ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Δεν υφίσταται κατάσταση άμυνας όταν συντρέχει περίπτωση αμοιβαίας επίθεσης και απόκρουσης όπου δε μπορεί κανείς να διακρίνει τον επιτιθέμενο και τον αποκρούοντα καθώς και όταν η παρούσα επίθεση μπορεί ν' αποτραπεί ή να παραμερισθεί με άλλα μέσα, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η ακίνδυνη φυγή αυτού κατά του οποίου στρέφεται η επίθεση αν δεν μειώνεται η τιμή ή η αξιοπρέπεια του (ΑΠ 1258/2015, ΑΠ 1163/2015, ΑΠ 1837/2011).
Απόφαση 162 / 2022 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Ηλιοπούλου, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Μαρία Κουβίδου και Άννα Φωτοπούλου-Ιωάννου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Αθανασίου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Φ. του Δ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Χανίων, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Φυντανή, για αναίρεση της υπ' αριθ. 152-153/2020 αποφάσεως του Μ.Ο.Ε. Θεσσαλονίκης.
Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1. Α. Τ. του Ν., 2.Α. Τ. του Ν. και 3.Δ. Κ. του Ν., κατοίκων …., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Το Μ.Ο.Ε. Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Φεβρουαρίου 2021 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, Σ. Χ., έλαβε αριθμό 3/2021, και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 134/21.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 01.02.2021 αίτηση, ασκηθείσα με δήλωση ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέως του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμόν 3/2021 έκθεση, του Μ. Φ. του Δ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Χανίων, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 152-153/2020 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο ως άνω αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις: 1) της ανθρωποκτονίας από πρόθεση του Γ. Τ., ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, 2) της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συρροή, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με άμεσο δόλο, σε βάρος των Α. Τ., Δ. Κ. και Α. Τ. με ενδεχόμενο δε δόλο σε βάρος του Α. Ν., 3) της παράνομης οπλοφορίας, 4) της παράνομης οπλοχρησίας κατά συρροή, 5) της απόδρασης κρατουμένου, 6) της σωματικής βλάβης από πρόθεση κατά συρροή και 7) της αντίστασης και του επιβλήθηκε εκτός από την ποινή της ισόβιας κάθειρξης για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, την ποινή φυλάκισης των οκτώ (8) μηνών για την πράξη της απόδρασης κρατουμένου, (η οποία δεν συγχωνεύεται και εκτελείται ολόκληρη, σύμφωνα με το άρθρο 173 παρ.1 ΠΚ), και τη χρηματική ποινή των χιλίων (1.000) ευρώ, για την πράξη της παράνομης οπλοφορίας, η συνολική ποινή καθείρξεως των τριάντα (30) ετών και τριών (3) μηνών και εκτιτέα συνολική ποινή κάθειρξης 20 ετών για τις λοιπές πράξεις, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1 και 4 ΚΠΔ). Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Σημειώνεται ότι η συζήτηση της υπόθεσης γίνεται σαν να ήταν παρόντες και οι υποστηρίζοντες την κατηγορία Α. Τ. του Ν., Α. Τ.ς του Ν. και Δ. Κ. του Ν., οι οποίοι, καίτοι κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (βλ. τα τρία από 29.6.2021, αποδεικτικά επιδόσεως του Επιμελητή Δικαστηρίων Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Ζ. Κ. και τα δύο υπό ίδια ημερομηνία αποδεικτικά της Επιμελήτριας Δικαστηρίων της αυτής Εισαγγελίας Δ. Κ.) δεν εμφανίσθηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (άρθρο. 515 παρ. 2 ΚΠΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 του ισχύοντος από 1.7.2019 ΠΚ (Ν. 4619/2019) ορίζεται, ότι "1. Όποιος σκότωσε άλλον τιμωρείται με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών", ενώ στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται, ότι "2. Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται κάθειρξη." Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, καθώς και όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος, άμεσος ή ενδεχόμενος (ΑΠ 290/2016). Με άμεσο δόλο ενεργεί εκείνος που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, δηλαδή την καταστροφή της ζωής του άλλου ανθρώπου καθώς και αυτός που ενώ προβλέπει ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του ή της παράλειψής του δεν αφίσταται αυτής ("αναγκαίος δόλος"), με ενδεχόμενο δε δόλο, η ύπαρξη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς (ΑΠ 123/2015), πράττει εκείνος, ο οποίος προβλέπει ως δυνατό το εγκληματικό αποτέλεσμα της θανατώσεως του άλλου και το αποδέχεται. Ειδικότερα, επί ενδεχόμενου δόλου, ο υπαίτιος δεν θέλει μεν ούτε επιδιώκει το εγκληματικό αποτέλεσμα, το προβλέπει όμως ως ενδεχόμενη συνέπεια της ενέργειας ή παραλείψεως του και το αποδέχεται, απαιτείται δηλαδή πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος και αποδοχή της πραγμάτωσής του. Κατά τον προσδιορισμό της μορφής αυτής υπαιτιότητας, ο Ποινικός Κώδικας υιοθέτησε τη θεωρία της εγκληματικής επιδοκιμασίας, σύμφωνα με την οποία, για την ύπαρξη ενδεχόμενου δόλου πρέπει να διακριβωθεί, αφενός μεν ότι ο δράστης προέβλεψε ως δυνατό το εγκληματικό αποτέλεσμα, εξαιτίας της ενέργειας ή παράλειψής του (διανοητικό-γνωστικό στοιχείο του δόλου), αφετέρου δε ότι το αποδέχθηκε (βουλητικό στοιχείο του δόλου). Η συνδρομή του στοιχείου της αποδοχής, που αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου, είναι ζήτημα απόδειξης και δεν προκαθορίζεται από το βαθμό της πιθανότητας, με την οποία προβλέφθηκε το εγκληματικό αποτέλεσμα, ούτε από τη διαπίστωση ότι ο δράστης, αν και προείδε τούτο ως δυνατό, προχώρησε στην πράξη του ή αποδέχθηκε την παράλειψή του, δίχως να λάβει υπόψη του μια τέτοια προειδοποίηση, δεδομένου ότι η έννοια του δόλου, είτε άμεσου είτε ενδεχόμενου, συντίθεται από το γνωστικό και το βουλητικό στοιχείο του εγκληματικού αποτελέσματος και τα δύο δε αυτά στοιχεία είναι ισότιμα μεταξύ τους, οπότε δεν αρκεί μόνο η γνώση του υψηλού κινδύνου επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος από τυχόν ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, για να μεταβάλει σε ενδεχόμενο δόλο μια βαριά ή ελαφρά παράβαση του οικείου καθήκοντος επιμέλειας, αλλά προσαπαιτείται και η διαπίστωση ότι ο υπαίτιος, κατά τον κρίσιμο χρόνο τέλεσης της πράξης, δεν απώθησε από τη συνείδησή του την παράσταση του δυναμένου να επέλθει από την πράξη του εγκληματικού αποτελέσματος και εντεύθεν το επιδοκίμασε (ΑΠ 192/2015, ΑΠ 768/2013). Κριτήρια που λειτουργούν προς την κατεύθυνση του ενδεχόμενου δόλου είναι, μεταξύ άλλων, το υψηλό αντικειμενικό ποσοστό επικινδυνότητας της πράξης, η τυχόν ιδιοτέλεια του σκοπού που επιδίωκε ο δράστης με τη συμπεριφορά του, οι δηλώσεις του δράστη πριν κατά ή μετά την πράξη, οι προηγούμενες σχέσεις μεταξύ δράστη και θύματος, η λήψη μέτρων από το δράστη για την αυτοπροστασία του και η μετέπειτα συμπεριφορά του (ΑΠ 1496/2018, ΑΠ 217/2018). Περαιτέρω, από τη διατύπωση του προαναφερόμενου άρθρου 299 Π.Κ. συνάγεται, ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση γίνεται διάκριση του δόλου σε δύο διαβαθμίσεις, ήτοι σε προμελετημένο (της παρ. 1) και απρομελέτητο (της παρ. 2), όταν υπάρχει βρασμός ψυχικής ορμής. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, μολονότι αυτό δεν αναφέρεται ρητώς στη διάταξη, ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται υπό το κράτος ψυχικής υπερδιεγέρσεως και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας, γιατί, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 Π.Κ. για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη. Για την ύπαρξη του στοιχείου του βρασμού ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος (οργής, θλίψης, φόβου, πάθους κλπ.), αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φτάνει σε τέτοια ψυχική κατάσταση και ένταση, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα της στάθμισης των αιτίων που κινούν στην πράξη ή απωθούν απ` αυτήν, χωρίς, όμως, η σχετική διατάραξη της συνείδησης να αναιρεί ή να μειώνει σημαντικά την ικανότητα καταλογισμού της πράξης. Προς τούτο, το δικαστήριο, στην πρώτη περίπτωση, πρέπει να διαλαμβάνει στην αιτιολογία της αποφάσεώς του, ότι ο δράστης ενήργησε με ψυχική ηρεμία. Δεδομένου, όμως, ότι στο νόμο δεν ορίζεται ως στοιχείο του δόλου του δράστη η ψυχική του ηρεμία, απαιτείται αυτό να προκύπτει είτε με ρητή έκθεση, είτε με άλλη παρεμφερή φράση, είτε από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά. Η ανθρωποκτόνος πρόθεση του δράστη (έστω και μη προσδιορισμένης ταυτότητας) δεν είναι πάντοτε εμφανής και κατά το πλείστον προκύπτει από την καταγραφή και εκτίμηση διαφόρων αντικειμενικών στοιχείων, όπως οι προηγούμενες σχέσεις δράστη-θύματος, το είδος του μέσου που χρησιμοποιήθηκε, η κατεύθυνση του πλήγματος ή της βολής, ο αριθμός των πληγμάτων, η απόσταση βολής, το μέρος του σώματος που πιθανόν επλήγη, οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η πράξη, η μεταγενέστερη συμπεριφορά του δράστη κ.ο.κ. (ΑΠ 608/2020, ΑΠ 230/2020, ΑΠ 1862/2019, ΑΠ 591/2019, ΑΠ 160/2019). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42 παρ. 1 και 299 του ΠΚ, προκύπτει, ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, που δεν ολοκληρώθηκε, βρίσκεται σε απόπειρα, η οποία τιμωρείται με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 του ΠΚ), όταν εκείνος που το αποφάσισε επιχειρεί πράξη, που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσής του, τέτοια δε θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας αυτού (άρθρο 15 του ΠΚ), η οποία, αν από οποιονδήποτε λόγο δεν ανακοπεί, σε περίπτωση επιτυχούς έκβασής της, οδηγεί στην πραγμάτωση της αντικειμενικής του υπόστασης, επιφέρει δηλαδή τη θανάτωση του παθόντος, καθώς και εκείνη η ενέργεια, η οποία τελεί σε τέτοια συνάφεια ή σε τέτοιο οργανικό σύνδεσμο με την ανωτέρω πράξη (ενέργεια ή παράλειψη), ώστε, κατά τη φυσική αντίληψη των πραγμάτων, μπορεί να θεωρηθεί ως αναπόσπαστο τμήμα και συστατικό μέρος αυτής, ενόψει του όλου σχεδίου του δράστη (ΑΠ 1808/2016, ΑΠ 290/2016). Αν ο έχων ανθρωποκτόνο δόλο τέλεσε μόνο σωματική βλάβη (ή αστόχησε τελείως), κρίνεται σύμφωνα με την αποφασισθείσα από αυτόν πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας και όχι από το αποτέλεσμα (ΑΠ 133/2019, ΑΠ 291/2016). Περαιτέρω κατά το άρθρο 22 του ΠΚ: "1. Δεν είναι άδικη η πράξη που τελείται σε περίπτωση άμυνας. 2. Άμυνα είναι η αναγκαία προσβολή του επιτιθέμενου στην οποία προβαίνει το άτομο για να υπερασπισθεί τον εαυτό του ή άλλου από άδικη και παρούσα επίθεση που στρέφεται εναντίον τους. 3. Το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται από το βαθμό επικινδυνότητας της επίθεσης από το είδος της βλάβης που απειλούσε, από τον τρόπο και την ένταση της επίθεσης και από τις λοιπές περιστάσεις". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να υπάρξει άμυνα, η οποία αποτελεί λόγο που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης απαιτείται: α) άδικη επίθεση, ήτοι θετική πράξη συμβάλλουσα σε κίνδυνο έννομο αγαθό ορισμένου προσώπου και αντιφάσκουσα αντικειμενικώς προς το δίκαιο, β) η επίθεση να είναι παρούσα, όταν δηλαδή ο από την επιθετική ενέργεια κίνδυνος του εννόμου αγαθού άρχισε και δεν έληξε ακόμη ή όταν δεν άρχισε μεν επίκειται όμως αμέσως όπως συμβαίνει στην περίπτωση που δικαιολογημένα μπορεί κάποιος να φοβάται άμεση έναρξη της επιθετικής ενέργειας και γ) η προσβολή του επιτιθέμενου να είναι αναγκαία προς υπεράσπιση του ατόμου που εκτίθεται στον κίνδυνο της επίθεσης. Συντρεχόντων δε των ανωτέρω όρων της κατάστασης άμυνας, ο υφιστάμενος την επίθεση ή οποιοσδήποτε τρίτος δικαιούται προς απόκρουση αυτής να προσβάλλει οποιοδήποτε αγαθό του επιτιθέμενου, όπως την προσωπική ελευθερία, την ιδιοκτησία ή ακόμη και την ζωή του, αρκεί μόνον κατά την εν λόγω απόκρουση της επιθέσεως να μην υπερβεί τα υπό του νόμου και ειδικότερα τα οριζόμενα όρια από τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 22, σύμφωνα με την οποία το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται από το βαθμό επικινδυνότητας της επίθεσης, από το είδος της βλάβης που απειλείται, από τον τρόπο και την ένταση της επίθεσης και τις λοιπές περιστάσεις. Εξάλλου κατά το άρθρο 23 του ίδιου Κώδικα, όποιος υπερβαίνει τα όρια της άμυνας τιμωρείται, αν η υπέρβαση έγινε με πρόθεση, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83) και αν έγινε από αμέλεια, σύμφωνα με τις διατάξεις τις σχετικές με αυτήν. Μένει ατιμώρητος και δεν του καταλογίζεται η υπέρβαση, αν ενήργησε μ' αυτόν τον τρόπο εξαιτίας του φόβου ή της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι υπέρβαση άμυνας, η οποία έχει τις παραπάνω έννομες συνέπειες, είναι εκείνη που εξέρχεται από τα όρια και υπερβαίνει το αναγκαίο στην ειδική περίπτωση μέτρο προσβολής των δικαιωμάτων του επιτιθεμένου. Το ζήτημα αν συντρέχει περίπτωση υπέρβασης των ορίων της άμυνας είναι πραγματικό και ποιο είναι το αναγκαίο μέτρο θα κριθεί αντικειμενικά, όχι μόνο από τα τρία πρώτα πιο πάνω στοιχεία που ενδεικτικώς εκτίθενται στη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 ΠΚ, αλλά, όπως στη συνέχεια στην ίδια διάταξη αναφέρεται, και από τις λοιπές περιστάσεις. Ο δικαστής από όλα τα πραγματικά περιστατικά θα σταθμίσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση άμυνας ποιο ήταν το αναγκαίο μέτρο άμυνας και στη συνέχεια θα κρίνει αν ο αμυνόμενος το υπερέβη. Σύμφωνα με τα παραπάνω, επί καταδίκης για υπέρβαση των ορίων άμυνας πρέπει να καθορίζεται από το δικαστήριο στην απόφαση, ποιο το αναγκαίο μέτρο άμυνας και κατά ποιο άλλο τρόπο μπορούσε να αποκρουστεί η επίθεση (ΑΠ 87/2020, ΑΠ 1559/2019, ΑΠ 537/2018). Δεν υφίσταται κατάσταση άμυνας όταν συντρέχει περίπτωση αμοιβαίας επίθεσης και απόκρουσης όπου δε μπορεί κανείς να διακρίνει τον επιτιθέμενο και τον αποκρούοντα καθώς και όταν η παρούσα επίθεση μπορεί ν' αποτραπεί ή να παραμερισθεί με άλλα μέσα, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η ακίνδυνη φυγή αυτού κατά του οποίου στρέφεται η επίθεση αν δεν μειώνεται η τιμή ή η αξιοπρέπεια του (ΑΠ 1258/2015, ΑΠ 1163/2015, ΑΠ 1837/2011).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ" αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της (ΑΠ 8/2017, ΑΠ 226/2016). . Ως προς το αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως, εκ του ότι δε εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ούτε εκτίμησε τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογή για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1190/2017, ΑΠ 74/2016, ΑΠ 613/2015). Περαιτέρω η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού περαιτέρω (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) (ΑΠ 66/2017, ΑΠ 122/2016). Όταν, όμως, πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο δόλο και να αιτιολογείται ιδιαίτερα η ύπαρξή του και ειδικότερα τόσο το στοιχείο της πρόβλεψης του εγκληματικού αποτελέσματος, όσο και το στοιχείο της αποδοχής του, χωρίς εκ του βαθμού της πιθανότητας με την οποία προβλέφθηκε το εγκληματικό αποτέλεσμα, να τεκμαίρεται και η αποδοχή του ή να καθίσταται περιττή η απόδειξη αυτής (ΑΠ 3/2017, ΑΠ 123/2015). Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι α) ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για τέλεση της πράξεως της ανθρωποκτονίας σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής και β) και ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 22 του ΠΚ, περί νόμιμης άμυνας, αφού η αποδοχή του οδηγεί στον αποκλεισμό του άδικου χαρακτήρα της πράξης και, εντεύθεν, στην αθώωση του κατηγορουμένου. Χαρακτήρα αυτοτελούς ισχυρισμού, έχει και το αίτημα του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, για επιβολή μειωμένης ποινής, στην περίπτωση της διάταξης του άρθρου 84 παρ. 2γ του Π.Κ του κυρωθέντος με το ν. 4619/2019 και ισχύοντος από 1.7.2019, για την οποία η σχετική διάταξη είναι όμοια με την προϊσχύσασα, της συνδρομής δηλαδή της ελαφρυντικής περίστασης, του ότι στην πράξη του ωθήθηκε από προγενέστερη ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος, η οποία συνίσταται σε αδικαιολόγητη πρόκληση, προσβλητική έκφραση, χλευαστική χειρονομία κ.τ.λ. ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη την οποία του προκάλεσε προγενέστερη άδικη (αξιόποινη ή μη) σε βάρος του πράξη του παθόντος, πρέπει δε να προκύπτει, ότι ο δράστης χωρίς αυτήν δεν θα ενεργούσε (ΑΠ 1276/2019, ΑΠ 542/2018, ΑΠ 1190/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα, αναιρετικά κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, και ειδικότερα από τις χωρίς όρκο καταθέσεις των παρισταμένων για την υποστήριξη της κατηγορίας, από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιλαμβάνονται στα πρακτικά, από την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 11 Ιουλίου 2015 μία μεγάλη παρέα από συγγενείς και φίλους είχε συγκεντρωθεί στην εξοχική κατοικία των αδελφών Γ. Τ. γεννηθέντος την 22.9.1981, κατοίκου …, Α. Τ., γεννηθέντος την 30.6.1976, αστυνομικού του τμήματος Ασφαλείας Μενεμένης Θεσσαλονίκης, κατοίκου … και Α. Τ. του Ν., γεννηθέντος την 5.12.1985, κατοίκου …, που βρίσκεται στη ..., προκειμένου να διασκεδάσουν όλοι μαζί το διήμερο του Σαββατοκύριακου. Συγκεκριμένα, εκτός από τους άνω τρείς αδελφούς, βρίσκονταν εκεί και οι φίλοι και συγγενείς τους Χ. Χ., Θ. Κ., Δ. Κ., Κ. Τ., Δ. Π., Η. Σ. και Α. Ε.. Περί ώρα 01.00 με 01.30 της ίδιας ημέρας, οι Χ. Χ., ηλικίας 20 ετών, Θ. Κ., ηλικίας 20 ετών και Δ. Κ., ηλικίας 28 ετών, έφυγαν από την ανωτέρω εξοχική κατοικία και μετέβησαν στην παραλία της ...ς για να γευματίσουν σε μία κρεπερί, που βρίσκεται δίπλα στο bar με την ονομασία "NAMMOS", όπου βρίσκονταν την ίδια ώρα ο κατηγορούμενος Μ. Φ. μαζί με τη φίλη του Φ. Κ.. Όταν η Φ. Κ. πέρασε μπροστά από την παρέα των τριών νεαρών (Χ. Χ., Θ. Κ. και Δ. Κ.) εξερχόμενη από την τουαλέτα, που ήταν κοινή και για τα δυο καταστήματα, δέχθηκε πείραγμα από τον Θ. Κ., που σφύριξε προς το μέρος της. Ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε από έναν θαμώνα του καταστήματος ονόματι Ασλανίδη, το περιστατικό και ακολουθούμενος από τη Φ. Κ. κατευθύνθηκε με επιθετικές διαθέσεις προς την παρέα των τριών ανδρών ζητώντας να μάθει ποιος παρενόχλησε την κοπέλα του. Χωρίς να προλάβουν αυτοί να αντιδράσουν τους επιτέθηκε χτυπώντας τον Δ. Κ. με γροθιά στο πρόσωπο και τον Χ. Χ., ενώ καταδίωξε τον Θ. Κ. για να τον χτυπήσει κι αυτόν. Στη συνέχεια ο Χ. Χ. ενημέρωσε με το κινητό του τηλέφωνο για το περιστατικό τον εξάδερφό του Γ. Τ., που εκείνη την ώρα βρισκόταν στο εξοχικό του σπίτι στη .... Αμέσως ο Γ. Τ. ξεκίνησε από το εξοχικό του σπίτι οδηγώντας τη μοτοσικλέτα του, ενώ η υπόλοιπη παρέα αποτελούμενη από τους Α. Τ., Α. Τ., Δ. Π., Η. Σ., Α. Ε. και Κ. Τ. έφθασαν, με το αυτοκίνητο του Α. Τ., στην είσοδο του bar "NAMMOS". Από αυτούς οι Α. Τ., Χ. Χ. και Α. Τ.ς εισήλθαν στο άνω κατάστημα αναζητώντας τον κατηγορούμενο για να ζητήσουν εξηγήσεις για το προηγούμενο περιστατικό. Επακολούθησε άγρια συμπλοκή μέσα στο μπαρ, η οποία μεταφέρθηκε στη συνέχεια στον εξωτερικό χώρο του καταστήματος στην οποία συμμετείχαν ενεργά από τη μία πλευρά ο κατηγορούμενος και δύο άνδρες του καταστήματος, ήτοι ένας άνδρας που κρατούσε ένα σταντ που χτύπησε τον Α. Τ. ενώ κρατούσε τον κατηγορούμενο με λαβή που είχε κάνει κι ένας άλλος άνδρας που χτύπησε τον Η. Σ.. Στην άνω συμπλοκή ήταν ο Δ. Π. και ο Δ. Κ. ενώ δεν αποδείχθηκε ότι συμμετείχε σ' αυτήν ο Α. Ε., λόγω προβλήματος υγείας που είχε. Ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε επιθετικός στη συμπλοκή μέσα στο μπαρ προς τους Α. Τ. και Α. Τ., γι' αυτό ο Α. Τ. με λαβή προσπάθησε να ακινητοποιήσει τον κατηγορούμενο, το κατόρθωσε αλλά όταν του απέσπασε την προσοχή άλλο άτομο που τον χτύπησε με το σταντ, αυτός (κατηγορούμενος) απομακρύνθηκε, χωρίς κανείς να τον ακολουθήσει ή να τον κυνηγήσει. Προς στιγμήν δόθηκε η εντύπωση ότι το επεισόδιο πήγαινε προς τη λήξη του και ότι η κατάσταση είχε εκτονωθεί. Τότε εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, στον πεζόδρομο έξω από το κατάστημα, κρατώντας στο χέρι του ένα όπλο και άρχισε να πυροβολεί προς το μέρος που ήταν συγκεντρωμένο το πλήθος των ατόμων. Αρχικά πυροβόλησε δύο φορές προς το μέρος του Α. Ν., που ήταν αφανής εταίρος στο ανωτέρω bar "NAMMOS" προκαλώντας του τραύμα λίγο πιο πάνω από τον αστράγαλο του αριστερού του ποδιού και διαμπερές τραύμα στην κνήμη του δεξιού του ποδιού. Στη συνέχεια, περνώντας μέσα από το πλήθος, σημάδεψε με το όπλο του τον Δ. Κ. και τον πυροβόλησε στην κοιλιακή χώρα προκαλώντας του πολλές ρήξεις λεπτού εντέρου. Ακολούθως, έστρεψε το όπλο του προς τον Γ. Τ., που βρισκόταν πεσμένος στο έδαφος και τον πυροβόλησε δύο φορές στην κοιλιακή χώρα, προκαλώντας του κυκλικό τραύμα των μαλακών μορίων της οσφυϊκής μοίρας διαμέτρου 0,5 εκατοστού περίπου και περγαμηνοειδείς αλλοιώσεις κοιλιακής χώρας άνωθεν του ομφαλού. Στο πέρασμά του εντόπισε τον Α. Τ. που κι εκείνος βρισκόταν πεσμένος στο έδαφος και πυροβόλησε δύο φορές. Η μία σφαίρα τον έπληξε αρχικά διαμπερώς στον αριστερό μηρό και στη συνέχεια εισήλθε στον δεξιό μηρό και η άλλη σφαίρα τον έπληξε διαμπερώς στην πρόσθια έσω επιφάνεια περιφερικού τριτημορίου του αριστερού μηρού. Επακολούθησαν άλλοι τρεις πυροβολισμοί προς το μέρος του Α. Τ., ως προς τον οποίο όμως, αν και σημάδεψε στο ύψος του στήθους του, αστόχησε. Ο κατηγορούμενος προσπάθησε να τραβήξει πάλι τη σκανδάλη, πλην όμως δεν κατόρθωσε να πυροβολήσει διότι είχαν τελειώσει οι σφαίρες του όπλου του. Από τους άνω παθόντες ο Γ. Τ. υπέκυψε άμεσα στα τραύματά του, ενώ οι υπόλοιποι διασώθηκαν καθόσον μεταφέρθηκαν σε νοσοκομείο, όπου τους παρασχέθηκε η αναγκαία ιατρική περίθαλψη. Ο κατηγορούμενος μετά απ' αυτά, εισήλθε στην κουζίνα του bar "NAMMΟS", όπου άφησε το ματωμένο του πουκάμισο και μετέβη στην οικία της Φ. Κ., στην .... Εκεί του άνοιξε η μητέρα της, Α. Μ., η οποία όταν τον είδε διέκρινε ότι ήταν ταραγμένος, αναστατωμένος, γυμνός από τη μέση και πάνω και χτυπημένος στο πρόσωπο του. Ακολούθως ο κατηγορούμενος αναχώρησε από την οικία και χωρίς να τον αντιληφθεί η Α. Μ., έβγαλε το ματωμένο παντελόνι του, ξεκρέμασε από την απλώστρα μια φόρμα αθλητική-παντελόνι και μια μπλούζα και τα φόρεσε. Περί ώρα 12.30 της ίδιας ημέρας ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε από αστυνομικούς της Γ' Ο.Π.ΚΕ/Δ/Α Χαλκιδικής, που τον αναζητούσαν, να κρύβεται πίσω από θάμνους, σε δασάκι της περιοχής Ποτίδαιας, όπου και συνελήφθη. Ο κατηγορούμενος κρίθηκε προφυλακιστέος δυνάμει του εκδοθέντος εναντίον του υπ' αριθμ. 11/14.7.2015 εντάλματος προσωρινής κράτησης της Ανακρίτριας Χαλκιδικής και είχε διαταχθεί να μεταχθεί στο ΓΚΚ Διαβατών Θεσσαλονίκης. Στις 14.7.2015 και περί ώρα 23.30, ενώ κρατείτο στα κρατητήρια του Α.Τ Πολυγύρου, που βρίσκεται στον ισόγειο χώρο της Αστυνομικής Διεύθυνσης Χαλκιδικής και ανέμενε να προσαχθεί την επόμενη μέρα στο ΓΚΚ Διαβατών, επικαλούμενος ότι θέλει να πάει στην τουαλέτα, απώθησε με αιφνιδιαστική κίνηση τον αστυνομικό, Ι. Ι., που εκτελούσε υπηρεσία σκοπού κρατητηρίων, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να χάσει την ισορροπία του, να καταπέσει στο πάτωμα και να υποστεί ζάλη περιστροφικού τύπου, φωτοφοβία και τάση προς εμετό. Τρέχοντας, παρέκαμψε τον οδηγό επιφυλακής περιπολίας ειδικό φρουρό Δ. Λ. και βγήκε στον διάδρομο, προσπάθησε να ανοίξει τη μεταλλική καγκελόπορτα του διαδρόμου, έθραυσε με τα χέρια του το διαχωριστικό πλέξιγκλας μεταξύ των κρατητηρίων και του γραφείου της αξιωματικού υπηρεσίας Μ. Χ. και έτρεξε προς την έξοδο. Προτού βγει από το κτίριο, απώθησε τον αξιωματικό της Τροχαίας, Ι. Β., που πήγε να τον αναχαιτίσει. Η σκοπός της πύλης του κτιρίου, Ά. Λ., προσπάθησε να τον ακινητοποιήσει, πλην όμως εκείνος πηδώντας τα σκαλοπάτια την λάκτισε με δύναμη στο στήθος της, με αποτέλεσμα να τη ρίξει στο έδαφος και να της προκαλέσει κάκωση δεξιού αγκώνος και κάκωση στο κεφάλι (ευθειασμό ΑΜΣΣ). Μετά την απόδραση του ο κατηγορούμενος κατέφυγε σε νεοανεγειρόμενη οικοδομή της περιοχής του Πολυγύρου ενώ αναζητήθηκε από δυνάμεις της Αστυνομικής Διεύθυνσης Χαλκιδικής. Αφού τον εντόπισαν επιχείρησαν να τον συλλάβουν, εκείνος όμως αντιστάθηκε σθεναρά απωθώντας τους αστυνομικούς με γροθιές και λακτίσματα με σκοπό αυτοί (αστυνομικοί) να ματαιώσουν τη σύλληψη του. Τα παραπάνω περιστατικά αποδεικνύονται πλήρως από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, δεν αναιρούνται δε καθόλου από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, που δεν ήταν παρόντες στο όλο επεισόδιο, ούτε και από την απολογία του κατηγορουμένου, ο οποίος μετά πάροδο πέντε ετών, και αφού τόσο κατά την προδικασία όσο και κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό αρνούνταν ότι ήταν αυτός που πυροβόλησε κατά των παραπάνω παθόντων, ομολόγησε πλέον κατά την απολογία του ενώπιον του παρόντος Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ότι αυτός ήταν που πυροβόλησε κατά των άνω παθόντων. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ο ανθρωποκτόνος δόλος του κατηγορουμένου, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, ο οποίος προέκυψε: 1) από την προσφορότητα του μέσου που χρησιμοποιήθηκε να προκαλέσει το θάνατο (πιστόλι ανεξακρίβωτων στοιχείων) και την κατεύθυνση αυτού προς τα σώματα των παθόντων (οσφυϊκή χώρα, κοιλιακή χώρα, στήθος, μηρός), 2) από την επαναληπτικότητα των πυροβολισμών, 3) από την πολύ μικρή απόσταση (2 περίπου μ.) μεταξύ δράστη και θυμάτων και 4) από τις εν γένει συνθήκες τέλεσης της πράξης, καθόσον ο κατηγορούμενος έφυγε αρχικά από το χώρο του επεισοδίου, παρέλαβε το όπλο από άγνωστο σημείο στο οποίο το είχε κρυμμένο και επανήλθε στο χώρο του επεισοδίου πυροβολώντας αμέσως κατά σειρά κατά των προαναφερθέντων θεωρώντας τους, πλην του Α. Ν., υπαίτιους για την προσβολή που δέχθηκε η άνω φίλη του και για τις σωματικές βλάβες που του προκάλεσαν κατά την άνω συμπλοκή, σημαδεύοντας τα σώματά τους και σταματώντας μόνο όταν τελείωσαν οι σφαίρες. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, έχοντας αποφασίσει σε ήρεμη ψυχική κατάσταση να αφαιρέσει τη ζωή του Γ. Τ. και ενώ βρισκόταν πέριξ του καταστήματος bar "NAMMOS", κρατώντας ένα όπλο στόχευσε και πυροβόλησε αυτόν στην κοιλιακή χώρα, με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος του. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ενώ βρισκόταν πέριξ του άνω καταστήματος και έχοντας αποφασίσει σε ήρεμη ψυχική κατάσταση να σκοτώσει τους Δ. Κ., Α. Τ., και Α. Τ., στόχευσε και πυροβόλησε περισσότερες από μία φορά κατά των ανωτέρω προσώπων με το όπλο του, πλην όμως από αστοχία δεν έπληξε τον Α. Τ., τους δε λοιπούς τους τραυμάτισε. Συγκεκριμένα, τον μεν Δ. Κ. τον τραυμάτισε στην κοιλιακή χώρα που έφερε πολλαπλές ρήξεις λεπτού εντέρου, τον δε Α. Τ. τον τραυμάτισε αρχικά στον αριστερό μηρό και στη συνέχεια στον δεξιό μηρό με την πρώτη σφαίρα, ενώ η δεύτερη σφαίρα τον έπληξε διαμπερώς στην πρόσθια έσω επιφάνεια περιφερικού τριτημορίου του αριστερού μηρού. Καθόσον αφορά τον Α. Ν., ναι μεν ο κατηγορούμενος δεν θέλησε ούτε επιδίωξε το εγκληματικό αποτέλεσμα, αφού αυτός δεν ανήκε στην παρέα των αδελφών Τ., το προέβλεψε, όμως, ως ενδεχόμενη συνέπεια της ενέργειάς του να πυροβολήσει εναντίον του δύο φορές από μικρή απόσταση και το αποδέχθηκε, ενεργώντας έτσι με ενδεχόμενο δόλο. Οι πράξεις αυτές του κατηγορουμένου περιείχαν τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης της ανθρωποκτονίας κατά συρροή σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, πλην όμως δεν ολοκληρώθηκαν αποκλειστικά και μόνο από λόγους ανεξάρτητους της θέλησής του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα γιατί δεν κατόρθωσε από αστοχία να πλήξει σε καίρια και ζωτικά σημεία τους προαναφερθέντες, περαιτέρω δε γιατί οι τραυματισθέντες μεταφέρθηκαν έγκαιρα στο νοσοκομείο όπου τους παρασχέθηκε η δέουσα ιατρική βοήθεια. Όπως προαναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος ομολόγησε τελικά ότι αυτός ήταν το άτομο που πυροβόλησε κατά των προαναφερθέντων, προβάλλει, όμως, προεχόντως τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι βρισκόταν σε νόμιμη άμυνα, κατ' άρθρο 22 ΠΚ, καθόσον προέβη στις ανωτέρω άδικες πράξεις του με σκοπό να αποκρούσει την άδικη επίθεση που δέχθηκε αυτός και η Φ. Κ., με την οποία διατηρούσε τότε δεσμό, από την παρέα των αδελφών Τ.. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον στην παρούσα υπόθεση περίπτωση άμυνας δε συντρέχει. Κι αυτό διότι για την ύπαρξη άμυνας απαιτείται άδικη επίθεση που στρέφεται κατά του αμυνόμενου ή άλλου και εκθέτει σε άμεσο κίνδυνο έννομα αγαθά αυτών, εφόσον είναι παρούσα, δηλαδή έχει αρχίσει και συνεχίζεται ή έληξε μεν αλλά υπάρχει κίνδυνος συνεχίσεως ή επαναλήψεως της επίθεσης και η εξαιτίας αυτής αναγκαία προσβολή του επιτιθέμενου στην οποία προβαίνει το άτομο προκειμένου να υπερασπισθεί τον εαυτό του ή άλλον από την επίθεση. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται κατάσταση άμυνας διότι σε κάθε περίπτωση δεν υπήρξε παρούσα άδικη επίθεση σε βάρος του εννόμου αγαθού της σωματικής ακεραιότητας ή και της ζωής του ίδιου του κατηγορουμένου αλλά και της συντρόφου του Φ. Κ.. Όπως προαναφέρθηκε, αρχικά υπήρξε συμπλοκή των δύο αντίθετων ομάδων, στα πλαίσια της οποίας δεν στοιχειοθετείται άμυνα και στη συνέχεια ο κατηγορούμενος τράπηκε σε φυγή απομακρυνόμενος από το χώρο της συμπλοκής. Παρόλο, όμως, που κανείς από την παρέα των αδελφών Τ. δεν τον κυνήγησε, ώστε να μπορεί να γίνει δεκτό ότι υπήρχε δικαιολογημένος φόβος του για άμεση έναρξη επιθετικής ενέργειας εναντίον του και συνακόλουθα διακινδύνευση της σωματικής ακεραιότητας και της ίδιας της ζωής του, ο κατηγορούμενος επέστρεψε μετά από λίγο κρατώντας το όπλο με μόνο σκοπό να το χρησιμοποιήσει εναντίον των αδελφών Τ. και των λοιπών συγγενών και φίλων τους. Ούτε αποδείχθηκε ότι μετά την απομάκρυνση του κατηγορουμένου, τέθηκε σε κίνδυνο η σωματική ακεραιότητα και η ζωή της άνω συντρόφου του και δη ότι της επιτέθηκε οποιοσδήποτε από των παρέα των αδελφών Τ. και μάλιστα ότι προσπάθησαν να τη χτυπήσουν με ένα τραπέζι.
Συνεπώς, δεν βρισκόταν ο κατηγορούμενος κατά την τέλεση των άνω πράξεων σε κατάσταση νόμιμης άμυνας, συνεπεία άδικης και παρούσας επιθέσεως εναντίον αυτού και της Φ. Κ.. Συνακόλουθα, απορριπτομένου του ανωτέρω ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί άμυνας, απορριπτέος είναι και ο επικουρικά προβαλλόμενος ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί υπέρβασης του αναγκαίου μέτρου της άμυνας (άρθρο 23 εδ. β' ΠΚ) κατά την απόκρουση της άδικης επίθεσης που δέχθηκε από την παρέα των αδελφών Τ., καθόσον εν προκειμένω δεν βρισκόταν ο κατηγορούμενος σε κατάσταση νόμιμης άμυνας, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για τυχόν υπέρβαση των ορίων της άμυνας. Απορριπτέος τυγχάνει και ο περαιτέρω, επικουρικά προβαλλόμενος, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί υπάρξεως βρασμού ψυχικής ορμής, σε σχέση με την πράξη της ανθρωποκτονίας σε βάρος του Γ. Τ. και της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε βάρος των Α. Τ., Δ. Κ. και Α. Τ., με την επίκληση ότι αυτός δεν βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, όταν μετά την άκρως ανάρμοστη συμπεριφορά των προαναφερθέντων τους πυροβόλησε, αλλά αντιθέτως καθ' όλη τη διάρκεια του τραγικού συμβάντος βρισκόταν σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, τόσο κατά την απόφαση όσο και κατά την εκτέλεση της πράξης. Όπως προαναφέρθηκε, για να υπάρχει βρασμός ψυχικής ορμής απαιτείται η κατάσταση ψυχικής υπερδιέγερσης του δράστη να φθάσει σε τέτοια ένταση, ώστε να αποκλείεται η σκέψη, δηλαδή η δυνατότητα στάθμισης των αιτίων που ωθούν στην πράξη ή συγκρατούν από την τέλεσή της, ενώ ο δράστης πρέπει να βρίσκεται υπό το κράτος ψυχικής υπερδιέγερσης και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης.
Εν προκειμένω, ο κατηγορούμενος δεν βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση ούτε κατά τη λήψη της απόφασης ούτε και κατά την εκτέλεση της πράξης, καθόσον το επεισόδιο που προηγήθηκε με τη συμπλοκή εντός και εκτός του άνω καταστήματος είχε εκτονωθεί, αφού ο κατηγορούμενος είχε απομακρυνθεί τρέχοντας από το χώρο της συμπλοκής και κανείς δεν τον κυνήγησε, ώστε να μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο κατηγορούμενος περιήλθε στη συνέχεια, έστω και μετά πάροδο λίγων λεπτών, σε κατάσταση ψυχικής υπερδιέγερσης και μάλιστα σε τέτοια ένταση ώστε να αποκλείεται η σκέψη του και η συγκράτησή του από την τέλεση της πράξης που ακολούθησε. Αντίθετα δε η απομάκρυνσή του και η αναζήτηση του όπλου που είχε κρυμμένο σε κοντινή απόσταση και η επάνοδος του στο χώρο του καταστήματος και η άμεση χρήση του όπλου, καταδεικνύει τη λειτουργία της σκέψης του. Πράγματι, αυτός τέλεσε τις άνω πράξεις του με ψύχραιμο τρόπο, πυροβολώντας διαδοχικά κατά των παθόντων ελέγχοντας τον εαυτό του και έχοντας τη δυνατότητα και το χρόνο να σταθμίσει τα αίτια που τον κινούσαν στη διάπραξη του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας και της απόπειρας ανθρωποκτονίας, αλλά και συγκρατούσαν από την τέλεση αυτής. Γι' αυτό και μετά τον τραυματισμό των θυμάτων, ψύχραιμα εισήλθε στην κουζίνα του bar "NAMMOS", όπου άφησε το ματωμένο του πουκάμισο και μετέβη στην οικία της Φ. Κ., στην ..., ακολούθως δε αναχώρησε από την οικία, αφού, χωρίς να τον αντιληφθεί η Α. Μ., έβγαλε το ματωμένο παντελόνι του, ξεκρέμασε από την απλώστρα μια φόρμα αθλητική-παντελόνι και μια μπλούζα και τα φόρεσε και βρήκε καταφύγιο πίσω από θάμνους, σε δασάκι της περιοχής Ποτίδαιας, όπου και συνελήφθη τελικά. Υπό τα δεδομένα αυτά θεμελιώνεται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αποδιδόμενων στον κατηγορούμενος αξιόποινων πράξεων και δη : 1) της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, σε βάρος του Γ. Τ., 2) της απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συρροή, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, σε βάρος των μεν Δ. Κ., Α. Τ., Α. Τ. με άμεσο δόλο, σε βάρος δε του Α. Ν. με ενδεχόμενο δόλο, 3) της παράνομης οπλοφορίας, 4) της παράνομης οπλοχρησίας κατά συρροή, 5) της απόδρασης κρατουμένου, 6) της σωματικής βλάβης από πρόθεση κατά συρροή κατά του Ι. Ι. και της Ά. Λ. και 7) της αντίστασης.
Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω, πρέπει, αφού απορριφθούν ως αβάσιμοι οι προαναφερθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, να κηρυχθεί αυτός ένοχος των πιο πάνω αξιόποινων πράξεων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα παρακάτω στο διατακτικό".
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο, αφού απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου περί ευρέσεως αυτού σε κατάσταση άμυνας και υπέρβασης των ορίων της άμυνας (άρθρα 22 και 23 Π.Κ.) και περί ευρέσεως του σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής (άρθρο 299 παρ. 2 Π.Κ.) κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ομόφωνα ένοχο του ότι: " Στη ..., στις 11.7.2015 και περί ώρα από 02.30 έως περίπου 02.50, σκότωσε με πρόθεση άλλον ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Ειδικότερα, έχοντας αποφασίσει σε ήρεμη ψυχική κατάσταση να αφαιρέσει την ζωή του Γ. Τ. του Ν. και ενώ βρισκόταν πέριξ του καταστήματος "NAMMOS", κρατώντας ένα μαύρο πιστόλι, ανεξακρίβωτων στοιχείων, στόχευσε και πυροβόλησε από μικρή απόσταση το θύμα τουλάχιστον μία φορά στην κοιλιακή χώρα, με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος του. 2) Στην ..., στις 11.7.2015, και περί ώρα από 02.30'έως περίπου 02.50', αποφάσισε να τελέσει το κακούργημα της ανθρωποκτονίας κατά συρροή ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, επιχείρησε δε πράξεις που περιείχαν τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του κακουργήματος αυτού, πλην όμως δεν ολοκλήρωσε την πράξη του αυτή όχι από δική του βούληση αλλά από εξωτερικά και ανεξάρτητα της βούλησής του. Ειδικότερα, ευρισκόμενος πέριξ του καταστήματος "NAMMOS" και έχοντας το μεν αποφασίσει να σκοτώσει τους Δ. Κ.. του Ν., Α. Τ. του Ν. και Α. Τ. του Ν., το δε έχοντας προβλέψει ως ενδεχόμενη συνέπεια της ενέργειάς του να πυροβολήσει εναντίον του Α. Ν. του Π. δύο φορές από μικρή απόσταση την αφαίρεση της ζωής του, γεγονός που αποδέχθηκε, στόχευσε και πυροβόλησε περισσότερες από μία φορά κατά των προαναφερομένων προσώπων με ανεξακρίβωτο όπλο-πιστόλι μαύρου χρώματος, αλλά ο ανθρωποκτόνος σκοπός του και η αποδοχή των συνεπειών της πράξης του δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική του βούληση, αλλά από εξωτερικά εμπόδια, καθώς από αστοχία δεν έπληξε τον Α. Τ., τους δε λοιπούς τους έπληξε σε μη καίρια σημεία του σώματος τους, λόγω της γενικότερης σύγχυσης που επικρατούσε από την προηγηθείσα συμπλοκή και του σκότους, γεγονός που επιπρόσθετα δυσχέραινε την ευστοχία του, ενώ λόγω των αλλεπάλληλων πυροβολισμών, προκειμένου να πετύχει τον ανθρωποκτόνο σκοπό του, αναλώθηκαν οι σφαίρες του όπλου του. 3) Στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, με πρόθεση έφερε μαζί του παράνομα όπλο. Ειδικότερα, έφερε επί του σώματός του ένα ανεξακρίβωτων στοιχείων όπλο-πιστόλι μαύρου χρώματος το οποίο ήταν αντικείμενο πρόσφορο για επίθεση και άμυνα. 4) Στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο με τη χρήση όπλου και συγκεκριμένα με αγνώστων στοιχείων όπλο-πιστόλι μαύρου χρώματος διέπραξε κακούργημα και ειδικότερα ανθρωποκτονία με πρόθεση σε βάρος του Γ. Τ. του Ν. και απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συρροή, σε βάρος των Δ. Κ. του Ν., Α. Τ. του Ν., Α. Τ. του Ν. και Α. Ν. του Π., όπως περιγράφονται στις υπό στοιχείο "1" και "2" πράξεις του παρόντος διατακτικού. 5) Στον Πολύγυρο Χαλκιδικής, στις14.7.2015 και περί ώρα 23.35' και ενώ ήταν κρατούμενος με διαταγή της αρμόδιας αρχής, απέδρασε. Συγκεκριμένα, ενώ ήταν κρατούμενος στο κρατητήρια του Αστυνομικού Τμήματος Πολυγύρου, δυνάμει του υπ' αριθμ. 11/14.7.2015 εντάλματος προσωρινής κράτησης της Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Χαλκιδικής, προκειμένου να μεταχθεί την επόμενη ημέρα σε Κατάστημα Κράτησης, με το πρόσχημα της μετάβασής του στην τουαλέτα, κατόρθωσε να αιφνιδιάσει τόσο το σκοπό των κρατητηρίων, όσο και τον οδηγό επιφυλακής εποχούμενης περιπολίας, που επιτηρούσαν τον χώρο και απωθώντας τους με αιφνιδιαστική κίνηση εξήλθε στον προθάλαμο των κρατητηρίων, έθραυσε το υπάρχον πλαστικό πλέξιγκλας, που διαχωρίζει το θάλαμο με το γραφείο του Αξιωματικού Υπηρεσίας, τον οποίο παρέκαμψε και ακολούθως, αφού απώθησε βίαια τον Αξιωματικό Υπηρεσίας του Τμήματος Τροχαίας Πολυγύρου, ο οποίος προσέτρεξε να συνδράμει τους συναδέλφους του, κατευθύνθηκε προς την έξοδο, λάκτισε την σκοπό του κτιρίου, ρίχνοντας την στο έδαφος και τράπηκε σε φυγή. 6) Στον Πολύγυρο Χαλκιδικής, στις 14.7.2015 και περί ώρα 23.35' προξένησε σε άλλους σωματική κάκωση της υγείας τους. Ειδικότερα στην προσπάθεια του να αποδράσει από τα κρατητήρια του Αστυνομικού Τμήματος Πολυγύρου, απώθησε με δύναμη ρίχνοντας στο έδαφος τον Ι. Ι., αστυνομικό, ο οποίος εκτελούσε υπηρεσία σκοπού κρατητηρίων, με αποτέλεσμα να υποστεί ζάλη περιστροφικού τύπου, φωτοφοβία και τάση προς έμετο, ενώ ακολούθως κλώτσησε με δύναμη το στήθος της Ά. Λ., αστυνομικού, με αποτέλεσμα να πέσει με δύναμη στο έδαφος και να υποστεί κάκωση δεξιού αγκώνος και κάκωση στο κεφάλι [ευθειασμό ΑΜΣΣ]. 7) Στον Πολύγυρο Χαλκιδικής στις 14.7.2015 και περί ώρα 23.35' με πρόθεση μεταχειρίστηκε βία για να εξαναγκάσει αρχή και υπαλλήλους να παραλείψουν να ενεργήσουν νόμιμη πράξη που ανάγεται στα καθήκοντά τους. Ειδικότερα σε ανεγειρόμενη οικοδομή του Πολυγύρου, όπου είχε κρυφτεί μετά την υπό στοιχείο "5" περιγραφόμενη πράξη της απόδρασής του, και κατά το χρόνο που αστυνομικοί του Αστυνομικού Τμήματος Πολυγύρου τον εντόπισαν και επιχείρησαν να τον συλλάβουν, λόγω τέλεσης των αναφερομένων στα υπό στοιχεία "1" και "2" πράξεων, τους επιτέθηκε και τους απώθησε με γροθιές και λακτίσματα, με σκοπό να αποφύγει τη σύλληψή του".
IV. Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με άμεσο δόλο και της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κατά συρροή, με άμεσο δόλο για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή των εγκλημάτων τούτων, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 16, 17, 18, 26, 27 παρ. 1, 42, 51, 52, 53, 57, 79, 80, 83, 94 παρ. 1, 299 παρ. 1 του Π.Κ. τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ο ανθρωποκτόνος δόλος του κατηγορουμένου συνάγεται α) από την προσφορότητα του μέσου που χρησιμοποιήθηκε να προκαλέσει το θάνατο (πιστόλι ανεξακρίβωτων στοιχείων) και την κατεύθυνση αυτού προς τα σώματα των παθόντων (οσφυϊκή χώρα, κοιλιακή χώρα, στήθος μηρός), από την επαναληπτικότητα των πυροβολισμών, 3) από την πολύ μικρή απόσταση (2 περίπου μέτρα) μεταξύ δράστη και θυμάτων και 4) από τις εν γένει συνθήκες τέλεσης της πράξης, καθόσον ο κατηγορούμενος έφυγε αρχικά από το χώρο του επεισοδίου, παρέλαβε το όπλο από άγνωστο σημείο στο οποίο το είχε κρυμμένο και επανήλθε στο χώρο του επεισοδίου πυροβολώντας αμέσως κατά σειρά κατά των παθόντων θεωρώντας τους πλην του Α. Ν., υπαιτίους για την προσβολή που δέχθηκε η φίλη του Φ. Κ. και για τις σωματικές βλάβες που του προκάλεσαν κατά την άνω συμπλοκή, σημαδεύοντας τα σώματά τους σε καίρια και πολύ ευπαθή σημεία και σταμάτησε μόνο όταν εξαντλήθηκαν οι σφαίρες και 5) από την προσπάθεια εξαφάνισης του όπλου που χρησιμοποίησε. Ειδικότερα για την αιτιολόγηση της απορριπτικής κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας επί των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος: α) ότι τελούσε σε κατάσταση άμυνας , β) επικουρικά, ότι υπερέβη τα όρια της άμυνας ενεργώντας υπό το κράτος δικαιολογημένου φόβου και ταραχής και γ) ότι βρισκόταν σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης οι εξής ουσιαστικές και κρίσιμες παραδοχές: Δεν υφίσταται κατάσταση άμυνας, διότι σε κάθε περίπτωση δεν υπήρξε παρούσα άδικη επίθεση σε βάρος του εννόμου αγαθού της σωματικής ακεραιότητας ή και της ζωής του ίδιου του κατηγορουμένου αλλά και της συντρόφου του Φ. Κ.. Όπως προαναφέρθηκε, αρχικά υπήρξε συμπλοκή των δύο αντίθετων ομάδων, στα πλαίσια της οποίας δεν στοιχειοθετείται άμυνα και στη συνέχεια ο κατηγορούμενος τράπηκε σε φυγή απομακρυνόμενος από το χώρο της συμπλοκής. Παρόλο, όμως, που κανείς από την παρέα των αδελφών Τ. δεν τον κυνήγησε, ώστε να μπορεί να γίνει δεκτό ότι υπήρχε δικαιολογημένος φόβος του για άμεση έναρξη επιθετικής ενέργειας εναντίον του και συνακόλουθα διακινδύνευση της σωματικής ακεραιότητας και της ίδιας της ζωής του, ο κατηγορούμενος επέστρεψε μετά από λίγο κρατώντας το όπλο και με μόνο σκοπό να το χρησιμοποιήσει εναντίον των αδελφών Τ. και των λοιπών συγγενών και φίλων τους. Ούτε αποδείχθηκε ότι μετά την απομάκρυνση του κατηγορουμένου, τέθηκε σε κίνδυνο η σωματική ακεραιότητα και η ζωή της άνω συντρόφου του και μάλιστα ότι της επιτέθηκε οποιοσδήποτε από την παρέα των αδελφών Τ. και μάλιστα ότι προσπάθησαν να τη χτυπήσουν με ένα τραπέζι.
Συνεπώς δεν βρισκόταν ο κατηγορούμενος κατά την τέλεση των άνω πράξεων σε κατάσταση νόμιμης άμυνας, συνεπεία άδικης και παρούσας επιθέσεως εναντίον αυτού και της Φ. Κ.. Εξάλλου, δεν στερείται αιτιολογίας η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι, αντίθετα από όσα αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων, δε διέλαβε και σκέψη για την απόρριψη και του επικουρικά προβληθέντος ισχυρισμού του για υπέρβαση των ορίων άμυνας, αφού προϋπόθεση τούτου, είναι η ύπαρξη άμυνας, που όμως, όπως προαναφέρθηκε, δεν υφίσταται εν προκειμένω. Περαιτέρω με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του καταστάσεως βρασμού ψυχικής ορμής, αφού δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων τόσο κατά το χρόνο λήψης της απόφασης, όσο και κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε βάρος του Γ. Τ. και της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε βάρος του Α. Τ., Δ. Κ. και Α. Τ., βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση που απέκλειε τη συνδρομή του βρασμού ψυχικής ορμής, εφόσον, κατά τους χρόνους αυτούς δε μεσολάβησε οποιαδήποτε ψυχική υπερδιέγερση αυτού, ούτε αιφνίδια υπερένταση κάποιου συναισθήματος ή πάθους, που να απέκλειε ή να μείωνε την ικανότητά του να σταθμίσει τα αίτια που τον ωθούσαν στην πράξη και αυτά που τον απώθησαν από αυτήν. Ειδικότερα, η προσβαλλομένη επεσήμανε και αιτιολόγησε ειδικώς, ότι ο αναιρεσείων δεν βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση ούτε κατά τη λήψη της απόφασης ούτε και κατά την εκτέλεση της πράξης, καθόσον το επεισόδιο που προηγήθηκε με τη συμπλοκή εντός και εκτός του άνω καταστήματος, είχε εκτονωθεί, αφού αυτός είχε απομακρυνθεί τρέχοντας από το χώρο της συμπλοκής και κανείς δεν τον ακολούθησε ούτε τον κυνήγησε, ώστε να μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο αναιρεσείων περιήλθε στη συνέχεια, έστω και μετά πάροδο λίγων λεπτών, σε κατάσταση ψυχικής υπερδιέγερσης και μάλιστα σε τέτοια ένταση ώστε να αποκλείεται η σκέψη του και η συγκράτησή του από την τέλεση της πράξης που επακολούθησε. Αντίθετα δε η απομάκρυνσή του και η αναζήτηση του όπλου που είχε κρυμμένο σε κοντινή απόσταση και η επάνοδός του στο χώρο του καταστήματος και η άμεση χρήση του όπλου, καταδεικνύει τη λειτουργία της σκέψης του. Πράγματι, αυτός τέλεσε τις άνω πράξεις του με ψύχραιμο τρόπο, πυροβολώντας διαδοχικά κατά των παθόντων ελέγχοντας τον εαυτό του και έχοντας τη δυνατότητα και το χρόνο να σταθμίσει τα αίτια που τον κινούσαν στη διάπραξη του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας και της απόπειρας ανθρωποκτονίας αλλά και συγκρατούσαν από την τέλεση αυτών. Γι' αυτό και μετά τον τραυματισμό των θυμάτων, ψύχραιμα εισήλθε στην κουζίνα του bar "NAMMOS", όπου άφησε το ματωμένο πουκάμισο και μετέβη στην κατοικία της Φ. Κ., στην ..., ακολούθως δε αναχώρησε από αυτήν, αφού, χωρίς να τον αντιληφθεί η μητέρα της ανωτέρω, Α. Μ., έβγαλε το ματωμένο παντελόνι του, ξεκρέμασε από την απλώστρα μια φόρμα αθλητική-παντελόνι και μια μπλούζα και τα φόρεσε και βρήκε καταφύγιο πίσω από θάμνους, σε δασάκι της περιοχής Ποτίδαιας, όπου και συνελήφθη τελικά, παραδοχές οι οποίες αντίθετα από όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων δεν είναι αντίθετες με το περιεχόμενο των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο του ανωτέρω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου της ουσίας εγγράφων [ιατρικά έγγραφα από Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "Γεώργιος Γεννηματάς" (αναγν. 58-59), υπ' αριθμ…./….08.2015 ιατροδικαστική εξέταση, φωτογραφίες (αναγν. 66-69) και το υπ' αριθμ. …: …/… κλητήριο θέσπισμα (αναγν.23 από τα έγγραφα του κατηγορουμένου)]. Άλλωστε όλη η μεθόδευση που μετήλθε με την επιλογή του συγκεκριμένου τόπου και χρόνου σύμφωνα με όσα παραπάνω αναπτύχθηκαν σε συνδυασμό με τις μετέπειτα ενέργειες που συνέτειναν στην απόκρυψη του όπλου και στην προσπάθεια διαφυγής του φανερώνουν ότι ο αναιρεσείων βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Αιτιολογείται, ακόμη, ότι οι ως άνω πράξεις του παρέμειναν στο στάδιο της απόπειρας με την παραδοχή ότι δεν επήλθε το αποτέλεσμα του θανάτου των Γ. Τ., Δ. Κ. και Α. Τ., από λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του, οι οποίοι και εκτίθενται στην απόφαση. Με αυτές τις παραδοχές, αιτιολογείται πλήρως η κρίση ότι η ανθρωποκτόνος πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση καθώς και η απορριπτική κρίση του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου, για τέλεση της πράξης σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής.
Συνεπώς, ο αντίθετος πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Οι ως άνω αιτιάσεις, με τις οποίες προβάλλεται αντίθεση των αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και διαφορετική αξιολόγηση αυτών, με την επίφαση δε της ελλείψεως αιτιολογίας και νομίμου βάσεως, πλήττουν την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος του αναιρεσείοντος ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της και δεν αποτελούν αναιρετικές πλημμέλειες με την έννοια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Άλλωστε, ως αντίφαση, η οποία συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, νοείται η προκύπτουσα είτε μεταξύ των εκτιθέμενων στο σκεπτικό της αποφάσεως, είτε μεταξύ των τελευταίων και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής και όχι η τυχόν αντίθεση κάποιου αποδεικτικού μέσου προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αποφάσεως, καθόσον το τελευταίο ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν ελέγχεται αναιρετικά.
V. Περαιτέρω, για τη θεμελίωση του αυτοτελούς ισχυρισμού του, της συνδρομής δηλαδή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της από το άνω άρθρο 84 παρ. 2γ του Π.Κ. ελαφρυντικής περιστάσεως, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του είχε επικαλεσθεί τα εξής περιστατικά: "... Όπως και παραπάνω αναφέρεται, η ανάρμοστη, προκλητική και εξυβριστική συμπεριφορά των ατόμων που επιτέθηκαν σε εμένα και στην κοπέλα μου, Φ. Κ., ανάμεσα στους οποίους και ο Γ. Τ., ο Δ. Κ. και ο Α. Τ.ς, αλλά και η συμπεριφορά τους απέναντι στο προσωπικό και στους θαμώνες του καταστήματος, ήταν η αποκλειστική αιτία της μεταξύ μας πάλης, κατά τη διάρκεια της οποίας έλαβε χώρα ο τραυματισμός τους. Ειδικότερα οι ανωτέρω όρμησαν κυριολεκτικά εις βάρος εμού και της Φ. Κ. και ακολούθησε γενικευμένη συμπλοκή, η οποία μεταφέρθηκε στον πεζόδρομο ανάμεσα στον υπαίθριο και τον στεγασμένο χώρο του καταστήματος "NAMMOS", κατά την οποία, μεταξύ των άλλων, πετούσαν επάνω μας έπιπλα του καταστήματος, όπως σκαμπώ, γυάλινα τραπέζια κ.λ.π., με αποτέλεσμα ο ίδιος να τραυματιστώ σε όλο μου το σώμα και να κινδυνεύσει όχι μόνο η σωματική μας ακεραιότητα αλλά και η ίδια μας η ζωή.
Για τους λόγους αυτούς κατέθεσα την υπό στοιχεία … …/… μήνυση εναντίον του Α. Τ., Α. Τ., Α. Ε., Δ. Π., Η. Σ., Θ. Κ., Δ. Κ. και Χ. Χ. οι οποίοι παραπέμπονται να δικασθούν για το αδίκημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης εις βάρος μου ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πολυγύρου κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο της 20.11.2020...". Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού και ειδικότερα για τη μη συνδρομή, στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, της ελαφρυντικής περιστάσεως, το Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2γ του Π.Κ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην πράξη της ανθρωποκτονίας σε βάρος του Γ. Τ. και της απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συρροή, σε βάρος των Δ. Κ., Α. Τ. και Α. Τ., από προηγούμενη ανάρμοστη συμπεριφορά των άνω παθόντων, καθόσον οι πράξεις αυτές του κατηγορουμένου δεν έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της μεταξύ τους συμπλοκής, αλλά μετά το πέρας της συμπλοκής και αφού ο κατηγορούμενος είχε απομακρυνθεί από το χώρο του επεισοδίου, σε τρόπο ώστε να μη μπορεί να γίνει δεκτό αφενός ότι προηγήθηκε ανάρμοστη συμπεριφορά των άνω παθόντων, ενόψει του ότι η όποια συμπεριφορά τους εις βάρος του κατηγορουμένου έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της μεταξύ τους συμπλοκής και αφετέρου ότι ο κατηγορούμενος δεν θα ενεργούσε χωρίς αυτήν". Επομένως, αιτιολογούνται και οι παραδοχές της απόφασης για απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού ότι συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. γ' του ΠΚ, δηλαδή, ότι ωθήθηκε στην πράξη από προηγούμενη ανάρμοστη συμπεριφορά των παθόντων, καθόσον, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δεν ωθήθηκε στις πράξεις του, (οι οποίες τελέσθηκαν με τον τρόπο που έχει εκτεθεί στο σκεπτικό της απόφασης), από τέτοια ανάρμοστη συμπεριφορά. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ενώ, τέλος, όλες οι λοιπές αιτιάσεις των παραπάνω λόγων αναίρεσης, υπό τη επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου περί την εκτίμηση των αποδείξεων.
VI. Ακολούθως το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη, απόφασή του, κήρυξε ένοχο ομοφώνως τον αναιρεσείοντα για το έγκλημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση τελεσθείσας με ενδεχόμενο δόλο και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, σε βάρος του Α. Ν., καθώς και για παράνομη οπλοχρησία (πράξη που δεν προσβάλλεται με λόγο αναίρεσης) και του επέβαλε ποινή καθείρξεως οκτώ (8) ετών για την πρώτη πράξη και ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους για τη δεύτερη πράξη συνολική δε ποινή καθείρξεως οκτώ (8) ετών και έξι μηνών. Για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσεως το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα κάτωθι και ειδικότερα κατά λέξη: "Καθόσον αφορά τον Α. Ν., ναι μεν ο κατηγορούμενος δεν θέλησε ούτε επιδίωξε το εγκληματικό αποτέλεσμα, αφού αυτός δεν ανήκε στην ομάδα των αδελφών Τ., το προέβλεψε, όμως, ως ενδεχόμενη συνέπεια της ενέργειας του να πυροβολήσει εναντίον του δύο φορές από μικρή απόσταση και το αποδέχθηκε, ενεργώντας έτσι με ενδεχόμενο δόλο". Με τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές αυτές του σκεπτικού και του διατακτικού του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπείς αιτιολογίες αναφορικά με τη συνδρομή του ενδεχόμενου δόλου, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς τόσο ως προς το γνωστικό στοιχείο όσο και ως προς το βουλητικό, με τη βοήθεια των διαθέσιμων αντικειμενικών κριτηρίων συναγωγής του, και την αναζήτηση τόσο αυτών που οδηγούν στην κατάφασή του, όσο και αυτών που αποσταθεροποιούν τα πρώτα και δημιουργούν εύλογες αμφιβολίες εάν συντρέχει ενδεχόμενος δόλος στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 775/2009, ΑΠ 1269/2006). Ειδικότερα, το Δικαστήριο, ως ένδειξη για την κατάφαση του ενδεχόμενου δόλου του κατηγορουμένου, δέχεται κυρίως ότι προέβλεψε το εγκληματικό αποτέλεσμα δηλ. ότι μπορεί να επέλθει ο θάνατος του Α. Ν. ως συνέπεια της ενέργειας του να πυροβολήσει εναντίον του δύο φορές από μικρή απόσταση, δηλ. δέχεται το γνωστικό στοιχείο (πρόβλεψη αποτελέσματος), ενώ αντιφατικά δέχεται ότι δεν θέλησε ούτε επεδίωξε το θάνατό του, για να καταλήξει στην ύπαρξη του βουλητικού στοιχείου, δηλ. στην αποδοχή εκ μέρους του κατηγορουμένου του εγκληματικού αποτελέσματος της θανάτωσης του παθόντος, χωρίς όμως να αιτιολογεί την κρίση του με βάση το σύνολο των ενδείξεων και αντενδείξεων του δόλου, όπως αυτές προκύπτουν από τις παραδοχές της απόφασης, και χωρίς να παραθέτει πραγματικά περιστατικά, που να δηλώνουν ότι ο κατηγορούμενος την κρίσιμη χρονική στιγμή, δεν απώθησε από τη συνείδησή του την παράσταση του ανωτέρω εγκληματικού αποτελέσματος και έτσι το επιδοκίμασε (ΑΠ 775/2009, ΑΠ 1269/2006). Επομένως η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι ελλιπής και ασαφής κατά το βάσιμο περί αυτού σχετικό λόγο της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το παραπάνω Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιολόγησε τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με τα έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, αφού από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του " τα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είναι ενσωματωμένα στην υπ' αριθμ. 490, 564-576/2016 απόφαση του, τις χωρίς όρκο καταθέσεις των παρισταμένων για την υποστήριξη της κατηγορίας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και περιέχονται στη δικογραφία, σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορουμένου" καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε και τις καταθέσεις των παραπάνω μαρτύρων υπεράσπισης και τα προαναφερόμενα έγγραφα που έχουν αναγνωστεί, σε συνδυασμό και με την απολογία του ιδίου.
VII. Περαιτέρω, ισχυρισμός, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και συνεπώς της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω (σκέψη ΙΙ) έννοια, γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη του (ΑΠ 1267/2017, ΑΠ 166/2013).
Εν προκειμένω, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για έλλειψη αιτιολογίας, η οποία συνίσταται στο γεγονός ότι το δικαστήριο δεν απάντησε στον αυτοτελή ισχυρισμό του, ότι η πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση του άρθρου 299 παρ. 1 του Π.Κ. σε βάρος του Γ. Τ., για την οποία αυτός καταδικάσθηκε, έπρεπε κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, να χαρακτηριστεί σε θανατηφόρα βλάβη του άρθρου 311 εδ. α' ή β' Π.Κ. καθώς και η πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με ενδεχόμενο δόλο, σε βάρος του Α. Ν., για την οποία αυτός καταδικάσθηκε, έπρεπε κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, να χαρακτηρισθεί ως σωματική βλάβη από αμέλεια άλλως απόπειρα επικίνδυνης σωματικής βλάβης. Η σχετική όμως αιτίαση είναι αβάσιμη, γιατί ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, είναι αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής, και ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Σε κάθε δε περίπτωση το δικαστήριο απαντά εμμέσως με το αιτιολογικό περί ενοχής (ΑΠ 65/2016)
VIII. Κατ' ακολουθία των παραπάνω αναφερθέντων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο σκέλος της, που αφορά την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση, τελεσθείσας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με ενδεχόμενο δόλο σε βάρος του Α. Ν., στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές και ενόρκους (άρθρο 519, 522 ΚΠΔ). Τέλος, μη υφισταμένου άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί, κατά τα λοιπά, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 152, 153/2020 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης, όσον αφορά την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση, τελεσθείσας με ενδεχόμενο δόλο, σε βάρος του Α. Ν..
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, που αφορά στην πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση, τελεσθείσα με ενδεχόμενο δόλο και στην τυχόν επιμέτρηση της συνολικής ποινής για νέα, κατά τούτο, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 1.2.2021 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 3/2021 έκθεση) του Μ. Φ. του Δ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Χανίων, για αναίρεση της υπ' αριθμ.152-153/2020 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2021.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ