α , 27, 94 παρ. 1, 98, 229 παρ. 1 και 363 - 362 του προϊσχύσαντος ΠΚ, οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου τέλεσης των επίδικων αξιόποινων πράξεων και ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο των ήδη ισχυουσών, τις οποίες το άνω Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και, συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα, εκτίθενται όλα τα στοιχεία, που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, ενώ παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά τί προκύπτει από καθένα τούτων, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα μόνο αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα. Περαιτέρω, παρά τις αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, αιτιολογείται πλήρως, τόσο ο απαιτούμενος και στα δύο εγκλήματα άμεσος δόλος αυτού (αναιρεσείοντος), όσο και ο προσθέτως απαιτούμενος στο αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης υπερχειλής δόλος. Ειδικότερα, για το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση, εκτίθενται ο τρόπος, με τον οποίο τελέστηκε, ήτοι με την υποβολή από τον αναιρεσείοντα, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ... Θήρας Κυκλάδων, α) της από 24-9-2011 μήνυσης κατά του ήδη εγκαλούντος Ά. Δ., ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και β) της από 16-3-2011 αναφοράς - καταγγελίας κατά του ιδίου εγκαλούντος, ενώπιον του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, καθώς και τα διαλαμβανόμενα στην έγκληση και την αναφορά περιστατικά, τα οποία ήταν εν γνώσει του ψευδή (ότι, δηλαδή, ο εγκαλών τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή και της ψευδορκίας μάρτυρα, με την πρώτη και πειθαρχικές παραβάσεις με τη δεύτερη), με σκοπό να προκαλέσει την ποινική και πειθαρχική δίωξη αυτού, αντίστοιχα, τις οποίες και προκάλεσε. Από το σύνολο δε των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται, σαφώς, ο σκοπός του αναιρεσείοντος για την καταδίωξη του εγκαλούντος, "προκειμένου να ενισχυθούν οι θέσεις της ... (με την οποία ο τελευταίος βρισκόταν σε μακρόχρονη αντιδικία) στις εκκρεμείς πολιτικές δίκες, αλλά και να χρησιμοποιηθούν αυτές (μήνυση και αναφορά) ως μοχλός πίεσης για την υπαναχώρηση των αντιδίκων του από τις οικονομικές απαιτήσεις τους". Ακόμη, παρατίθενται στο σκεπτικό όχι, μόνο, τα ψευδή γεγονότα που καταμηνύθηκαν και καταγγέλθηκαν (για τα οποία ο εγκαλών απηλλάγη με την υπ' αριθ. 128/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά έκδοση της 1166/2016 απόφασης του Αρείου Πάγου), αλλά και τα αληθινά γεγονότα που είχαν λάβει χώρα (ότι δηλαδή οι ένορκες καταθέσεις του εγκαλούντος και των μηχανικών Σ. Ν. και Σ. Π., για τις οποίες καταμηνύθηκε ο εγκαλών ως ηθικός αυτουργός, περιέχουν αληθή περιστατικά, δηλαδή ότι η Σ. Ν. και ο Σ. Π. συνέταξαν τα σχέδια και τις μελέτες για την αναθεώρηση των με αριθ. …1997 και …/1997 οικοδομικών αδειών, τα οποία υποβλήθηκαν με τις σχετικές αιτήσεις στο Πολεοδομικό Γραφείο Θήρας στις 27-2-2009 και ότι ο κατηγορούμενος, μολονότι γνώριζε για την κατάθεση των φακέλων αναθεώρησης, δεν κατέβαλε τις απαιτούμενες αμοιβές των εν λόγω μηχανικών, με συνέπεια να μην προχωρήσει η διαδικασία της αναθεώρησης των αδειών και εν τέλει να σταματήσει το έργο), ενώ αιτιολογείται με επάρκεια η γνώση από τον αναιρεσείοντα των ψευδών γεγονότων, η οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση και αντίληψη του ιδίου χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών και συγκεκριμένα με τις παραδοχές: "...ο κατηγορούμενος γνώριζε για την υποβολή των αιτήσεων αναθεώρησης των αρχικών οικοδομικών εργασιών εφόσον απαιτούνταν συνυπογραφή αυτών από τον εκπρόσωπο της εργοδότριας ... και πράγματι είχαν υπογραφεί από τον Β. Κ.... Η περαιτέρω άμεση ενημέρωση του κατηγορουμένου από τον Β. δεν προέκυψε μεν από κάποιο έγγραφο, θεωρείται όμως βέβαιη για το λόγο ότι, όπως προαναφέρεται, ο τοπικός εφημέριος ήταν ο έμπιστος εκπρόσωπος του κατηγορουμένου στο έργο και δεν είχε κάποιο λόγο να κρατήσει το γεγονός των αναθεωρήσεων μυστικό από εκείνον... Άλλωστε, η γνώση του κατηγορουμένου για την υποβολή αιτήσεων αναθεώρησης προκύπτει χωρίς αμφιβολία και από την προαναφερόμενη μεταγενέστερη αναφορά του στο Τ.Ε.Ε, κατά την οποία δεν αμφισβητεί ότι υποβλήθηκαν αιτήσεις αναθεώρησης, αλλά ισχυρίζεται μόνο ότι οι πράγματι κατατεθείσες δεν συνοδεύονταν από μελέτες και σχέδια. Ο ισχυρισμός αυτός ήταν επίσης εν γνώσει του ψευδής, εφόσον ο ίδιος είχε παραπονεθεί με την προαναφερόμενη επιστολή του για την μεγάλη καθυστέρηση της εκτέλεσης του έργου, λόγω της αναμονής εκπόνησης νέων μελετών, η σύνταξη των οποίων ήταν και ως προς αυτόν αυταπόδεικτη, εφόσον το έργο είχε στη συνέχεια προχωρήσει...ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι οι εν λόγω αντίθετες ως προς τα πορίσματά τους αποφάσεις δημιούργησαν στον κατηγορούμενο εύλογη αμφιβολία ως προς τη βασιμότητα ή μη των θέσεών του, εφόσον τα δικαστήρια ήχθησαν στις διαφορετικές κρίσεις τους, πειθόμενα υπέρ της μιας ή άλλης θέσης, ενώ ο κατηγορούμενος ήταν άμεσος γνώστης της αλήθειας των κατατεθέντων από τους πολιτικώς ενάγοντες και του ψεύδους των δικών του καταγγελιών, ώστε να μη μπορεί να επικαλεστεί ότι παρασύρθηκε από τις αντίθετες κρίσεις των δικαστικών αποφάσεων, οι οποίες, σε κάθε περίπτωση είναι μεταγενέστερες των πράξεών του. Ο ισχυρισμός του ότι υπέγραψε την έγκληση κατόπιν εισήγησης των πληρεξουσίων δικηγόρων του και των μηχανικών που είχε διορίσει, δεν μπορεί να άρει το δόλο του, καθόσον λόγω του μορφωτικού του επιπέδου και του ρόλου ευθύνης που διαδραματίζει στο χώρο των Ελλήνων Καθολικών, με μια απλή ανάγνωση της μήνυσης, ήταν σε θέση να αντιληφθεί το καταφανώς ψευδές του περιεχομένου της...". Ακόμη, διαλαμβάνεται στην απόφαση, ότι τα ανωτέρω καταγγελθέντα με την από 24-9-2011, κατατεθείσα στις 4-10-2011, μήνυση (που ενδιαφέρει εδώ) περιστατικά μπορούσαν να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος Ά. Δ., καθόσον τον παρουσίαζαν ως άτομο που διαπράττει αξιόποινες πράξεις, περιήλθαν δε σε γνώση τρίτων προσώπων και δη του Εισαγγελέα και των γραμματέων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, όπου κατατέθηκε η μήνυση, καθώς και των δικηγόρων που χειρίστηκαν την υπόθεση, πρόσωπα, που σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην οικεία νομική σκέψη, είναι τρίτοι, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 362-363 ΠΚ, τις οποίες το Δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), όπως συμβαίνει εν προκειμένω, χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Από την επισκόπηση δε των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα κατ' είδος στο προοίμιο του σκεπτικού μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαιρέσει κανένα, μεταξύ των οποίων και οι επισημαινόμενες από τον αναιρεσείοντα αναγνωσθείσες αποφάσεις των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων (σελ.132 της προσβαλλομένης), το πόρισμα της Ε.Δ.Ε. (σελ. 117-118 της προσβαλλομένης) και τις επιστολές του εγκαλούντος, για τις οποίες γίνεται ειδική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 119-121 της προσβαλλομένης), αλλά το εν λόγω Δικαστήριο κατέληξε κυριαρχικά στην καταδικαστική του κρίση, εκτιμώντας ελεύθερα (άρθρ. 177 παρ. 1 ΚΠοινΔ) το σύνολο των τεθέντων υπόψη του αποδεικτικών μέσων και δεν περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα από αυτά, αγνοώντας τα υπόλοιπα. Τέλος, αιτιολογημένα το άνω Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, αν και δεν ήταν αναγκαία ιδιαίτερη αιτιολογία γι' αυτούς αφού, σε κάθε περίπτωση, αντιμετωπίστηκαν με την πλήρως αιτιολογημένη περί της ενοχής κρίση του. Ενόψει όλων αυτών, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα δύο πρώτοι λόγοι του κυρίως δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε'και Δ' ΚΠοινΔ, αντίστοιχα, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 362-363 ΠΚ, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι δεν είναι τρίτοι, με την έννοια του νόμου, τα ως άνω δικαστικά πρόσωπα, στα οποία περιήλθαν τα καταγγελθέντα περιστατικά, και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και τα αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, εφόσον η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος είναι, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη, δεν έχει προσβληθεί το δικαίωμα αυτού για δίκαιη δίκη, κατά το άρθρο 6 παρ. 1της ΕΣΔΑ και δεν έχει επέλθει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γι' αυτό και ο υποστηρίζων τα αντίθετα τέταρτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α'σε συνδ. με άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ'του ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας ως προς την ύπαρξη άμεσου δόλου στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος και ως προς την απόρριψη αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών του, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές, περιεχόμενες στο δεύτερο λόγο, αιτιάσεις, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του αναιρεσείοντος, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεων περί ασαφών, ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, αποτελούν δε απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του και αμφισβήτηση των σε βάρος του παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού της πορίσματος, απαραδέκτως προβάλλονται, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, διότι με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχείο Δ' του ΚΠοινΔ, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ένα μέλος του Δικαστηρίου, ήτοι η αρεοπαγίτης Διονυσία Μπιτζούνη, είχε την άποψη ότι: "Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, ως προς τα αντικειμενικά του στοιχεία, θα πρέπει η διάδοση ή ο ισχυρισμός του ψευδούς γεγονότος αφενός να επισυμβεί ενώπιον τρίτου προσώπου αφετέρου να είναι κατάλληλο, δηλαδή πρόσφορος, ως αντιτιθέμενος στην ηθική και στην ευπρέπεια, να βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου. Οι δύο αυτές προϋποθέσεις ("τρίτος" και "δυνατότητα βλάβης της τιμής και της υπόληψης") μπορεί να συνδέονται υπό την έννοια ότι ένα γεγονός που αντικειμενικά μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του παθόντος να μην είναι δυνατόν να προκαλέσει τη βλαπτική του ενέργεια όταν ανακοινώνεται ενώπιον προσώπων που έχουν κάποια συγκεκριμένη ιδιότητα ή όταν η ανακοίνωση γίνεται υπό ορισμένες περιστάσεις. Η προσφορότητα κρίνεται από τον τόπο, χρόνο, το είδος του γεγονότος, από τον τρίτο ή τους τρίτους ενώπιον των οποίων διαδίδεται και γενικά από τις περιστάσεις. Έτσι τα δικαστικά πρόσωπα (δικαστές, εισαγγελείς) που λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ιδίως όταν καλούνται να αποφανθούν σχετικά με αυτό το ίδιο το δυσφημιστικό γεγονός δεν είναι εξ αυτού και μόνο του λόγου τρίτοι, ούτε εξ αυτού και μόνο μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη η προσφορότητα του γεγονότος για προσβολή της τιμής. Τα δικαστικά πρόσωπα διατυπώνουν μόνο την δικανική τους κρίση ως προς τη βασιμότητα των ερευνητέων γεγονότων, ακολουθώντας τους κανόνες απόδειξης είτε της πολιτικής είτε της ποινικής δικονομίας. Η διατύπωση της κρίσης τους είναι το αποτέλεσμα της αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού και είναι υποχρεωτική εκ του καθήκοντός τους, αφού καλούνται να διαμορφώσουν μία έννομη σχέση ή να αποδώσουν ποινική ευθύνη, ως όργανα πολιτείας και στο όνομα του ελληνικού λαού και η όποια κρίση τους δεν μπορεί να περιέχει προσωπικές κρίσεις ή εκτιμήσεις για την τιμή ή την υπόληψη κάποιου προσώπου. Το αυτό ισχύει αναλογικά και για τα λοιπά πρόσωπα που συμπράττουν στην ποινική ή πολιτική δίκη, όπως ο δικαστικός γραμματέας, ο οποίος συμπράττει στη διαδικασία της καταχώρησης της μήνυσης ή της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα και ο δικαστικός επιμελητής ο οποίος ως άμισθος δημόσιος λειτουργός είναι αρμόδιος για την επίδοση δικογράφων και εξωδίκων εγγράφων στην πολιτική δίκη, χωρίς επιπλέον να προκύπτει ότι τα πρόσωπα αυτά λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου των δικογράφων πλην των στοιχείων που είναι αναγκαία για τον ορθό δικονομικό χειρισμό της υπόθεσης. Στην προκείμενη δε περίπτωση, με βάση την προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης του αναιρεσείοντος, καθόσον ο Εισαγγελέας και οι γραμματείς της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, όπου κατέθεσε τη μήνυση, καθώς και οι δικηγόροι που χειρίστηκαν την υπόθεση είναι θεσμικά εξουσιοδοτημένα όργανα τα οποία λαμβάνουν γνώση των δικογράφων, καταγγελιών, μηνύσεων και στα πλαίσια των υπηρεσιακών τους καθηκόντων ερευνούν τη βασιμότητα των καταγγελλομένων σ' αυτά ή καταγίνονται με τη διεκπεραίωση των υποθέσεων, χωρίς τα ανωτέρω πρόσωπα να προβαίνουν σε ίδια κατά την προσωπική τους άποψη (αρνητική) εκτίμηση αυτών, όπως κάθε τρίτο πρόσωπο. Έτσι τα πρόσωπα αυτά χωρίς τη συνδρομή ιδιαιτέρων άλλων περιστάσεων που δικαιολογούν την προσφορότητα της προσβολής της τιμής και της υπόληψης του εγκαλούντος δεν είναι τρίτοι με την έννοια που προαναφέρθηκε, το δε Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, και επομένως, για τις πράξεις αυτές πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο προβαλλόμενος από τo άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιό της που αφορά στην καταδίκη του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και να κηρυχθεί αυτός αθώος για την ανωτέρω πράξη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 518 παρ. 1 του ΚΠοινΔ". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 ΚΠοινΔ, αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από την προαναφερθείσα διάταξη προκύπτει, ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου πρέπει να συντρέχουν α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή. Η επίκληση ύπαρξης δεδικασμένου αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, τον οποίο ο επικαλούμενος οφείλει να αποδείξει εγγράφως, ήτοι με την προσκομιδή πλήρους αντιγράφου της απόφασης, από την οποία απορρέει και επιπρόσθετα βεβαίωσης του αρμόδιου γραμματέα περί του αμετακλήτου αυτής. Η παραβίαση του δεδικασμένου ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, μπορεί δε να προταθεί το πρώτον και ενώπιον του Αρείου Πάγου ως λόγος αναίρεσης κατ' απόφασης, εξεταζόμενος, κατ' άρθρο 511 εδ. γ' ΚΠοινΔ, και αυτεπαγγέλτως. Ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης δεδικασμένου, το οποίο προκύπτει από την υπ' αριθ. 128/2015 αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, που εκδόθηκε επί της ως άνω από 24-9-2011 μήνυσης αυτού (κατηγορουμένου-αναιρεσείοντα), με την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της ... Θήρας Κυκλάδων κατά του ήδη εγκαλούντος κ.λ.π., τους οποίους απάλλαξε, και δεν επέβαλε σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα, επειδή έκρινε ότι: "Από την αποδεικτική διαδικασία το Δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι η εγκαλούσα έχει καταγγείλει δολίως ή έστω από βαριά αμέλεια τους κατηγορουμένους.

Συνεπώς πρέπει να μην επιβληθούν σε βάρος της τα δικαστικά έξοδα και τέλη". Από την παραδεκτή όμως, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, συγκριτική επισκόπηση της αμέσως παραπάνω απόφασης με την προσβαλλομένη, προκύπτει, ότι δεν υπάρχει στις αποφάσεις αυτές ταυτότητα αξιοποίνων πράξεων και προσώπων, σύμφωνα με την προεκτεθείσα έννοια, οπότε δεν τίθεται θέμα παραβίασης δεδικασμένου, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων. Ειδικότερα, το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την 128/2015 απόφασή του, έκρινε σε δεύτερο βαθμό τις κατηγορίες, οι οποίες περιέχονται στην ένδικη από 24-9-2011 έγκληση της ... Θήρας κατά του ήδη εγκαλούντος, τον οποίο κήρυξε αθώο και δεν εξέτασε την ουσία της προκείμενης κατηγορίας κατά του αναιρεσείοντος, αποφάνθηκε δε παρεμπιπτόντως και αυτεπαγγέλτως ως προς το κεφάλαιο της επιβολής ή μη δικαστικών εξόδων στη δίκη εκείνη σε βάρος της εγκαλούσας ... Θήρας, εκπρόσωπος της οποίας ήταν και είναι ο αναιρεσείων, κατά το άρθρο 585 του ΚΠοινΔ, χωρίς έρευνα της όποιας κατηγορίας εναντίον του με τους όρους και τις εγγυήσεις της διαγνωστικής δίκης.

Συνεπώς, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν δεσμεύεται από την σχετική διάταξη της ως άνω απαλλακτικής απόφασης και, ως εκ τούτου, είναι αβάσιμος ο προαναφερθείς τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης περί παραβίασης του δεδικασμένου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠοινΔ. Συνακόλουθα, αβάσιμος είναι και ο, συναφής με τον ανωτέρω, τέταρτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α', σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, προκαλούμενη από την αγνόηση του τεκμηρίου αθωότητας που θεσπίζεται από τις διατάξεις της ΕΣΔΑ, ισχυριζόμενος, ότι, μολονότι με την 128/2015 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου κρίθηκε η παντελής έλλειψη δόλου στο πρόσωπό του, ο ίδιος καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση για τα ίδια κριθέντα περιστατικά.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 παρ. 1 (ήδη 362 παρ. 1) και 369 (ήδη 367) του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου, το οποίο δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, επιφέρει, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, γιατί έτσι στερείται ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει επ' αυτού τις απόψεις του, να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο ή να αντιταχθεί στην ανάγνωσή του. Το περιεχόμενο του αναγνωσθέντος εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να καταχωρίζεται στα πρακτικά της απόφασης, ούτε να μνημονεύεται ποίο αποδεικτέο θέμα αφορά, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, για το ποίο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητος του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του, δεδομένου, μάλιστα, ότι, εφόσον στην πραγματικότητα συντελέσθηκε η ανάγνωση του εγγράφου παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε σχετικές με το περιεχόμενό του δηλώσεις και εξηγήσεις, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο (πληρότητα ή μη του τίτλου), κατά τον οποίο αναφέρεται στα πρακτικά το αναγνωσθέν έγγραφο αλλά από το αν αναγνώσθηκε πραγματικά ή όχι.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, μεταξύ των μνημονευόμενων ως αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του ήδη αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται και τα εξής έγγραφα: "...16. Σχέδια εφαρμογής Κάτοψη ισογείου αδειών ...97 και μονόφυλλο σχέδιο με στοιχεία "..., Γηροκομείο" κλπ (σελ.51 πρακτικών)...48. Η στατική μελέτη που υπογράφει ο πολιτικός μηχανικός κ. Σ. Π. (σελ.53 πρακτικών) ." Με την ως άνω αναφορά των εγγράφων αυτών, επαρκώς προσδιορίστηκε η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, ενώ, με τη γενόμενη και μη αμφισβητούμενη ανάγνωση του περιεχομένου τους στο ακροατήριο, για την οποία δεν προβλήθηκε αντίρρηση από τον παριστάμενο συνήγορο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου (ο οποίος τον εκπροσώπησε στη δίκη), έγινε γνωστό και σ' αυτόν το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, οπότε είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα έγγραφα αυτά, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Άλλωστε, από την επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει, ότι δεν αναγνώστηκαν άλλα έγγραφα με το συγκεκριμένο ή παρεμφερή προσδιορισμό, ώστε να ανακύπτει αβεβαιότητα ως προς την ταυτότητα των συγκεκριμένων εγγράφων. Κατά συνέπεια, ο υποστηρίζων τα αντίθετα, με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των ως άνω εγγράφων, είναι αβάσιμος.

Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ο επ' αυτής πρόσθετος λόγος να απορριφθούν, κατά πλειοψηφία, όσον αφορά την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και ομόφωνα ως προς τα λοιπά, να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΚΠοινΔ) και να καταδικασθεί ο ίδιος στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, που παρέστη (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-10-2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 9-10-2019) και τον επ' αυτής, από 30-12-2019, πρόσθετο λόγο του Φ. Π. του Τ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2847/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, κατά πλειοψηφία, όσον αφορά την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και ομόφωνα κατά τα λοιπά. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, Ά. Δ. του Ν., την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2020.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login