ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Από την διάταξη του άρθρου 397 προκύπτει ότι το έγκλημα της καταδολίευσης δανειστών μπορεί να τελεστεί με τέσσερις τρόπους, ήτοι: α) με βλάβη, καταστροφή ή εκμηδένιση της αξίας οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου, β) με απόκρυψη τέτοιου στοιχείου, γ) με απαλλοτρίωση χωρίς ισάξιο και αξιόχρεο αντάλλαγμα και δ) με δημιουργία ψευδών χρεών ή ψευδών δικαιοπραξιών από τον οφειλέτη. Οι πιο πάνω τρόποι τέλεσης δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Μεταξύ δράστη και παθόντος πρέπει να υπάρχει σχέση δανειστή και οφειλέτη από κάποια νόμιμη αιτία, αρκεί να είναι βάσιμη, αληθινή και δικαστικά επιδιώξιμη, χωρίς να απαιτείται να είναι ληξιπρόθεσμη, εκκαθαρισμένη, δικαστικά αναγνωρισμένη ή να έχει επιδοθεί στον οφειλέτη αγωγή περί αυτής. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση της ύπαρξης της απαίτησης του δανειστή από συγκεκριμένη νομική αιτία και τη θέληση του δράστη να ματαιώσει ολικά ή μερικά την ικανοποίησή του με έναν από τους άνω τρόπους, όπως με τη γενομένη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, απαλλοτρίωση, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν το κατά ως άνω απαλλοτριούμενο αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο ή όταν τα εναπομείναντα μετά τη γενόμενη απαλλοτρίωση περιουσιακά στοιχεία, ενόψει της αξίας τους, δεν επαρκούν για την ολοσχερή ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή.
Απόφαση 199 / 2022 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 199/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βασδέκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ζαμπέτα Στράτα, Μαρία Λεπενιώτη, Σοφία Οικονόμου και Σταυρούλα Κουσουλού- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ζαχαρία Κοκκινάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Α. Κ. του Δ., κατοίκου ... και 2) Δ. Κ. του Ε., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Μανώλη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 24/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κυπαρισσίας και με υποστηρίζουσα την κατηγορία την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Καλογήρου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κυπαρισσίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8-7-2021 και με αρ. πρωτ. 6223/2021 αίτησή τους αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 793/2021.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 8-7-2021 και με αρ.πρωτ. 6223/2021 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση του έχοντος ειδική πληρεξουσιότητα συνηγόρου Μανώλη Γ. Παναγιώτη), που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 12/7/2021) των: α) Α. Κ. του Δ., κατοίκου ... και β) Δ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της απόφασης 24/2021 του Τριμελούς Πλημ/κείου Κυπαρισσίας, η οποία καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 22/6/2021, και με την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες, η μεν πρώτη για την αξιόποινη πράξη της καταδολίευσης δανειστών, ο δε δεύτερος της άμεσης συνέργειας στην ως άνω πράξη, και τους επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης (15) μηνών στον καθένα, ανασταλείσα επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 464, 466 παρ.1, 473 παρ.2β' και 3α', 474 παρ.4 ΚΠΔ, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή. Ως εκ τούτου, πρέπει αυτή να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν ως προς τη βασιμότητα των αναιρετικών της λόγων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του κυρωθέντος με το ν.4619/2019 και ισχύοντος από την 1η-7-2019 (άρθρο δεύτερο ν. 4619/2019) νέου ΠΚ "αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Επιεικέστερος είναι και ο νόμος, με τον οποίο προστίθενται νέα στοιχεία στο πραγματικό του προβλέποντος την αξιόποινη πράξη κανόνα δικαίου, εφόσον ωφελείται ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος. Περαιτέρω, το άρθρο 397 του προϊσχύσαντος (μέχρι 30/6/2019) ΠΚ, το οποίο θέσπιζε την αξιόποινη πράξη της καταδολίευσης δανειστών, περιλαμβάνετο στο 24ο κεφάλαιο αυτού (Π.Κ.) που προβλέπονταν και τιμωρούνταν πράξεις, που στρέφονταν κατά των περιουσιακών δικαιωμάτων και σε κάποιο μέτρο κατά του ελεύθερου σχηματισμού της βούλησης. Κατά την άποψη των συντακτών του άνω Κώδικα η περιουσία δεν συμπίπτει εννοιολογικά πλήρως προς την ιδιοκτησία, η οποία προστατεύεται με τις διατάξεις του αμέσως προηγούμενου (23ου) κεφαλαίου. Στην προστατευτέα περιουσία περιλαμβάνονται μόνο τα αγαθά που δεν αποδοκιμάζονται από την έννομη τάξη. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 397 παρ. 1 του ως άνω Κώδικα η οποία προστατεύει την ικανοποίηση του δανειστή με τη δυνατότητα εκτέλεσης επί της περιουσίας του οφειλέτη, "1. Ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του βλάπτοντος, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της καταδολίευσης δανειστών μπορεί να τελεστεί με τέσσερις τρόπους, ήτοι: α) με βλάβη, καταστροφή ή εκμηδένιση της αξίας οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου, β) με απόκρυψη τέτοιου στοιχείου, γ) με απαλλοτρίωση χωρίς ισάξιο και αξιόχρεο αντάλλαγμα και δ) με δημιουργία ψευδών χρεών ή ψευδών δικαιοπραξιών από τον οφειλέτη. Οι πιο πάνω τρόποι τέλεσης δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Μεταξύ δράστη και παθόντος πρέπει να υπάρχει σχέση δανειστή και οφειλέτη από κάποια νόμιμη αιτία, αρκεί να είναι βάσιμη, αληθινή και δικαστικά επιδιώξιμη, χωρίς να απαιτείται να είναι ληξιπρόθεσμη, εκκαθαρισμένη, δικαστικά αναγνωρισμένη ή να έχει επιδοθεί στον οφειλέτη αγωγή περί αυτής. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση της ύπαρξης της απαίτησης του δανειστή από συγκεκριμένη νομική αιτία και τη θέληση του δράστη να ματαιώσει ολικά ή μερικά την ικανοποίησή του με έναν από τους άνω τρόπους, όπως με τη γενομένη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, απαλλοτρίωση, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν το κατά ως άνω απαλλοτριούμενο αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο ή όταν τα εναπομείναντα μετά τη γενόμενη απαλλοτρίωση περιουσιακά στοιχεία, ενόψει της αξίας τους, δεν επαρκούν για την ολοσχερή ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή. Απαλλοτρίωση είναι κάθε νομική διάθεση, με την οποία αποχωρίζεται από τον οφειλέτη μια περιουσιακή αξία, χωρίς πλήρες εξισωτικό αντάλλαγμα και έτσι αποστερείται ο δανειστής από τη δυνατότητα ικανοποίησης της απαίτησης του ή μειώνονται οι δυνατότητες ικανοποίησής του. (ΑΠ 339/2019). Εξάλλου, με τον ισχύοντα από την 1η-7-2019 νέο ΠΚ ενοποιήθηκαν το 23ο και 24ο κεφάλαιο του προϊσχύσαντος προκειμένου κατά τα αναφερόμενα στο με στοιχ. Γ και τίτλο "ουσιώδεις αλλαγές" κεφάλαιο της αιτιολογικής έκθεσης "να είναι σαφές ότι ιδιοκτησία και περιουσία αποτελούν τις δύο όψεις ενός έννομου αγαθού" και σ' αυτόν (νέο ΠΚ) το 23ο κεφάλαιο έχει τίτλο εγκλήματα κατά περιουσιακών αγαθών, μεταξύ δε των διατάξεων που περιλαμβάνονται σ' αυτό, είναι κι' αυτές του προαναφερθέντος άρθρου 397 που διατηρεί τον ίδιο αριθμό και τον ίδιο τίτλο αλλά με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 ορίζεται, παρ. 1 "Ο οφειλέτης ο οποίος εν γνώσει ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του εκποιώντας ή αποκρύπτοντας στοιχεία της περιουσίας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή", παρ. 2 "Με την ποινή της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται και ο οφειλέτης ο οποίος εν γνώσει ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του που έχει σε βάρος του βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση, αν ενόψει της επικείμενης εκπλήρωσης της υποχρέωσής του: α) βλάπτει, καταστρέφει, καθιστά χωρίς αξία, αποκρύπτει η απαλλοτριώνει χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο ή β) κατασκευάζει ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες". Με τη διάταξη της δεύτερης παραγράφου προβλέπονται πρόσθετα και ωφελούντα τον κατηγορούμενο στοιχεία για την πλήρωση, με τους αναφερόμενους σ' αυτή (διάταξη) τρόπους, της αντικειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης της καταδολίευσης δανειστών. Ειδικότερα, απαιτείται πλέον: α) η απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη να είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη και β) η ολική ή μερική ματαίωση, με τους προβλεπόμενους στη διάταξη αυτή τρόπους, της ικανοποίησης της βέβαιης και εκκαθαρισμένης απαίτησης του δανειστή, να γίνεται ενόψει της επικείμενης εκπλήρωσης της υποχρέωσης του οφειλέτη. Ακόμη, για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης των αξιόποινων πράξεων που προβλέπονται με εκατέρα των ως άνω διατάξεων (παρ. 1 και 2) απαιτείται πλέον η συνδρομή άμεσου δόλου, για τον οποίο χρειάζεται ειδική αιτιολογία και δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος. Κατά συνέπεια, οι διατάξεις αυτές είναι επιεικέστερες από την αντίστοιχη διάταξη του προϊσχύσαντος ΠΚ, μολονότι η προβλεπόμενη, από την εν λόγω διάταξη ποινή για την πράξη αυτή είναι ίδια με εκείνη την οποία προέβλεπε η ως άνω αντίστοιχη διάταξη του προϊσχύσαντος ΠΚ (ήτοι φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή) (ΑΠ 712/2020). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ "Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης : α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, β) όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη, κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 47 του νέου ΠΚ, " Όποιος πρόσφερε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται με μειωμένη ποινή (άρθρο 83), το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει την ποινή του αυτουργού, αν ο υπαίτιος προσφέρει άμεση συνδρομή κατά την τέλεση και στην εκτέλεση της πράξης, θέτοντας το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού". Από τα παραπάνω καταφαίνεται ότι με τον ισχύοντα νέο ΠΚ, επήλθαν ουσιώδεις αλλαγές στις διατάξεις για τη συνέργεια στο έγκλημα, αφού κατά τα αναφερόμενα και στην αιτιολογική έκθεση καταργείται η διάκριση μεταξύ άμεσου και απλού συνεργού και προβλέπεται ότι στον συνεργό επιβάλλεται καταρχήν μειωμένη ποινή για όλες τις μορφές της συνέργειας στο έγκλημα είτε προσφέρεται κατά είτε πριν από την τέλεση της πράξης. Με τον τρόπο αυτό επιχειρείται να καταγραφεί ως κανόνας ότι το άδικο και η ενοχή του συνεργού είναι μικρότερης έντασης έναντι εκείνων του φυσικού αυτουργού. Παρέχεται όμως στο δικαστήριο η δυνατότητα κατ' εξαίρεση να επιβάλει πλήρη ποινή, αν ο υπαίτιος προσφέρει τη συνδρομή του κατά την τέλεση της πράξης και θέτει με αυτήν το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού (άμεσος συνεργός). Έτι, περαιτέρω, και από τον παλαιό ΠΚ αλλά και υπό το νέο ΠΚ, για τη στοιχειοθέτηση της συνέργειας τρίτου σε άδικη πράξη του αυτουργού, απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις: α) πράξη υλικής συνδρομής τρίτου, β) τέλεση (ως προς την αντικειμενική της υπόσταση) από τον αυτουργό άδικης πράξης ή απόπειρας άδικης πράξης, γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμμετοχικής πράξης του συνεργού και της άδικης πράξης του αυτουργού, ο οποίος υπάρχει, όταν, χωρίς την πρώτη, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση της δεύτερης υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε, δηλαδή, η συμβολή του συνεργού πρέπει να ήταν αποφασιστική για την τέλεση της πράξης του αυτουργού, υπό τις περιστάσεις και τις συνθήκες που διαπράχθηκε, ή υπό τις οποίες ο αυτουργός αποπειράθηκε να διαπράξει αυτή και δ) δόλος του συνεργού, ο οποίος έγκειται στη θέληση ή αποδοχή παροχής συνδρομής στον αυτουργό, για να τελέσει την άδικη πράξη και γνώση αυτού (με την έννοια της επίγνωσης - συνείδησης) ότι η συνδρομή του παρέχεται για την τέλεση της κύριας πράξης. Άμεσος δόλος είναι αναγκαίος μόνο, αν ανάλογο είδος δόλου απαιτείται για την κύρια πράξη. Για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, ο δόλος του συνεργού, μόνο ως προς το ότι αυτός γνώριζε την τέλεση της κύριας πράξης, ενώ, ως προς τα λοιπά στοιχεία (θέληση ή αποδοχή συμβολής στην τέλεση της κύριας πράξης), ο δόλος προκύπτει από την πραγμάτωση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης του και αρκεί η γενική αιτιολογία για την ενοχή του (ΑΠ 1308/2020). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Π.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) όπως, η ως άνω αξιόποινη πράξη της καταδολίευσης δανειστών, είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται, ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 25/2020, ΑΠ 93/2020). Τέλος, λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ ΑΠ 1/2020, 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης, υπ' αριθμό 24/2021, καταδικαστικής απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κυπαρισσίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: "Από την ανωμοτί κατάθεση του υποστηρίζοντος την κατηγορία καθώς και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, οι οποίοι εξετάστηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου Αυτού, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν σε συνδυασμό και με την εν γένει συζήτηση της υπόθεσης, αποδείχθηκε κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις αποδιδόμενες σε αυτούς πράξεις, ήτοι ειδικότερα ότι: Α) η πρώτη κατηγορουμένη (Α. Κ.) με πρόθεση ματαίωσε ολικά την ικανοποίηση δανειστού της, απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό της στοιχείο. Ειδικότερα, ως Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία "...." παρείχε ενέχυρο στην ίδια και τον υιό της- δεύτερο κατηγορούμενο μέχρι το ποσό των, εξακοσίων χιλιάδων (600.000) ευρώ στα εξής κινητά πράγματα κυριότητάς της (ως άνω εταιρείας) και ειδικότερα: σε είκοσι τόνους παρθένο ελαιόλαδο, έξι δεξαμενές υγρών χωρητικότητας 26 ton, τρεις δεξαμενές υγρών χωρητικότητας 30 ton, δύο δεξαμενές υγρών χωρητικότητας 45 ton, μία δεξαμενή υγρών χωρητικότητας 10 ton, τρεις δεξαμενές υγρών χωρητικότητας 10 ton, μία δεξαμενή υγρών χωρητικότητας 2 ton, ένα καζάνι ανοξείδωτο χωρητικότητας 800 kgr, ένα φίλτρο λαδιού της velo 10, ένα φίλτρο λαδιού με χαρτιά, μια γραμμή συσκευασίας μπουκαλιών, ένα γεμιστικό μηχάνημα, ένα μηχάνημα για υπολογισμό, ένα γεμιστικό μηχάνημα παλιό, ένα εκτυπωτικό μηχάνημα HITACHI, μια ετικετέζα, δύο κομπρεσέρ αέρος, ένα διαλογέα ελιών, ένα θερμαντικό για κάψουλες, ένα βιδωτικό για τάπες μπουκαλιών, μια τρόμπα λαδιού 3", μία τρόμπα λαδιού 2 1/2", δύο τρόμπες λαδιού 2", ένα φορτηγό ιδιωτικής χρήσης NISSAN PICKUP με αριθμό κυκλοφορίας ..., ένα φορτηγό ιδιωτικής χρήσης μάρκας MERCEDES 1193 (βυτίο) 8ton με αριθμό κυκλοφορίας ..., ένα φορτηγό ιδιωτικής χρήσης-κλειστό βυτιοφόρο μάρκας VOLVO F16 14ton με αριθμό κυκλοφορίας ..., πέντε γραφεία, έξι καρέκλες γραφείου, δύο βιβλιοθήκες, δύο καναπέδες τριθέσιους, έναν καναπέ μονοθέσιο, δύο ηλεκτρονικούς υπολογιστές, δύο εκτυπωτές και ένα fax. Καταρτίζοντας την ανωτέρω σύμβαση ενεχύρου, η οποία καταχωρήθηκε την 14-11-2014 με αριθμό …/2014 στο Βιβλίο Ενεχύρων του Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, η κατηγορουμένη ματαίωσε την ικανοποίηση των ήδη γεγεννημένων και προερχόμενων από πωλήσεις ελαιολάδου χρηματικών αξιώσεων συνολικού ύψους 299.716,20 ευρώ της εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία μάλιστα προκάλεσε την έκδοση της υπ' αριθ. 209/2014 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, σε εκτέλεση της οποίας επιβλήθηκε κατάσχεση στα κινητά πράγματα της ως άνω εταιρείας, δίχως ωστόσο να κατορθώσει να ικανοποιηθεί από αυτήν, ούτε βέβαια από την ακίνητη περιουσία της, η οποία ήταν βεβαρημένη με προσημειώσεις υποθηκών ύψους 600.000 ευρώ και Β) Ο δεύτερος κατηγορούμενος (Δ. Κ.) με πρόθεση παρείχε άμεση συνδρομή στην πρώτη κατηγορουμένη κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της κύριας πράξης της καταδολίευσης, ήτοι της με πρόθεση ματαίωσης ολικά της ικανοποίησης δανειστού, απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο. Ειδικότερα, επιθυμώντας να συνεισφέρει στη ματαίωση της ικανοποίησης της εταιρείας με την επωνυμία "...", συνεβλήθη ως δανειστής στην ως άνω σύμβαση ενεχύρου.
Τα ανωτέρω επιβεβαιώθηκαν πλήρως από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος καθώς και την ένορκη κατάθεση, του μάρτυρα κατηγορίας ενώπιον του ακροατηρίου και δεν αντικρούσθηκαν από την πλευρά της υπεράσπισης. Ειδικότερα, αποδείχθηκαν τα κάτωθι πραγματικά περιστατικά: Στις 09-02-2014, απεβίωσε ο υιός της πρώτης και αδελφός του δευτέρου των κατηγορουμένων, ο οποίος έως τότε ήταν ο διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", ενώ έκτοτε η ανάληψη αυτών των καθηκόντων της Προέδρου και Διευθύνουσας Συμβούλου της Εταιρίας ανατέθηκε στην πρώτη κατηγορουμένη, δυνάμει του από 30-06-2014 Πρακτικού Γενικής Συνέλευσης και του από 01-07-2014 Πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας, ενώ μέλος του Δ.Σ ορίστηκε ο δεύτερος των κατηγορουμένων. Εξάλλου, όπως προέκυψε αμφότεροι οι κατηγορούμενοι είχαν ουσιαστική ανάμειξη και συμβολή στα εταιρικά ζητήματα και η συμμετοχή τους δεν ήταν τυπική αλλά ουσιαστική. Αντικείμενο της εταιρίας ήταν η τυποποίηση ελαιόλαδου και η εξαγωγή του στο εξωτερικό, κατά κύριο λόγο στην Αμερική. Κατά το χρόνο ανάληψης καθηκόντων Προέδρου και Διευθύνουσας Συμβούλου εκ μέρους της πρώτης κατηγορουμένης, η ως άνω Α.Ε όφειλε στην εγκαλούσα εταιρεία περί τα 120.000 ευρώ, ωστόσο σε εκτενείς συναντήσεις και συζητήσεις μεταξύ των διαδίκων μερών, η πρώτη κατηγορουμένη και ο δεύτερος κατηγορούμενος διαβεβαίωναν τον νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρείας ότι η συνεργασία τους θα συνεχιζόταν κανονικά και ότι η εταιρεία τους είχε μια κερδοφόρα πορεία και ένα καλό όνομα στην αγορά. Μετά τις διαβεβαιώσεις αυτές, η εγκαλούσα εταιρεία συνέχισε να τροφοδοτεί την ως άνω Α.Ε με ελαιόλαδο, ωστόσο οι οφειλές συσσωρεύονταν και ανήλθαν στο ύψος των 320.000 ευρώ. Μετά από νέα συνάντηση των διαδίκων μερών, οι κατηγορούμενοι κατέβαλαν, ως κίνηση καλής θέλησης, στην εγκαλούσα εταιρεία το ποσό των 20.000 ευρώ, ωστόσο αυτή ήταν και η τελευταία καταβολή έναντι της συνολικής οφειλής τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να προβεί η εγκαλούσα εταιρεία στην έκδοση της υπ'αριθμ. …/2014 Διαταγής Πληρωμής, την εκτέλεση της οποίας επέσπευσε τον Σεπτέμβριο του έτους 2014, επιχειρώντας να επιβάλει κατάσχεση στον κινητό εξοπλισμό της ως άνω επιχείρησης εμπορίας και εξαγωγής ελαιολάδου. Τότε η εγκαλούσα εταιρεία ενημερώθηκε το πρώτον ότι στον εξοπλισμό αυτό οι κατηγορούμενοι είχαν συνάψει την επίμαχη σύμβαση ενεχύρου, ενώ δεν υπήρχαν άλλα αξιόχρεα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας προκειμένου να ικανοποιήσουν την απαίτησή τους, δεδομένου ότι το ακίνητο στο οποίο στεγαζόταν η εταιρεία ήταν υποθηκευμένο έναντι μεγάλου ύψους χρηματικής απαίτησης των Τραπεζών. Σημειωτέον ότι ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί έλλειψης δόλου διότι η σύμβαση ενεχύρου καταρτίστηκε στις 19-09-2014, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της έκδοσης της με αριθμό …/10-10-2014 διαταγής πληρωμής δεν αποδεικνύεται βάσιμος, καθόσον η σχετική σύμβαση ενδέχεται να έφερε προγενέστερη ημερομηνία σύναψής της, ωστόσο καταχωρήθηκε επίσημα την 14-11-2014 με αριθμό …/2014 στο Βιβλίο Ενεχύρων του Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, ήτοι μετά την έκδοση της ως άνω Διαταγής Πληρωμής της εγκαλούσας εταιρείας, με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση των ήδη γεγεννημένων και προερχόμενων από πωλήσεις ελαιολάδου χρηματικών αξιώσεων συνολικού ύψους 299.716,20 ευρώ της εταιρείας με την επωνυμία "...". Χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς των κατηγορουμένων, που αποδεικνύει το δόλο τους ήταν και το ότι, ακόμη και μετά την γνωστοποίηση της σύμβασης ενεχύρου, αυτοί συνέχιζαν να διαβεβαιώνουν τον νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρείας ότι ο κύριος πελάτης τους στην Αμερική αναμενόταν να τους καταβάλει το ποσό των 600.000 ευρώ και έτσι θα εξοφλούσαν την οφειλή τους, αποκρύπτοντάς τους ότι είχαν ήδη συνάψει σύμβαση εκχώρησης υπέρ της Τράπεζας των εισερχομένων τραπεζικών εμβασμάτων των τραπεζικών τους λογαριασμών. Έκτοτε, από πλευράς των κατηγορουμένων δεν έχει γίνει συγκεκριμένη προσπάθεια απομείωσης ή εξόφλησης της οφειλής των 300.000 ευρώ, ενώ η απαίτηση αυτή της εγκαλούσας εταιρείας, η οποία παραμένει ανεξόφλητη έχει προκαλέσει στην ίδια σημαντική οικονομική ζημία.
Κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο πείστηκε ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις αποδιδόμενες σε αυτούς πράξεις και πρέπει να κηρυχθούν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι ένοχοι".
Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, που δίκασε, όπως προεκτέθηκε, σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες,, την μεν πρώτη για την αξιόποινη πράξη της καταδολίευσης δανειστών, τον δε δεύτερο γι' αυτήν της άμεσης συνέργειας στην ως άνω πράξη και επέβαλε στον καθένα από αυτούς ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών, ενώ ανέστειλε την εκτέλεση της παραπάνω ποινής φυλάκισης για μία τριετία, με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτούς ένοχους του ότι στην … την 19-9-2014 τέλεσαν τα εξής εγκλήματα και συγκεκριμένα:
Η πρώτη κατηγορουμένη (Α. Κ.) με πρόθεση ματαίωσε ολικά την ικανοποίηση δανειστού της, απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό της στοιχείο. Ειδικότερα, ως Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία "...." παρείχε ενέχυρο στην ίδια και τον υιό της- δεύτερο κατηγορούμενο μέχρι το ποσό των, εξακοσίων χιλιάδων (600.000) ευρώ στα εξής κινητά πράγματα κυριότητάς της (ως άνω εταιρείας) και ειδικότερα: σε είκοσι τόνους παρθένο ελαιόλαδο, έξι δεξαμενές υγρών χωρητικότητας 26 ton, τρεις δεξαμενές υγρών χωρητικότητας 30 ton, δύο δεξαμενές υγρών χωρητικότητας 45 ton, μία δεξαμενή υγρών χωρητικότητας 10 ton, τρεις δεξαμενές υγρών χωρητικότητας 10 ton, μία δεξαμενή υγρών χωρητικότητας 2 ton, ένα καζάνι ανοξείδωτο χωρητικότητας 800 kgr, ένα φίλτρο λαδιού της velo 10, ένα φίλτρο λαδιού με χαρτιά, μια γραμμή συσκευασίας μπουκαλιών, ένα γεμιστικό μηχάνημα, ένα μηχάνημα για υπολογισμό, ένα γεμιστικό μηχάνημα παλιό, ένα εκτυπωτικό μηχάνημα HITACHI, μια ετικετέζα, δύο κομπρεσέρ αέρος, ένα διαλογέα ελιών, ένα θερμαντικό για κάψουλες, ένα βιδωτικό για τάπες μπουκαλιών, μια τρόμπα λαδιού 3", μία τρόμπα λαδιού 21/2", δύο τρόμπες λαδιού 2", ένα φορτηγό ιδιωτικής χρήσης NISSAN PICKUP με αριθμό κυκλοφορίας ..., ένα φορτηγό ιδιωτικής χρήσης μάρκας MERCEDES 1193 (βυτίο) 8ton με αριθμό κυκλοφορίας ..., ένα φορτηγό ιδιωτικής χρήσης-κλειστό βυτιοφόρο μάρκας VOLVO F16 14ton με αριθμό κυκλοφορίας ..., πέντε γραφεία, έξι καρέκλες γραφείου, δύο βιβλιοθήκες, δύο καναπέδες τριθέσιους, έναν καναπέ μονοθέσιο, δύο ηλεκτρονικούς υπολογιστές, δύο εκτυπωτές και ένα fax. Καταρτίζοντας την ανωτέρω σύμβαση ενεχύρου, η οποία καταχωρήθηκε την 14-11-2014 με αριθμό …/2014 στο Βιβλίο Ενεχύρων του Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, η κατηγορουμένη ματαίωσε την ικανοποίηση των ήδη γεγεννημένων και προερχόμενων από πωλήσεις ελαιολάδου χρηματικών αξιώσεων συνολικού ύψους 299.716,20 ευρώ της εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία μάλιστα προκάλεσε την έκδοση της υπ' αριθ. 209/2014 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, σε εκτέλεση της οποίας επιβλήθηκε κατάσχεση στα κινητά πράγματα της ως άνω εταιρείας, δίχως ωστόσο να κατορθώσει να ικανοποιηθεί από αυτήν, ούτε βέβαια από την ακίνητη περιουσία της, η οποία ήταν βεβαρημένη με προσημειώσεις υποθηκών ύψους 600.000 ευρώ. 2) Ο δεύτερος κατηγορούμενος (Δ. Κ.) με πρόθεση παρείχε άμεση συνδρομή στην πρώτη κατηγορουμένη κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της κύριας πράξης της καταδολίευσης, ήτοι της με πρόθεση ματαίωσης ολικά της ικανοποίησης δανειστού, απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο. Ειδικότερα, επιθυμώντας να συνεισφέρει στη ματαίωση της ικανοποίησης της εταιρείας με την επωνυμία "...", συνεβλήθη ως δανειστής στην ως άνω σύμβαση ενεχύρου".
Με βάση τις παραδοχές αυτές που περιλαμβάνονται στο σκεπτικό και το διατακτικό, που αλληλοσυμπληρώνονται, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν περιέλαβε στην εν λόγω απόφαση την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Κ.Π.Δ. και του Συντάγματος ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για τη θεμελίωση του εγκλήματος της καταδολίευσης δανειστών, όπως αυτό τυποποιείται στη διάταξη του άρθρου 397 παρ. 2 του νέου ΠΚ, την οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε ως επιεικέστερη στην προκειμένη περίπτωση. Ειδικότερα, καίτοι η προκείμενη υπόθεση εκδικάσθηκε, ενώπιόν του στις 13/5/2021, δηλαδή μετά την ισχύ του νέου ΠΚ, και εντεύθεν επιβαλλόταν, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του ως άνω κώδικα, να εφαρμόσει τις επιεικέστερες για τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες διατάξεις, όπως δηλαδή αυτές ίσχυαν με το νέο Ποινικό Κώδικα, καθόσον σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης, ήτοι ότι η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα "ως Πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...." με πρόθεση ματαίωσε ολικά την ικανοποίηση του δανειστού της ως άνω εταιρείας, αλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα περιουσιακό της στοιχείο", η αποδιδόμενη σ' αυτήν αξιόποινη πράξη της καταδολίευσης δανειστών υπαγόταν στην διάταξη του άρθρου 397 παρ. 2 του ισχύοντος κατά τα ως άνω ν. ΠΚ. Περαιτέρω δε, καθόσον αφορά τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 στοιχ. β' του προϊσχύσαντος ΠΚ, παρότι αυτή είχε καταργηθεί, η δε νέα και εφαρμοστέα (άρ. 47), ήταν φανερά επιεικέστερη γι' αυτόν. Τούτο δε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης (σελ. 25 πρακτικών) όπου αναφέρονται οι διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1 β' και 397 παρ. 1 α' του ΠΚ προφανώς του προϊσχύσαντος κώδικα, διότι η μεν διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 β' δεν υφίσταται πλέον (από 1/7/2019), η δε διάταξη του άρθρου 397 παρ. 1 του πρ. ΠΚ περιλάμβανε και τα πραγματικά περιστατικά της προκείμενης υπόθεσης, τα οποία πλέον όμως, κατά τα προαναφερθέντα στην μείζονα σκέψη της παρούσας, υπάγονται από 1/7/2019 στην διάταξη του άρ. 397 παρ. 2 του ν. ΠΚ. Πέραν αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον δεν διαλαμβάνει περιστατικά τα οποία θεμελιώνουν τα απαιτούμενα πρόσθετα στοιχεία, κατ' άρ. 397 παρ.2 του ν. ΠΚ, της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της καταδολίευσης δανειστών, ήτοι : α) ενώ κατά τις παραδοχές της η απαίτηση της εγκαλούσας και υποστηρίζουσας την κατηγορία εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...." ως δανείστριας κατά της οφειλέτριας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... " ανέρχεται στο ποσό των [299.716,20] ευρώ, δεν παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση στοιχεία ως προς το ότι η εν λόγω απαίτηση είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη και β) δεν παρατίθενται στοιχεία ως προς το ότι η αναφερόμενη ολική ματαίωση της ικανοποίησης της απαίτησης της ανωτέρω εγκαλούσας εταιρείας, η οποία ματαίωση συντελέστηκε κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης με την κατάρτιση στις 19-9-2014 σύμβασης ενεχύρου μεταξύ της ανωτέρω οφειλέτριας εταιρείας ως "ενεχυράστριας" και των κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων ως "δανειστών" μέχρι του ποσού των εξακοσίων χιλιάδων ευρώ επί των αναφερομένων κινητών πραγμάτων κυριότητας της ως άνω οφειλέτριας εταιρείας, έγινε ενόψει της επικείμενης εκπλήρωσης της υποχρέωσης της τελευταίας προς την ως άνω εγκαλούσα. Επίσης, δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αξία την οποία είχαν τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό και διατακτικό της ενεχυρασθέντα στους κατηγορούμενους - αναιρεσείοντες κινητά πράγματα, πριν και μετά την κατάρτιση της ανωτέρω σύμβασης ενεχύρου, προκειμένου να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ολικής ή μερικής ματαίωσης της ικανοποίησης της ως άνω εγκαλούσας εταιρείας. Τέλος, δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ούτε η αξία της ακίνητης περιουσίας, ήτοι του ακινήτου στο οποίο αναφέρεται ότι στεγάζεται η ως άνω οφειλέτρια εταιρεία, προκειμένου να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ολικής ή μερικής ματαίωσης της ικανοποίησης της ως άνω εγκαλούσας εταιρείας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενόψει του ότι για την ορθή εφαρμογή των ως άνω επιεικέστερων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων απαιτείται να γίνει εκτίμηση των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, που αφορούν στα ως άνω πρόσθετα στοιχεία, που απαιτούνται πλέον για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης της καταδολίευσης δανειστών και της συνέργειας σ' αυτή.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση πλήττεται κατά τις διατάξεις της περί ενοχής ως στερούμενη της απαιτούμενης αιτιολογίας και για έλλειψη νόμιμης βάσης, ένεκα ασαφειών, αντιφάσεων και λογικών κενών ως προς τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων θεμελίωσε τα στοιχεία των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδίκασε τους αναιρεσείοντες, είναι βάσιμος, και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, και πρέπει η υπό κρίση δήλωση- αίτηση αναίρεσης, να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρα 519 και 522 του Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμό 24/2021 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κυπαρισσίας.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2022.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Φεβρουαρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ