ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΠΟΚΙΝΗΣΗ ΒΙΑΣ Η ΜΙΣΟΥΣ - ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ- Α.Π.1691-2022

ΠΕΡΙΛΗΨΗ :  Άρθρο 1 παρ. 1 του ν.927/1979 «περί κολασμού πράξεων ή ενεργειών αποσκοπουσών εις φυλετικάς διακρίσεις».

Δημόσια πρόκληση σε πράξεις δυνάμενες να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος και βία κατά προσώπων εκ μόνου του λόγου του προσδιορισμού τους από το σεξουαλικό προσανατολισμό τους. Η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού πληρώνεται όταν κάποιος δημόσια προτρέπει άλλον ή άλλους σε πράξεις ή ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία εναντίον των ως άνω προσώπων. Η «προτροπή» αυτή πρέπει να είναι δημόσια, με την έννοια ότι μπορεί να εισακουστεί και να επηρεάσει οποιονδήποτε δέκτη, ανεξαρτήτως αν τελείται σε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, με δημόσιο ή ιδιωτικό μέσο, οπωσδήποτε μπορεί να συμβεί μέσω του διαδικτύου. Δεν συνιστά «προτροπή» η απλή έκφραση γνώμης, κριτικής έστω και δυσάρεστης ή επικριτικής για τα ως άνω πρόσωπα. Η «προτροπή» ενέχει παρότρυνση, παρόρμηση, διέγερση, ενθάρρυνση και παρακίνηση για την τέλεση ενεργειών, προϋπόθεση που δεν συντρέχει όταν αποβλέπει κάποιος με αυτήν στην αποδοχή και μόνον των απόψεών του. Οι πράξεις και οι ενέργειες, στις οποίες προτρέπει το υποκείμενο του εγκλήματος, πρέπει να είναι ικανές και πρόσφορες να προκαλέσουν «διακρίσεις, μίσος ή βία», χωρίς να απαιτείται και να προκληθούν. Το αποτέλεσμα της πρόσφορης πρόκλησης «διακρίσεων, μίσους ή βίας» πρέπει να έχει ως μοναδική αιτία και λόγο και να συνδέσει αποκλειστικά με τα ως άνω πρόσωπα που διαχειρίζονται από τη σεξουαλική τους προτίμηση, στα οποία περιλαμβάνονται οι ομοφυλόφιλοι, οι οποίοι έλκονται ερωτικά από τα άτομα του ιδίου φύλου.

-Το έννομο αγαθό που προστατεύεται με τις διατάξεις του ν. 927/1979 είναι το και συνταγματικά, άλλωστε, κατοχυρωμένο, δικαίωμα κάθε Έλληνα προς ίση μεταχείριση, ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και απαγόρευση κάθε διάκρισης που αφορά το άτομό του (άρθρα 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος). Αλλά και στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) ισχύει η απαγόρευση διακρίσεων κατά την απόλαυση δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται από τη Σύμβαση (άρθ. 14 αυτής σε συνδ. με άρθ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος).

Αριθμός 1691/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Φραγκάκη Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 42/2022 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Ελένη Κατσούλη – Εισηγήτρια, Δημήτριο Τράγκα και Ελένη Μπερτσιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2022, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Όλγας Σμυρλή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Γ Μ του Γ, κατοίκου Αλίμου Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Μαργωμένο, για αναίρεση της υπ΄αριθ. ΗΤ1139/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. 

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24-2-2022 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 256/22.

Αφού άκουσε

Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα ως προς τη διάταξη απόρριψης του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντα της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α' του ΠΚ και συνακόλουθα ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής στον αναιρεσείοντα ποινής, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 24/2/2022 και με αριθμό εκθέσεως 65/2022 αίτηση του Γ Μ του Γ, κατοίκου Αλίμου Αττικής, για αναίρεση της ΗΤ 1139/2021 απόφασης του Η΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της δημόσιας υποκίνησης βίας και μίσους), ασκήθηκε νομοτύπως (άρθ. 466 παρ. 1, 474 παρ. 2Α του ΚΠΔ) και εμπροθέσμως (άρθ. 473 παρ. 2 και 3 του ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη βασιμότητα των προβαλλομένων αναιρετικών λόγων από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.927/1979 «περί κολασμού πράξεων ή ενεργειών αποσκοπουσών εις φυλετικάς διακρίσεις» με τίτλο «δημόσια υποκίνηση βίας ή μίσους», όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.4285/2014, «1. Όποιος με πρόθεση, δημόσια, προφορικά ή δια του τύπου, μέσω του διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο ή τρόπο, υποκινεί, προκαλεί, διεγείρει ή προτρέπει σε πράξεις ή ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπου ή ομάδας προσώπων, που προσδιορίζονται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεολογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου «χαρακτηριστικά φύλου» (προσθ. με άρθρο 7 ν.4491/2017) ή την αναπηρία, κατά τρόπο που εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη ή ενέχει απειλή για τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα των ως άνω προσώπων, τιμωρείται με φυλάκιση τριών (3) μηνών έως τριών (3) ετών και με χρηματική ποινή πέντε έως είκοσι χιλιάδων (5.000 – 20.000) ευρώ». Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του ως άνω νόμου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 4 του ν.4285/2014 «1. Οι πράξεις που περιγράφονται στον παρόντα νόμο, καθώς και τα εγκλήματα που τελούνται συνεπεία αυτών, διώκονται αυτεπαγγέλτως. Ο παθών, κατά την υποβολή της έγκλησης, όπως και όταν παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, δεν καταβάλλει το σχετικό παράβολο υπέρ του Δημοσίου». Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται το τιμωρούμενο σε βαθμό πλημμελήματος έγκλημα της δημόσιας προκλήσεως σε πράξεις δυνάμενες να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος και βία κατά προσώπων εκ μόνου του λόγου του προσδιορισμού τους από το σεξουαλικό προσανατολισμό τους. Η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού πληρώνεται όταν κάποιος δημόσια προτρέπει άλλον ή άλλους σε πράξεις ή ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία εναντίον των ως άνω προσώπων. Η «προτροπή» αυτή πρέπει να είναι δημόσια, με την έννοια ότι μπορεί να εισακουστεί και να επηρεάσει οποιονδήποτε δέκτη, ανεξαρτήτως αν τελείται σε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, με δημόσιο ή ιδιωτικό μέσο, οπωσδήποτε μπορεί να συμβεί μέσω του διαδικτύου. Δεν συνιστά «προτροπή» η απλή έκφραση γνώμης, κριτικής έστω και δυσάρεστης ή επικριτικής για τα ως άνω πρόσωπα. Η «προτροπή» ενέχει παρότρυνση, παρόρμηση, διέγερση, ενθάρρυνση και παρακίνηση για την τέλεση ενεργειών, προϋπόθεση που δεν συντρέχει όταν αποβλέπει κάποιος με αυτήν στην αποδοχή και μόνον των απόψεών του. Οι πράξεις και οι ενέργειες, στις οποίες προτρέπει το υποκείμενο του εγκλήματος, πρέπει να είναι ικανές και πρόσφορες να προκαλέσουν «διακρίσεις, μίσος ή βία», χωρίς να απαιτείται και να προκληθούν. Το αποτέλεσμα της πρόσφορης πρόκλησης «διακρίσεων, μίσους ή βίας» πρέπει να έχει ως μοναδική αιτία και λόγο και να συνδέσει αποκλειστικά με τα ως άνω πρόσωπα που διαχειρίζονται από τη σεξουαλική τους προτίμηση, στα οποία περιλαμβάνονται οι ομοφυλόφιλοι, οι οποίοι έλκονται ερωτικά από τα άτομα του ιδίου φύλου. Η υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης αυτής πράξης πληρώνεται με τη γνώση και θέληση των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης, κατ΄ άρθρο 27 παρ. 1 του ΠΚ. Το έννομο αγαθό που προστατεύεται με τις διατάξεις του ν. 927/1979 είναι το και συνταγματικά, άλλωστε, κατοχυρωμένο, δικαίωμα κάθε Έλληνα προς ίση μεταχείριση, ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και απαγόρευση κάθε διάκρισης που αφορά το άτομό του (άρθρα 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος). Αλλά και στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) ισχύει η απαγόρευση διακρίσεων κατά την απόλαυση δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται από τη Σύμβαση (άρθ. 14 αυτής σε συνδ. με άρθ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος). Από άποψη ουσιαστικής εγκληματικής απαξίας, που στηρίζει την ποινική κύρωση, θα μπορούσε να λεχθεί ότι η διάταξη προστατεύει και αυτή ταύτη τη «δημόσια ευταξία ή τάξη», αφού ο ρατσιστικός λόγος ή λόγος μίσους αποτελεί μία κατάσταση που εγκυμονεί κινδύνους για τα ατομικά έννομα αγαθά των μελών της κοινωνίας και ειδικά των μελών εκείνων των πληθυσμιακών ομάδων, τις οποίες στοχοποιεί. Επισημαίνεται ότι οι διακρίσεις και η κοινωνική περιθωριοποίηση αφορούν όλους, αφού πλήττουν στον πυρήνα της την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και συρρικνώνουν την έννοια των ανθρώπινων δικαιωμάτων (ΑΠ 858/2020). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ΄ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους τα πραγματικά αυτά περιστατικά υπήχθησαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ΄ αρχήν να αιτιολογείται στην καταδικαστική απόφαση, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του και έτσι διαλαμβάνεται περί του δόλου αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή του κατηγορουμένου, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί να αναφέρονται αυτά γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται: α)τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, β)η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, γ)ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ΄ αυτά κατ΄ επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, αφού η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, δηλαδή να στηρίζεται σε ορισμένα δεδομένα της αποδεικτικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν κατ΄ αυτήν διότι τότε δημιουργούνται λογικά κενά, η αιτιολογία πάσχει και δεν είναι εμπεριστατωμένη. Εξάλλου, λόγο αναίρεσης αποτελεί κατ΄ άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασής του, με αριθμό ΗΤ1139/2021 το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ΄ είδος σ΄ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής:  «…..Στον Άλιμο Αττικής, στις 11.10.201 ο κατηγορούμενος, ως εκδότης – διευθυντής της εφημερίδας «……», εξέδωσε το με αριθμό (...) … φύλλο της ανωτέρω εφημερίδας με πρωτοσέλιδο «ΨΗΦΙΣΤΗΚΕ Ο ΝΟΜΟΣ ΕΚΤΡΩΜΑ ΑΠΟ 148 "ΑΝΩΜΑΛΟΥΣ" ΒΟΥΛΗ ΤΡΑΒΕΣΤΙ ΞΥΛΟ ΣΤΗΝ ΚΑΘΕ "ΑΔΕΛΦΗ"» και πέραν των προσβλητικών και ρατσιστικοί χαρακτηρισμών προς τους Έλληνες και Ελληνίδες Βουλευτές, που υπερψήφισαν το νομοσχέδιο για τη δήλωση μεταβολής φύλου, προέτρεψε ευθέως, με τον τίτλο «ΞΥΛΟ ΣΤΗΝ ΚΑΘΕ ‘ΑΔΕΛΦΗ"», τους αναγνώστες της εν λόγω εφημερίδας, σε πράξεις βίας σε βάρος των ομοφυλόφιλων, υποκινώντας, προκαλώντας και προτρέποντας με τον τρόπο αυτό άλλους σε πράξεις και ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος και βία κατά προσώπων και ομάδας προσώπων, που προσδιορίζονται με βάση το σεξουαλικό προσανατολισμό, κατά τρόπο που εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη και ενέχει απειλή για τη ζωή. την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα των ως άνω προσώπων. Με το εν λόγω δημοσίευμα δεν εξέφρασε απλώς γνώμη επ΄ ευκαιρία της ψήφισης του νομοσχεδίου για τη δήλωση μεταβολής φύλου, ούτε άσκησε απλώς κριτική στα δημόσια πράγματα και πρόσωπα στο πλαίσιο της ελευθερίας έκφρασης και ενημέρωσης του αναγνωστικού κοινού, απορριπτομένων των σχετικών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, αλλά υπερέβη το όριο της λεκτικής και ειδησεογραφικής ευπρέπειας και με τη φράση «ξύλο στην κάθε αδερφή», η οποία ενέχει απειλητικό και βίαιο περιεχόμενο (άρθρο 1 ν. 927/1979, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με το άρθρο 1 ν. 4285/2014), στοχοποίησε τους ομοφυλόφιλους, ήτοι ομάδα ατόμων που προσδιορίζονται με βάση το σεξουαλικό προσανατολισμό, με τρόπο αντικειμενικά πρόσφορο να προκαλέσει σε αυτούς τρόμο και ανησυχία με την αναγγελία επικείμενου κακού, ήτοι παράνομης πράξης («ξύλο»), που εκθέτει σε άμεσο κι επικείμενο κίνδυνο τη δημόσια τάξη. δημιουργώντας ένταση και προτρέποντας τους αποδέκτες, όπου και αν αυτοί βρίσκονται, να εκτραπούν σε βιαιοπραγίες, καταλύοντας την ευταξία του κοινωνικού χώρου, ενώ ενέχει απειλή για τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα και την ελευθερία των εν λόγω προσώπων. Το εν λόγω δημοσίευμα με την ανωτέρω φράση ήταν πρόσφορο να προκαλέσει άμεσο κι επικείμενο κίνδυνο και να διαταράξει την ομαλή κι ειρηνική κοινωνική συμβίωση και να πλήξει τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων, καθώς αποτυπώθηκε με έντονα κεφαλαία γράμματα και δη στο πρωτοσέλιδο πανελλήνιας κυκλοφορίας εφημερίδας, η οποία επηρεάζει τους αναγνώστες της, με σκοπό όχι την αποδοχή απλώς των απόψεων του κατηγορουμένου, αλλά την πρόκληση απόφασης σε άλλους να τελέσουν βίαιες πράξεις κατά των μελών της πληθυσμιακής ομάδας που στοχοποιεί και δη σε συνθήκες ήδη υφιστάμενης κοινωνικής έντασης ενόψει της επικείμενης ψήφισης του προρρηθέντος νομοσχεδίου. Επομένως, ο κατηγορούμενος, ο οποίος ως εκ της επαγγελματικής του ιδιότητας γνώριζε ότι ο λόγος του έχει δύναμη κι αποτελεσματικότητα, γνώριζε και είχε τη βούληση, μέσω του εν λόγω δημοσιεύματος, που ήταν προσιτό σε ένα μεγάλο αριθμό ατόμων, και χρησιμοποιώντας σαφή φρασεολογία ιδιαίτερα υψηλής έντασης και με επιτακτικό ύφος και τόνο, να παρακινήσει τους αναγνώστες σε τέλεση βίαιων πράξεων κατά συγκεκριμένων ατόμων. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη που του αποδίδεται.

Περαιτέρω, ο συνήγορος υπεράσπισης ζήτησε να αναγνωρισθεί στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α, β και ε ΠΚ. Ωστόσο, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν απεδείχθη ότι αυτός έζησε σύννομα έως τον χρόνο τέλεσης της ανωτέρω πράξης, ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια κι ότι συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, αφού ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, πέραν από την επανάληψη της διατύπωσης των διατάξεων του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ, δεν προσκόμισε κανένα έγγραφο προς επίρρωση των ισχυρισμών του, ο δε προταθείς μάρτυρας υπεράσπισης δεν κατέθεσε κάτι σχετικό κατά την εξέτασή του. Συνεπώς, οι εν λόγω ισχυρισμοί πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι.»

Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της δημόσιας υποκίνησης βίας και μίσους, για την οποία του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, ανασταλείσα επί τριετία, και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, με το ακόλουθο διατακτικό: «ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτόν ένοχο του ότι: Στον Άλιμο Αττικής στις 1 1.10.2017 με πρόθεση δημόσια, προφορικά ή δια του τύπου, μέσω του διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο ή τρόπο, υποκίνησε, προκάλεσε, διέγειρε ή προέτρεψε σε πράξεις ή ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπου ή ομάδας προσώπων, που προσδιορίζονται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, το σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου ή την αναπηρία. Κατά τρόπο που εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη ή ενέχει απειλή για τη ζωή. την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα των ως άνω προσώπων. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος, ως εκδότης - διευθυντής της εφημερίδας « …..», κατά την ανωτέρω αναφερόμενη ημερομηνία, ήτοι στις 11.10.2017, εξέδωσε το με αριθμό (...) … φύλλο της ανωτέρω εφημερίδας με πρωτοσέλιδο «ΨΗΦΙΣΤΗΚΕ Ο ΝΟΜΟΣ ΕΚΤΡΩΜΑ ΑΠΟ 148 "ΑΝΩΜΑΛΟΥΣ" ΒΟΥΛΗ ΤΡΑΒΕΣΤΙ ΞΥΛΟ ΣΤΗΝ ΚΑΘΕ "ΑΔΕΛΦΗ"» και πέραν των προσβλητικών και ρατσιστικών χαρακτηρισμών προς τους Έλληνες και Ελληνίδες Βουλευτές, που υπερψήφισαν το νομοσχέδιο για τη δήλωση μεταβολής φύλου, προέτρεψε ευθέως, με τον τίτλο «ΞΥΛΟ ΣΤΗΝ ΚΑΘΕ 'ΆΔΕΛΦΗ"», τους αναγνώστες της εν λόγω εφημερίδας, σε πράξεις βίας σε\βάρος των ομοφυλόφιλων, υποκινώντας, προκαλώντας και προτρέποντας με τον τρόπο αυτό άλλους σε πράξεις και ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος και βία κατά προσώπων και ομάδας προσώπων, που προσδιορίζονται με βάση το σεξουαλικό προσανατολισμό, κατά τρόπο που εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη και ενέχει απειλή για τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα των ως άνω προσώπων. Απορρίπτει ισχυρισμούς περί αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α΄, β΄ και ε΄ ΠΚ».

Με τις ως άνω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή της ως άνω αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο ήδη αναιρεσείων, αφού εκτίθενται σ΄αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά (πραγματικά περιστατικά) στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26, 27 παρ. 1 του ΠΚ και άρθρου 1 του ν.927/1979, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.4285/2014, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα και σε σχέση με τις επιμέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και στο διατακτικό αυτής, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, διαλαμβάνεται ότι: α)το επίμαχο κείμενο ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, ως εκδότης – διευθυντής της εφημερίδας «…..», δημοσίευσε σε φύλλο της παραπάνω εφημερίδας που εξέδωσε στις 11-10-2017, και έλαβε γνώση αυτού αόριστος αριθμός πολιτών, δεδομένου ότι η εφημερίδα αυτή κυκλοφορεί πανελληνίως. β)το ως άνω δημοσίευμα είχε προφανή σκοπό να θυματοποιήσει (στοχοποιήσει) την ομάδα προσώπων που προσδιορίζονται από τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους και δη τους ομοφυλόφιλους, με τη διέγερση εχθρικών συναισθημάτων σε βάρος τους, γ)το επίμαχο κείμενο, πέραν από τους χαρακτηρισμούς κατά των Ελλήνων Βουλευτών που υπερψήφισαν το νομοσχέδιο για τη δήλωση μεταβολής φύλου, περιέχει προτροπές και ενέχει απειλές εναντίον της παραπάνω ομάδας προσώπων, που ήταν πρόσφορες να προκαλέσουν τρόμο και ανησυχία σ΄ αυτούς, με την αναγγελία επικείμενου κακού «ΞΥΛΟ ΣΤΗΝ ΚΑΘΕ ΑΔΕΛΦΗ», δ)συνεπεία αυτών των προτροπών κινδυνεύει η ειρηνική και ομαλή συμβίωση των ανωτέρω προσώπων και ακόμη υφίσταται κίνδυνος προσβολής των ατομικών δικαιωμάτων των μελών της ομάδας αυτής, αφού η συγκεκριμένη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος μπορεί να υποκινήσει μίσος κατά των ομοφυλοφίλων και είναι πρόσφορη, λόγω της έντασης των λόγων της, των χαρακτηρισμών που χρησιμοποιεί και των προτροπών του, να προκαλέσει στο μέσο άνθρωπο έντονα συναισθήματα απέχθειας, αποστροφής και εχθρότητας κατά των μελών της ομάδας αυτής, τα οποία (συναισθήματα) αντικειμενικά είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε κίνδυνο τέλεσης πράξεων βίας κατά των συγκεκριμένων προσώπων, διασαλεύοντας την ειρηνική και ομαλή κοινωνική συμβίωση αυτών. Η παραδοχή για δυνατότητα πρόκλησης μίσους κατά των ανωτέρω προσώπων δημιουργεί την προσφορότητα που απαιτείται, κατά την κρίσιμη διάταξη, να προκληθούν και βίαιες πράξεις εναντίον τους, δεδομένου ότι το μίσος αντικειμενικά αποτελεί το υπόβαθρο και την ιδιαίτερη εκείνη ψυχολογική κατάσταση για να εκτραπεί ο άνθρωπος σε βιαιότητες ή σε ενέργειες που απειλούν ή προσβάλλουν τη ζωή, την ελευθερία και τη σωματική ακεραιότητα άλλων και εν προκειμένω, μέλους ή μελών της εν λόγω ομάδας προσώπων και ε)ο αναιρεσείων, λόγω της επαγγελματικής του ιδιότητας, γνώριζε ότι ο λόγος του έχει δύναμη και αποτελεσματικότητα, και είχε τη βούληση με το ως άνω δημοσίευμα να παρακινήσει τους αναγνώστες σε τέλεση βίαιων πράξεων κατά συγκεκριμένων ατόμων. Εξάλλου, η αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 927/1979 απαιτεί κοινό δόλο και η υποκειμενική της υπόσταση πληρούται με τη γνώση και θέληση των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης αυτής, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία για τη στοιχειοθέτηση του στοιχείου αυτού. Ουδεμία δε αντίφαση υπάρχει στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τον τρόπο τέλεσης της αξιόποινης πράξης της παράβασης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 927/1979, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με τις ως άνω παραδοχές, αφού διαλαμβάνεται σ΄ αυτήν ότι το επίμαχο δημοσίευμα περιέχει προτροπές και ενέχει απειλές εναντίον της παραπάνω ομάδας προσώπων που ήσαν ικανές και πρόσφορες να προκαλέσουν «διακρίσεις, μίσος και βία» κατά των συγκεκριμένων προσώπων που προσδιορίζονται με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή (εκ πλαγίου) της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε, είναι αβάσιμοι.

Η κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει, ειδικά, τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους (Ολ.ΑΠ 2/2005, ΑΠ 755/2022). Περαιτέρω, αυτοτελής ισχυρισμός, είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για τη συνδρομή στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα ποινής. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται ιδίως: α)η υπό στοιχείο α΄, «το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρύ πλημμέλημα», β)η υπό στοιχείο β΄, «το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από μη ταπεινά αίτια», και γ)η υπό στοιχείο ε΄, «το ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του». Κριτήριο για τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α΄ του ΠΚ πλέον είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου. Κατά την γραμματική ερμηνεία της κρίσιμης για την εφαρμογή της διάταξης αυτής λέξης «σύννομη» έτσι χαρακτηρίζεται η ζωή του ατόμου όταν το τελευταίο καθ΄ ολη τη διάρκεια της ζωής του και μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης, σέβεται τα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαϊκών κανόνων που τα προστατεύουν, κατά την τέλεση πράξεων που ρυθμίζονται από σχετικό νόμο, συμμορφώνεται με αυτόν, ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε αυτή τη σταθερή στάση της ζωής του, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από τον συγκεκριμένο δράστη. Έτσι, ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο αλλά με την από πεποίθηση – υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς του, κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη. Άλλωστε, το μεν η παραβίαση των νόμων δεν θεμελιώνει πάντοτε αξιόποινη πράξη, το δε πολλάκις αξιόποινες πράξεις παραμένουν στην αφάνεια. Συνακόλουθα, αν κάποιος παραβιάζει ή δεν σέβεται αστικούς κανόνες, η συνδρομή στο πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης δεν έχει έρεισμα στο νόμο, το δε λευκό ποινικό μητρώο απλά συνεκτιμάται από το δικαστήριο στα πλαίσια που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 177 και 178 του ΚΠΔ για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης για την ύπαρξη του σύννομου βίου προκειμένου να αποφανθεί επί του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού. Από το συνδυασμό όλων όσων προεκτέθηκαν είναι φανερό πως για τη θεμελίωση του σύννομου βίου λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του κηρυχθέντος ενόχου μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης, λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, και επί πλέον προϋπόθεση της αποδοχής ή μη του σχετικού ισχυρισμού είναι ότι η επιβλητέα σε εκατέρα των περιπτώσεων ποινή είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας (Ολ.ΑΠ 2/2022). Περαιτέρω, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης των μη ταπεινών αιτίων κατά την έννοια του εδ. β΄ της παρ. 2 του ως άνω άρθρου 84 του ΠΚ, απαιτείται ο υπαίτιος να ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια, που ως τοιαύτα νοούνται τα μη αντίθετα προς την κοινή, περί ηθικής ή κοινωνικής τάξεως, συνείδηση και τα μη μαρτυρούντα διαστροφή χαρακτήρα και κακοβουλία του δράστη, για δε το ορισμένο της απαιτείται να εκτίθενται και τα αίτια αυτά, που ώθησαν τον κατηγορούμενο στην πράξη του. Η δε μη ταπεινότητα των αιτίων, από τα οποία ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη, που του αποδίδεται, θα κριθεί όχι υποκειμενικώς, δηλαδή κατά την αντίληψη του δράστη, αλλά αντικειμενικώς, δηλαδή κατά την αντίληψη της κοινωνίας. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι ορισμένα περιστατικά συνιστούν ή όχι ταπεινά αίτια, είναι κρίση ως προς τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 934/2018). Τέλος, για να συντρέξει η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει να διαπιστώνεται θετική και επωφελής για το κοινωνικό σύνολο στάση και συμπεριφορά του κατηγορουμένου, με κριτήριο την αντίστοιχη του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της πράξης, για την οποία καταδικάστηκε, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης εκ μέρους του των συνεπειών της πράξης του και σταθερής εναρμονίσεώς του προς τις επιταγές της έννομης τάξης (ΑΠ 188/2022, ΑΠ 755/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, δια του οποίου ο τελευταίος εκπροσωπείτο, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, υπέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικώς, αυτοτελείς ισχυρισμούς περί αναγνωρίσεως της συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων, επικαλούμενος α)ως προς την ελαφρυντική περίσταση 84 παρ. 2α ότι το ποινικό του μητρώο είναι λευκό και ειδικότερα ότι προ του χρόνου τελέσεως της αποδιδόμενης σ΄ αυτόν πράξης έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή και εν γένει κοινωνική ζωή, φρόντισε την οικογένειά του, υπήρξε αποδοτικός στην εργασία του και συνεπής στις υποχρεώσεις του έναντι της οικογένειάς του και του κοινωνικού συνόλου, μέχρι δε την εμπλοκή του στην συγκεκριμένη υπόθεση δεν υπέπεσε σε σοβαρό παράπτωμα ενώ και δεν είχε αναμειχθεί σε πράξεις ή δραστηριότητες ανήθικες ή αντικοινωνικές, επιδεικνύοντας σύννομη συμπεριφορά, β)ως προς την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ ότι προέβη στη δημοσίευση του από 1-10-2017 πρωτοσέλιδου της εφημερίδας … προκειμένου να παρουσιάσει τη μεταβολή των κοινωνικών αντιλήψεων απέναντι στα άτομα με συγκεκριμένο σεξουαλικό προσανατολισμό («ομοφιλόφυλοι») χωρίς να έχει πρόθεση του αναγνωστικού κοινού της εφημερίδας στην τέλεση πράξεων βίας ή μίσους κατά των ανωτέρω ατόμων και γ)ως προς την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2ε ότι από την τέλεση της πράξης μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης από το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο διάγει βίο έντιμο, χωρίς να έχει υποπέσει κατ΄ ελάχιστον σε άλλο παράπτωμα, ασχολούμενος με την εργασία του και την φροντίδα της οικογενείας του.»

Με αυτά που δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Δικαστήριο της ουσίας στην προπαρατεθείσα αιτιολογία επί της ενοχής του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου, επαρκώς αιτιολογημένα, απάντησε, κατά τα προβλεπόμενα στις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, σχετικά με την απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος να του αναγνωρισθεί η συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων των μη ταπεινών αιτίων και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη του, του άρθρου 84 παρ. 2β΄ και 2ε΄ του ΠΚ, αφού εκθέτει σ΄ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, δεχθέν ότι δεν προέκυψε ότι ωθήθηκε αυτός στην πράξη του από μη ταπεινά ελατήρια. Και τούτο διότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι τέλεσε την πράξη του από μη ταπεινά αίτια, συνοδεύεται από περιστατικά, που συνιστούν άρνηση του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου του σε σχέση με την κατηγορία, επικαλούμενος ότι «ουδεμία πρόθεση είχα να παρακινήσω το αναγνωστικό κοινό της εφημερίδας στην τέλεση πράξεων βίας ή μίσους κατά των ανωτέρω ατόμων». Επίσης, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενό του δεν ήταν επαρκώς ορισμένος ο έτερος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος της καλής συμπεριφοράς του μετά την πράξη, αφού προς θεμελίωσή του, πέραν της επίκλησης καλής και συνήθους συμπεριφοράς του, δεν επικαλέστηκε πραγματικά περιστατικά, θετικά και δηλωτικά της σαφούς μεταστροφής του χαρακτήρα του ή διακριτής αλλαγής του τρόπου ζωής του και της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσής του, για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, ώστε να καταφάσκεται η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση. Παρά την τοιαύτη αοριστία του, το Δικαστήριο, καίτοι δεν ήταν υποχρεωμένο, διέλαβε την αναφερόμενη στο σκεπτικό αιτιολογία για την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος, όμως, λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το έτερο σκέλος του, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ) ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου για αναγνώριση στο πρόσωπό του της συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ, γενόμενη με την παραδοχή ότι «από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν απεδείχθη ότι αυτός έζησε σύννομα έως το χρόνο τέλεσης της ανωτέρω πράξης» είναι βάσιμος. Και τούτο διότι, πέραν του ότι δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα στην κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για την απόρριψη της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης, δεν εκτίθενται σ΄ αυτή (απόφαση), για την πληρότητα και την επάρκεια της αιτιολογίας, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, που είναι αποκαλυπτικά της συμπεριφοράς και της εν γένει προσωπικότητας του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου και υποδηλώνουν έλλειψη πραγματικού σεβασμού εκ μέρους του τελευταίου των εννόμων αγαθών στην καθημερινή ζωή, έλαβαν δε χώρα πριν από την τέλεση της πράξης του, και τα οποία (πραγματικά περιστατικά) ήταν στοιχεία αρνητικά για την αναγνώριση της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης, λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη του.

Σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 7 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, που ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ορίζεται ότι «στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε». Στις λοιπές διατάξεις του άρθρου 79 περιλαμβάνονται γενικοί κανόνες για τον τρόπο επιμέτρησης της ποινής, η συγκεκριμενοποίηση της οποίας ανήκει στο δικαστή, στον οποίο παρέχονται τα κριτήρια του in concreto καθορισμού, εντός των ορίων των ως άνω διατάξεων, οπότε δεν τίθεται θέμα εφαρμογής επιεικέστερων για τον κατηγορούμενο διατάξεων για την επιμέτρηση της ποινής. Περαιτέρω η αιτιολογία της επιμέτρησης της ποινής συνδέεται με την αιτιολογία περί ενοχής, αφού τα στοιχεία βάσει των οποίων καθορίζεται ενυπάρχουν στην υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, στις οποίες εμπεριέχονται και τα ενδεικτικώς αναφερόμενα στοιχεία της νέας διάταξης, η ρύθμιση δε περί εκτενούς αναφοράς αιτιολογίας για την επιμέτρηση της ποινής θα μπορούσε να προκαλέσει άσκοπη επανάληψη του σκεπτικού περί της ενοχής στην απόφαση περί της ποινής (ΑΠ 213/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του επέβαλε στον αναιρεσείοντα – κατηγορούμενο για την αξιόποινη πράξη, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, με ειδική σκέψη του κατά το ουσιαστικό μέρος για την επιβολή της ποινής έλαβε υπόψη, κατά πιστή μεταφορά: «α)για μεν τη βαρύτητα του εγκλήματος που αυτός τέλεσε, τη φύση, το είδος του αδικήματος και τις περιστάσεις χρόνου και τόπου που συνόδευσαν την εκτέλεσή του, και β)για δε το βαθμό της ενοχής του, το δόλο του, τον σκοπό που επιδίωξε, το χαρακτήρα του, το βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, συνεκτιμώντας παράλληλα και τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, που δεν υπερέβη τον εύλογο χρόνο, χωρίς να ληφθούν υπόψη τα στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από το νομοθέτη για τον προσδιορισμό των απειλούμενων ποινών». Για την εκτίμηση των ως άνω στοιχείων το Δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποίησε τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 του ΠΚ, που ειδικώς μνημονεύει στην απόφαση, δεν ήταν δε υποχρεωμένο να διαλάβει στην απόφασή του άλλη ειδικότερη αιτιολογία. Επομένως, η από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠΔ αναιρετική αιτίαση, με την οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι δεν εφάρμοσε ορθώς το άρθρο 79 του ΚΠΔ, καθόσον κατά την επιμέτρηση της ποινής δεν συνεκτίμησε τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο τον αναιρεσείοντα και τους οικείους του, είναι αβάσιμη. Τέλος, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη. Η αρχή της αναλογικότητας αναγνωρίζεται ήδη με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. β΄ του Συντάγματος, κατά το οποίο οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν, κατά το Σύνταγμα, να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Η παραβίαση της αρχής αυτής πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ενόψει και του ύψους της ποινής, που έχει επιβληθεί, ή τη μικρή ή μεγάλη απαξία της αξιόποινης πράξης, εφόσον και αυτή αποτελεί ένα από τα κριτήρια, των οποίων η συνεκτίμηση διαμορφώνει την κρίση του δικαστηρίου για την υπέρβαση ή μη της ως άνω αναλογικότητας (Ολ.ΑΠ 14/2001, ΑΠ 1040/2019, ΑΠ 1144/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και σε χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ για την αξιόποινη πράξη της δημόσιας υποκίνησης βίας και μίσους. Η επιμέτρηση της ποινής, ανήκουσα στην κυριαρχική και ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, έγινε μέσα στα όρια που διαγράφει ο νόμος για τα εν λόγω πλημμελήματα, με την επιβολή δε στον αναιρεσείοντα της παραπάνω ποινής, η οποία δεν κρίνεται δυσανάλογη, ενόψει της απαξίας του ανωτέρω εγκλήματος, ουδόλως παραβιάστηκε εν προκειμένω η υπαγορευόμενη από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ αρχή της αναλογικότητας. Επομένως, ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠΔ για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 79 του ΠΚ, είναι αβάσιμος.

Κατ΄ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη μόνο ως προς τη διάταξή της περί απόρριψης της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α΄του ΠΚ και, σε περίπτωση που αυτή γίνει δεκτή και ως προς τη διάταξή της περί επιβολής στον αναιρεσείοντα ποινής για την πράξη, για την οποία καταδικάστηκε, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα, ως προς αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει την υπόθεση (άρθ. 522 του ΚΠΔ) και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την ΗΤ 1139/2021 απόφαση του Η΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και δη μόνον ως προς τη διάταξή της περί απόρριψης της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α΄ του ΠΚ και, σε περίπτωση που αυτή γίνει δεκτή, και ως προς τη διάταξή της περί επιβολής στον αναιρεσείοντα ποινής για την πράξη, για την οποία καταδικάστηκε.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της για νέα, ως προς αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει την υπόθεση.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 24-2-2022 και με αριθμό εκθέσεως 65/2022 αίτηση – δήλωση του Γ Μ του Γ, κατοίκου Αλίμου Αττικής, για αναίρεση της ΗΤ 1139/2021 απόφασης του Η΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. 

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2022.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                  Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login