ΔΗΛΩΣΗ ΑΠΟΧΗΣ - ΛΟΓΟΙ ΕΥΠΡΕΠΕΙΑΣ- ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΑΣΚΕΙ ΕΝΔΙΚΟ ΜΕΣΟ ΚΑΙ ΜΕΤΕΧΕΙ ΣΤΗΝ ΕΚΔΙΚΑΣΗ - ΑΠ 187-2024

ΠΕΡΙΛΗΨΗ :  Δήλωση αποχής. Σοβαροί λόγοι ευπρέπειας. Εισαγγελέας ασκεί ένδικο μέσο και συμμετέχει στην εκδίκαση .

Η εξαντλητική απαρίθμηση των σοβαρών λόγων ευπρεπείας δεν είναι δυνατή γιατί, εάν και πότε υπάρχουν τέτοιοι λόγοι, είναι ζήτημα πραγματικό, για το οποίο θα κρίνει κάθε φορά το αρμόδιο Δικαστήριο ή Συμβούλιο, που επιλαμβάνεται του θέματος, κατά τις κρατούσες δεοντολογικές αντιλήψεις. Γενικά, τέτοιοι λόγοι ευπρέπειας συντρέχουν, όταν η συμμετοχή του δικαστικού λειτουργού στην εκδίκαση συγκεκριμένης υποθέσεως μπορεί να δώσει αφορμή σε δυσμενές γι’ αυτόν σχόλιο για την αντικειμενική και ανεπηρέαστη, από οτιδήποτε και οποιονδήποτε, διερεύνησή της, με τρόπο ώστε να τίθεται σε αμφιβολία η ελεύθερη και μη προκατειλημμένη κρίση του (ΑΠ 889/2023, ΑΠ 167/2023, ΑΠ 1675/2023) .Η άποψη αυτή συμπορεύεται και με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με την οποία καθιερώνεται “το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη”, όχι με την έννοια της ορθότητας της αποφάσεως, αλλά της έγκαιρης, ουσιαστικής και αδιάβλητης υπό διαδικαστικές (δικονομικές) εγγυήσεις, διεξαγωγής της δίκης, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας και η έγκαιρη και αποτελεσματική προστασία του  διαδίκου. Μία από τις εγγυήσεις αυτές είναι η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με τον εθνικό νόμο (ΑΠ 1328/2022, ΑΠ 982/2020, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 1287/2018).

Τέτοιος όμως, σοβαρός λόγος ευπρέπειας, με την ανωτέρω έννοια της αμφισβήτησης της αντικειμενικότητας και αμεροληψίας του δικαστικού ή εισαγγελικού λειτουργού, δεν υφίσταται όταν ο Εισαγγελέας ή ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, έχει ασκήσει υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά ορισμένης ποινικής αποφάσεως και στη συνέχεια συμμετέχει ως Εισαγγελέας της έδρας στην εκδίκαση της ίδιας αιτήσεως αναιρέσεως, στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 40/2023).

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 187/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ – ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μαρία Βάρκα, Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Ελευθέριο Σισμανίδη και Γεώργιο Παπαγεωργίου – Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Οικονόμου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Ευθυμίας Καλογεροπούλου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2024, προκειμένου να αποφανθεί για τη δήλωση αποχής του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου  ….., που ορίσθηκε Εισαγγελέας έδρας του Ζ΄ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου της δικασίμου …., από τη με αριθμό εκθέματος 7 ποινική υπόθεση της ως άνω δικασίμου, η οποία αφορά δύο συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναίρεσης της υπ’ αριθμ. 988/2023 απόφασης του Β΄ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, α) του  ….., Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και β) του  …….

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Οικονόμου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την υπ’ αριθμ. πρωτ. 7/15-1-2024 πρόταση της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Όλγας Σμυρλή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

«Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 23 παρ. 2, 3 και 4 του Κ.Π.Δ., ενώπιον του Δικαστηρίου σας (ως Συμβούλιο), την από 8-11-2023 δήλωση αποχής του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου  ……. και εκθέτω τα ακόλουθα :

Η ως άνω δήλωση αποχής, υποβλήθηκε προς την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την 15-12-2023, από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου  ….., ως μέλους της σύνθεσης του Ζ΄ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και Αντεισαγγελέα της έδρας του Τμήματος αυτού, κατά τη δικάσιμο της  ….., σε σχέση με την υπ' αριθμ. 7 του εκθέματος ποινική υπόθεση, που αφορά δύο συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναίρεσης της υπ’ αριθμ. 988/2-2-2023 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, α) του ως άνω  … Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, και β) του  …….

Με την ανωτέρω δήλωση αποχής, ο δηλών θεωρεί ότι συντρέχει στο πρόσωπο του σοβαρός λόγος ευπρεπείας, κατ' άρθρο 23 Κ.Π.Δ. που επιβάλλει την αποχή του, από την άσκηση των καθηκόντων του, κατά την εκδίκαση της ως άνω υποθέσεως. Ο προβαλλόμενος λόγος ευπρεπείας έχει ως εξής :

<<Επειδή στο πρόσωπο μου, συντρέχουν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας, που επιβάλλουν την αποχή μου, από την άσκηση των καθηκόντων μου, στην ανωτέρω ποινική υπόθεση, κατά την έννοια του άρθρου 23§2 ΚΠΔ, αφού, εν προκειμένω, υφίσταται ταύτιση του προσώπου μου, ως ασκήσαντος το ένδικο μέσο της αναίρεσης και ως Εισαγγελέως, ο οποίος καλείται να κρίνει αυτό και να προτείνει, προς το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, επί της τυπικής και ουσιαστικής βασιμότητας του ή μη, παρακαλώ, όπως απαλλαγώ, από την άσκηση των καθηκόντων μου στη συγκεκριμένη υπόθεση, χάριν του συμφέροντος της δικαιοσύνης και της διασφάλισης του κύρους της, έτσι ώστε να μη δοθεί η εικόνα στους διαδίκους της ανωτέρω υποθέσεως (αν και αυτό δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα), προκατάληψής μου και υποκειμενικής διατυπώσεως της προτάσεως μου, προς το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου. Κατόπιν αυτών, θέτω υπόψη Σας τα ανωτέρω, κατ' άρθρο 23§§1 και 2 του ΚΠΔ. και παρακαλώ, για τις δικές Σας ενέργειες, έτσι ώστε να μου επιτραπεί να απέχω, από την άσκηση των καθηκόντων μου, ως Εισαγγελέως έδρας, επί της ανωτέρω υποθέσεως.>>

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 23 του νΚ.Π.Δ., εκτός των διαλαμβανομένων στο άρθρο 14 του ιδίου Κώδικα λόγων αποκλεισμού, με τη συνδρομή κάποιου των οποίων, τα δικαστικά πρόσωπα που αναφέρονται σε αυτό δεν δύνανται να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, ως και του αναφερομένου στο επόμενο άρθρο 15 λόγου εξαιρέσεως, που επιβάλλει επίσης την αποχή αυτών από την ενάσκηση των καθηκόντων τους σε ορισμένη υπόθεση, περίπτωση τέτοιας αποχής εμφανίζεται, επίσης, και όταν σοβαροί λόγοι ευπρεπείας επιβάλλουν αυτή. Ο όρος «ευπρέπεια» περιέχει κρίση αντικειμενική, ενώ «ευθιξία» είναι προσωπική εκτίμηση του ατόμου. Η εξαντλητική απαρίθμηση των σοβαρών λόγων ευπρέπειας είναι αδύνατη γιατί, εάν και πότε υπάρχουν τέτοιοι λόγοι, είναι ζήτημα πραγματικό, για το οποίο θα κρίνει κάθε φορά το αρμόδιο δικαστήριο ή συμβούλιο, που επιλαμβάνεται του θέματος, κατά τις κρατούσες δεοντολογικές αντιλήψεις. Γενικά τέτοιοι λόγοι ευπρεπείας συντρέχουν, όταν η συμμετοχή του δικαστικού λειτουργού στην εκδίκαση συγκεκριμένης υποθέσεως μπορεί να δώσει αφορμή σε δυσμενή γι’ αυτόν σχόλια, για την αντικειμενική και ανεπηρέαστη, από οτιδήποτε και από οποιονδήποτε διερεύνησή της, κατά τρόπο ώστε να τίθεται σε αμφιβολία η ελεύθερη και μη προκατειλημμένη κρίση του. Η άποψη αυτή συμπορεύεται και με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με την οποία καθιερώνεται «το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη», όχι με την έννοια της ορθότητας της απόφασης, αλλά της έγκαιρης, ουσιαστικής και αδιάβλητης υπό διαδικαστικές (δικονομικές εγγυήσεις), διεξαγωγής της δίκης, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας και η έγκαιρη και αποτελεσματική προστασία του διαδίκου. Μία από τις εγγυήσεις αυτές είναι η ανεξαρτησία και η αμεροληψία του δικαστηρίου, το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με τον εθνικό νόμο και αποφαίνεται επί της βασιμότητας της ποινικής κατηγορίας αν πρόκειται για ποινική υπόθεση. Άλλωστε, η ύπαρξη αντικειμενικού δικαστή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικότερης αρχής του κράτους δικαίου, που απορρέει από το Σύνταγμα και τις καθιερούμενες από αυτό εγγυήσεις υπέρ του πολίτη, ο οποίος έχει αξίωση να δικάζεται από αντικειμενικό αμερόληπτο δικαστή (Α.Π. 92/2020, Α.Π. 60/2020, Α.Π. 982/2020, Α.Π. 451/2018, Α.Π. 251/2017, Α.Π. 172/2017, Α.Π. 1180/2016).

Ειδικότερα, στην κατηγορία αυτή υπάγονται εκτός άλλων περιπτώσεων, που δικαιολογούν την αποχή, οι ιδιαίτερες άμεσες ή έμμεσες σχέσεις του δικαστή ή του εισαγγελέα, με κάποιον από τους διαδίκους (Α.Π. 400/2018, Α.Π. 1809/2016, Α.Π. 441/2013, Α.Π. 255/2017). Επίσης σύμφωνα με την παραγρ. 3 του ως άνω άρθρου 23, η δήλωση αποχής του δικαστικού λειτουργού, πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να στηρίζεται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και όχι αόριστα, προς αποφυγή απλώς του δηλούντος να δικάσει ορισμένη υπόθεση, εκτός άλλων και από έλλειψη σθένους.

Στην προκειμένη περίπτωση, η άσκηση των καθηκόντων του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου  ……, ως Αντεισαγγελέα της έδρας του Ζ΄ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, στην ως άνω ορισθείσα δικάσιμο της ……., παρά τα αναφερόμενα στην ως άνω δήλωσή του, δεν μπορεί να δώσει αντικειμενικά αφορμή σε δυσμενή γι’ αυτόν σχόλια, κατά τρόπο που να τίθεται σε αμφιβολία η ελεύθερη, αντικειμενική και μη προκατειλημμένη κρίση του. Δεδομένου ότι ο χειρισμός από τον ίδιο Αντεισαγγελέα υποθέσεων, που αφορούν τον ίδιο διάδικο (κατηγορούμενο) δεν συνιστά λόγο αποχής από τον χειρισμό μίας εκ των δύο υποθέσεων και αν ακόμη έχει εκφράσει τη γνώμη του, με την άσκηση σχετικής αναίρεσης κατά τα αναφερόμενα στη δήλωση του, κατά χειρισμό υπόθεσης, που αφορά τον ίδιο διάδικο.

Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν λόγοι αποκλεισμού ή εξαιρέσεως, οι αναφερόμενες στη δήλωση αποχής αιτιάσεις, δεν είναι ικανές να συμβάλουν στο ελάχιστο, ως προς την αμφισβήτηση της αμεροληψίας του δηλούντος την αποχή, στην εκδίκαση της ως άνω υποθέσεως. Άλλωστε, δεν προκύπτει από κάποιο στοιχείο, ότι ο τελευταίος δεν θα ασκήσει αμερόληπτα και απροκάλυπτα τα καθήκοντά του. Επομένως, δεν συντρέχουν σοβαροί λόγοι ευπρεπείας στο πρόσωπο του, που να επιβάλουν την αποχή του από την άσκηση των καθηκόντων του, ως Αντεισαγγελέα της έδρας του Ζ΄ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, σε σχέση με την εκδίκαση της προαναφερομένης υποθέσεως, κατά την ορισθείσα, δικάσιμο της ……...

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση δήλωση αποχής, ως αβάσιμη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Προτείνεται: Να απορριφθεί η από 8-11-2023 δήλωση αποχής του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου  ……, από την άσκηση των καθηκόντων του, ως Αντεισαγγελέα της έδρας του Ζ΄ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, κατά τη δικάσιμο της …….., για την εκδίκαση της υποθέσεως που αναφέρεται στην ως άνω δήλωση αποχής. Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Όλγα Σμυρλή».

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 15.12.3023 δήλωση, η οποία απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ………. ζητεί να του επιτραπεί, για σοβαρούς λόγους ευπρέπειας, να απέχει από την άσκηση των καθηκόντων του, στην υπόθεση που έχει προσδιορισθεί να δικαστεί στο Ζ΄ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 7, επί δύο συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως της υπ’ αρ. 988/2.2.2023 αποφάσεως του Β΄ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών κατά τη δικάσιμο της …., κατά την οποία έχει οριστεί ως Εισαγγελέας της έδρας, δεδομένου ότι ο ίδιος έχει ασκήσει, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, την αίτηση αναιρέσεως κατά του ως άνω κατηγορουμένου και ενόψει του ότι, όπως αναφέρει στην ως άνω δήλωση, «...εν προκειμένω, υφίσταται ταύτιση του προσώπου μου, ως ασκήσαντος το ένδικο μέσο της αναίρεσης και, ως Εισαγγελέας, ο οποίος καλείται να κρίνει αυτό και να προτείνει, προς το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, επί της τυπικής και ουσιαστικής βασιμότητας του ή μη, παρακαλώ, όπως απαλλαγώ, από την άσκηση των καθηκόντων μου στη συγκεκριμένη υπόθεση, χάριν του συμφέροντος της δικαιοσύνης και της διασφάλισης του κύρους της, έτσι ώστε να μη δοθεί η εικόνα στους διαδίκους της ανωτέρω υποθέσεως (αν και αυτό δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα), προκατάληψής μου και υποκειμενικής διατυπώσεως της προτάσεώς μου, προς το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου». Η δήλωση αυτή παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που συνεδριάζει ως Συμβούλιο, κατά το άρθρο 23 παρ. 4 ΚΠΔ (ΑΠ 441/2013, ΑΠ 2117/2013) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 14 του ίδιου Κώδικα λόγων αποκλεισμού, με τη συνδρομή κάποιου εκ των οποίων τα δικαστικά πρόσωπα, που αναφέρονται σ' αυτό, δεν δύνανται να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, ως και του αναφερομένου στο άρθρο 15 του ίδιου Κώδικα λόγου εξαιρέσεως, που επιβάλλει επίσης την αποχή αυτών από την ενάσκηση των καθηκόντων τους σε ορισμένη υπόθεση, περίπτωση τέτοιας αποχής εμφανίζεται επίσης και όταν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας επιβάλλουν αυτήν. Η εξαντλητική απαρίθμηση των σοβαρών λόγων ευπρεπείας δεν είναι δυνατή γιατί, εάν και πότε υπάρχουν τέτοιοι λόγοι, είναι ζήτημα πραγματικό, για το οποίο θα κρίνει κάθε φορά το αρμόδιο Δικαστήριο ή Συμβούλιο, που επιλαμβάνεται του θέματος, κατά τις κρατούσες δεοντολογικές αντιλήψεις. Γενικά, τέτοιοι λόγοι ευπρέπειας συντρέχουν, όταν η συμμετοχή του δικαστικού λειτουργού στην εκδίκαση συγκεκριμένης υποθέσεως μπορεί να δώσει αφορμή σε δυσμενές γι’ αυτόν σχόλιο για την αντικειμενική και ανεπηρέαστη, από οτιδήποτε και οποιονδήποτε, διερεύνησή της, με τρόπο ώστε να τίθεται σε αμφιβολία η ελεύθερη και μη προκατειλημμένη κρίση του (ΑΠ 889/2023, ΑΠ 167/2023, ΑΠ 1675/2023) . Η άποψη αυτή συμπορεύεται και με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με την οποία καθιερώνεται “το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη”, όχι με την έννοια της ορθότητας της αποφάσεως, αλλά της έγκαιρης, ουσιαστικής και αδιάβλητης υπό διαδικαστικές (δικονομικές) εγγυήσεις, διεξαγωγής της δίκης, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας και η έγκαιρη και αποτελεσματική προστασία του διαδίκου. Μία από τις εγγυήσεις αυτές είναι η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με τον εθνικό νόμο (ΑΠ 1328/2022, ΑΠ 982/2020, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 1287/2018). Τέτοιος όμως, σοβαρός λόγος ευπρέπειας, με την ανωτέρω έννοια της αμφισβήτησης της αντικειμενικότητας και αμεροληψίας του δικαστικού ή εισαγγελικού λειτουργού, δεν υφίσταται όταν ο Εισαγγελέας ή ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, έχει ασκήσει υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά ορισμένης ποινικής αποφάσεως και στη συνέχεια συμμετέχει ως Εισαγγελέας της έδρας στην εκδίκαση της ίδιας αιτήσεως αναιρέσεως, στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 40/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, ενώπιον του παρόντος Ζ΄ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου εκκρεμεί και έχει προσδιορισθεί προς εκδίκαση, με αριθμό πινακίου 7, κατά τη δικάσιμο της …, αίτηση αναιρέσεως του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ………κατά αποφάσεως που αφορά τον κατηγορούμενο ……, ενώ κατά την ως άνω δικάσιμο έχει ορισθεί Εισαγγελέας της έδρας, ο ίδιος ως άνω Εισαγγελικός Λειτουργός, ο οποίος υπέβαλε την ανωτέρω δήλωση αποχής για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Σύμφωνα όμως με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, από την τοιαύτη συμμετοχή του προαναφερόμενου Εισαγγελικού Λειτουργού στην ίδια υπόθεση ως ασκούντος το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως και ακολούθως ως Εισαγγελέα της έδρας που θα προτείνει επί της τυπικής και ουσιαστικής βασιμότητας αυτού, δεν συνάγεται βλάβη του συμφέροντος της δικαιοσύνης και της διασφάλισης του κύρους της, δεδομένου μάλιστα, ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο ανωτέρω Εισαγγελικός Λειτουργός δεν θα ασκήσει απροκατάληπτα το υπηρεσιακό του καθήκον. Ως εκ τούτου δεν προκύπτει κίνδυνος δημιουργίας υπονοιών μεροληψίας στο πρόσωπο του, αφού επιπλέον ούτε έχει οποιαδήποτε σχέση με τα διάδικα μέρη.

Συνεπώς, δεν συντρέχουν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας ώστε να απέχει αυτός από τα εισαγγελικά του καθήκοντα, κατά την εκδίκαση της ανωτέρω υποθέσεως. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η από 15.12.2023 δήλωση αποχής του προαναφερομένου Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ως αβάσιμη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.12.2023 δήλωση αποχής του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ……….., από την άσκηση των καθηκόντων του στη δικάσιμο της ……. του Ζ΄ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, κατά την εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως που ο ίδιος έχει ασκήσει στην υπόθεση με αριθ. πιν. 7 επί δύο συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 988/2-2-2023 αποφάσεως του Β΄ Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, που αφορά τον κατηγορούμενο ……..

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2024. Και,

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2024.-

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

 

Login