ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΣΤΟ ΑΚΡΟΑΤΗΡΙΟ- ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ ΠΡΟΣΩΠΩΝ - ΑΠ 1211-2023

ΠΕΡΙΛΗΨΗ :  Δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.

-Η συνεδρίαση δεν παύει να είναι δημόσια όταν το δικαστήριο απομακρύνει από το ακροατήριο συγκεκριμένο πρόσωπο (που φωνασκεί) ή συγκεκριμένη ομάδα προσώπων, διότι με την απόφαση αυτή δεν εμποδίζεται η είσοδος στο ακροατήριο γενικώς των πολιτών, δηλαδή αδιακρίτως όλων των λοιπών προσώπων που επιθυμούν να παρακολουθήσουν τη διαδικασία, καθόσον με αυτήν την απόφαση δεν καθορίζονται κριτήρια για την είσοδο των επιθυμούντων να εισέλθουν για να παρακολουθήσουν τη δίκη, αλλά εμποδίζεται για συγκεκριμένο χρόνο η είσοδος συγκεκριμένων προσώπων (ΑΠ 1227/2015).Έτσι, η εκ παραδρομής ή σφάλματος τήρηση της διάταξης του άρθρου 350 παρ.1 του ΚΠΔ και στην κατ΄ έφεση δίκη, δεν συνιστά παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.

Αριθμός 1211/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Φραγκάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Κατσούλη – Εισηγήτρια, Δημήτριο Τράγκα, Ελένη Μπερτσιά και Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2023, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αριστοτέλη Χριστόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας – κατηγορουμένης  ………, κατοίκου Κορυδαλλού Αττικής, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χριστόδουλο Δερδεμέζη, για αναίρεση της υπ'αριθμ. ΑΤ2147/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον  ……, κάτοικο Καλλιθέας Αττικής, που δεν εμφανίστηκε.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ΄ αριθμ. πρωτ. 1199/10-2-2023 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 256/23.

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 9-2-2023 αίτηση της  ….., κατοίκου Κορυδαλλού Αττικής, (ασκηθείσα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, δυνάμει της από 8-2-2023 σχετικής εξουσιοδότησης, με δήλωσή της επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 10-2-2023), για αναίρεση της ΑΤ 2147/2022 απόφασης του Α΄Τριμελούς Πλήμμελειοδικείου Πειραιώς (το οποίο δίκασε σε δεύτερο βαθμό και κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη της αξιόποινης της παράβασης του άρθρου 232Α΄ του ΠΚ κατ΄ εξακολούθηση, για την οποία της επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία) έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως κατά τις διατάξεις των άρθρων 466 παρ.1, 473 παρ.2 και 3 και 474 παρ.2Α΄ του ΚΠΔ. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλομένων αναιρετικών λόγων. Σημειώνεται ότι, όπως προκύπτει από 4-4-2023 και 5-4-2023 αποδεικτικά επίδοσης της Επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Ανδριάνας Σκορδάκη, ο υποστηρίζων την κατηγορία  …… κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στη συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν και αυτός παρών. (άρθ. 515 παρ.2 του ΚΠΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 232 Α΄ του ΠΚ που ίσχυσε μέχρι την 30-6-2019, με βάση την οποία διώχθηκε η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα «Όποιος με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε σε προσωρινή διαταγή δικαστή ή δικαστηρίου ή σε διάταξη δικαστικής αποφάσεως, με την οποία υποχρεώθηκε σε παράλειψη ή σε ανοχή ή σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του ή σε διάταξη εισαγγελέα σχετική με την προσωρινή ρύθμιση της νομής μεταξύ ιδιώτη και Δημοσίου ή ΟΤΑ ή άλλου ΝΠΔΔ, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη». Η εν λόγω διάταξη μετά την ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα από 1-7-2019, μεταφέρθηκε εν μέρει από το κεφάλαιο των εγκλημάτων σχετικά με την απονομή της δικαιοσύνης στο κεφάλαιο των εγκλημάτων σχετικά με τις προσβολές της πολιτειακής εξουσίας και συγκεκριμένα αριθμήθηκε ως άρθρο 169Α του νέου Ποινικού Κώδικα, με τίτλο «παραβίαση δικαστικών αποφάσεων». Σύμφωνα δε με την παρ.1 του νέου αυτού άρθρου «Όποιος δεν συμμορφώθηκε σε προσωρινή διαταγή ή διάταξη δικαστικής ή εισαγγελικής απόφασης σχετική με τη ρύθμιση της νομής ή της κατοχής, την άσκηση της γονικής μέριμνας, την επικοινωνία με το τέκνο και τη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης και της κατανομής των κινητών μεταξύ συζύγων, τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή». Ακολούθως δε, μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 3 του ν.4637/2019 τιμωρείται «με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή». Ήδη η ως άνω διάταξη, μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 34 του ν.4855/12-11-2021 διαμορφώνεται ως εξής: «Όποιος δεν συμμορφώθηκε  σε προσωρινή διαταγή ή διάταξη δικαστικής απόφασης πολιτικού δικαστηρίου ή σε εισαγγελική διάταξη που αφορούν τη ρύθμιση της νομής ή της κατοχής, την άσκηση της γονικής μέριμνας, την επικοινωνία με το τέκνο και τη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης και της κατανομής των κινητών μεταξύ συζύγων ή την απαγόρευση προσέγγισης και επικοινωνίας μεταξύ προσώπων, τιμωρείται έως τρία έτη ή χρηματική ποινή….». Από την αντιπαραβολή της παλαιάς και νέας διατάξεως του ως άνω άρθρου, σαφώς προκύπτει, ότι η τελευταία είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, αφού απαλείφθηκε από αυτήν η περίπτωση της εκ προθέσεως μη συμμόρφωσης σε προσωρινή διαταγή δικαστή ή δικαστηρίου ή σε διάταξη δικαστικής αποφάσεως, με την οποία υποχρεώθηκε (ο κατηγορούμενος) σε παράλειψη ή σε ανοχή ή σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του, η οποία (πράξη) δεν είναι πλέον αξιόποινη, ενόψει του ότι τιμωρείται μόνο όποιος δεν συμμορφώνεται σε προσωρινή διαταγή ή διάταξη δικαστικής ή εισαγγελικής αποφάσεως σχετικής με τη ρύθμιση της νομής ή της κατοχής, την άσκηση της γονικής μέριμνας, την επικοινωνία με το τέκνο και τη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης και της κατανομής των κινητών μεταξύ συζύγων (ΑΠ 588/2020). Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει, ότι για την πλήρωση της ποινικής υπόστασης του προβλεπομένου από αυτήν εγκλήματος απαιτείται αντικειμενικά μεν, μεταξύ άλλων, η μη συμμόρφωση του δράστη σε διάταξη δικαστικής απόφασης, με την οποία αυτός υποχρεώθηκε σε πράξη, υποκειμενικά δε κοινός δόλος, που συνίσταται στη γνώση και στη θέληση παραβίασης της διάταξης της απόφασης. Ειδικότερα, η δικαστική απόφαση που ρυθμίζει το δικαίωμα επικοινωνίας του γονέως με το ανήλικο τέκνο, είναι μεν διαπλαστική και όχι καταψηφιστική, πλήν όμως για την πλήρωση της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τούτου δεν απαιτείται η παραβιαζόμενη αυτή απόφαση να διαλαμβάνει εξαναγκαστικά μέτρα (άρθ. 946, 947 του ΚΠολΔ) ή να έχει επισπευθεί αναγκαστική εκτέλεσή της κατά τον ΚΠολΔ ή να απαιτείται τυπική επίδοσή της απόφασης, αλλά αρκεί ο υπόχρεος σε συμμόρφωση να έλαβε με οποιονδήποτε τρόπο γνώση αυτής (ΑΠ 897/2019, ΑΠ 779/2022). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν αναφέρονται σ΄ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή ή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Η συνδρομή του δόλου, κατ΄ αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, κάτι που δεν συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Α΄ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ΄ είδος σ΄ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: «Στον Κορυδαλλό κατά τους χρόνους 19/12, 21/12, 31/12/2017 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, η κατηγορουμένη με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε σε διάταξη δικαστικής αποφάσεως με την οποία υποχρεωνόταν σε πράξη που δεν μπορούσε να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρηση της εξήρτατο αποκλειστικά από τη βούληση της. Συγκεκριμένα, αν και ήταν υποχρεωμένη βάσει της υπ' αριθμ. 4719/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, Διαδικασία Τακτική, να παραδώσει στον εγκαλούντα  ……, τα ανήλικα τέκνα τους  ……., προκειμένου αυτός να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας του κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της εν λόγω απόφασης, δεν έπραξε τούτο. Τούτο προέκυψε από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και η άδικη αυτή πράξη αποτελεί μέρος μιας σφοδρής και χρόνιας δικαστικής αντιδικίας των διαδίκων αναφορικά με το θέμα της επιμέλειας των ανήλικων παιδιών τους και της ασκήσεως του δικαιώματος επικοινωνίας από τον πατέρα τους και παθόντα». Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχη για την αξιόποινη της μη συμμόρφωσης σε διάταξη δικαστικής απόφασης κατ΄ εξακολούθηση, για την οποία της επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: «Κηρύσσει αυτήν ΕΝΟΧΗ του ότι : στον Κορυδαλλό κατά τους χρόνους 19/12, 21/12, 31/12/2017 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε σε διάταξη δικαστικής αποφάσεως με την οποία υποχρεωνόταν σε πράξη που δεν μπορούσε να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξήρτατο αποκλειστικά από τη βούλησή της. Συγκεκριμένα, αν και ήταν υποχρεωμένη βάσει της υπ' αριθμ. 4719/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, Διαδικασία Τακτική, να παραδώσει στον εγκαλούντα  …., τα ανήλικα τέκνα τους  ……., προκειμένου αυτός να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας του κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της εν λόγω απόφασης, δεν έπραξε τούτο».

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ΄ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 232Α παρ.1 του προϊσχύσαντος ΠΚ και ήδη 169Α του νέου ΠΚ. Ειδικότερα το Δικαστήριο αναφέρει α)τη δικαστική απόφαση, με την οποία ρυθμίστηκε το δικαίωμα της επικοινωνίας των τέκνων των διαδίκων με τον εγκαλούντα πατέρα τους, που ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο που τελέστηκε από την αναιρεσείουσα η πράξη, για την οποία καταδικάστηκε και β)ότι η αναιρεσείουσα, ενώ ήταν υποχρεωμένη να παραδώσει στον εγκαλούντα τα ανήλικα τέκνα τους  …… προκειμένου αυτός να ασκήσει το δικαίωμα της επικοινωνίας του με αυτά, δεν συμμορφώθηκε στη σχετική διάταξη της παραπάνω δικαστικής απόφασης και παραβίασε αυτή εξακολουθητικώς. Παρά τις αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας α)δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας από το ότι αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, εφόσον αυτό, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει πραγματικά περιστατικά με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της, και β)για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτούνται να διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ο τρόπος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα δεν συμμορφώθηκε με τη διάταξη της 4719/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς σχετικά με την επικοινωνία του εγκαλούντος με τα ανήλικα τέκνα του. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι αβάσιμος.

Οι διατάξεις του άρθρου 350 του ΚΠΔ δεν απαγγέλουν ακυρότητα για τη μη απομάκρυνση των μαρτύρων από το ακροατήριο, ούτε αφορούν στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση των προσηκόντων σ΄ αυτόν δικαιωμάτων, οπότε και δεν δημιουργείται καμία ακυρότητα, είτε απόλυτη είτε σχετική, από την παρουσία μάρτυρα κατά την εξέταση των λοιπών μαρτύρων στο ακροατήριο. Προκειμένου για την ενώπιον του Εφετείου αποδεικτική διαδικασία, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη αυτή, όπως αυτό προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 502 του ΚΠΔ, στην οποία, μεταξύ των διατάξεων που εφαρμόζονται κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, δεν περιλαμβάνεται και εκείνη του άρθρου 350 ΚΠΔ. Αλλά και οι διατάξεις του άρθρου 502 του ΚΠΔ δεν απαγγέλουν ακυρότητα για την απομάκρυνση των μαρτύρων από το ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ούτε αυτές αφορούν στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση των προσηκόντων σ΄ αυτόν δικαιωμάτων, οπότε και δεν δημιουργείται καμία ακυρότητα, είτε απόλυτη, είτε σχετική, από την απουσία μάρτυρα κατά την εξέταση των λοιπών μαρτύρων στο ακροατήριο. (ΑΠ 1227/2015, ΑΠ 47/2009). Εξάλλου, κατά το άρθρο 329 παρ.1 του ΚΠΔ, η συζήτηση στο ακροατήριο, καθώς και η απαγγελία της απόφασης γίνονται δημόσια σε όλα τα ποινικά δικαστήρια και επιτρέπεται στον καθένα να παρακολουθεί ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις, κατά δε το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Γ΄ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Από την ως άνω διάταξη δεν συνάγεται ότι η συνεδρίαση παύει να είναι δημόσια όταν το δικαστήριο απομακρύνει από το ακροατήριο συγκεκριμένο πρόσωπο (που φωνασκεί) ή συγκεκριμένη ομάδα προσώπων, διότι με την απόφαση αυτή δεν εμποδίζεται η είσοδος στο ακροατήριο γενικώς των πολιτών, δηλαδή αδιακρίτως όλων των λοιπών προσώπων που επιθυμούν να παρακολουθήσουν τη διαδικασία, καθόσον με αυτήν την απόφαση δεν καθορίζονται κριτήρια για την είσοδο των επιθυμούντων να εισέλθουν για να παρακολουθήσουν τη δίκη, αλλά εμποδίζεται για συγκεκριμένο χρόνο η είσοδος συγκεκριμένων προσώπων (ΑΠ 1227/2015). Έτσι, η εκ παραδρομής ή σφάλματος τήρηση της διάταξης του άρθρου 350 παρ.1 του ΚΠΔ και στην κατ΄ έφεση δίκη, δεν συνιστά παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω της τήρησης στην κατ΄ έφεση δίκη του άρθρου 350 παρ.1 του ΚΠΔ, ως προς την μάρτυρα κατηγορίας  ……, με αποχώρησή της από το ακροατήριο, κατά την εξέταση του υποστηρίζοντος την κατηγορία. Όμως, η εσφαλμένη εφαρμογή της ως άνω διάταξης ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της δημοσιότητας, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Γ΄ του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος.

Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να εκτείνεται και στους ισχυρισμούς που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Τέτοιος ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί δικαστικής άφεσης της ποινής. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 104 Β παρ.1 του ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 του Ν.4855/2021, «Το δικαστήριο μπορεί να μην επιβάλει ποινή στον υπαίτιο πλημμελήματος αν: α)η βλάβη ή ο κίνδυνος που προκλήθηκαν από την πράξη του ήταν ιδιαιτέρως μικρής βαρύτητας, β)ο υπαίτιος έχει αποκαταστήσει στο μέτρο του δυνατού την προσβολή που έχει προκαλέσει στον παθόντα, δείχνοντας ειλικρινή μετάνοια, γ)ο υπαίτιος έχει πληγεί ιδιαίτερα σοβαρά από το αποτέλεσμα της πράξης του, ή δ)έχει περάσει ασυνήθιστα μεγάλο χρονικό διάστημα από την τέλεση του εγκλήματος. Για να κρίνει το δικαστήριο αν δεν θα επιβάλλει ποινή ελέγχει αν αυτή, εξαιτίας μίας των ανωτέρω περιστάσεων, δεν εμφανίζεται πλέον αναγκαία ή εμφανίζεται δυσανάλογα επαχθής». Με την παρούσα νέα διάταξη ρυθμίζονται η περίπτωση και οι λόγοι άφεσης της επιβλητέας ποινής, ενός ουσιαστικού θεσμού ελαστικότητας της ποινής κατά την επιμέτρησή της (ΑΠ 505/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι ο συνήγορος της κατηγορουμένης – αναιρεσείουσας, μετά την κήρυξη της ενοχής αυτής για την ως άνω αξιόποινη πράξη, προέβαλε στο Δικαστήριο, προφορικά τον αυτοτελή ισχυρισμό περί δικαστικής άφεσης της ποινής κατ΄ άρθρο 104Β του ΠΚ, επικαλούμενος ότι «είναι πλημμέλημα και έχει περάσει το χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών και η επικοινωνία ματαιώθηκε για τρείς ημέρες». Ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός, προβλήθηκε μόνον με την επίκληση της οικείας νομικής διάταξης, χωρίς την παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση και την ουσιαστική διερεύνησή του. Μετά ταύτα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν υποχρεούτο να απαντήσει στον άνω αυτοτελή ισχυρισμό. Παρά ταύτα το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο αιτιολογημένα απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό με το ακόλουθο σκεπτικό «Κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν συντρέχει κανένα από τα στοιχεία του άρθρου 104Β περ. γ΄ και δ΄ του ΠΚ περί δικαστικής άφεσης της ποινής και η επιβολή της ποινής στην κατηγορουμένη είναι αναγκαία, δεν είναι δε ιδιαίτερα επαχθής». Ενόψει τούτων, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί δικαστικής άφεσης της ποινής κατ΄ άρθρο 104Β παρ.1 του ΠΚ, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 171 παρ.2 του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα του κατηγορουμένου αποτελεί και η προβολή ισχυρισμού περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων μετά την απόφαση του δικαστηρίου για την ενοχή, ο οποίος παραδεκτώς προβάλλεται από τον ίδιο ή το συνήγορό του και κατά το στάδιο της συζήτησης για την ποινή (ΑΠ 1615/2005). Η παραδοχή ή μη τέτοιου αιτήματος του κατηγορουμένου για αναγνώριση ελαφρυντικών απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί δημιουργείται έλλειψη ακρόασης. Για να επέλθει όμως η από το άρθρο 171 παρ.2 και 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και επί πλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής τούτου από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή τους σε ολόκληρο το δικαστήριο και απόρριψη παρά το νόμο υπό τούτου της προσφυγής ή παράλειψη του δικαστηρίου να αποφανθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, κατ΄ άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ, σε συνδ. με άρθ. 171 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, λόγω έλλειψης ακρόασης από την άρνηση της Διευθύνουσας τη συζήτηση να επιτρέψει στο συνήγορο υπεράσπισής της να ασκήσει δικαίωμα που παρέχεται σ΄ αυτήν από το νόμο και δή να υποβάλει, μετά την κήρυξη της ενοχής της, αίτημα αναγνώρισης στο πρόσωπό της ελαφρυντικών περιστάσεων. Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την εξέταση της βασιμότητας ή μη του προβαλλόμενου ως άνω λόγου αναίρεσης, προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα, δια του συνηγόρου τους, μετά την απόφαση για την ενοχή της, ζήτησε να επιτραπεί στον συνήγορό της να υποβάλει αίτημα αναγνώρισης στο πρόσωπό της ελαφρυντικών περιστάσεων (σελ. 26 των πρακτικών). Μετά την μη αποδοχή του εν λόγω αιτήματος από τη Διευθύνουσα τη συζήτηση με την αιτιολογία ότι «στο σημείο αυτό της διαδικασίας δεν γίνεται δεκτό το αίτημα και θα επιμετρηθεί στην ποινή» δεν επακολούθησε εκ μέρους της αναιρεσείουσας ή του συνηγόρου της άμεση προσφυγή της σε ολόκληρο το Δικαστήριο και απόρριψη, παρά το νόμο, της προσφυγής ή παράλειψη τούτου να αποφανθεί, ώστε να ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης της κατηγορουμένης – αναιρεσείουσας και εξ΄ αυτής απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ τέταρτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358 και 362 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, επιφέρει, κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ.δ΄ του ίδιου κώδικα, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ του ίδιου κώδικα, διότι στερείται, έτσι, ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθ. 358 του ΚΠΔ), εκτός αν τα έγγραφα αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενο τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 164/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των πρακτικών της προκύπτει, ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε πραγματογνωμοσύνη που δεν αναγνώσθηκε, ενώ αναφορά σε πραγματογνωμοσύνη που έχει διενεργηθεί κατά την πολιτική δίκη, σε σχέση με την επιμέλεια των τέκνων των διαδίκων, έγινε μόνον από τον υποστηρίζοντα την κατηγορία (σελ. 3, 4, 8 και 14 των πρακτικών) κατά την εξέτασή του ως μάρτυρα ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, χωρίς να συνάγεται από το γεγονός αυτό ότι το ανωτέρω Δικαστήριο έλαβε υπόψη ως έγγραφο την παραπάνω πραγματογνωμοσύνη που δεν προσκομίστηκε και δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο στην κατ΄ έφεση δίκη. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, από τη λήψη υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής της αναιρεσείουσας εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος. Κατ΄ ακολουθία των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση – δήλωση αναίρεσης και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθ. 578 παρ.1 του ΚΠΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-2-2023 αίτηση – δήλωση της  ….., κατοίκου Κορυδαλλού Αττικής, για αναίρεση της ΑΤ 2147/2022 απόφασης του Α΄Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.                           

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις  13 Ιουνίου 2023.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Σεπτεμβρίου 2023.

      Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                               Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Login