ΠΕΡΙΛΗΨΗ : - Διορισμός ως διερμηνέα προσώπου που δεν περιλαμβάνεται στον πίνακα διερμηνέων .
Η διάταξη του διευθύνοντος τη συζήτηση σε ποινική δίκη, με την οποία ορίζεται απλώς διερμηνέας, κατά το παραπάνω άρθρο 233 παρ.1 και 2 ΚΠοινΔ, όταν πρόκειται να εξετασθεί κατηγορούμενος, αστικώς υπεύθυνος ή μάρτυρας που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, υποχρεωτικά από τον οικείο επίσημο πίνακα διερμηνέων του συμβουλίου πλημμελειοδικών, που εγκρίνεται από το συμβούλιο εφετών με τη διαδικασία και τις εγγυήσεις που ορίζει ο νόμος κατά το άρθρο 233 παρ. 2 του ΚΠοινΔ , δεν συνιστά διάταξη κατά την έννοια του άρθρου 138 ΚΠοινΔ και δεν χρειάζεται να δοθεί προηγουμένως ο λόγος στον εισαγγελέα ή τον κατηγορούμενο, ούτε απαιτείται κάποια αιτιολογία αυτής. Όμως, αντίθετα, η διάταξη του διευθύνοντος, με την οποία διορίζεται ως διερμηνέας για την εξέταση μάρτυρα ή κατηγορουμένου που αγνοούν την ελληνική γλώσσα, πρόσωπο μη περιλαμβανόμενο στον οικείο πίνακα, χάριν της αντικειμενικής διερμήνευσης, σε εξαιρετικές περιπτώσεις και όταν δεν είναι δυνατόν να διορισθεί διερμηνέας από εκείνους που είναι ελεγμένοι και εγγεγραμμένοι στον οικείο πίνακα του συμβουλίου πλημμελειοδικών, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αν περιέχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και χρειάζεται επιπλέον να δοθεί προηγουμένως ο λόγος στον Εισαγγελέα και στους παριστάμενους κατηγορούμενους ή τους συνηγόρους τους, για να εκφράσουν τις απόψεις τους και τυχόν αντιρρήσεις τους για το συγκεκριμένο διορισμό διερμηνέα, οπότε σε περίπτωση που διορισθεί διερμηνέας αλλοδαπού μάρτυρα εκτός του πίνακα και δεν δοθεί ο παραπάνω λόγος στον κατηγορούμενο για να εκφράσει τυχόν αντίρρησή του για το συγκεκριμένο, εκτός πίνακα διορισμό διερμηνέα, μάρτυρα, επέρχεται παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και δη των υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων των άρθρων 6 και 14 της ΕΣΔΑ και προκαλείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από τη μη ακρόαση του κατηγορουμένου, κατά το ανωτέρω άρθρο 171 παρ. 1 β`, δ` ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης (ΑΠ 594/2022, ΑΠ812/2019,ΑΠ1243/2019).
Αριθμός 1122/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βασδέκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Λεπενιώτη, Σοφία Οικονόμου, Κωστούλα Πρίγγουρη και Σταυρούλα Κουσουλού – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Μετσοβίτου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων – κατηγορουμένων: 1. ………., κατοίκου Νίκαιας Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ….., 2 ……………, κατοίκου Νίκαιας Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ……., 3…………….., κατοίκου Γλυφάδας Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Φακή, 4. ……………….., κατοίκου Πειραιά, ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του ………………. και 5. …………….., κατοίκου Κορωπίου Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Φακή, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 99, 127, 128, 187/2021 και 11, 12, 13, 26/2022 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις κάτωθι αιτήσεις τους: α) η με αρ. πρωτ. 5895/5-7-2022 αίτηση του …… (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στoν Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 5-7-2022), β) η με αρ.πρωτ. 5857/4-7-2022 αίτηση του …………… (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στoν Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 4-7-2022) και οι επ’ αυτής με ημερομηνία 5-10-2022 πρόσθετοι λόγοι (κατατεθέντες αρμοδίως στην γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου την 5-10-2022), γ) η με αρ.πρωτ. 5859/4-7-2022 αίτηση του …………… (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στoν Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 4-7-2022), δ) η με αρ. εκθ. 1/2022 από 11-3-2022 αίτηση του ……………….(ασκηθείσα με δήλωση στον γραμματέα του Εφετείου Πειραιά από τον ειδικώς εξουσιοδοτηθέντα δικηγόρο Πειραιά Δημήτριο Βέργο) και οι επ’ αυτής με ημερομηνία 4/10/2022 και 31/1/2023 πρόσθετοι λόγοι (κατατεθέντες αρμοδίως στην γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 5-10-2022 και 1-2-2023 αντίστοιχα), και ε) η με αρ. πρωτ. 5856/4-7-2022 αίτηση του ………………. (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στoν Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 4-7-2022) και οι επ’ αυτής με ημερομηνία 31-1-2023 πρόσθετοι λόγοι (κατατεθέντες αρμοδίως στην γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου την 1-2-2023), οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 653/22.
Αφού άκουσε
Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και οι κρινόμενοι πρόσθετοι λόγοι και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου α) η με αρ. πρωτ. 5895/5-7-2022 αίτηση του ………… (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στoν Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 5-7-2022), β) η με αρ.πρωτ. 5857/4-7-2022 αίτηση του ……………… (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στoν Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 4-7-2022) και οι επ’ αυτής με ημερομηνία 5-10-2022 πρόσθετοι λόγοι (κατατεθέντες αρμοδίως στην γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου την 5-10-2022), γ) η με αρ.πρωτ. 5859/4-7-2022 αίτηση του …………… (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στoν Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 4-7-2022), δ) η με αρ. εκθ. 1/2022 από 11-3-2022 αίτηση του ……………… (ασκηθείσα με δήλωση στον γραμματέα του Εφετείου Πειραιά από τον ειδικώς εξουσιοδοτηθέντα δικηγόρο Πειραιά ….) και οι επ’ αυτής με ημερομηνία 4/10/2022 και 31/1/2023 πρόσθετοι λόγοι (κατατεθέντες αρμοδίως στην γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 5-10-2022 και 1-2-2023 αντίστοιχα), και ε) η με αρ. πρωτ. 5856/4-7-2022 αίτηση του ………………….. (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στoν Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 4-7-2022) και οι επ’ αυτής με ημερομηνία 31-1-2023 πρόσθετοι λόγοι (κατατεθέντες αρμοδίως στην γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου την 1-2-2023) για αναίρεση της υπ’ αρ. 99, 127,128,156,178, 187/2021, 11,12, 13, 26/2022 τελεσίδικης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου [Κακ/των] Πειραιά, που έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, και περιέχουν σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης εκ του άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α΄, Δ΄, Ε΄, Θ΄ και ΣΤ΄ του ΚΠΔ. Επομένως, είναι παραδεκτές (άρ. 464, 466 παρ.1 α΄και β΄,473 παρ.2 και 3, 474 παρ.1εδ.α΄, 2Α και 4, 504 παρ.1, 505 παρ.1α΄ και 509 ΚΠΔ) και πρέπει, ως συναφείς, να συνεκδικαστούν και να εξεταστούν περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των αναιρετικών τους λόγων.
Κατά το άρθρο 233 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ, «όταν πρόκειται να εξεταστεί κατηγορούμενος, αστικώς υπεύθυνος ή μάρτυρας που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, εκείνος που διενεργεί την ανάκριση ή εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση διορίζει διερμηνέα (παρ. 1). Ο διορισμός του διερμηνέα γίνεται από πίνακα που καταρτίζεται από το συμβούλιο πλημμελειοδικών, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα του μέσα στο τρίτο δεκαήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου κάθε χρόνου από πρόσωπα που διαμένουν ή εργάζονται στην έδρα του και κατά προτίμηση από δημοσίους υπαλλήλους. Ο πίνακας υποβάλλεται στον εισαγγελέα εφετών, που ως το τέλος του Οκτωβρίου έχει το δικαίωμα να ζητήσει από το συμβούλιο εφετών τη μεταρρύθμισή του.... Κάθε χρόνο ισχύει, ωσότου συνταχθεί νέος πίνακας, ο πίνακας που συντάχθηκε το προηγούμενο έτος. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφόσον δεν είναι δυνατό να διοριστεί διερμηνέας από εκείνους που είναι εγγεγραμμένοι στον σχετικό πίνακα, μπορεί να διορισθεί διερμηνέας και πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται σ` αυτόν (παρ. 2)». Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 139 ΚΠΔ, που ορίζει ότι «αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από τον νόμο, ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε», προκύπτει ότι και η διάταξη του διευθύνοντος, με την οποία διορίζεται ως διερμηνέας πρόσωπο, μη περιλαμβανόμενο στον οικείο πίνακα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αν περιέχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το ανωτέρω άρθρο 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ότι συνέτρεχαν συγκεκριμένοι λόγοι αδυναμίας εξεύρεσης και διορισμού διερμηνέα εκ του υπάρχοντος οικείου πίνακα διερμηνέων του συμβουλίου πλημμελειοδικών. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 138 παρ. 2, 3 και αυτές του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. β΄ και δ΄ του ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται να εκδίδεται απόφαση ή οποιαδήποτε διάταξη του δικαστή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αν προηγουμένως δεν προτείνει ο εισαγγελέας, ακουσθούν δε και οι παρόντες διάδικοι. Η παράλειψη της προηγούμενης ακρόασης είτε του εισαγγελέα, είτε ειδικά του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το ανωτέρω άρθρο 171 παρ. 1 β`, δ` ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης. Η διάταξη του διευθύνοντος τη συζήτηση σε ποινική δίκη, με την οποία ορίζεται απλώς διερμηνέας, κατά το παραπάνω άρθρο 233 παρ.1 και 2 ΚΠοινΔ, όταν πρόκειται να εξετασθεί κατηγορούμενος, αστικώς υπεύθυνος ή μάρτυρας που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, υποχρεωτικά από τον οικείο επίσημο πίνακα διερμηνέων του συμβουλίου πλημμελειοδικών, που εγκρίνεται από το συμβούλιο εφετών με τη διαδικασία και τις εγγυήσεις που ορίζει ο νόμος κατά το άρθρο 233 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, δεν συνιστά διάταξη κατά την έννοια του άρθρου 138 ΚΠοινΔ και δεν χρειάζεται να δοθεί προηγουμένως ο λόγος στον εισαγγελέα ή τον κατηγορούμενο, ούτε απαιτείται κάποια αιτιολογία αυτής. Όμως, αντίθετα, η διάταξη του διευθύνοντος, με την οποία διορίζεται ως διερμηνέας για την εξέταση μάρτυρα ή κατηγορουμένου που αγνοούν την ελληνική γλώσσα, πρόσωπο μη περιλαμβανόμενο στον οικείο πίνακα, χάριν της αντικειμενικής διερμήνευσης, σε εξαιρετικές περιπτώσεις και όταν δεν είναι δυνατόν να διορισθεί διερμηνέας από εκείνους που είναι ελεγμένοι και εγγεγραμμένοι στον οικείο πίνακα του συμβουλίου πλημμελειοδικών, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αν περιέχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και χρειάζεται επιπλέον να δοθεί προηγουμένως ο λόγος στον Εισαγγελέα και στους παριστάμενους κατηγορούμενους ή τους συνηγόρους τους, για να εκφράσουν τις απόψεις τους και τυχόν αντιρρήσεις τους για το συγκεκριμένο διορισμό διερμηνέα, οπότε σε περίπτωση που διορισθεί διερμηνέας αλλοδαπού μάρτυρα εκτός του πίνακα και δεν δοθεί ο παραπάνω λόγος στον κατηγορούμενο για να εκφράσει τυχόν αντίρρησή του για το συγκεκριμένο, εκτός πίνακα διορισμό διερμηνέα, μάρτυρα, επέρχεται παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και δη των υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων των άρθρων 6 και 14 της ΕΣΔΑ και προκαλείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από τη μη ακρόαση του κατηγορουμένου, κατά το ανωτέρω άρθρο 171 παρ. 1 β`, δ` ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης (ΑΠ 594/2022, ΑΠ 812/2019, ΑΠ 1243/2019.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι δεύτερος, τρίτος και πέμπτος κατηγορούμενοι-αναιρεσείοντες, και με τον πρώτο λόγο του από 5/10/2022 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης ο τέταρτος κατηγορούμενος-αναιρεσείων, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ), αναφορικά με τη διάταξη του Προέδρου του δικάσαντος, σε δεύτερο βαθμό, Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά περί διορισμού διερμηνέα, εκτός του οικείου πίνακα, στην αναφερόμενη μάρτυρα υπερασπίσεως. Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 305 και 365), παραδεκτώς επισκοπούμενα για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι κατά την συνεδρίαση της 13/12/2021 προσήλθε η προταθείσα από τον δεύτερο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ………….., μάρτυρας υπεράσπισης, ……………., για την οποία οι συνήγοροι του ανωτέρω κατηγορούμενου δήλωσαν ότι αγνοεί την ελληνική γλώσσα και ομιλεί την αλβανική. Ο Εισαγγελέας, στον οποίο δόθηκε ο λόγος από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου της ουσίας, πρότεινε να διοριστεί διερμηνέας αλβανικής γλώσσας, για την εξέταση της ανωτέρω μάρτυρος, ………….., ο οποίος διαπιστώθηκε ότι είναι παρών στο ακροατήριο, καθόσον επρόκειτο για εξαιρετικά επείγουσα περίπτωση, ήτοι συνέτρεχαν λόγοι αδυναμίας εξεύρεσης διερμηνέα από τον οικείο πίνακα. Οι συνήγοροι υπεράσπισης των κατηγορουμένων και οι παρόντες κατηγορούμενοι, αφού έλαβαν διαδοχικά τον λόγο από τον Πρόεδρο, συντάχθηκαν με την ανωτέρω εισαγγελική πρόταση. Μετά ταύτα, ο Πρόεδρος, εξαιτίας του ότι επρόκειτο για εξαιρετικά επείγουσα περίπτωση, και συγκεκριμένα επειδή κατά το χρόνο εκείνο υπήρχε αδυναμία εξεύρεσης διερμηνέα από τον οικείο πίνακα διερμηνέων, διόρισε, κατά το άρθρο 233 του ΚΠΔ, διερμηνέα της αλβανικής γλώσσας, τον …………….., γεννηθέντα στην Αλβανία, ελληνικής υπηκοότητας, ο οποίος δεν υπαγόταν σε καμία από τις εξαιρέσεις του άρ. 234 ΚΠΔ, ούτε είχε άμεσο ή έμμεσο έννομο συμφέρον από την έκβασης της υπόθεσης, το όνομα του οποίου δεν περιλαμβανόταν στον καταρτισθέντα, κατ’ άρ. 233 παρ.2 του ΚΠΔ, κατάλογο διερμηνέων του Πρωτοδικείου Πειραιά. Με τις ανωτέρω παραδοχές, η διάταξη του διευθύνοντος το Δικαστήριο της ουσίας για διορισμό διερμηνέα στην προαναφερθείσα μάρτυρα υπεράσπισης του ως άνω κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντος, εκτός του οικείου πίνακα, είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, αφού αναφέρεται συγκεκριμένη επείγουσα περίπτωση που επέβαλε την πρόοδο της διαδικασίας με διερμηνέα εκτός του οικείου πίνακα. Εξάλλου, η ως άνω διάταξη εκδόθηκε, αφού προηγουμένως δόθηκε ο λόγος στους συνηγόρους των κατηγορουμένων και στους παρόντες κατηγορούμενους, μεταξύ των οποίων ήταν και οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, συμφώνησαν με τον κατά τα ανωτέρω διορισμό διερμηνέα εκτός του οικείου πίνακα. Συνεπώς, ο συναφής πρώτος λόγος αναίρεσης των δευτέρου, τρίτου και πέμπτου των αναιρεσειόντων και ο πρώτος λόγος του από 5/10/2022 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης του τέταρτου αναιρεσείοντος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠοινΔ, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της διάταξης του διευθύνοντος το δικάσαν Δικαστήριο με την οποία διορίστηκε ως διερμηνέας πρόσωπο μη περιλαμβανόμενο στον οικείο πίνακα στην ανωτέρω μάρτυρα υπεράσπισης, είναι αβάσιμοι.
Με το άρθρο πρώτο του ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α` 95/11-6- 2019) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 του ν. ΠΚ). Στο άρθρο 2 παρ. 1 του ν. ΠΚ ορίζεται, ότι «Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγούμενου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι σαφές ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον" και ότι προδήλως ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο είναι ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος, ο οποίος μετατρέπει την πράξη από κακούργημα σε πλημμέλημα. Επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι, εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι` αυτόν, δεν αποκλείεται δε σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Για το χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων, εάν δε από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ` αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 187 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, «Με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) και επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται, μεταξύ άλλων, στη νομοθεσία περί ναρκωτικών, ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, «΄Όποιος διευθύνει την οργάνωση της πρώτης παραγράφου τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι για τη στοιχειοθέτηση του παραπάνω εγκλήματος, που είναι υπαλλακτικώς μικτό, απαιτούνται: α) Η εξ αρχής δημιουργία (για την εγκληματική μορφή της "συγκρότησης") ή η προηγούμενη ύπαρξη (για την εγκληματική μορφή της "ένταξης") ομάδας με δράση διαρκή, ήτοι ενός συνόλου προσώπων, που έχει ως σκοπό την ανάπτυξη δραστηριότητας σε βάθος χρόνου και όχι με τρόπο ευκαιριακό ή παροδικό, β) η συμμετοχή κάποιου στην ίδρυση της ομάδας ή η εκ των υστέρων ένταξή του σ’ αυτή, ως μέλους, γ) τα μέλη της ομάδας να είναι τουλάχιστον τρία, δ) η ομάδα να έχει εσωτερική διάρθρωση και ιεραρχική δομή, με την έννοια ότι τα νεότερα ή κατώτερα μέλη υποτάσσουν τη βούλησή τους στα παλιότερα ή ανώτερα και όλοι μαζί, αδιαφόρως αν αυτό επιτυγχάνεται ελεύθερα ή με την καλλιέργεια σχέσεων επιβολής - υποταγής, διαμορφώνουν μια νέα, ενιαία βούληση, αυτή της οργάνωσης, που κατευθύνεται στην επίτευξη ενός κοινού σκοπού, ε) ο κοινός σκοπός, που μπορεί να έχει οποιοδήποτε κίνητρο, οικονομικό αλλά και ιδεολογικό ή άλλο, να αναφέρεται στην τέλεση κάποιου ή κάποιων από τα κακουργήματα, που απαριθμούνται περιοριστικά σ’ αυτή και στ) τα κακουργήματα αυτά, που δεν χρειάζεται να είναι εκ των προτέρων καθορισμένα ως προς το είδος ή τις λεπτομέρειες και, κυρίως, ως προς το αντικείμενο κάθε πράξης, να προβλέπονται με τρόπο, που η αφηρημένη επιδίωξή τους, αφενός μεν χαρακτηρίζει τη συγκρότηση ή τη λειτουργία της ομάδας, αφετέρου δε εμπίπτει στη γνώση και στη θέληση ενός εκάστου από αυτούς, που τη συγκροτούν ή εντάσσονται σ’ αυτή. Ακόμη, από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι για να γίνει ή να παραμείνει κάποιος μέλος της ομάδας απαιτείται και αρκεί η εκ μέρους αυτού αποδοχή του σκοπού της, χωρίς να είναι αναγκαία και η προσωπική συμμετοχή του σε επί μέρους πράξεις, οι οποίες άγουν στην επίτευξη του σκοπού. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση πρέπει να πληρούνται τρία κριτήρια, ένα ποιοτικό (δομημένη ομάδα), ένα ποσοτικό (τρία ή περισσότερα πρόσωπα) και ένα χρονικό (διάρκεια δράσης). Συγκρότηση της εγκληματικής οργάνωσης είναι η καθοδηγητική και κατευθυντήρια συμβολή στη δημιουργία της. Μέλος της οργάνωσης αυτής είναι εκείνος, που υποτάσσει τη βούλησή του στην οργάνωση χωρίς να είναι αναγκαία και η προσωπική συμμετοχή του στις κατ` ιδίαν πράξεις της οργάνωσης. Δομημένη ομάδα είναι εκείνη, που δεν σχηματίζεται περιστασιακά για τη διάπραξη ενός εγκλήματος, αλλά συγκροτείται για να έχει διαρκή δράση, ενώ υποκειμενικώς απαιτείται δόλος κάθε μέλους να θέλει την ένταξή του στην εγκληματική οργάνωση, ο ειδικός δε αυτός δόλος νοείται ως συνολικός (ενιαίος), δηλαδή τα μέλη να έχουν προαποφασίσει ότι η δράση τους θα εκδηλωθεί σε βάθος χρόνου με την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων και χωρίς να έχουν καταστρωθεί οι λεπτομέρειες κλπ. των εγκλημάτων τούτων. Το πρόσωπο που διευθύνει οργάνωση με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά, δηλαδή καθορίζει τον τρόπο λειτουργίας και δράσης της και αναγνωρίζεται από τα μέλη της ως αρχηγός, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών. Με τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 187 του νέου ΠΚ (Ν.4619/1-7-2019) ορίζεται ότι, «1. Όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε επιχειρησιακά δομημένη και με διαρκή εγκληματική δράση οργάνωση τριών ή περισσότερων προσώπων, που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή. 2. Αυτός που διευθύνει την εγκληματική οργάνωση τιμωρείται με κάθειρξη». Από τη σύγκριση του άρθρου 187 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, με αυτό του άρθρου 187 παρ. 1 του νέου ΠΚ, για τη συγκρότηση και ένταξη σε εγκληματική οργάνωση, που ενδιαφέρει στην προκείμενη περίπτωση, προκύπτει ότι η ισχύουσα διάταξη του άρθρου 187 παρ. 1 του νέου ΠΚ είναι δυσμενέστερη ως προς το ύψος της απειλούμενης ποινής, αφού πέραν της απειλούμενης, και από τις δύο διατάξεις, ποινή κάθειρξης έως δέκα έτη, προσθέτει και τη χρηματική ποινή, ενώ ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της πράξης είναι εν μέρει δυσμενέστερη, αφού για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αρκεί η επιδίωξη τέλεσης οποιουδήποτε κακουργήματος, και όχι ορισμένων που αναφέρονται στην αντίστοιχη διάταξη του προϊσχύσαντος ΠΚ, και εν μέρει ευμενέστερη, αφού για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος : α) δεν αρκεί η συγκρότηση ή ένταξη σε «δομημένη ομάδα» αλλά απαιτείται η συγκρότηση ή ένταξη σε «επιχειρησιακά δομημένη οργάνωση» και β) δεν αρκεί η οργάνωση να έχει οποιαδήποτε διαρκή δράση αλλά απαιτείται να διακρίνεται για διαρκή εγκληματική δράση. Ειδικότερα, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4619/2019, ως «επιχειρησιακή» νοείται η δομή ομάδας της οποίας τα μέλη αναλαμβάνουν διακριτούς και αλληλοϋποστηρισμένους ή αυτοτελείς ρόλους ή διακριτούς και συνδυασμένους ή ανεξάρτητους στόχους, με σκοπό να αυξήσουν την αποτελεσματικότητά τους είτε ατομικά είτε στο πλαίσιο της συλλογικής τους δράσης, ανεξαρτήτως της γνώσης εκάστου για τα συγκεκριμένα καθήκοντα των άλλων ή και για τον συγκεκριμένο σε κάθε περίπτωση στόχο της οργάνωσης. Με τον όρο αυτό αποδίδεται επίσης ο «πραγματοπαγής» χαρακτήρας της οργάνωσης, που τη διακρίνει σαφώς από τις ομάδες με προσωποπαγή δομή, η επικινδυνότητα των οποίων είναι σαφώς μειωμένη, όπως και η εμβέλεια της εγκληματικής τους δράσης. Ο όρος αυτός θεωρείται ως το πιο ουσιαστικό στοιχείο διαφοροποίησης των εγκληματικών οργανώσεων από τις απλές συμμορίες. Η συγκρότηση ή η ένταξη σε εγκληματική οργάνωση, ως αυτοτελές έγκλημα, συρρέει αληθινά πραγματικά με το κακούργημα που τελέστηκε από τον ίδιο το δράστη (της συγκρότησης ή η ένταξης). Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση που η ένδικη πράξη της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης τελέστηκε σε χρόνο [από 14-10-2016 μέχρι και τις 6-4-2017] που ίσχυε ο προϊσχύσας ΠΚ και δικάστηκε, σε δεύτερο βαθμό, σε χρόνο κατά τον οποίο ίσχυε ο νέος ΠΚ, εφαρμοστέες ως ευμενέστερες, ως προς τα ανωτέρω α΄ και β΄ στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της πράξης, είναι οι διατάξεις του νέου ΠΚ, ενώ ως προς την ποινή αυτές του προϊσχύσαντος ΠΚ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ. Περαιτέρω, από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 187 παρ. 3 του προϊσχύσαντος ΠΚ, με αυτές του άρθρου 187 παρ. 2 του νέου ΠΚ για τη διεύθυνση της εγκληματικής οργάνωσης, που επίσης ενδιαφέρει στην προκείμενη περίπτωση, προκύπτει ότι η διάταξη του νέου ΠΚ είναι επιεικέστερη, αφού με αυτή προβλέπεται κάθειρξη από πέντε (5) έως δεκαπέντε έτη (15) (άρθρο 52 ΠΚ), ενώ με την προϊσχύσασα προβλεπόταν κάθειρξη από δέκα (10) έως είκοσι (20) έτη (άρθρο 52 προϊσχύσαντος ΠΚ). (ΑΠ 597/2022, ΑΠ 640/2020).
Με τον ισχύοντα από 20.3.2013 ν.4139/2013 «Νόμο περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις» και το άρθρο 20 αυτού (διακίνηση ναρκωτικών) ορίζεται, ότι «1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται µε κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και µε χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. 2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη µε την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και ιδίως η εισαγωγή, η εξαγωγή, η διαμετακόμιση, η πώληση, η αγορά, η προσφορά, η διανομή, η διάθεση, η αποστολή, η παράδοση, η αποθήκευση, η παρακατάθεση, παρασκευή, η κατοχή, η μεταφορά, η νόθευση, η πώληση νοθευμένων ειδών μονοπωλίου ναρκωτικών ουσιών, .... 3. Αν περισσότερες πράξεις διακίνησης αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών συντρέχει µόνο ένα έγκλημα διακίνησης. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των επί μέρους πράξεων διακίνησης, το είδος, η συνολική ποσότητα και η καθαρότητα του ναρκωτικού, καθώς και η βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεων στην υγεία». Κατά το αναφερόμενο σε ιδιαίτερα διακεκριμένες περιπτώσεις άρθρο 23 του ίδιου ως άνω νόμου, στην παρ. 2 περ. α΄ 2η περίπτωση αυτού, ορίζεται, ότι «Με ισόβια κάθειρξη, καθώς και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ μέχρι ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ τιμωρείται ο δράστης των πράξεων των άρθρων 20 και 22: α) όταν ... ή κατ’ επάγγελμα διακινεί ναρκωτικές ουσίες και το προσδοκώμενο όφελος του δράστη στις ανωτέρω περιπτώσεις υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ». Το προσδοκώμενο όφελος δεν αποτελεί πρόσθετο στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης της ιδιαίτερα διακεκριμένης αυτής περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ή πρόσθετη επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 23 παρ. 2 του ν.4139/2013, αλλά διευκρίνιση προϋπόθεσης που προϋπήρχε σιωπηρά και στις περιπτώσεις της κατ’ επάγγελμα διακίνησης ναρκωτικών των άρθρων 23 και 23Α του ν.3459/2006, ενόψει του ότι ο σκοπός οφέλους αποτελεί, κατά το άρθρο 13 εδάφιο στ΄ (ή ε΄) του ΠΚ, βασικό στοιχείο της τέλεσης μιας πράξης κατ’ επάγγελμα (ΟλΑΠ 1/2015). Παράλληλα, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. ε΄ (ή στ΄) του ΠΚ, «κατ` επάγγελμα» τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο υπαίτιος µε πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του υπαιτίου για πορισμό εισοδήματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την κατ’ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος απαιτείται, αντικειμενικά µεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ’ επάγγελμα τέλεση συντρέχει και, όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του µε πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Ως «κατοχή» νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, κατά τρόπο που να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και να τις διαθέτει κατά την βούλησή του. Η φυσική δε εξουσίαση, δεν πληρούται µόνο µε την σωματική επαφή του δράστη µε τη ναρκωτική ουσία, αλλά αρκεί το γεγονός ότι ο δράστης βρέθηκε σε τοπική εγγύτητα προς την συγκεκριμένη ποσότητα των ναρκωτικών, η οποία του επέτρεπε να την διαθέτει κατά βούληση. Η μεταφορά εξάλλου ναρκωτικών ουσιών, αντιδιαστελλομένη προς την «διαμετακόμιση», πραγματώνεται µε την μετακίνηση των ναρκωτικών από έναν τόπο σε άλλο µε οιονδήποτε τρόπο ή µέσο, ξένο ή ιδιόκτητο (ΑΠ 1094/2022,ΑΠ 78/2021).
Κατά το άρθρο 45 του προϊσχύσαντος ΠΚ «αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης». Ανάλογου περιεχομένου είναι και η αντίστοιχη διάταξη του νέου ΠΚ, που ορίζει ότι «αν δύο ή περισσότεροι πραγμάτωσαν από κοινού, εν όλω ή εν μέρει, τα στοιχεία της περιγραφόμενης στο νόμο αξιόποινης πράξης, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός». Με τον όρο «από κοινού», με τον οποίο εκφράζεται η έννοια της συναυτουργίας, νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου και οι επιμέρους υλικές ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς, αλλά για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 του ΠΚ, πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση σε καθένα από τα εγκλήματα αυτά ως συναυτουργός. Ειδικότερα, συγκατοχή ναρκωτικών υπάρχει, όταν υφίσταται μεταξύ των δραστών κοινός δόλος φυσικής εξουσιάσεως της συγκεκριμένης ποσότητας ναρκωτικής ουσίας, η οποία πρέπει να είναι σαφώς προσδιορισμένη, και να υφίσταται η δυνατότητα σε όλους τους συναυτουργούς ασκήσεως της φυσικής αυτής εξουσιάσεως με τη δυνατότητα διαθέσεως και διαπιστώσεως οποτεδήποτε της υπάρξεως αυτής (ΑΠ 1377/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46§1 περ. β` του παλαιού ΠΚ, που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης [14-10-2016 έως 6-4-2017] των ενδίκων πράξεων, «όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη, κατά τη διάρκεια άδικης πράξης που διέπραξε και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, τιμωρείται με την ποινή του αυτουργού», ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 47 εδ.α΄ του νέου ΠΚ «Όποιος πρόσφερε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται με μειωμένη ποινή (άρθρο 83)». Από τα παραπάνω καταφαίνεται ότι με τον ισχύοντα από 1-7-2019 νέο ΠΚ επήλθαν ουσιώδεις αλλαγές στις διατάξεις για τη συνέργεια στο έγκληµα, αφού καταργήθηκε η διάκριση µεταξύ άµεσης και απλής συνέργειας, όπως αποτυπωνόταν στις διατάξεις των άρθρων 46§1εδ.β΄ και 47§1 του π. ΠΚ, και προβλέπεται πλέον ενιαία µειωµένη ποινή για όλες τις µορφές της συνέργειας, είτε προσφέρεται κατά, είτε πριν από την τέλεση της πράξης (αιτιολογική έκθεση Ν.4619/2019). Και υπό τον παλαιό ΠΚ, αλλά και υπό τον νέο ΠΚ, για τη στοιχειοθέτηση της συνέργειας τρίτου σε άδικη πράξη του αυτουργού, απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις: α) πράξη υλικής συνδρομής τρίτου, β) τέλεση (ως προς το αντικειμενικό σκέλος της) από τον αυτουργό άδικης πράξης ή απόπειρας άδικης πράξης, γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμμετοχικής πράξης του συνεργού και της άδικης πράξης του αυτουργού, ο οποίος υπάρχει, όταν, χωρίς την πρώτη, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση της δεύτερης υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε, δηλαδή, η συμβολή του συνεργού πρέπει να ήταν αποφασιστική για την τέλεση της πράξης του αυτουργού, υπό τις περιστάσεις και τις συνθήκες που διαπράχθηκε, ή υπό τις οποίες ο αυτουργός αποπειράθηκε να διαπράξει αυτή και δ) δόλος του συνεργού, ο οποίος έγκειται στη θέληση ή αποδοχή παροχής συνδρομής στον αυτουργό, για να τελέσει την άδικη πράξη και γνώση αυτού (με την έννοια της επίγνωσης - συνείδησης) ότι η συνδρομή του παρέχεται για την τέλεση της κύριας πράξης. Άμεσος δόλος είναι αναγκαίος μόνο, αν ανάλογο είδος δόλου απαιτείται για την κύρια πράξη. Για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρέπει να προσδιορίζεται στην απόφαση ο χρόνος τέλεσης της πράξης του αυτουργού ή ο χρόνος που αυτός αποπειράθηκε να τελέσει αυτή και της πράξης του συνεργού, που ως τέτοιος νοείται ο χρόνος της ενέργειας ή της παράλειψης που συνιστά τη δική του συμμετοχική δράση. Επίσης, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά ο δόλος του συνεργού, μόνο ως προς το ότι αυτός γνώριζε την τέλεση της κύριας πράξης, ενώ, ως προς τα λοιπά στοιχεία (θέληση ή αποδοχή συμβολής στην τέλεση της κύριας πράξης), ο δόλος προκύπτει από την πραγμάτωση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης του και αρκεί η γενική αιτιολογία για την ενοχή του (ΑΠ 968/2022, ΑΠ 126/2020, ΑΠ 487/2020).
Στο άρθρο 2 παρ. 2 του Ν.3691/2008 οριζόταν: «Νομιμοποίηση εσόδων από τις εγκληματικές δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος), που προβλέπονται στο άρθρο 3, αποτελούν οι ακόλουθες πράξεις: α) Η μετατροπή ή η μεταβίβαση περιουσίας εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες, με σκοπό την απόκρυφη ή τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της ή την παροχή συνδρομής σε οποιονδήποτε εμπλέκεται στις δραστηριότητες αυτές, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεών του, β) Η απόκρυψη ή η συγκάλυψη της αλήθειας, όσον αφορά τη φύση, τη προέλευση, τη διάθεση, τη διακίνηση ή τη χρήση περιουσίας ή τον τόπο όπου αυτή αποκτήθηκε ή βρίσκεται ή την κυριότητα επί περιουσίας ή σχετικών με αυτή δικαιωμάτων, εν γνώσει του γεγονότος ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα, γ)…., δ….», στο δε άρθρο 3 του ίδιου νόμου, ότι, ως εγκληματικές δραστηριότητες νοούνται η διάπραξη ενός ή περισσότερων από τα οριζόμενα σ’ αυτό αδικήματα, που καλούνται "βασικά αδικήματα", μεταξύ των οποίων, περιλαμβάνονται, υπό στοιχείο (α) η εγκληματική οργάνωση (άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα, και υπό στοιχείο (θ) τα προβλεπόμενα στα άρθρα 20,21,22 και 23 του ν. 3459/2006 «Κώδικα Νόμου για τα ναρκωτικά» [ήδη ν.4139/2013]. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 παρ. 1 στοιχείο γ΄ του αυτού νόμου (3691/2008) «γ. Ο υπαίτιος των πράξεων του στοιχείου α` τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000,00) ευρώ έως δύο εκατομμύρια (2.000.000,00) ευρώ, αν ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έδρασε για λογαριασμό, προς όφελος ή εντός των πλαισίων εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή ομάδας». Όλες οι ανωτέρω διατάξεις του Ν.3691/2008 καταργήθηκαν με το άρθρο 54 παρ. 2 του Ν. 4557/2018 (ΦΕΚ Α 139/30-7-2018) και αντικαταστάθηκαν με τις ομοίου περιεχομένου διατάξεις του (ν. 4557/2018), ο οποίος ορίζει στα άρθρα 2 παρ. 2 α΄, β΄ και 4 στοιχ. α΄ και θ΄ τις πράξεις που συνιστούν νομιμοποίηση εσόδων και τα βασικά αδικήματα αντίστοιχα, και στο άρθρο 39 παρ. 1 περ.α΄, β΄, γ΄ και δ΄ τις ποινικές κυρώσεις. Κατά δε το χρόνο εκδίκασης της ένδικης υπόθεσης ο ν. 4557/2018 είχε τροποποιηθεί από το ν.4816/2021 (ΦΕΚ Α΄ 118/9-7-2021). Από τη διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα ("ξέπλυμα βρώμικου χρήματος"), προϋποθέτει αντικειμενικά μεν (εναλλακτικά) μετατροπή ή μεταβίβαση, απόκτηση, κατοχή ή χρήση περιουσίας που προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα, ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα, απόκρυψη, συγκάλυψη της αλήθειας όσον αφορά την φύση, την προέλευση και την κυριότητα τέτοιας περιουσίας, συμμετοχή σε μία από τις ανωτέρω πράξεις, σύσταση οργάνωσης για τη διάπραξή της κ.λ.π., υποκειμενικά δε άμεσο δόλο ως προς την παράνομη προέλευση των εσόδων, επιπλέον δε στον πρώτο τρόπο τέλεσης του εγκλήματος, δηλαδή τη μετατροπή ή μεταβίβαση περιουσίας, και σκοπό συγκάλυψης της αληθούς προέλευσης της περιουσίας αυτής, ή παροχή συνδρομής σε άλλον που εμπλέκεται στις δραστηριότητες αυτές, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεών του. Απαιτείται, δηλαδή, σκοπός δημιουργίας σύγχυσης ως προς το νομιμοποιούμενο αντικείμενο ή το πρόσωπο του δράστη που το εξασφάλισε. Πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό και με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, έγκλημα δηλαδή σκοπού, ο οποίος συνίσταται στην επιδίωξη συγκάλυψης της προέλευσης περιουσίας ή παροχή σε άλλον συνδρομής για συγκάλυψη. Προϋποθέτει, επίσης, την τέλεση ενός άλλου (βασικού) εγκλήματος, (εγκληματική δραστηριότητα), εκ του οποίου κάποιος (υπαίτιος ή άλλος), αποκόμισε παράνομα έσοδα (περιουσία). Όταν δε αυτουργός της πράξης είναι το ίδιο πρόσωπο, συρρέει με εκείνο πραγματικά, με διακεκριμένη και διαφορετική καθένα απαξία (ΑΠ 286/2019, ΑΠ 1080/2019, ΑΠ 54/2017). Περαιτέρω, το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα δεν στοιχειοθετείται χωρίς το προηγούμενο βασικό αδίκημα. Η βασική δε αυτή εγκληματική δραστηριότητα, η οποία αναγκαίως ερευνάται, δεν πρέπει να εικάζεται ή να πιθανολογείται, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται επαρκώς και εξατομικευμένα ως προς το χρόνο τέλεσης και τους δράστες αυτής, έστω και αν δεν υπάρχει κατ’ αυτών κατηγορία. Κύρια πράξη του πολύπρακτου αυτού εγκλήματος είναι η «νομιμοποίηση», ενώ οι επιμέρους πράξεις συνιστούν τρόπους τέλεσής του. Επομένως, οι πράξεις που προσδιορίζονται στο άρθρο 2 του ν. 4557/2018 δεν παράγουν τεκμήριο νομιμοποίησης, αλλά αυτές πρέπει να είναι αντικειμενικά πρόσφορες να οδηγήσουν σε νομιμοποίηση του υλικού αντικειμένου, αλλά και να αντιστοιχούν πράγματι σε «νομιμοποίηση». Ως τρόπος τέλεσης του εγκλήματος της νομιμοποίησης τυποποιείται αυτοτελώς και η χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα με την τοποθέτηση σ’ αυτόν ή τη διακίνηση μέσω αυτού εσόδων. Συνεπώς, η απλή και μόνον κατάθεση σε τράπεζα του προϊόντος εγκλήματος, μπορεί, εφόσον αποδεικνύεται και η συνδρομή του σκοπού να προσδοθεί νομιμοφάνεια, να θεωρηθεί ως αυτοτελής πράξη νομιμοποίησης (ΑΠ 286/2019, ΑΠ 593/2018, ΑΠ 176/2019, ΑΠ 1290/2017). Σημειώνεται δε, ότι και υπό το καθεστώς των προϊσχυσάντων ν. 2331/1995 και ν.3424/2005 «περί νομιμοποίησης παράνομων εσόδων» η ως άνω κατάθεση σε τράπεζα θεωρείτο μορφή «απόκρυψης» (ΑΠ 145/2022, ΑΠ 28/2021, ΑΠ 1166/2019). Σε σχέση με την ενδιαφέρουσα, εν προκειμένω, επιβαρυντική περίσταση της τέλεσης κακουργηματικών πράξεων νομιμοποίησης από υπαίτιο που είναι μέλος εγκληματικής οργάνωσης, το άρ. 39 παρ.1 περ.γ΄ του Ν. 4557/2018, όπως τούτο ίσχυσε μετά την τροποποίησή του από το άρ. 5 του Ν. 4816/2021, ορίζει ότι τιμωρείται «με κάθειρξη και χρηματική ποινή από δύο χιλιάδες (2.000) έως δέκα χιλιάδες (10.000) ημερήσιες μονάδες», οι δε αναγκαίες προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτησή της είναι οι ακόλουθες : 1) Ο κατηγορούμενος να είναι μέλος εγκληματικής οργάνωσης, κατ’ άρ. 187 παρ.1 ΠΚ, 2) Η εγκληματική οργάνωση να επιδιώκει τη τέλεση πράξεων νομιμοποίησης εσόδων, και 3) Ο κατηγορούμενος να τελεί, ως μέλος της εγκληματικής οργάνωσης, πράξεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου αυτό να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ειδικά, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης αυτού, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία (παραβίαση) υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Όμως, δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και έλλειψης νόμιμης βάσεως, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Υπέρβαση εξουσίας, που συνιστά τον κατά τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ Θ΄ ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το ποινικό δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του ή υπαγόταν στη δικαιοδοσία του αλλά δεν συνέτρεχαν οι όροι άσκησής της (θετική υπέρβαση εξουσίας) και όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα, που υπαγόταν στη δικαιοδοσία του και είχε υποχρέωση να αποφασίσει [αρνητική υπέρβαση εξουσίας] (ΟλΑΠ 6/2017, ΑΠ 367/2018, ΑΠ 19/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 470 εδ.α΄ του ΚΠοινΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα, που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται (ΑΠ 232/2022, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 1224/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, «αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ` αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου.» Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου πρέπει να συντρέχουν : α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή. Η επίκληση ύπαρξης δεδικασμένου αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, τον οποίο ο επικαλούμενος οφείλει να αποδείξει εγγράφως, ήτοι με την προσκομιδή πλήρους αντιγράφου της απόφασης από την οποία απορρέει και επιπροσθέτως βεβαιώσεως του αρμοδίου γραμματέως περί του αμετακλήτου αυτής. Η παραβίαση του δεδικασμένου, που διαπιστώνεται από τη σύγκριση των διατακτικών των αποφάσεων, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, μπορεί δε να προταθεί το πρώτον και ενώπιον του Αρείου Πάγου ως λόγος αναιρέσεως κατ’ αποφάσεως, εξεταζόμενος κατ’ άρθρο 511 εδ. α΄ ΚΠΔ και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1090/2019, ΑΠ 16/2018, ΑΠ 957/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο [Κακουργημάτων] Πειραιά, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, δέχθηκε στο σκεπτικό της, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων τα οποία προσδιορίζονται ειδικώς σ’ αυτή, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά : «…Στις 14-10-2016 στη θαλάσσια περιοχή Άκρα Πάππα Πατραϊκού Κόλπου εντοπίστηκε το ταχύπλοο σκάφος ‘……….’, μεταγενέστερα ‘….’, με φερόμενο ιδιοκτήτη τότε τον ………, από πλωτό περιπολικό του Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής υπαγόμενο στο Κ/Λ Πάτρας, όπου σε διενεργηθέντα έλεγχο διαπιστώθηκε ότι οι αριθμοί πλαισίου των δύο εξωλέμβιων μηχανών ήταν διαφορετικοί από εκείνους που αναγράφονταν στην άδεια εκτέλεσης πλόων του σκάφους. Κατόπιν αυτού το σκάφος δεσμεύτηκε και αφού ακολούθησε η έρευνα και η σχετική διαδικασία, αποδόθηκε το σκαρί του σκάφους, ενώ οι μηχανές κατασχέθηκαν και παραδόθηκαν με μεσεγγύηση στον ιδιοκτήτη του σκάφους. Στις 30-1-2017, αφού προσκόμισαν τιμολόγια αγοράς για τις μηχανές, τους αποδόθηκε το σκάφος και οι μηχανές και ο κατηγορούμενος …………. κατ' εντολή του κατηγορούμενου δικηγόρου ……………… το μετέφερε με το γερανοφόρο όχημά του σε πάρκινγκ στο Κορωπί, ο δε δικηγόρος του ζήτησε, σε τυχόν ερώτηση από τις λιμενικές αρχές να μην αποκαλύψει το τόπο στο οποίο θα στάθμευε το σκάφος. Το άτομο που πλοηγούσε το σκάφος ‘………..’ στις 14-10-2016 ήταν ο ………….., εκπαιδευτής ταχύπλοων σκαφών, στο Αίγιο Αχαΐας, ο οποίος είχε, έγγραφη εξουσιοδότηση από τον ιδιοκτήτη του σκάφους για την πραγματοποίηση πλόων. Στις εγκαταστάσεις του ο ………, περίπου κατά το έτος 2014, είχε μεταφέρει και σταθμεύσει, αντί μισθώματος, σκάφος με την ονομασία ‘……….’, νηολογίου Λεμεσού με αριθμό 711630, με ιδιοκτήτρια την εταιρεία «………………..», αλλά στην πραγματικότητα ιδιοκτησίας των δύο πρώτων κατηγορουμένων, μήκους 10,50 μέτρων, με τρεις εξωλέμβιες μηχανές μάρκας YAMAHA 350 HP. Τον …………. όρισε ως εκπρόσωπό της, η ιδιοκτήτρια κυπριακή εταιρεία. Το σκάφος παρέμεινε σταθμευμένο μέχρι πριν το Πάσχα του 2015, οπότε ο …………. μαζί με τον ………… επικοινώνησαν τηλεφωνικά και δήλωσαν στον …………. ότι είχαν βρει ενοικιαστή για το σκάφος, Ρουμάνο υπήκοο, και του ζήτησαν να παραδώσει τη χρήση του στον εν λόγω ναυλωτή και την οικογένειά του, ο οποίος και το παρέλαβε σε μία μαρίνα πριν τον Πύργο Ηλείας. Σύμφωνα με το ναυλοσύμφωνο το σκάφος θα επιστρεφόταν στο χώρο στάθμευσης μετά από λίγες ημέρες, ωστόσο ουδέποτε επεστράφη, αλλά χάθηκε. Ο ………….., ως εκπρόσωπος της ιδιοκτήτριας εταιρείας, δήλωσε την κλοπή του ανωτέρω σκάφους στις αστυνομικές αρχές του Πειραιά. Εν τω μεταξύ η Περιφερειακή Ομάδα Δίωξης Ναρκωτικών του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πατρών, προς εξακρίβωση των προσώπων και την αποκάλυψη των στοιχείων ταυτότητας των εμπλεκομένων μελών της εγκληματικής οργάνωσης στην παράνομη διακίνηση και μεταφορά ναρκωτικών από και προς τη χώρα μας με τα ταχύπλοα σκάφη, με το υπ’ αριθμ. 2161.5/133/5-1-2017 αίτημά της ζήτησε την άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών συνδέσεων επικοινωνίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 και 5 του Ν.2225/1994 «Για την προστασία της ελευθερίας της ανταπόκρισης και επικοινωνίας και άλλες διατάξεις». Εκδόθηκαν οι υπ’ αριθμ. 2/2017, 8/2017, 18/2017, 31/2017 και 36/2017 Διατάξεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών, οι οποίες επικυρώθηκαν με τα υπ’ αριθμ. 3/2017, 23/2017, 66/2017, 102/2017, 113/2017 Βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών αντίστοιχα, με τις οποίες διατάχθηκε η άρση του απορρήτου των αναφερομένων σ’ αυτά τηλεφωνικών συνδέσεων για τα χρονικά διαστήματα από 9-1-2017 έως και 8-3-2017, από 9-3-2017 έως και 8-5-2017 και από 5-4-2017 έως και 4-6-2017, καθώς και η παράταση της άρσης του απορρήτου. Στις 25-1-2017, μετά από πληροφορίες που περιήλθαν στην Υπηρεσία του Λιμενικού σώματος για ταχύπλοο σκάφος με τρεις (3) εξωλέμβιες μηχανές, το όποιο προμηθευόταν ποσότητα καυσίμων από ΙΧΕ οχήματα, μάρκας OPEL ASTRA και FORD FOCUS, στο Κυπαρίσσι Λακωνίας, με σκοπό παράνομο δρομολόγιο μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, διαπιστώθηκε από τις τοπικές Λιμενικές και Αστυνομικές Αρχές ότι επρόκειτο για το σκάφος των δύο πρώτων κατηγορουμένων ‘……….’, το οποίο μετά την παραλαβή των καυσίμων και την αλλαγή του πληρώματος, ανέπτυξε ταχύτητα, καθιστώντας αδύνατο τον εντοπισμό του. Από το Α.Τ. Μολάων, εντοπίστηκαν στην περιοχή τα δύο προαναφερθέντα αυτοκίνητα. Στο ένα εξ αυτών, το OPEL ASTRA με αριθμό κυκλοφορίας ………., επέβαιναν ο α’ κατηγορούμενος …….. με τον ………, ο οποίος φερόταν να είναι και ο ιδιοκτήτης αυτού, ενώ στο άλλο όχημα, FORD FOCUS, με αριθμό κυκλοφορίας …… επέβαιναν ο ……….. (συνιδιοκτήτης πάρκινγκ σκαφών στο Λαύριο) και ο β’ κατηγορούμενος ……….. Κατά τη διάρκεια της έρευνας του AT΄ Μολάων, ο ………. προσκόμισε εξουσιοδότηση της εταιρείας «……………», φερόμενης ως ιδιοκτήτριας του παραπάνω σκάφους, προκειμένου να εκτελεί δοκιμαστικούς πλόες. Όπως ο ίδιος ο ……….. κατέθεσε στο πρωτοβάθμιου δικαστήριο, εξεταζόμενος ως μάρτυρας, είναι αυτός ο οποίος μετέφερε το προαναφερόμενο σκάφος στο Κυπαρίσσι μαζί με τον πρώτο κατηγορούμενο, πλαγιοδέτησε, αποβιβάστηκε και έφυγε με το αυτοκίνητο του δευτέρου κατηγορουμένου. Το προαναφερόμενο φουσκωτό ταχύπλοο σκάφος (‘……..’) κατά το έτος 2015 το είχαν μεταφέρει στο χώρο στάθμευσης σκαφών, ιδιοκτησίας των αδελφών …….., με την επωνυμία «………..» στο Λαύριο, ο πρώτος κατηγορούμενος (………..) και ο έβδομος κατηγορούμενος (…………). Για όσο διάστημα παρέμεινε εκεί τις εργασίες συντήρησης και επισκευής του αναλάμβαναν ιδιωτικά συνεργεία, κατόπιν εντολής των παραπάνω κατηγορουμένων. Το συγκεκριμένο σκάφος είχε βγει από το εν λόγω πάρκινγκ τρεις με πέντε φορές, εκ των οποίων κάποιες επέστρεφε αυθημερόν και κάποιες μετά από δύο τρεις ημέρες. Ο κατηγορούμενος …………… μετά το συμβάν στις 25-1-2017, τηλεφωνεί το ίδιο βράδυ στον κατηγορούμενο ………… και τον ενημερώνει ότι τους σταματήσανε και πήρανε τα στοιχεία της εταιρίας και ζητεί από τον ………. να συναντηθούν το πρωί της επομένης ημέρας σε ένα καφέ. Μετά από λίγο του τηλεφωνεί ξανά και ζητά να βρεθούνε το ίδιο βράδυ (11.30 μ.μ) στον Σκλαβενίτη, στο μέρος που είχαν ξαναβρεθεί, προκειμένου να μιλήσουνε. Τον Μάρτιο του 2017 ο ……… με τον ……….. κανόνισαν τη μεταφορά του σκάφους ‘…………..’ για φύλαξη στο ανωτέρω πάρκινγκ με την επωνυμία «…………». Το σκάφος, το οποίο δεν έφερε όνομα, το μετέφερε ο όγδοος κατηγορούμενος ………….. με το γερανοφόρο όχημά του. Στις 9-3-2017 εστάλη με ………… από το πάρκινγκ σκαφών, σε έντυπη μορφή η σύμβαση μίσθωσης θέσης στάθμευσης στον …………., η οποία και επεστράφη στις 24-3-2017 με τον ίδιο τρόπο, συμπληρωμένη από αυτόν με τα πλήρη στοιχεία του σκάφους με όνομα ‘……..’, πρώην ‘……….’. Κατά την παραμονή του σκάφους στο πάρκινγκ πραγματοποιήθηκαν αρκετές εργασίες συντήρησης και επισκευής, υπό την επίβλεψη του ……….., ενώ περί τα μέσα Μαρτίου 2017 επισκέφθηκε το πάρκινγκ, με σκοπό να εκτελέσει εργασίες συντήρησης στις μηχανές του σκάφους, εξουσιοδοτημένο συνεργείο της YAMAHA με επικεφαλής τον ……………... Ο τελευταίος, ο οποίος διατηρεί κατάστημα εμπορίας μηχανών θαλάσσης και service, γνώριζε τον πρώτο και τον δεύτερο από τους κατηγορουμένους από το 2008-2009, καθώς οι τελευταίοι επισκέπτονταν καταστήματα πώλησης και κατασκευής σκαφών και ενδιαφέρονταν να μάθουν σχετικά με τα τεχνικά στοιχεία αυτών, ποια δηλαδή σκάφη και ποιες μηχανές ήταν οι καλύτερες ή πιο γρήγορες και γενικώς όλα τα τεχνικά στοιχεία που αφορούσαν αυτές. Μάλιστα στον ………………. είχε εκμισθώσει την πατρική του οικία. Στις 2-4-2017, ενώ οι κινήσεις των κατηγορουμένων ………., ……….., .,………. , …….. και ……….. παρακολουθούνταν από τη Διεύθυνση Δίωξης Ναρκωτικών και Λαθρεμπορίου του Αρχηγείου Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής και από τις τηλεφωνικές επισυνδέσεις που διενεργούσε το Λιμεναρχείο Πατρών, με το οποίο υπήρχε άμεση συνεργασία, το ταχύπλοο σκάφος ‘DEUS’, παρελήφθη με το γερανοφόρο όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος ……………….. από το χώρο στάθμευσης σκαφών των αδελφών ………….. «……..», στην περιοχή Λαυρίου, και κατευθύνθηκε στην παραλιακή περιοχή Καλυβιών Θορικού - Λαγονησίου στη μάντρα σκαφών « ………….», όπου μπροστά υπάρχει και γλύστρα. Στις 3.4.17 ο κατηγορούμενος ……………….. φροντίζει να ανεφοδιαστεί το πλοιάριο με καύσιμα και πηγαίνει και ο ίδιος στο χώρο που έχει σταθμεύσει το πλοιάριο, σε συνομιλία του δε με τον κατηγορούμενο …………….. κατά την οποία του ζητεί να καθελκύσει το σκάφος, διευκρινίζοντας ότι ήταν αυτό που μετέφερε από την Πάτρα, ο ……………… του επισημαίνει να αλλάξει αυτό που του είπε και ο κατηγορούμενος ……………………. του απαντάει ότι δεν το έχει μαζί και ότι το είπε και το ειδοποίησε (cd 47 α/α 183), εννοώντας το GPS. Στις 4-4-2017 το μεσημέρι ο κατηγορούμενος …………… είναι μαζί με τον κατηγορούμενο …………. στο χώρο στάθμευσης …………… και σε συνομιλία που έχει ο …………….. με τον κάτοχο της υπ' αρ. …………… τηλεφωνικής σύνδεσης, τον οποίο ο ………. αποκαλεί «καπετάνιο» και «………….», ο τελευταίος ζητά να μιλήσει με τον …………….. και αμέσως μετά ζητά από τον τελευταίο να κλείσει το τηλέφωνο και να πάρει με ασφάλεια (cd 48, α/α 307). Περί ώρα 7:30 με 8:00 βραδινή, ο κατηγορούμενος ………….. καθέλκυσε το ταχύπλοο σκάφος ………….. από τη γλύστρα και το έριξε στη θάλασσα, απέναντι από το «…………..», παρουσία του αδερφού του …………….. Στη συνέχεια απέπλευσε, πραγματοποίησε ολιγόλεπτη διαδρομή μακριά από τη γλίστρα σε απόμερο μέρος και παρέδωσε το σκάφος σε άγνωστη τοποθεσία και σε άγνωστα άτομα, όπως δε προκύπτει απ' τις υπ’ αρ. 364 έως 367 συνομιλίες (cd 49), κοντά στο τόπο καθέλκυσης, διότι στις 20.52΄ ζητά από τον αδελφό του να πάει να τον πάρει. (CD 49 α/α 364). Κατά την καθέλκυση έλαβε πρόσθετα μέτρα επιμέλειας, προκειμένου να δικαιολογήσει σε τυχόν ερωτήσεις των λιμενικών αρχών που θα τον παρατηρούσαν τί έκανε στο σημείο εκείνο που αποβιβάστηκε, ότι «ψάρευε», διότι είχε ζητήσει από τον αδελφό του να του φέρει τα σύνεργα ψαρέματος, τα οποία κρατούσε μετά την παράδοση του σκάφους κατά την αποβίβαση του και καθόλη τη διάρκεια που βρισκόταν στην παραλία μέχρις ότου συναντήσει τον αδελφό του, τον οποίο ενημέρωσε για την αποβίβασή του, στην δε συνομιλία που είχε με τον κάτοχο της τηλεφωνικής σύνδεσης ……….. (cd 49 /α 367), καθ ώ χρόνο ήταν στον παράλιο χώρο, αναφέρει ότι τώρα είναι σκαρφαλωμένος σε κάτι βράχια με κάτι σύνεργα ψαρέματος. Επομένως, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ……… ότι παρέδωσε το πνευστό σκάφος ……. στην γλίστρα στον υποτιθέμενο, σουηδό υπήκοο, ………….. Στη συνέχεια τις πρωινές ώρες της 5.4.17 και ειδικότερα περί ώρα 5.30΄ με 6.00΄ επέστρεψε επανήλθε στο χώρο καθέλκυσης των σκαφών και βοήθησε στην ανέλκυση άλλου σκάφους που τράβηξε από τη θάλασσα ο κατηγορούμενος ………. και το τοποθέτησαν στο «………». Στις 6-4-2017 πρωινές ώρες, από αεροσκάφος του Λιμενικού Σώματος το ως άνω ταχύπλοο σκάφος εντοπίστηκε και αποτυπώθηκε σε αεροφωτογραφίες να προσεγγίζει τις ακτές της Αλβανίας κενό φορτίου και εν συνεχεία μετά από μία ώρα περίπου να αποχωρεί έμφορτο με δέματα και να κατευθύνεται, μέσω του βορείου θαλάσσιου στενού Κέρκυρας- Αλβανίας, στις ακτές της νότιας Καλαβρίας της Ιταλίας (βλ. σχετικά και έγγραφο της FRONTEX στο οποίο, στο πλαίσιο της συνεργασίας τους, ενημερώνει το Κέντρο Επιχειρήσεων του Αρχηγείου Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακή για την τελευταία γνωστή θέση και την πορεία του ταχύπλοου σκάφους προς τις Ιταλικές ακτές). Ακολούθησε καταδίωξη από πλωτά σκάφη του Λιμενικού Σώματος και από το προαναφερθέν αεροσκάφος του Λιμενικού Σώματος, χωρίς ωστόσο να καταστεί δυνατή η ακινητοποίησή του. Παράλληλα ενημερώθηκαν οι Ιταλικές Αρχές. Βραδινές ώρες της 6-4-2017, περί ώρα 20.15’, εντοπίσθηκε το εν λόγω σκάφος από τις Ιταλικές Αρχές να αποχωρεί με μεγάλη ταχύτητα από τις νότιες ακτές της Ιταλίας με κατεύθυνση προς την Ελλάδα και έκτοτε άρχισε να καταδιώκεται από τις Ιταλικές Αρχές και στη συνέχεια από τις Ελληνικές Αρχές, με πλωτά και εναέρια μέσα του Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής, κατόπιν σχεδιασθείσης από τις εν λόγω Αρχές επιχείρησης για τον εντοπισμό και τη σύλληψη των δραστών. Στο πλαίσιο της δράσης των Ιταλικών Αρχών και της έρευνας από χερσαίες δυνάμεις, περί ώρα 23.00’ της ίδιας ημέρας, στην περίμετρο της παραλίας που βλέπει προς τον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης Άφρικο της Επαρχίας …………….., μέσα στη σχετική ίσαλο γραμμή, εντοπίστηκαν πολυάριθμα δέματα τυλιγμένα με διαφανές σελοφάν, που είχε αποθέσει το πλήρωμα του ‘………….’, τα οποία εν συνεχεία καταμετρήθηκαν και βρέθηκαν 61 τον αριθμό, περιέχοντα ποσότητα φυτικής κάνναβης, συνολικού μικτού βάρους 1.449 κιλών, η οποία και κατασχέθηκε από τις Ιταλικές Αρχές. Η κατασχεθείσα ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. πρωτ. 1251.Ι.Τ/4-7-2018 Τεχνική Έκθεση του Αστυνομικού Τμήματος Επιστημονικών Ερευνών -Μεσσίνα Ιταλίας, που προσκομίσθηκε στο Δικαστήριο με επιμέλεια του κ. Εισαγγελέα της έδρας και αναγνώσθηκε νομότυπα, ήταν μαριχουάνα και το προσδοκώμενο όφελος από την πώλησή της υπολογίζεται από 1.159.200 ευρώ έως 2.608.200 ευρώ, δοθέντος ότι η τιμή του κιλού κυμαίνεται από 800 έως 1.800 ευρώ. Όπως προκύπτει από το υπ' αρ. πρωτ. Φ.092.22/6262/ΑΣ 7200/12-10-2018 έγγραφο που αναγνώσθηκε (σχετικό υπ' αρ. 2 των εγγράφων που προσκόμισε ο κ. Εισαγγελέας) η καταδίωξη του φουσκωτού σκάφους ξεκίνησε αργά το βράδυ της 6.4.2017 και συνεχίστηκε αδιάλειπτα μέχρι την στιγμή της κράτησης που έλαβε χώρα 16.43΄ της 07.04.2017, με την εμπλοκή αεροσκαφών, ελικοπτέρων, ταχυπλόων περιπολικών και ακταιωρών των ναυτικών σωμάτων Μπάρι, Βίπο Βαλέντια, Ροτσέλλα Ιόνιοκα, Κρότωνα, Κατάνιας, Πρατικά Ντι Μάρε, Μεσσίνης και Τάραντα. Στην επιχείρηση συνεργάστηκαν, επίσης, ισπανικά και πορτογαλικά αεροσκάφη της δύναμης FRONTEX. Η ακινητοποίηση του ανωτέρω σκάφους, κατέστη δυνατή μόνο μετά τη ρίψη βολών στις μηχανές του, και αφού είχε προηγηθεί προσπάθεια αναχαίτησης του και εκπομπής ηχητικών μηνυμάτων για να σταματήσουν τις μηχανές και να παραδοθούν, περίπου τις απογευματινές ώρες της 7ης-4-2017 στη θαλάσσια περιοχή νότια του παραθαλάσσιου χωριού Πόρτο Κάγιο Λακωνίας, όπου κατασχέθηκε και συνελήφθησαν οι επιβαίνοντες σ’ αυτό τρεις Αλβανοί υπήκοοι, που όπως διαπιστώθηκε, επρόκειτο για τους πέμπτο, έκτο και έβδομο των κατηγορουμένων, ήτοι τους …………, ………… και ……….. Επισημαίνεται ότι η σύλληψη τους πραγματοποιήθηκε μετά την ακινητοποίηση των μηχανών με ρίψη σφαιρών από πυροβόλα όπλα στους κινητήρες που είχαν σαν αποτέλεσμα να θέσουν τους κινητήρες εκτός λειτουργίας με τη πρόκληση βλάβης επ’ αυτών. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ιδίως δε τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας …………… και ……………, αξιωματικών του Λιμενικού Σώματος, καμία αμφιβολία δεν καταλείπεται στο Δικαστήριο, ότι πρόκειται για το ίδιο σκάφος, το ‘………..’, το οποίο απέπλευσε από άγνωστη τοποθεσία στην Ελλάδα, άφορτο, κινήθηκε στις Αλβανικές ακτές όπου και φόρτωσε την ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών, την οποία εν συνεχεία απόθεσε στις ακτές της Νότιας Ιταλίας και ακολούθως καταδιώχθηκε και ακινητοποιήθηκε στο Πόρτο Κάγιο από τις λιμενικές Αρχές. Εξάλλου από το εν λόγω ανωτέρω έγγραφο με αρ. πρωτ. Φ.092.22/6262/ΑΣ 7200/12-10-2018, προκύπτει ότι το ταχύπλοο σκάφος, που είχε την ονομασία ………….., όπως αποδείχθηκε μετά την καταδίωξή του, παρακολουθείτο «αδειάλειπτα» κατά την έκφραση των Ιταλικών αρχών, ήτοι της Οικονομικής Αστυνομίας του Λόκρι (…………, ………..). Όπως κατέθεσε ο μάρτυρας ……………….., ο οποίος ήταν επικεφαλής της επιχειρησιακής ομάδας που ανέλαβε την παρακολούθηση και τη σύλληψη των μελών της οργάνωσης, στις επικοινωνίες που υπήρξαν μεταξύ του Κέντρου Επιχειρήσεων της Ελλάδας και του αντίστοιχου της Ιταλίας, ήταν στοχοποιημένο το συγκεκριμένο σκάφος (‘………’) με συγκεκριμένη φωτογραφία, ενώ από τα στίγματα πλεύσης του σκάφους που αναφέρονται στα σήματα του Κέντρου Επιχειρήσεων και αποτυπώνονται στο γεωγραφικό χάρτη, προκύπτει ότι το σκάφος που είχε εντοπιστεί στη θαλάσσια περιοχή της Αδριατικής από τις Ιταλικές Αρχές είναι το ίδιο με αυτό που κατέφθασε στις νότιες ακτές της Πελοποννήσου. Επίσης, σύμφωνα με την κατάθεση του …………, από το χρώμα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του σκάφους ‘…………’, όπως το μήκος του, τα χειριστήρια, τις μηχανές του, τη θέση του roll back και του ραντάρ, το λευκό χρώμα του καταστρώματος, την έλλειψη καμπίνας, τη θέση της τιμονιέρας, χαρακτηριστικά τα οποία είναι διακριτά στην αεροφωτογραφία που λήφθηκε κατά την προσέγγιση του σκάφους στις Αλβανικές ακτές, προκύπτει η ταυτοποίηση του σκάφους. Κατά το χρονικό διάστημα (7.4.2017) που κατελήφθη το ως άνω ταχύπλοο σκάφος να μεταφέρει ποσότητες ναρκωτικών ουσιών κάνναβης από την Αλβανία στην Ιταλία, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ………., μετέφερε με το ταχύπλοο σκάφος ‘……….’, ΤΣ …., ιδιοκτησίας της εταιρείας «……….», με έδρα τη Νέα Σμύρνη Αττικής και νόμιμο εκπρόσωπο αυτής τον ίδιο τον ………., στο οποίο επέβαινε και ο αδελφός του, τα "νομιμοποιητικά ναυτιλιακά έγγραφα του σκάφους ‘…..’, συμπεριλαμβανομένου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου του. Το ως άνω ταχύπλοο σκάφος ‘………..’ με τους επιβαίνοντες σ’ αυτό κατηγορούμενο, είχε αγκυροβολήσει στη θαλάσσια περιοχή της Ύδρας και ο κατηγορούμενος …………, χειριστής του σκάφους, βρισκόταν σε συνεχή τηλεφωνική επικοινωνία με τον κατηγορούμενο δικηγόρο ……………., ο οποίος επιτηρούσε για λογαριασμό των συγκατηγορουμένων του ………….. και ………….. την επιτυχή έκβαση του παράνομου δρομολογίου και ανέμενε τις οδηγίες του δικηγόρου, προκειμένου να σπεύσει προς αρωγή του πληρώματος του σκάφους ‘………..’, δηλαδή να επιβιβαστεί σ’ αυτό και να το οδηγήσει νομότυπα, εφοδιασμένο με τα νομιμοποιητικά του έγγραφα, πίσω στο χώρο ανέλκυσής του, στην παραθαλάσσια περιοχή Καλυβιών Θορικού και Λαγονησίου Αττικής από όπου αυτό είχε αρχικά αποπλεύσει στις 4-4-2017. Κατά τις τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον δικηγόρο …………. ο κατηγορούμενος …………….., περί ώρα 13.20.59 της 7.4.2017, του ανέφερε ότι δεν απαντά το τηλέφωνο και ζήτησε από το συγκατηγορούμενό του να έρθει σε επικοινωνία μαζί τους. Αμέσως μετά ο δικηγόρος ….. τηλεφωνεί δύο φορές στον αριθμό ……. και μία φορά στο ……… χωρίς να πάρει απάντηση. Κάτοχος της πρώτης τηλεφωνικής σύνδεσης είναι ο ………….. ενώ ο δεύτερος αριθμό τηλεφώνου δεν έχει ερευνηθεί και δεν έχει αναφερθεί προγενέστερη συνομιλία. Μετά από την ανεπιτυχή προσπάθεια του κατηγορούμενου ………….., να έρθει σε επικοινωνία με τους πρώτο και δεύτερο των κατηγορουμένων στα τηλέφωνα που χρησιμοποιούσαν για περιστάσεις εκτός των κοινωνικών και επαγγελματικών υποχρεώσεων τους, τα λεγάμενα «επιχειρησιακά τηλέφωνα», ο κατηγορούμενος ……….. τηλεφωνεί στον αδελφό του ………… προκειμένου να βρει τους αριθμούς τηλεφώνων των δύο πρώτων κατηγορουμένων και στη συνέχεια, επειδή ο τελευταίος είναι εκτός γραφείου, τηλεφωνεί στο γραφείο του όπου, παρακάμπτοντας τον πατέρα του που απαντά στο τηλέφωνο, ζητεί από τη συνεργάτιδά του τον αριθμό τηλεφώνου του …..…… τον οποίο θα τον εύρισκε γραμμένο στο φάκελο που υπήρχε πάνω στο γραφείο του αδελφού του (cd 51 a/a/5599) . Ο κατηγορούμενος …………. δεν είχε στη μνήμη του τηλεφώνου του τους αριθμούς των τηλεφωνικών συνδέσεων που χρησιμοποιούσαν οι δύο τελευταίοι στις κοινωνικές και επαγγελματικές υποχρεώσεις τους, γεγονός που αποδεικνύεται διότι δεν ζητεί απ' τη συνεργάτιδά του τους αριθμούς που χρησιμοποιούσαν για τις επαγγελματικές τους επαφές και νόμιμες δραστηριότητες, αλλά δύο άλλες τηλεφωνικές συνδέσεις που χρησιμοποιούσαν σε «ειδικές περιστάσεις», προκειμένου να αποφεύγουν την τυχόν παρακολούθηση των συνδιαλέξεων. Στη συνέχεια και μετά από ανεπιτυχή προσπάθεια, να επικοινωνήσει και με τον αριθμό ……..που ανήκει στον …… και τον οποίο του μεταφέρει η συνεργάτιδά του (cd 51 α/α/ 5600 ), συνομιλεί με τον ……….. (cd 51 α/α/ 5609), ο οποίος του αναφέρει ότι δεν τους βρίσκει και εκφράζει την ανησυχία του γιατί δεν το συνηθίζουν και ο κατηγορούμενος …….. του λέει ότι θα ξαναπροσπαθήσει. . Στη συνέχεια εμφανίζεται το σκάφος του λιμενικού σώματος και πλησιάζει το σκάφος του ……. και στη θέα του σκάφους του λιμενικού ο ……. που επικοινωνεί ξανά με τον ……….. του ζητά οδηγίες και ο οποίος αναρωτιέται τι θα κάνει τα χαρτιά. Ο ……….. του λέει ότι θα τα κρύψει και του ανταπαντά ο ……….. «και αν ψάξουν την τσάντα σου;» Ο ………… τον προτρέπει να φύγει από το σημείο που περιμένει και έχει οριστεί ως σημείο συνάντησης μεταξύ του ………… και του σκάφους ………, γιατί, όπως λέει χαρακτηριστικά, και να έρθει ( το ……. ) δεν πρόκειται να γίνει η δουλειά, του ζητά να απομακρυνθεί και να πάει σε άλλο μέρος και του λέει ότι «το θέμα είναι το που αλλού θα πρέπει με κάποιο τρόπο να συνεννοηθείς, το που αλλού θα είναι για να μιλήσεις μαζί μου και να μιλήσω εγώ με τους άλλους », γιατί ο κατηγορούμενος … του λέει ότι θα πετάξει το τηλέφωνο με το οποίο συνεννοείται με τους άλλους. Έτσι λοιπόν, λόγω της καταδίωξης και της ακινητοποίησης του σκάφους ‘ ……..’ από τις λιμενικές αρχές και τη σύλληψη του πληρώματος, ο κατηγορούμενος ………… δεν μπόρεσε να συνδράμει, δηλαδή να συναντήσει το σκάφος ‘…….’, αλλά συνελήφθη, τόσο ο ίδιος όσο και ο συνεπιβαίνων αδελφός του, ……….., από άνδρες του Λιμενικού Σώματος, καθώς από την παρακολούθηση των τηλεφωνικών επισυνδέσεων είχαν εντοπίσει το σκάφος και τις προθέσεις του κατηγορούμενου …………. Όλα τα ανωτέρω αποτυπώνονται στις τηλεφωνικές συνομιλίες που περιέχονται στο αναγνωστέο cd 51 (α/α 5594, 5595,5596, 5597, 5600, 5609, 5613, 5616). Πρέπει να σημειωθεί ότι, όταν ο ………… είδε το σκάφος του Λιμενικού Σώματος να πλησιάζει για έλεγχο, έβγαλε από την τσάντα του το φάκελο, που περιείχε τα έγγραφα του σκάφους «……», αφού του ανέφερε ο συγκατηγορούμενος του ………… τη δυνατότητα των Λιμενικών αρχών να προβούν σε έρευνα στο τσαντάκι του, και τον έκρυψε στο πρύμνιο ταμπούκι (ντουλάπι που βρίσκεται στο πάτωμα του σκάφους). Το φουσκωτό σκάφος «…..» πωλήθηκε από την ……. στον …. στις 17 Ιουνίου 2014, και έφερε δύο μηχανές YAMAHA 350ΗΡ με σειριακό αριθμό S/N …9 και 1….8, όπως προκύπτει ειδικότερα από το από 17 Ιουνίου 2014 ιδιωτικό συμφωνητικό και το πιστοποιητικό κυριότητας μικρού σκάφους του Κ.Λ. Πειραιά, Θ Λ/Τ. Βουλιαγμένης έγγραφα που βρίσκονται στο αναγνωστέο με αριθμό 70 . Η «………….» ιδρύθηκε στην Κύπρο τον Μάιο του 2012 .Στην ιδιοκτησία της ήταν το ταχύπλοο σκάφος «………», με αριθμό νηολογίου Λεμεσού Κύπρου και ΔΔΣ .. Η «………..» ιδρύθηκε στην Κύπρο στις 13 Δεκεμβρίου 2012. Στην κυριότητά της ανήκει το σκάφος «……..», το οποίο διαγράφηκε τον Μάρτιο του 2017. Στην ίδια εταιρεία ανήκει και το σκάφος «……..» πρώην «……….» από τις 27 Μαρτίου 2017, οπότε νηολογήθηκε και εκδόθηκε το σχετικό πιστοποιητικό από τις κυπριακές αρχές. Στο κατασχεμένο σκάφος «…..» πρώην «……», ιδιοκτησίας της «………….», οι δύο μηχανές που βρίσκονται επί του σκάφους, σύμφωνα με την έκθεση κατάσχεσης, φέρουν τους σειριακούς αριθμούς ……….., …………….. Οι ανωτέρω δύο μηχανές δεν είναι οι μηχανές τις οποίες έπρεπε να φέρει το σκάφος, όπως ήταν όταν πουλήθηκε με την ονομασία «…..», αλλά ανήκαν στο σκάφος «….», ιδιοκτησίας της εταιρείας «………..», σύμφωνα με το έγγραφο νηολόγησης της κυπριακής Δημοκρατίας που περιέχεται στα αναγνωστέα υπ’ αρ. 70. Την πλήρη παρακολούθηση των δικηγορικών και οικονομικών δοσοληψιών των ανωτέρω εταιρειών την είχε αποκλειστικά ο κατηγορούμενος ………. και όχι αόριστα το δικηγορικό γραφείο ………., όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος …….. Το ότι είναι ο μοναδικός που έχει πρόσβαση στους φακέλους αυτούς προκύπτει από το γεγονός ότι στις 10.3.2017, όταν ήταν εκτός γραφείου και αναγκάζεται να αναζητήσει κάτι από το φάκελο του πνευστού «……», ζητεί από την συνεργάτιδά του στο δικηγορικό του γραφείο να ξεκλειδώσει το ντουλάπι που τον έχει φυλαγμένο με το κλειδί που έχει κρυμμένο σε συρτάρι του γραφείου του (CD 28 10.3.17 α/α 3380). Οι δύο αυτές εταιρείες στεγάζονται στην ίδια διεύθυνση και εκπροσωπούνται στην Κύπρο από το ίδιο άτομο τον κύριο ……….., ο οποίος συνεννοείται με τον κατηγορούμενο ……… για τα θέματα τω εταιριών αυτών (έκθεση αρ. 18) και κατ’ εντολή του κατηγορουμένου ………. εκδίδει ειδικά πληρεξούσια σε τρίτα πρόσωπα, όπως ο …….. και ο …….. προκειμένου, αφενός μεν να διαχειριστούν με νομιμοφάνεια τις υποθέσεις που αφορούν τα εμπλεκόμενα πλοιάρια, όπως υποβολή μήνυσης στην περίπτωση του ……. όπου υπέβαλε μήνυση σε βάρος Ρουμάνου υπηκόου για την κλοπή σκάφους που φαινομενικά ανήκε στην «……………» ή την πραγματοποίηση δοκιμαστικού πλου στην περίπτωση του ……., αφετέρου προκειμένου να μην αποκαλυφθούν οι πραγματικοί κύριοι και ιδιοκτήτες των πλοιαρίων αυτών και να συνεχίσουν ανενόχλητα την εγκληματική τους δράση. Εκτός όμως από την έκδοση ειδικών πληρεξουσίων, κατ’ εντολή του …….., ο κ, …….. από την Κύπρο εξέδιδε και βεβαιώσεις «πραγματικού δικαιούχου» (……….) στα οποία βεβαίωνε ότι τρίτα, άσχετα άτομα με την ιδιοκτησία των πνευστών πλοιαρίων, όπως ο …….. και ο ………….., ήταν οι πραγματικοί κύριοι των πλοιαρίων αυτών, ενώ αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, διότι κύριοι αυτών των πλοιαρίων, κατά δήλωση τους, είναι οι δύο πρώτοι των κατηγορουμένων. Περαιτέρω, από την άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών συνδέσεων που χρησιμοποιούσαν τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης που είχαν συστήσει οι κατηγορούμενοι (πλην του ………..) και διηύθυνε ο πρώτος κατηγορούμενος και τις απομαγνητοφωνήσεις των τηλεφωνικών συνομιλιών ενισχύονται τα ήδη αποδειχθέντα από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, καταθέσεις που δεν ανατρέπονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης καθώς προέκυψαν τα ακόλουθα : Ο κατηγορούμενος ………, χρήστης του υπ’ αριθμ. ………..τηλεφώνου, το οποίο ανήκει σε υπήκοο Κίνας με στοιχεία ……… και του υπ’ αριθμ. ……………τηλεφώνου, τουλάχιστον κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-2017 μέχρι 8-4-2017, έχοντας αρχηγικό ρόλο στην οργάνωση, επέβλεπε το σκάφος ‘……….’, καθώς κανόνιζε και διεκπεραίωνε τις κινήσεις του σκάφους για τη μετακίνησή του στην Αλβανία, φρόντιζε για την προμήθεια, ετοιμότητα και φύλαξη του ταχύπλοου, την αγορά, συντήρηση και τοποθέτηση σ’ αυτό των μεγάλου κυβισμού μηχανών του, 350 hp εκάστη, καθώς και την προμήθεια της μεταφερόμενης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών από την Αλβανία, τη φόρτωση της κάνναβης εκεί και τη μεταφορά της στην Ιταλία, συνεπικουρείτο δε από τους συγκατηγορούμενούς του …….. και ………. Προέκυψαν συνομιλίες του ….. με τους …….., …….. και ………….., καθώς και του ……. με τον ………, σχετικά με τα ταχύπλοα σκάφη. Συγκεκριμένα, στην επισύνδεση με τον τηλεφωνικό αριθμό …….., που ανήκει στον κατηγορούμενο ……, ακούγεται αυτός να επικοινωνεί στις 24.1.17 με τον …………… ενδιαφερόμενος για δύο μηχανές 350 που έφεραν τα «παιδιά», το ενδιαφέρον του δε το καλύπτει κάτω από την ιδιότητα του «δικηγόρου των παιδιών » (cd 3 α/α 350). Ο ίδιος συνομιλεί με κάποιον ασφαλιστή, προκειμένου να ασφαλίσει το σκάφος ‘ ………’, παρών δε στη συνομιλία είναι ο κατηγορούμενος …………., ο οποίος συνομιλεί και αυτός με τον ασφαλιστή (΄Εκθεση No 57), σε άλλη δε συνομιλία ακούγεται ο κατηγορούμενος ……… να συνομιλεί με τον κατηγορούμενο ……… για τα στοιχεία των μηχανών που ψευδώς θα δήλωναν στο Λιμεναρχείο. Αμέσως μετά τον έλεγχο που έκανε η ελληνική Αστυνομία στους Μολάους στις 25.1.2017, όπου εντοπίσθηκε η αλλαγή του πληρώματος στο ταχύπλοο «……» και ο εφοδιασμός του, με συμμετοχή των (α΄ κατηγορούμενου) ………, ………., ……. (συνιδιοκτήτης πάρκινγκ σκαφών στο Λαύριο), (β΄ κατηγορούμενου) …….., ο ……., την ίδια ημέρα, και περί ώρα 23.15΄ επικοινωνεί με τον δικηγόρο …….., τον ενημερώνει ότι τους σταματήσανε και πήρανε τα στοιχεία της εταιρείας και του ζητά να συναντηθούνε την επομένη στο καφέ εκεί που είχανε πάει την άλλη φορά.( cd 3 α/α 372), αλλά στη συνέχεια ο ……. τηλεφωνεί στον …………… και κανονίζουν να συναντηθούνε αμέσως (cd 3 α/α 373) και συναντιούνται εκεί «εκεί πέρα που είχαμε σταματήσει την προηγούμενη φορά» σύμφωνα με την έκφραση του ………….. αμέσως (cd 3 α/α 376). Τελικά η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στις 23.50΄ της 25.1.2017. Συναντήσεις εκτός γραφείου ο ………… έχει με τον ….. και στις α) 3.2.2017 ώρα 17.15΄ μετά από τηλεφώνημα του τελευταίου (cd 6 α/α 981) β) 4.2.17 και ώρα 12.42΄ (7 α/α 1014), γ) στις 14.2.17 και ώρα 18.58΄ (cd 11 α/α 62 ) αλλά και στο γραφείο του στις 7.2.17 (cd 8 α/α 4) ώρα 17.32΄. Στις 30 Μαρτίου 2017 ο κατηγορούμενος …………., ζητεί από τον αδελφό του …………….., δικηγόρο ομοίως, να συναντηθεί «με τους άλλους» (cd 51 α/α 4895). Η συνάντηση πραγματοποιείται το απόγευμα της ίδιας ημέρας σε εξωτερικό χώρο στο μετρό της Δάφνης και «οι άλλοι» ήταν ο πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων, …… και …………., οι οποίοι ζητούν και την παρουσία του ………... Ο κατηγορούμενος ……….. μαθαίνει ότι ο τελευταίος επιστρέφει από το εξωτερικό την ίδια ημέρα και κανονίζει να βρεθούν στο γραφείου του ο ……….., ο …….. και ο ………., χωρίς την παρουσία των αδελφών …….., διότι αμφότεροι ισχυρίζονται ότι είχαν δικαστήριο (cd 45 α/α 4909, 4913, 4914). Την επόμενη ημέρα, ο κατηγορούμενος ……….. επικοινωνεί με τον ………… και του ζητεί να περάσει από το γραφείο του . Κατά την ώρα της συνομιλίας, ο ………. ήταν στο Καματερό, όπως αναφέρει και, όπως δείχνουν οι κεραίες που ενεργοποιήθηκαν κατά τη συνδιάλεξη, από το χρονικό διάστημα μεταξύ 10.30΄ και 11.00΄ η τηλεφωνική του συσκευή ενεργοποίησε τις κεραίες που βρίσκονται στο Πειραιά, και ειδικότερα στη ……., …. και …, …. και ………., περιοχές που βρίσκονται κοντά στο δικηγορικό γραφείο του ………….. Επίσης, σε άλλη συνομιλία με το χρήστη της υπ’ αριθμ. ……….. τηλεφωνικής σύνδεσης ………, πρώην ιδιοκτήτη του «……..», που βρέθηκε στην ιδιοκτησία της «……………..» ο κατηγορούμενος ………….. τον ρωτά, αν τα παιδιά του έχουν δώσει τα λεφτά, ο ………… αναφέρει ότι δεν είναι πληρωμένο και τα παιδιά του έχουν δώσει τα χρήματα και αναρωτιέται αν έχει σημασία. Ο κατηγορούμενος ……………… του αναφέρει ότι «γι’ αυτόν έχει σημασία» (cd 52 a/a 5588). Σε άλλες συνομιλίες αναφέρεται σε συναντήσεις με τους ……… και ………….. (Εκθέσεις No 05, 06, 08, 09), σε άλλες συνομιλίες συνομιλεί με τον αδελφό του και παρευρίσκεται και o …., ο οποίος παρεμβαίνει στη συζήτηση σχετικά με την αγορά του γκαράζ από τον …..΄Εκθεση No 13, 30), ενώ σε άλλη συνομιλία λέει στη γραμματέα του ότι στο γραφείο του έχει αφήσει ένα προσύμφωνο που έχει υπογράψει ο … μαζί με μια εξουσιοδότηση, τα οποία πρέπει αυτή να παραδώσει στον ……(΄Εκθεση No 41). Την ημέρα που κατελήφθη το ταχύπλοο σκάφος ‘…….’ να μεταφέρει ποσότητες ναρκωτικών ουσιών κάνναβης στην Ιταλία, όπως προαναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος ……… με το σκάφος «..» Τ.Σ 3628, στο οποίο επέβαινε και ο κατηγορούμενος αδελφός του ……….., μετέφερε τα έγγραφα του καταδιωκόμενου από τις λιμενικές αρχές σκάφους ‘……’, σε εκτέλεση σχετικών οδηγιών του ……….., με τον οποίο συνομιλούσε στο τηλέφωνο, όσο ανέμενε να συναντηθεί με το σκάφος ‘….’ για να παραδώσει τα έγγραφα. Συγκεκριμένα, το σκάφος «…» αγκυροβόλησε στη θαλάσσια περιοχή της Ύδρας και ο ……… ήταν σε διαρκή τηλεφωνική επικοινωνία με τον ….., προκειμένου να λαμβάνει οδηγίες για την επιτυχή έκβαση και ολοκλήρωση του θαλάσσιου δρομολογίου του σκάφους ‘……’, ήτοι για τον εφοδιασμό του εκεί, στην Ύδρα, με τα ναυτιλιακά του έγγραφα και την πραγματοποίηση από τον κατηγορούμενο ………. της νομότυπης κατάπλευσης και επιστροφής του ‘ ..’ στο σημείο από όπου αυτό είχε αποπλεύσει στις 4-4-2017. Εξαιτίας όμως της καταδίωξης και της ακινητοποίησης του σκάφους ‘....’ από τις λιμενικές αρχές, ο ……….. δεν μπόρεσε να συνδράμει, δηλαδή να συναντήσει το σκάφος ‘………….’, έτσι ώστε να επιβιβαστεί σ’ αυτό και να το οδηγήσει νομότυπα, ήτοι εφοδιασμένο με τα νομιμοποιητικά του έγγραφα, πίσω στο χώρο ανέλκυσής του στην παραθαλάσσια περιοχή των Καλυβιών …. και Λαγονησίου, από όπου θα το παραλάμβανε ο …………., ο οποίος θα το μετέφερε πίσω στον σταθμό φύλαξης των αδελφών ……….., στο Λαύριο Αττικής, με το γερανοφόρο όχημά του, απ’ όπου και το είχε παραλάβει τις μεσημεριανές ώρες της 2-4-2017 και το είχε μεταφέρει προς καθέλκυση. Συγκεκριμένα, από την άρση του τηλεφωνικού απορρήτου προέκυψε ότι ο …………., χειριστής του σκάφους «…………», ο οποίος εκτελούσε εντολές, όπως αναφέρει στον αδελφό του (έκθεση αρ.64) χρήστη του υπ’ αριθμ….. τηλεφώνου, σε συνομιλίες που είχε είτε με τον κατηγορούμενο ……… είτε με τον κατηγορούμενο ………. κανόνιζε για την παραλαβή των εξωλέμβιων μηχανών από την Ολλανδία (΄Εκθεση No 29), για πιθανή παρακολούθηση του σκάφους ‘….’ με συσκευή εντοπισμού στίγματος, καθώς και για τις ενέργειες που πρέπει να γίνουν για την αντικατάσταση του - πλοηγού (΄Εκθεση No 58). Επίσης, από την άρση του τηλεφωνικού απορρήτου προέκυψε ότι κατά τη διάρκεια της μετάβασης του σκάφους «….» στην Ύδρα, ο …. συνομιλούσε με τον ……, αναζητούσε τους κατηγορούμενος …. και ….., οι οποίοι δεν απαντούσαν στα τηλεφωνήματά του και ανησυχούσε για την ύπαρξη σκάφους του Λιμενικού που κατευθυνόταν προς το σκάφος του και την κατοχή απ’ αυτόν των εγγράφων του …..’ (Εκθέσεις No 45, 46, 47). Επιπροσθέτως, ο ….. σε συνομιλία με άτομο ονόματι …… (΄Εκθεση No 65), του ζητάει να επαληθεύσει την ιστορία του, ότι δήθεν έχει έρθει για μια δοκιμή στην Ύδρα, να δει το «αβεράντο» και ο ….. του είπε επειδή κάνουν κάποιο σέρβις να κάνει τουλάχιστον τριάντα, σαράντα μίλια. Ο ….. παρείχε οδηγίες προς τον ……… για τον τρόπο συνάντησης με τους άλλους κατηγορουμένους και κυρίως για το τι πρέπει να κάνει με το τηλέφωνο και τα έγγραφα σε περίπτωση έλευσης του Λιμενικού και συγκεκριμένα ότι πρέπει να μην βρουν πάνω του τα χαρτιά του ‘....’ και τον προέτρεψε να φύγει (Εκθεση No 46). Τελικά, ο ….. ενημερώνει τον …. ότι πηγαίνει στο Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιά και ότι τα χαρτιά δεν τα έχει πετάξει και ο τελευταίος του απαντά χαρακτηριστικά «Δεν πρόλαβες; Εμ ... στο ’πα» (Εκθεση No 67). Από τις απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες, εξάλλου, προέκυψε ότι ο δικηγόρος ….., που έδινε διάφορες εντολές και κατέβαλε τις δαπάνες του σκάφους ‘....’, διατηρούσε άριστες σχέσεις με τους κατηγορούμενους …. και ……., διεκπεραιώνοντας διάφορες υποθέσεις που αφορούσαν τα δύο σκάφη, πραγματοποιούσε δε προς το σκοπό αυτό ολιγόλεπτες συναντήσεις μ’ αυτούς σε διάφορα μέρη, αποφεύγοντας την τηλεφωνική επικοινωνία, φοβούμενος προφανώς ότι παρακολουθούσαν τα τηλέφωνά τους, όπως προαναφέρθηκε και αναλυτικά εκτέθηκε ανωτέρω. Πρέπει να σημειωθεί ότι από την ανάλυση των επικοινωνιών των κατηγορουμένων, δεν προέκυψαν οι τηλεφωνικές συνδέσεις που χρησιμοποίησαν οι αλλοδαποί Αλβανοί υπήκοοι ….. (πέμπτος κατηγορούμενος), …. (έκτος κατηγορούμενος) και …….. (έβδομος κατηγορούμενος), οι οποίοι επέβαιναν στο καταδιωκόμενο σκάφο ‘.....’ και αποτελούσαν το πλήρωμά του, προκειμένου να επικοινωνήσουν με τους κατηγορουμένους ……, ….. ή τον ……. που τους ανέμενε στη θαλάσσια περιοχή της Ύδρας και εκτιμάται πως είτε για το σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκαν υπηρεσίες και εφαρμογές του διαδικτύου είτε ήταν ανέφικτη η τηλεφωνική επικοινωνία, λόγω έλλειψης δικτύου κινητής τηλεφωνίας στη θάλασσα της Αδριατικής, όπου αντιλήφθηκαν ότι το σκάφος καταδιώκεται. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ……, κατά το χρόνο δράσης της εγκληματικής οργάνωσης και συγκεκριμένα στις 5-4-2017 απέκτησε με χρήματα που προέρχονται από τις ανωτέρω εγκληματικές δραστηριότητες με αγορά από τον …., δυνάμει του υπ’ αριθμ. 6053/5-4-2017 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών ……, το οποίο έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλλιθέας στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …, τρεις οριζόντιες ιδιοκτησίες των υπογείων χώρων πολυκατοικίας που βρίσκεται στην Καλλιθέα Αττικής, επί της οδού …. αρ. …, εμβαδού 979,20 τ.μ., 419,50 τ.μ. και 1.121,30 τ.μ. αντίστοιχα, όπως αυτές αναλυτικά περιγράφονται στο συμβόλαιο αγοράς, και επιπλέον δύο ακόμη οριζόντιες ιδιοκτησίες των υπογείων χώρων έτερης πολυκατοικίας που βρίσκεται στην Καλλιθέα Αττικής στη συμβολή των οδών …., εμβαδού 376 τ.μ. και 376,20 τ.μ. αντίστοιχα, όπως αυτές περιγράφονται στο ίδιο ως άνω συμβόλαιο, αντί συνολικού τιμήματος 190.000 ευρώ, εκ του οποίου 60.400 ευρώ καταβλήθηκε στον πωλητή σε μετρητά κατά την υπογραφή του συμβολαίου και ενώπιον της συμβολαιογράφου και το υπόλοιπο ποσό των 129.600 ευρώ φέρεται ότι συμφωνήθηκε ότι θα καταβληθεί στον πωλητή σε 48 άτοκες μηνιαίες δόσεις, ποσού 2.700 ευρώ έκαστη. Πλην, όμως, στην πραγματικότητα το ποσό αυτό (ύψους 129.600 ευρώ) καταβλήθηκε στον πωλητή την ημέρα σύνταξης του συμβολαίου, συνταχθείσας σχετικής δηλώσεως του τελευταίου περί εξοφλήσεως του τιμήματος. Ο ως άνω κατηγορούμενος με τον τρόπο αυτό συγκάλυψε και προσέδωσε νομιμοφάνεια σε χρήματα που προέρχονταν από εγκληματικές δραστηριότητες στις οποίες συμμετείχε ως μέλος της ανωτέρω εγκληματικής οργάνωσης, η οποία ενεργούσε τουλάχιστον από τις 14-10-2016. Παρά τον ισχυρισμό του ως άνω κατηγορούμενου, η Ανακρίτρια εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 65/14-2-2018 Διάταξή της, με την οποία απαγόρευσε την εκποίηση ή τη με οποιονδήποτε άλλο τρόπο μεταβίβαση των πέντε οριζόντιων ιδιοκτησιών που αγόρασε ο κατηγορούμενος. Ο τελευταίος απολογούμενος στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου δικαιολογεί την προέλευση των χρημάτων με τα οποία αγόρασε τα πέντε ακίνητα με τις ανωτέρω δηλώσεις εισαγωγής μετρητών, δηλαδή ισχυρίζεται ότι αγόρασε τα ακίνητα με χρήματα που αποκόμισε από αγορά ακινήτων στην Αλβανία, τα οποία επένδυσε περί το έτος 1995 σε «παρατράπεζες» της Αλβανίας, τα μετέφερε στην Ελλάδα και τα κρατούσε κρυμμένα στην οικία του. Ωστόσο, ο παραπάνω ισχυρισμός του δεν κρίνεται πειστικός, καθώς τα χρήματα που φέρεται ότι εισήγαγε το 2008 δεν δύνανται να συνδεθούν με την αγορά των παραπάνω ακινήτων που έλαβε χώρα σχεδόν μία δεκαετία μετά, ούτε δικαιολογείται επαρκώς το γεγονός ότι τόσα χρήματα δεν τα κατάθεσε σε τράπεζα, αλλά προτίμησε να τα φυλάξει στην οικία του, με κίνδυνο να κλαπούν, ούτε τα ετήσια εισοδήματά του, ανερχόμενα στις 8.000 με 9.000 ευρώ, προερχόμενα από την εργασία του σε οικοδομές και την εκναύλωση σκαφών, δύνανται να δικαιολογήσουν την αγορά των ακινήτων και την αυθημερόν εξόφληση του τιμήματος με την καταβολή μετρητών στον πωλητή. Την οικονομική κατάσταση του ……. και τις επαγγελματικές το δραστηριότητες αναφέρει και ο μάρτυρας υπεράσπισής του ...…, .….., ανέφερε ότι εργαζόταν όπου έβρισκε μεροκάματο και ότι τον είχε ίδιος προσλάβει για χρονικό διάστημα δύο ετών. Επίσης η σύζυγος του κατηγορουμένου ….., ......, καταθέτει ότι για να βιοποριστεί καθαρίζει σκάλες, ενώ ο σύζυγός της πριν συλληφθεί, εργαζόταν σε οικοδομές. Από τος συνδυασμό των παραπάνω μαρτυρικών καταθέσεων σε συνδυασμό με τις απομαγνητοφωνήσεις των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων από τις οποίες αποδείχθηκε ότι ο συγκατηγορούμενός του …… συνομιλούσε με λογιστή, ώστε να βρει τρόπους νομιμοποίησης χρηματικού ποσού ύψους 150.000 ευρώ, δήθεν για λογαριασμό ενός πελάτη του που ήθελε να εισάγει από το εξωτερικό στην Ελλάδα, στην πραγματικότητα όμως, προκειμένου ο κατηγορούμενος …… να πραγματοποιήσει την αγορά του υπόγειου χώρου στάθμευσης στην περιοχή της Καλλιθέας. Επίσης, στις απομαγνητοφωνημένες τηλεφωνικές συνομιλίες, αποτυπώνονται οι προσπάθειες που γίνονται από τον κατηγορούμενο ..…., καθώς και τον κατηγορούμενο ……. να επιτευχθεί η αγορά ακίνητης ιδιοκτησίας από πρόσωπο με το επώνυμο …..., που αφορούν την αγορά των ως άνω πέντε οριζοντίων ιδιοκτησιών από τον ……. . Στην από 21-3-2017 Έκθεση Απομαγνητοφώνησης ψηφιακών δίσκων με αριθμό 30, ο αδελφός του κατηγορουμένου δικηγόρου ….., ομοίως δικηγόρος, …., συνομιλεί με τον κατηγορούμενο ….., σχετικά με την επικείμενη αγορά των ακινήτων ιδιοκτησίας του …, ενώ το ενδιαφέρον του …. σχετικά με τη συγκεκριμένη αγορά προκύπτει και από την από 22-3-2017 Έκθεση Απομαγνητοφώνησης ψηφιακών δίσκων με αριθμό 34, όπου καταγράφεται ότι ο πωλητής (...) πιέζει τους κατηγορούμενους … και …. να του δώσουν 2.000 ευρώ, αλλιώς θα ακυρωθεί η αγοραπωλησία των υπόγειων χώρων. Ενόψει των ανωτέρω, αποδείχθηκε πλήρως ότι το τίμημα για την απόκτηση των ανωτέρω ιδιοκτησιών με την καταβολή ποσού 190.000 ευρώ σε μετρητά αυθημερόν κατά τη σύνταξη του συμβολαίου προέρχεται από τη δράση της εγκληματικής οργάνωσης στην οποία ο κατηγορούμενος …… είχε ενταχθεί τουλάχιστον από τις 14-10-2016 σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε η νομιμότητα της προέλευσης των χρημάτων που ο ίδιος κατέβαλε, ενόψει και του ύψους των εισοδημάτων που ετησίως αυτός αποκερδαίνει. Κατά την συμπληρωματική απολογία του στις 13-2-2018 ενώπιον της Ανακρίτριας του Α’ Τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιά, όπως αυτή αναφέρεται στη πρωτόδικη απόφαση, ισχυρίστηκε ότι η αγορά των παραπάνω ακινήτων έγινε με χρήματα που προέρχονται από πώληση κληρονομιαίων ακινήτων που είχε πραγματοποιήσει στην Αλβανία κατά τη δεκαετία τού 1990 και τα οποία είχε επενδύσει σε «παρατράπεζες» (πυραμίδες), αποκομίζοντας με τον τρόπο αυτό υψηλό κέρδος, αφού από το αρχικό ποσό των 150.000 ευρώ αποκόμισε άλλες 150.000 ευρώ και προσκόμισε δύο δελτία δηλώσεων εισαγόμενων μετρητών εκδοθέντων από το AT΄ Κακαβιάς Γραφείο Συναλλάγματος, ύψους 105.000 ευρώ και 120.000 ευρώ με ημερομηνίες εκδόσεως 7-1-2008 και 27-8-2008 αντίστοιχα. Ο ισχυρισμός του ανωτέρω κατηγορουμένου ότι τα χρηματικά αυτά ποσά προέρχονται από την προγενέστερη επαγγελματική του δραστηριότητα στην Αλβανία καθώς επίσης και ότι διατήρησε το αλώβητο το σύνολο των χρημάτων αυτών καθ' όλο το χρονικό διάστημα μέχρι την αγορά των ανωτέρω ιδιοκτησιών των αυτών είναι αβάσιμος, διότι, αν πραγματικά υπήρχε η ανωτέρω προγενέστερη περιουσία θα είχε προβεί στη φύλαξη των χρημάτων σε τραπεζικό ίδρυμα της ημεδαπής, επομένως ακόμη και αν το έχει προσκομίσει αυτό αναλώθηκε πρώτον για το βιοπορισμό του και δεύτερον για την δημιουργία συντήρηση των σκαφών που φτιάξανε με τον …., διότι απολογούμενος, αν και ρωτήθηκε τόσο για τον συμμετοχή του όσο και για το πόσα χρήματα διέθεσε για τα σκάφη, αρνήθηκε να δώσει σαφείς απαντήσεις, αναφέροντας μόνο αόριστα τη μια ότι έχει βάλει κάποια λεφτά, την άλλη, αναφέροντας, ότι έχει βάλει το ποσό των 30.000 ευρώ. Εξάλλου, αν τα χρήματα αυτά πράγματι τα είχε με νόμιμο τρόπο, δεν θα απέκρυπτε την καταβολή του συνολικού τιμήματος κατά τη σύναψη των συμβολαίων, ούτε θα απέκρυπτε την αποπληρωμή τους από τις ανακριτικές αρχές, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι αυτός είχε σταθερή επαγγελματική απασχόληση. Η επικαλούμενη από αυτόν περιστασιακή άσκηση επαγγέλματος αποτελεί ανεπιτυχή εκ μέρους του προσπάθεια προς συγκάλυψη και δικαιολόγηση της απόκτησης των ανωτέρω ακινήτων από την εγκληματική του δραστηριότητα Τις πράξεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ο ανωτέρω κατηγορούμενος. Με βάση τα ανωτέρω, η εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορουμένου στοιχειοθετεί την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα. Κατά τις απολογίες τους ενώπιον του Δικαστηρίου, οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν τις αποδιδόμενες σ’ αυτούς αξιόποινες πράξεις. Ειδικότερα, ο πρώτος και δεύτερος εξ αυτών …. και ……, ενώ αποδέχονται ότι ήταν συνιδιοκτήτες του ταχύπλοου σκάφους ‘....’ - καθώς και των ταχύπλοων ‘...’ και ‘...’, ισχυρίσθηκαν ότι κατά την κρίσιμο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα από 1-4-2017 έως 12-4-2017 το είχαν ναυλώσει δυνάμει του από 30-3-2017 ναυλοσυμφώνου, μέσω του πατέρα του συγκατηγορούμενου τους δικηγόρου ….., ….., ο οποίος ήταν και νομικός τους σύμβουλος, σε κάποιον γνωστό του τελευταίου Σουηδό υπήκοο, ονόματι ….. Ότι ο τελευταίος είχε επικοινωνήσει με τον ……. και του είχε αναφέρει ότι είχε απωλέσει τα έγγραφα του σκάφους και ως εκ τούτου ανέθεσαν στον …. να σπεύσει στην Ύδρα να του παραδώσει αντίγραφα των νομιμοποιητικών εγγράφων του σκάφους ‘.....’ και συνεπώς δεν γνωρίζουν οτιδήποτε για τη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών. Ωστόσο, από τη συνδυαστική αξιολόγηση όλων των προαναφερθέντων αποδεικτικών στοιχείων, ο ανωτέρω ισχυρισμός τους δεν κρίνεται αληθής και πειστικός. Πρώτον δεν παρουσιάζουν έγγραφα της αρμόδιας Αρχής της Κύπρου στην οποία να προκύπτει ότι αυτοί είναι οι πραγματικοί δικαιούχοι των εταιρειών « ….. » στη μερίδα της οποίας είναι εγγεγραμμένο το σκάφος «…» και « ….. » στη μερίδα της οποίας είναι εγγεγραμμένο το φουσκωτό σκάφος «….». Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των δύο πρώτων των κατηγορουμένων ότι τα ανωτέρω φουσκωτά σκάφη τα είχαν με σκοπό την διάθεση τους και εκμίσθωσή τους σε επισκέπτες, την δε εκμετάλλευση την είχαν εναποθέσει στο δικηγορικό γραφείο …… δεν αποδεικνύεται από κανένα στοιχείο, διότι α) ούτε δημοσιεύσεις έχει κάνει το δικηγορικό γραφείο ….. για την διαφήμιση της εκμετάλλευσης των ανωτέρω σκαφών ως σκάφη αναψυχής, β) ούτε και προκύπτει ή οικονομική τους εκμετάλλευση με την κατάθεση των οικονομικών δεδομένων των κατηγορουμένων από την οποία να προκύπτει η φορολόγησή τους από την εκμετάλλευση των σκαφών είτε στην Ελλάδα είτε στην Κύπρο, και γ) ούτε προκύπτει δραστηριότητα των σκαφών αυτών από τους χώρους στάθμευσης. Πέραν του γεγονότος ότι κανείς εκ των κατηγορουμένων - πλην του ……. - δεν αναφέρει ότι συναντήθηκε με τον φερόμενο ως ναυλωτή του σκάφους, Σουηδό υπήκοο ……., αμφισβητείται έντονα αν αυτός είναι υπαρκτό πρόσωπο, καθώς τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και αναγνώσθηκαν στο Δικαστήριο, ήτοι αντίγραφο του διαβατηρίου του και η άδεια χειριστή ταχύπλοου, ελέγχονται ως προς τη γνησιότητά τους, δοθέντος μάλιστα ότι ο αναγραφόμενος στην άδεια χειριστή ταχύπλοου ΑΦΜ είναι 10ψήφιος, ενώ έπρεπε να είναι 9ψήφιος. Ο μόνος που αναφέρει ότι είδε τον Σουηδό είναι ο κατηγορούμενος …….., ο οποίος καταθέτει ότι αυτός παρέδωσε το σκάφος στη γλίστρα στον Σουηδό, πράγμα που αποδεικνύεται αναληθές. Εξάλλου, ο ισχυρισμός των ως άνω κατηγορουμένων, ότι δεν γνωρίζουν κανέναν από τους αλλοδαπούς υπηκόους Αλβανίας συγκατηγορούμενούς τους …., …. και …., πλήρωμα του ‘...’ κατά τη διακίνηση των ναρκωτικών, καταρρίπτεται από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, …., σύμφωνα με την οποία, στο πλαίσιο της παρακολούθησης των κατηγορουμένων σχετικά με τις παράνομες δραστηριότητες τους από το έτος 2012, στις 11-1-2013, σε τροχονομικό έλεγχο του Λιμεναρχείου Λευκάδας, που διενεργήθηκε κατόπιν εντολής της Δίωξης Ναρκωτικών του Αρχηγείου του Λιμενικού Σώματος με σκοπό την εξακρίβωση ύποπτων ατόμων που είχαν πραγματοποιήσει παράνομο δρομολόγιο μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών με το σκάφος ‘...’ (μετέπειτα ‘…...’) και είχε καταπλεύσει στη Βασιλική Λευκάδας, διαπιστώθηκε ότι ο … και ο …. κατά την ίδια χρονική στιγμή στη Λευκάδα επέβαιναν σε δύο διαφορετικά οχήματα, τα στοιχεία των οποίων, όπως και των επιβαινόντων σ’ αυτά, καταγράφηκαν σε σχετικό έγγραφο από τους διενεργούντες τον έλεγχο υπαλλήλους. Κατά την γενόμενη έρευνα, εξάλλου, στην οικία του κατηγορουμένου ….. βρέθηκε και κατασχέθηκε το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ, την κατοχή του οποίου αυτός δεν δικαιολογεί, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι έχουν καταγραφεί συνομιλίες του ……. με τη σύζυγο του ως άνω κατηγορουμένου ….. (κάτοχο του υπ’ αριθμ. …… τηλεφώνου) μετά τη σύλληψή του, στις οποίες της μεταφέρει μήνυμα εκ μέρους του ως άνω κατηγορουμένου να διαγράψει φωτογραφίες και τηλέφωνα από το κινητό του (΄Εκθεση No 68), ενώ σε άλλη συνομιλία τη ρωτούσε σχετικά με τυχόν ύπαρξη χρηματικού ποσού στην οικία τους (Έκθεση No 76), η δε .….. αρνείται ότι στην κατοχή τους υπάρχουν χρήματα στο σπίτι πέρα από τα τρέχοντα, όπως λέει χαρακτηριστικά «λίγα χρήματα αυτά για να τρώμε», αν και βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τα 10.000 ευρώ, πράγμα που καταδεικνύει επίσης και την ύπαρξη στενών σχέσεων μεταξύ των δύο κατηγορουμένων. Περαιτέρω, ο …… είχε επαφές με τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, και ειδικότερα με τους …..,.... και ….., σε χώρους εντός και εκτός του δικηγορικού γραφείου του τελευταίου, μεριμνά από την προτεραία της αναχώρησης του σκάφους …. για την ασφαλή μετατροπή του για να μεταφέρει φορτίο και για τον ανεφοδιασμό του και την συλλογή μπιτονιών γεμάτων με βενζίνη και λέει χαρακτηριστικά σε συνομιλία του με τον κάτοχο της σύνδεσης …. στις 3.4.17 ότι πάει να παραδώσει Αλφα βήτα στις 3.4.2017 (cd 47 α/α 215 και ώρα 8 .23΄ μμ), και δεν κρίνεται πειστικός και αληθής ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου …. ότι απέκρυψε τα ναυτιλιακά έγγραφα του ‘....’ που είχε στην κατοχή του και μετέφερε με το σκάφος ‘....’ προκειμένου να τα παραδώσει στον ναυλωτή, ενόψει της επικείμενης έλευσης του λιμενικού σκάφους, λόγω του ότι υπήρχε περίπτωση επιβολής υψηλού χρηματικού προστίμου στο ‘....’ για έλλειψη του Δελτίου Κίνησης Πλοίων Αναψυχής (ΔΕΚΠΑ), αφού καταρρίπτεται από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, δεδομένου ότι στον κατασχεθέντα φάκελο που βρέθηκε στο σκάφος ‘....’ και περιείχε τα ναυτιλιακά έγγραφα του ‘...’ δεν υπήρχε ….., παρά μόνο πιστοποιητικό εγγραφής κινητού ναυτιλιακού σταθμού, πιστοποιητικό προσωρινής νηολόγησης, πιστοποιητικό πυροσβεστήρων, πιστοποιητικό ασφάλισης και ασφαλιστήριο συμβόλαιο κλάδου σκαφών. Αντίκεινται, εξάλλου, στη λογική και στα κρατούντα στις συναλλακτικές σχέσεις όσα απολογούμενοι ισχυρίστηκαν οι κατηγορούμενοι …., ….. και ….., ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι δηλαδή, χωρίς κάποιος εξ αυτών να διαθέτει άδεια χειριστή σκάφους, ο Σουηδός …. τους παρέδωσε στον Πόρο το σκάφος ‘....’, αφού τους υπέδειξε κάποιες παραλίες να επισκεφθούν στα Κύθηρα, στα Αντικύθηρα και στα βόρεια της Κρήτης, κάνοντας δοκιμαστικό πλου, για να προσληφθούν στη συνέχεια για τη μεταφορά τουριστών στις ως άνω παραλίες, και αυτοί έπλεαν επί 2-3 ώρες περίπου, αναμένοντας τηλέφωνό του για να επιστρέψουν, ενώ δεν σταμάτησαν, όταν καταδιώκονταν από τις λιμενικές αρχές με πλωτά και εναέρια μέσα, αλλά προσπαθούσαν να διαφύγουν αναπτύσσοντας μεγάλη ταχύτητα και κάνοντας ελιγμούς, επειδή φοβήθηκαν. Ο ……, αρνείται κατηγορηματικά τη συμμετοχή του στην εγκληματική οργάνωση και στην συμμετοχή του στη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών. Ισχυρίζεται ότι ό,τι έκανε πρώτον ήταν εντός των πλαισίων της παροχή εργασιών ως δικηγόρου, και μάλιστα έχοντας ο πατέρας του την πρωτοκαθεδρία, οποιαδήποτε εργασία δε και αν έκανε προερχόταν από το δικηγορικό γραφείο ….., ενώ αυτός είχε αποκτήσει πρόσφατα τη ιδιότητα του Δικηγόρου, πλην όμως από το 2003 ασχολείται σε διοικητικό επίπεδο με τις υποθέσεις του γραφείου ….. Και ναι μεν, όταν το 2012 ιδρύθηκαν οι εταιρείες …. και, ….., ο κατηγορούμενος …. δεν είχε την ιδιότητα του δικηγόρου, πλην όμως παρακολουθούσε τις υποθέσεις του πατέρα του, ενεργώντας και συμμετέχοντας μαζί με τους άλλους κατηγορουμένους στα εξής: στις 25.1.2017 αμέσως μετά τον έλεγχο από τις αστυνομικές αρχές και την εξακρίβωση των στοιχείων των δύο πρώτων κατηγορουμένων και της γνώσης των Αρχών της ύπαρξης της εταιρείας ….. συναντιέται στις 12 μ. σε εξωτερικό χώρο - παρκινγκ με τον πρώτο κατηγορούμενο. Στις 30.1.2017 αποστέλλει τον αδελφό του …. να συναντηθεί με τα παιδιά σε εξωτερικό χώρο στη Δάφνη Αττικής, όπου τα παιδιά ζητούν τη συμμετοχή και του ….., ο οποίος όμως βρισκόταν στο εξωτερικό και επέστρεφε στην επομένη ημέρα. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε μεριμνούσε για ζητήματα που αφορούσαν τα σκάφη και τις λιμενικές αρχές, γενικά ζητήματα διαδικαστικής φύσης, στο πλαίσιο της εγκληματικής δράσης των λοιπών συγκατηγορουμένων του μεταφορά και ασφαλή τοποθέτηση του σκάφους «…..» σε μέρος μη ευρισκόμενο από τις Αρχές, ασφάλιση των σκαφών, οδηγίες για την κίνηση του σκάφους ‘....’ κ.λ.π., αλλά και στα ζητήματα νομιμοποίησης των εσόδων από την εγκληματική δράση της οργάνωσης. Το πλέον δε σημαντικό στοιχείο από το οποίο συνάγεται η συμμετοχή του ως μέλους της εγκληματικής οργάνωσης με την μορφή της οργάνωσης κατά συναυτουργία και μεσολάβησης σε δραστηριότητα διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και όχι απλά ως δικηγόρου των μελών της όπως ισχυρίζεται είναι ότι σύμφωνα με το περιεχόμενο των συνομιλιών, όχι μόνο είχε πλήρη και λεπτομερή γνώση της εγκληματικής δράσης της οργάνωσης, αλλά και συνέδραμε προσωπικά με ενεργό τρόπο για την επίτευξη των εγκληματικών σκοπών της, με τη δημιουργία του ψευδούς - φανταστικού πλαισίου της μίσθωσης του σκάφους από ανύπαρκτο πρόσωπο που γεννήθηκε εντός του δικηγορικού του γραφείου, εμφανίζοντας ένα μισθωτήριο υπογεγραμμένο από ένα φανταστικό πρόσωπο σουηδικής καταγωγής, το οποίο κανένας δεν έχει δει, και τον εκπρόσωπο της εταιρείας « ….. » κύριο …. Χαρακτηριστική επίσης είναι η συνομιλία με τον ….., όπου αναφέρεται στα μέλη της οργάνωσης …. και …. με τα αρχικά του ονόματος τους (ΑΛ και ΑΒ) φοβούμενος προφανώς τυχόν παρακολούθηση της τηλεφωνικής επικοινωνίας από τις αρχές, αλλά και η προτροπή στον τελευταίο να αποφύγει έλεγχο του σκάφους ‘......’ από τη λιμενική αρχή στη θαλάσσια περιοχή της Ύδρας στις 6-4-2017. Από τις συνομιλίες τους αυτές αποδεικνύονται προκύπτουν τα ακόλουθα. Ο …., ανησυχώντας για την καθυστέρηση του σκάφους στο σημείο συνάντησης που είχαν ορίσει, αναφέρει στον κατηγορούμενο δικηγόρο …. «ότι δεν του το σηκώνει το τηλέφωνο» και ο κατηγορούμενος … ρωτάει «ο άλφα λάμδα ή ό άλφα Βήτα»» και ο …. αναφέρει« ο άλφα λάμδα». Από το περιεχόμενο του ψηφιακού δίσκου αρ. 51 (αναγνωστέο) προκύπτει ότι από τη συσκευή που χρησιμοποιούσε ο ….. δεν πραγματοποιήθηκε κλήση του προς τους αριθμούς που χρησιμοποιούσαν οι κατηγορούμενοι …. και ….. και που ήταν οι δύο τηλεφωνικές συνδέσεις που χρησιμοποιούσαν και αντιστοιχούσαν στους ίδιους καθώς και οι δύο τηλεφωνικές συνδέσεις που αντιστοιχούσαν σε τρίτα πρόσωπα οι λεγόμενες «επιχειρησιακές συσκευές». Επομένως, οι κλήσεις προς τον Αλφα Λάμδα και τον άλφα Βήτα, που είναι ο …. και ο ….., έγιναν από άλλο αριθμό τηλεφωνικής σύνδεσης στα πλαίσια της αποφυγής της παρακολούθησης των συνομιλιών τους. Και για το λόγο αυτό, όταν σε μεταγενέστερη συνομιλία με τον κατηγορούμενο δικηγόρο …., τη στιγμή που τον προσεγγίζει το σκάφος του λιμενικού, στις 7.4.17 και ώρα 14.18΄ του αναφέρει ότι θα πετάξει το τηλέφωνό τους, δεν αναφέρεται σε χαρτάκι με αριθμό τηλεφώνου, όπως ανέφερε στην απολογία του, άλλωστε γιατί να αναφερθεί σε απόρριψη, στη θάλασσα που βρισκόταν, ενός κομματιού από χαρτί, αλλά προφανώς σε τηλεφωνική συσκευή και έχει σημασία να το αναφέρει, διότι οι τρεις κατηγορούμενοι που βρισκόντουσαν στο σκάφος «….» δεν θα μπορούσαν πλέον να επικοινωνήσουν μαζί του για να ορίσουν νέο σημείο συνάντησης, διότι είχαν καθυστερήσει στη συνάντηση, παρά μονάχα με το τρόπο που λέει ο κατηγορούμενος …., να τηλεφωνήσει ο …. στον …., ο … στους …. και …., και οι τελευταίοι να επικοινωνήσουν στη συνέχεια με το πλήρωμα του «…». Περαιτέρω όμως ο κατηγορούμενος δικηγόρος ….. αμέσως μετά την επικοινωνία του με τον έτερο κατηγορούμενο …….. τηλεφωνεί δύο φορές στον αριθμό …. και μία φορά στο ….. χωρίς να πάρει απάντηση. Κάτοχος του πρώτου τηλεφώνου είναι ο …., ενώ ο δεύτερος αριθμό τηλεφώνου δεν έχει ερευνηθεί και δεν έχει αναφερθεί προγενέστερη συνομιλία. Σε συνομιλία του επίσης, με τον …., μετά τη σύλληψη των μελών του πληρώματος του ‘...’ και ενώ έχει κληθεί ο τελευταίος να μεταβεί στο Λιμεναρχείο Πειραιά, ο …. ανησυχεί ότι κάτι έχει συμβεί με το ‘...’, λέγοντας χαρακτηριστικά «τώρα δεν ξέρω, αν έχει γίνει κανένα μπραφ με το μικρό» (΄Εκθεση No 69). Επιπλέον κατά τη συνομιλία του με τον …… συμμετέχει ενεργά σε όλη την υπόθεση της διακίνησης των ναρκωτικών ουσιών ζητώντας από τον συγκατηγορούμενο του, …., να φύγει από το σημείο που έχουν ορίσει ως σημείο συνάντησης του πληρώματος του σκάφους «…» με τον τελευταίο, και να τον ενημερώσει για τη νέα θέση και ώρα συνάντησης, ώστε να έρθει σε επικοινωνία με τους λοιπούς συγκατηγορούμενους του και να τους ειδοποιήσει για την νέα τοποθεσία παραλαβής των εγγράφων και αλλαγής του πληρώματος. Ο ….. αρνείται τη συμμετοχή του στην εγκληματική οργάνωση και στην συμμετοχή του στη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών, πλην όμως αυτός είχε ενταχθεί πλήρως στην εγκληματική οργάνωση πραγματοποιώντας τις αναγκαίες για την διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών μεταφορές των σκαφών της κατά τρόπο που να μην κινούνται υποψίες για το τόπο και χρόνο και τρόπο ανελκύσεως και καθελκύσεως των σκαφών. Με την ιδιότητα του αυτή μετέφερε τα σκάφη της οργάνωσης, και ειδικότερα μετέφερε στο Αίγιο, στο χώρο του Φιλιππάτου, το σκάφες «…» το έτος 2016, ειδοποιείται από τον κατηγορούμενο …... να είναι έτοιμος να παραλάβει ένα σκάφος από Λιμεναρχείο Πατρών και την ημέρα της παραλαβής του σκάφους του δίνει εντολή ο κατηγορούμενος …. να μην δώσει πληροφορίες για το χώρο εναπόθεσης του σκάφους. Ο …… είναι πολύ γνωστός με τον έτερο κατηγορούμενο ….. και τον ενημερώνει ότι πάει να το πάρει από το Λαύριο, εννοείται το «…..», στις 2.4.2017 ημέρα Κυριακή (cd 46 a/a 63 ), και τον ενημερώνει ότι δοκίμασε το σκάφος σε μια παραλία. Τον ενημερώνει επίσης για την ύπαρξη ή μη ειδικού μηχανισμού ανίχνευσης και την πιθανότητα τοποθέτησης ειδικού λογισμικού στο σύστημα GPS του σκάφους . Ο κατηγορούμενος ….. του απαντάει ότι θα ειδοποιήσει, και ότι θα πάρει ένα άλλο GPS (Τζι πι ες) γιατί κάνει το πολύ ένα χιλιάρικο. Αφού πάρει το σκάφος από το Λαύριο από τις εγκαταστάσεις της εταιρείας Ρ IN και το πηγαίνει στις εγκαταστάσεις του …. που τον περιμένει ο κατηγορούμενος …. που του ανοίγει και την πόρτα, στις 2.4.2017 και ώρα 12.46΄ (CD 46 a/a 67). Τον κατηγορούμενο ….. παίρνει τηλέφωνο στις 7.4.2017 και ώρα 15.40΄ μόλις του ζητήσουν από τη λιμενική Αρχή να πάει να καταθέσει, (cd 51 a/a 604,605, 606, 607, 609 και 611 ) χωρίς όμως να μπορεί ο κατηγορούμενος ….. να απαντήσει, γιατί την ίδια στιγμή η λιμενική Αρχή είχε κάνει έφοδο στο σκάφος του και το ερευνούσε, όταν δε επικοινωνεί μαζί του ο …. του αναφέρει ότι είναι στο Λιμεναρχείο της ΄Υδρας. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος …… επικοινωνεί την ίδια ημέρα και περί ώρα 16.03 με τον κατηγορούμενο ….. (cd 51 a/a 5642) τον ενημερώνει ότι του ζητούν να πάει να δώσει κατάθεση, ο …. του αναφέρει ότι δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τους άλλους και ότι τον …. τον ελέγχουν και δεν ξέρει «αν έχει γίνει κάποιο μπραφ με το μικρό» (Έκθεση No 69). Ο ….. ζητά να βρεθεί με τον …... Στις 16.57΄ της 7.4.2017 από τον αριθμό ….. του λέει ότι θα τον πάρει σε λίγο και κλείνει το τηλέφωνο. Αμέσως μετά επικοινωνεί με τον συγκατηγορούμενο του ..…. χρησιμοποιώντας μια δεύτερη τηλεφωνική σύνδεση με αριθμό … ( cd 51 a/a 5649, 5650) την οποία θεωρεί ασφαλή πιστεύοντας ότι την πρώτη, μέσω της οποίας επικοινώνησε το Λιμεναρχείο, θα μπορούσαν να την υποκλέπτουν. Ο κατηγορούμενος ….. του ζητά να μην πει ότι το έχει ξαναμεταφέρει, γιατί έχει άλλο όνομα και άλλο χρώμα από μπλε σκούρο σε μπλε γαλάζιο, του λέει το όνομα της εταιρείας στην οποία ανήκει το σκάφος καθώς και το όνομα του σκάφους. Αν και όπως αποδεικνύεται από τις ηχογραφήσει των συνομιλιών ότι η μεταφορά του σκάφους «…» στις 2 Απριλίου 2017 έγινε μετά από συνεννόηση του …. με τον κατηγορούμενο …., κατά τη συνομιλία του με τον …., ο ….. του ανακοινώνει ότι θα καταθέσει στο λιμεναρχείο ότι βρήκαν το τηλέφωνό του από το ίντερνετ, ότι ήταν κάποιος ….. εκεί πέρα που παρέλαβε το σκάφος και το άφησε στη Καλυβιών σε ένα χωράφι, γιατί δεν χώραγε το φορτηγό. Σ’ αυτή την εξιστόρηση συμφώνησε και ο κατηγορούμενος …... Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθούν οι προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί των κατηγορουμένων : ….., περί μεταβολής της κατηγορίας της διαμετακόμισης ναρκωτικών ουσιών σε συνέργεια στη διαμετακόμιση ναρκωτικών ουσιών, την μη συνδρομής της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1 και 23 παρ. 2 στ. α΄ ν. 4139/13 υπό την ισχύ του νέου ΠΚ, της ανυπαρξίας του προσδοκώμενού οφέλους άνω των 75.000 ευρώ, της αναδρομικής εφαρμογής των ευμενέστερων διατάξεων του άρθρου 187 παρ.1 ΠΚ ως προς την κατηγορία της συγκρότησης και της ένταξης της εγκληματικής οργάνωσης καθώς και του άρθρου 187 παρ 3 εδ. α΄ ΠΚ. Των αρνητικών ισχυρισμών περί εντάξεώς τους σε εγκληματική οργάνωση των 4ου 5ου και 6ου των κατηγορουμένων, ….., … και .…, και του 7ου κατηγορούμενου, ……., και τους αρνητικούς ισχυρισμούς του 8ου των κατηγορουμένων, ….., περί μεταβολής της κατηγορίας της ένταξης σε εγκληματική οργάνωση σε ένταξη σε συμμορία ( άρθρο 187 παρ. 4 ΠΚ ) και περί μη πραγμάτωσης της στοιχειοθέτησης της απλής συνέργειας. Συνεπώς, σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, όλοι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την πράξη της συγκρότησης και ένταξης σε επιχειρησιακά δομημένη εγκληματική οργάνωση διάρκειας, από τις 14-10-2016 μέχρι και τις 6-4-2017 στην οποία διευθυντικό ρόλο είχε ο πρώτος εξ αυτών …..., ο δε …… με τη μορφή της οργάνωσης κατά συναυτουργία και μεσολάβησης σε δραστηριότητες διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. ΄Ολοι δε ήταν υποταγμένοι στο σκοπό και στον ρόλο που ο καθένας είχε αναλάβει. Ο πρώτος των κατηγορουμένων …… είχε τον διευθυντικό ρόλο, διενεργούσε τις κατάλληλες διασυνδέσεις προκειμένου να εξευρεθούν οι ναρκωτικές ουσίες και συντόνιζε την όλη επιχείρηση της διεθνικής οργανωμένης εγκληματικής οργάνωσης. Συντόνισε την ύπαρξη μεταφορικών μέσων, βρήκε τους κατάλληλους προμηθευτές στην Αλβανία,, για την αγορά των ναρκωτικών ουσιών και στην Ιταλία για την πώλησή τους. Συντόνισε επίσης και την μεταφορά των αλλοδαπών χειριστών, αλβανικής υπηκοότητας στην Ελληνική επικράτεια. Ο δεύτερος των κατηγορουμένων ….. συντόνιζε τις εργασίες επισκευής και βελτίωσης των σκαφών που θα μετέφεραν τις ναρκωτικές ουσίες και επέβλεπε την όλη επιχείρηση . Ο τρίτος των κατηγορουμένων ….. είχε συγκεκριμένο ρόλο στην διαφύλαξη της χωρίς περιπέτειες καθέλκυση και ανέλκυση των σκαφών, ώστε να μη γίνεται αντιληπτή η αλλαγή του πληρώματος, που θα οδηγούσε το σκάφος εκτός των χωρικών υδάτων της Ελλάδας, όπως έγινε προηγουμένως τον Ιανουάριο του 2017 στους Μολάους, και να μην κινούνται υποψίες για το λόγο καθελκύσεως των σκαφών. Ο τέταρτος πέμπτος και έκτος των κατηγορουμένων, …., …., και ….., ως πλήρωμα του σκάφους, είχαν ως αποστολή την μεταφορά του σκάφους στην Αλβανία, την μεταφορά και απόθεση των ναρκωτικών ουσιών στην Ιταλία, την επιστροφή του σκάφους στην Ελλάδα όπου θα το παρέδιδαν στον έβδομο κατηγορούμενο ……., ο οποίος θα το αναλάμβανε έχοντας και τα χαρτιά του σκάφους και με ασφάλεια θα μετέφερε το πλήρωμα στα παράλια της Αττικής, ενώ το «…» θα το επέστρεφε πλέον ο αδελφός του .…., ο .…., ο οποίος όμως αθωώθηκε. Ο έβδομος των κατηγορουμένων …. ήταν οργανωτής κατά συναυτουργία της εγκληματικής οργάνωσης. Παρείχε πλήρη υποστήριξη που εξέφευγε των νομικών συμβουλών και χειρισμών. Κάλυψε την επιχείρηση της μεταφοράς των ναρκωτικών ουσιών πίσω από τη φανταστική - ψευδή δημιουργία εκμίσθωσης του σκάφους «….» σε φανταστικό πρόσωπο. Είχε πλήρη εποπτεία των εργασιών και οικονομικών υποχρεώσεων των σκαφών όπως την ασφάλιση και την μίσθωση χώρου παραμονής των σκαφών. Παρακολουθούσε δια μέσου των δύο πρώτων κατηγορουμένων, έχοντας στενή συνεργασία και επαφές, εκτός και εντός του δικηγορικού του γραφείου, όλη την πορεία της αλλαγής του σκάφους «…..» στο σκάφος με την επωνυμία «….…». Γνώριζε όλες τις λεπτομέρειες γνωρίζοντας ακόμη και το χρώμα του σκάφους «..…» την οποία επισημαίνει στον συγκατηγορούμενο του …... . Τέλος, προσπάθησε να καλύψει τη δράση της εγκληματικής οργάνωσης ζητώντας από την γυναίκα του πρώτου κατηγορουμένου να διαγράψει κάποιες φωτογραφείς, από τον ….. να φύγει και να αποφύγει τον έλεγχο από τις λιμενικές αρχές και τον …. να μην πει ότι το σκάφος «…» είναι το ίδιο σκάφος που ο τελευταίος είχε παραλάβει από το Λιμεναρχείο Πατρών. Τέλος, ο …. συμμετείχε απόλυτα στην εγκληματική οργάνωση, πραγματοποιώντας, τις αναγκαίες για την διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών μεταφορές των σκαφών της, κατά τρόπο που να μην κινούνται υποψίες για το τόπο και χρόνο και τρόπο ανελκύσεως και καθελκύσεως των σκαφών. Πειθήνιο μέλος της οργάνωσης με αποκλειστικό σκοπό την ομαλή μεταφορά των σκαφών της εγκληματικής οργάνωσης, όπου και όταν του ζητηθεί. Επίσης παρείχε την υποστήριξη του όντας σε ετοιμότητα και διευκολύνοντας την οργάνωση της μεταφοράς των ναρκωτικών ουσιών φροντίζοντας για την ασφάλεια των πνευστών σκαφών. Ενόψει των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, η ως άνω αξιόποινη συμπεριφορά των κατηγορουμένων …, …, .., …, … και …. πληροί την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 23 παρ. 2 α του νόμου 4139/2013, δηλαδή της διακίνησης μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών από δράστη μη τοξικομανή που ενεργεί κατ’ επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος, ενόψει της ως άνω μεγάλης ποσότητας των ναρκωτικών ουσιών, που υπερβαίνει τις 75.000 ευρώ στο πλαίσιο της λειτουργίας της εγκληματικής οργάνωσης, υπό τη νομοτυπική μορφή που αναφέρεται λεπτομερώς στο διατακτικό, το προσδοκώμενο όφελος τους δε, υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, ενώ τελούν τέτοιες πράξεις κατ’ επάγγελμα, αφού από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (ιδιαίτερα μέτρα προφύλαξης κατά την ανέλκυση και καθέλκυση του σκάφους, συντήρηση του σκάφους, μεγάλης ιπποδύναμης μηχανές, ύπαρξη δευτέρου ταχύπλοου σκάφους με την ονομασία ‘…..’) προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος, είχαν αγοράσει και μετατρέψει πλοιάρια για μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών στα οποία είχαν βάλει μηχανές πλεύσης με τεράστια ιπποδύναμη προκειμένου να εκφεύγουν των ελέγχων από τις κρατικές δυνάμεις έρευνας. Περαιτέρω, οι κατηγορούμενοι εκδήλωσαν έντονο βαθμό εγκληματικής διάθεσης έχοντας πλήρη αδιαφορία για την υπόσταση αορίστου αριθμού ανθρώπων, οι οποίοι θα κινδύνευαν από την χρήση των ουσιών αυτών, γεγονός που αποδεικνύει περιφρόνηση για τα έννομα αγαθά, της υγείας και της ζωής και ταυτόχρονα μαρτυρεί εμπορική ενασχόληση τους με ναρκωτικά που δεν είναι μεμονωμένη και συμπωματική. Η ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών (κάνναβης) την οποία διακινούσαν με σκοπό την εμπορία, σε όλες τις ως άνω περιπτώσεις είναι μεγάλη, κατά την έννοια του άρθρου 23 παρ.2α του. 4139/2013 δεδομένου ότι το προσδοκώμενο όφελος υπερβαίνει τις 75.000 ευρώ. Οι κατηγορούμενοι ….. και ……, ενώ συγκρότησαν και συμμετείχαν, κατά τα προαναφερθέντα, στην εγκληματική οργάνωση, παρείχαν με πρόθεση στους λοιπούς συγκατηγορούμενους τους που συμμετείχαν στην εγκληματική οργάνωση συνδρομή πριν και κατά την τέλεση της αξιόποινης πράξης της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας τέλεσαν το αδίκημα της απλής, σύμφωνα με το προγενέστερο Π.Κ., συνέργειας στη διακίνηση ναρκωτικών που τέλεσαν οι συγκατηγορούμενοί τους. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος …. τέλεσε την αποδιδόμενη σ’ αυτόν πράξη της νομιμοποίησης εσόδων με αγορά ακινήτων, με χρήματα που προέρχονται από τις εγκληματικές δραστηριότητες του. Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχος κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στο διατακτικό».
Το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες για τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις αντίστοιχα, και δη: 1) Τον ……. ένοχο για : α) συγκρότηση και διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης τα μέλη της οποίας επιδιώκουν τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και β) ιδιαίτερα διακεκριμένη περίπτωση διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (αγορά, κατοχή και μεταφορά), κατά συναυτουργία και κατ’ επάγγελμα, με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των (75.000) ευρώ. 2) Τον …….. ένοχο για : α) συγκρότηση και ένταξη σε εγκληματική οργάνωση τα μέλη της οποίας επιδιώκουν τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, β) ιδιαίτερα διακεκριμένη περίπτωση διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (αγορά, κατοχή και μεταφορά), κατά συναυτουργία και κατ’ επάγγελμα, με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των (75.000) ευρώ, και γ) νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα από υπαίτιο που έδρασε για λογαριασμό, προς όφελος και εντός των πλαισίων εγκληματικής οργάνωσης. 3) Τον ……… ένοχο για : α) συγκρότηση και ένταξη σε εγκληματική οργάνωση τα μέλη της οποίας επιδιώκουν τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και β) συνέργεια σε ιδιαίτερα διακεκριμένη περίπτωση διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (κατοχή και μεταφορά), κατά συναυτουργία και κατ’ επάγγελμα, με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των (75.000) ευρώ. 4) Τον …….. ένοχο για : α) συγκρότηση και ένταξη σε εγκληματική οργάνωση τα μέλη της οποίας επιδιώκουν τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, και β) ιδιαίτερα διακεκριμένη περίπτωση διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (κατοχή και μεταφορά), κατά συναυτουργία και κατ’ επάγγελμα, με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των (75.000) ευρώ. Και 5) Τον ……… ένοχο για : α) συγκρότηση και ένταξη σε εγκληματική οργάνωση τα μέλη της οποίας επιδιώκουν τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και β) συνέργεια σε ιδιαίτερα διακεκριμένη περίπτωση διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (κατοχή και μεταφορά), κατά συναυτουργία και κατ’ επάγγελμα, με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των (75.000) ευρώ, με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, διατακτικό : «…Κηρύσσει τον 1° κατηγορούμενο, ……, ΕΝΟΧΟ του ότι: Στην παραλιακή περιοχή των Καλυβίων, σε διάφορες περιοχές του νομού Αττικής, στη θαλάσσια περιοχή του Αργοσαρωνικού κόλπου, επιπλέον, στα ελληνικά χωρικά ύδατα της δυτικής Ελλάδας, σε μη εξακριβωμένη παραθαλάσσια περιοχή της νότιας Αλβανίας, καθώς και στην παραθαλάσσια περιοχή της νοτιοανατολικής Ιταλίας, το χρονικό διάστημα, τουλάχιστον, από τις 14-10-2016 μέχρι και τις 6-4-2017, από κοινού και έχοντας κοινό δόλο με τους συγκατηγορουμένους του: 1) …., κάτοικο Ηλιούπολης Αττικής, 2) …., κάτοικο Γλυφάδας Αττικής, 3) …, 4) …, 5) …, Αλβανούς υπηκόους, 6) …., δικηγόρο Πειραιά, και 7) …., κάτοικο Κορωπίου Αττικής, με περισσότερες πράξεις τους, τέλεσαν κακουργηματικές πράξεις που τιμωρούνται από το νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές :
Α) Σε μη εξακριβωθείσα ημεροχρονολογία, πριν τις 6-4-2017, καθώς και στις 6 του μήνα Απριλίου έτους 2017, στις ακτές της νότιας Αλβανίας, στη θαλάσσια περιοχή της βόρειας Κέρκυρας και τις νοτιοανατολικές ακτές της Ιταλίας (περιφέρειας Καλαβρίας), από κοινού και έχοντας κοινό δόλο με τους ως άνω συγκατηγορουμένους του, προέβησαν στη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, ουσιών δηλαδή που, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν.4139/2013, επιδρούν στο κεντρικό νευρικό σύστημα του ανθρώπου και προκαλούν σ’ αυτόν εξάρτηση, από την οποία (πράξη της διακίνησης) το προσδοκώμενο όφελος τους υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ, τελούν δε τέτοιες πράξεις κατ’ επάγγελμα. Ειδικότερα, αφού πρώτα έκανε τις βραδινές ώρες της 4ης-4-2017, στην παραλιακή περιοχή μεταξύ Καλυβιών Θορικού και Λαγονησίου Αττικής, την με επιμέλεια του συγκατηγορουμένου του, …, καθέλκυση του ταχύπλοου φουσκωτού σκάφους με την ονομασία ….’, πρώην ονομασία ‘….’, μήκους 9,98 και πλάτους 3,05, αντίστοιχα, μέτρων και με αριθμό νηολογίου της Λεμεσού Κύπρου, «…», του οποίου από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του, …., είναι εν τοις πράγμασι οι κύριοι και κάτοχοί του - ανεξαρτήτως του ότι τυπικά κυρία του φέρεται ότι είναι Κυπριακή εταιρεία, με την επωνυμία … που εδρεύει στη Λεμεσό της Κύπρου και έχει ως νόμιμο εκπρόσωπό της τον … -, καθόσον φρόντιζαν με δικές τους αποκλειστικά δαπάνες για : α) την εύρεση κατάλληλων χώρων φύλαξής του, όπως ο σταθμός σκαφών που συνεκμεταλλεύονται οι αδελφοί, … και …., και ο οποίος βρίσκεται στο 52ο χιλιόμετρο της παλαιάς εθνικής οδού Αθηνών - Λαυρίου, β) την επισκευή και τη συντήρηση του σκάφους καθώς και των μηχανών του, εφόσον μεριμνούσαν για την πρόσληψη εξειδικευμένων τεχνικών συνεργείων, γ) την τροφοδοσία του με καύσιμα, δ) την ασφάλισή του, ε) την κατ’ εντολή τους πραγματοποίηση δοκιμαστικών πλόων του και στ) την ανεύρεση των κατάλληλων χώρων ανέλκυσης και καθέλκυσής του στην Ελληνική επικράτεια, ακολούθως, σχεδίασαν και συντόνισαν το θαλάσσιο δρομολόγιο αυτού (σκάφους) για τη μεταφορά της παρακάτω αναφερόμενης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών. Ήτοι, τις πρώτες πρωινές ώρες της 6ης-4-2017, το εν λόγω ταχύπλοο σκάφος (‘....’) προσέγγισε τις Αλβανικές ακτές, απ’ όπου, αφού φορτώθηκε σ’ αυτό από το πλήρωμά του, ήτοι τους συγκατηγορουμένους του, Αλβανούς υπηκόους, …., … και …., η συσκευασμένη σε δέματα, ποσότητα φυτικής κάνναβης, συνολικού μικτού βάρους ενός τόνου και τετρακοσίων σαράντα εννέα κιλών (1.449 κιλών), κατευθύνθηκε φορτωμένο, πλέον, μέσω του βόρειου θαλάσσιου στενού Κέρκυρας- Αλβανίας, στις ακτές της νότιας Καλαβρίας της Ιταλίας, όπου απέθεσαν αυτή (ποσότητα) τις βραδινές ώρες της ίδιας ημέρας (6ης-4-2017). Η εν λόγω ποσότητα κατασχέθηκε την ίδια ημέρα (στις 6-4-2017) από τις Ιταλικές Αρχές. Ακολούθως, το εν λόγω ταχύπλοο σκάφος του, άφορτο πλέον, αναπτύσσοντας ιλιγγιώδη ταχύτητα απέπλευσε από τις Ιταλικές ακτές, κατευθυνόμενο προς τα Ελληνικά χωρικά ύδατα, όπου κατόπιν καταδίωξής του από πλωτά και εναέρια μέσα του Λιμενικού Σώματος- Ελληνικής Ακτοφυλακής, ακινητοποιήθηκε τις απογευματινές ώρες της 7ης-4-2017 στη θαλάσσια περιοχή νότια του παραθαλάσσιου χωριού Πόρτο Κάγιο Λακωνίας. Λόγω δε της καταδίωξης και της ακινητοποίησής του, ο συγκατηγορούμενός του …., ο οποίος επέβαινε στο ταχύπλοο σκάφος του με την ονομασία «….», όπου έφερε μαζί του τα νομιμοποιητικά έγγραφα του σκάφους τους ‘...’, συμπεριλαμβανομένου του ασφαλιστήριου συμβολαίου του, συγχρόνως δε ήταν σε συνεχή τηλεφωνική επικοινωνία με τον εκ των συγκατηγορουμένων του, ..…., ο οποίος επιτηρούσε για λογαριασμό του την επιτυχή έκβαση της παράνομης δραστηριότητάς του, και ο οποίος έχοντας αγκυροβολήσει στην θαλάσσια περιοχή της νήσου Ύδρας, ανέμενε τις μέσω αυτού ( …) οδηγίες του, προκειμένου να σπεύσει προς αρωγή του πληρώματος του σκάφους ‘....’, δεν πρόλαβε να το συνδράμει, ήτοι να το συναντήσει και να επιβιβαστεί σ’ αυτό (σκάφος ‘.....’) για να το οδηγήσει νομότυπα πλέον (εφοδιασμένο δηλαδή με όλα τα συνοδευτικά του έγγραφα) πίσω στον προαναφερθέντα χώρο ανέλκυσής του, στη παραθαλάσσια περιοχή μεταξύ Καλυβιών Θορικού και Λαγονησίου Αττικής. Από εκεί (στα Καλύβια) θα το παρελάμβανε ο έτερος συγκατηγορούμενός τους, ……, ο οποίος, με τη σειρά του, θα το μετέφερε με γερανοφόρο όχημά του πίσω στον προαναφερθέντα σταθμό φύλαξης των αδελφών …, στο Λαύριο Αττικής, απ’ όπου ο ίδιος ( …..) το είχε παραλάβει τις μεσημεριανές ώρες της 2ης-4-2017 και το είχε μεταφέρει τότε προς καθέλκυσή του. Επομένως, υπό τα προεκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, αφού προηγήθηκε η απ’ αυτούς, σε μη εξακριβωθείσα ημεροχρονολογία, πριν τις 6-4-2017, σε άγνωστη τοποθεσία της Αλβανίας, αντί άγνωστου εισέτι χρηματικού ανταλλάγματος, αγορά της προαναφερθείσας, κατασχεθείσας ποσότητας φυτικής κάνναβης, ακολούθως, στις 6-4-2017, κατείχαν, με την έννοια ότι είχαν στη φυσική τους εξουσίαση, αυτή (ποσότητα), εντός του σκάφους τους με την ονομασία ‘.....’, την δε ίδια ημέρα (στις 6-4-2017) μετέφεραν αυτή (ποσότητα) στον προαναφερθέντα προορισμό τους (στη νότια Ιταλία), ολοκληρώνοντας έτσι το σχέδιό τους για τη διακίνησή της. Το δε προσδοκώμενο όφελος από την χονδρική πώληση της αναφερόμενης ποσότητας φυτικής κάνναβης κυμαίνεται μεταξύ του ποσού των 800 ευρώ έως 1.800 ευρώ ανά κιλό και, συνεπώς, συνολικά υπολογίζεται μεταξύ του ποσού των ενός εκατομμυρίου εκατόν πενήντα εννέα χιλιάδων διακοσίων ευρώ (1.449 κιλά x 800 ευρώ = 1.159.200 ευρώ) περίπου και αυτού (ποσού) των δύο εκατομμυρίων εξακοσίων οκτώ χιλιάδων διακοσίων ευρώ (1.449 κιλά x 1.800 ευρώ = 2.608.200 ευρώ) περίπου. Τελούν δε τέτοιες πράξεις κατ’ επάγγελμα, όπως σαφώς προέκυψε από ολόκληρη την προπεριγραφείσα υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (από την απόκρυψη της ταυτότητας του ταχύπλοου σκάφους τους, τα ιδιαίτερα μέσα προφύλαξης κατά τα στάδια της ανέλκυσης και της καθέλκυσής του, την άψογη συντήρηση του σκάφους και των μεγάλων κυβισμού μηχανών του, ώστε να καθίσταται εφικτή η τάχιστη διάσχιση απ’ αυτό μεγάλων θαλάσσιων αποστάσεων με δυνατότητα μεγάλης αυτονομίας καυσίμων, την εξυπηρέτηση του πληρώματος αλλά και του ίδιου του σκάφους από άλλο ταχύπλοο σκάφος, καθώς και την ύπαρξη ενός δεύτερου, ισάξιου, φουσκωτού σκάφους του, μήκους 12 μέτρων περίπου, εργοστασίου κατασκευής ‘....’, με την ονομασία ‘...’, σημαίας Κύπρου και με αριθμό νηολογίου «…» το οποίο επίσης είχαν σταθμευμένο στον προαναφερθέντα σταθμό των αδελφών …. και ήταν κατάλληλο για την ίδια παράνομη δράση τους), προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος.
Β) Στο Κερατσίνι όπου ο τόπος κατοικίας του, στα νότια προάστια του νομού Αττικής (Γλυφάδα, Ηλιούπολη και περιοχές Σαρωνίδας και Λαυρεωτικής), καθώς και σε άγνωστες περιοχές της νότιας Αλβανίας, από τις 14-10-2016 μέχρι και τις 6-4-2017, διηύθυνε την εγκληματική οργάνωση που συγκρότησε με τους αναφερόμενους στο υπό στοιχείο (Α) σκέλος του παρόντος συγκατηγορουμένους του και με την οποία επεδίωκαν τη διάπραξη περισσότερων κακουργηματικών πράξεων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών από την οποία (πράξη της διακίνησης) κάθε φορά το προσδοκώμενο όφελος τους υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ, η δε δομή και διαρκής δράση αυτής (οργάνωσης) προκύπτουν από τη σε βάθος χρόνου σύμπραξη των αναφερόμενων μελών της κατά την τέλεση των αναφερόμενων στο υπό στοιχείο (Α) σκέλος του παρόντος πράξεων, καθώς και από την κατανομή αρμοδιοτήτων και καθηκόντων αυτών (μελών), αφού αυτός μεν φρόντιζε για την προμήθεια, ετοιμότητα και φύλαξη του ταχύπλοου σκάφους ‘.....’, καθώς και την αγορά, συντήρηση και τοποθέτηση σ’ αυτό των μεγάλου κυβισμού μηχανών του (350 hp εκάστη), εργοστασίου κατασκευής YAMAHA, με το οποίο (σκάφος) γινόταν η μεταφορά της ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, επιπλέον δε, για την επιλογή των μελών του πληρώματος του, το σχεδίασμά του παράνομου, θαλάσσιου δρομολογίου του, καθώς και την προμήθεια της μεταφερόμενης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, τα δε λοιπά μέλη της εκτελούσαν τις αποστολές και εργασίες που τους ανέθετε και οι οποίες λεπτομερώς περιγράφονται στο υπό στοιχείο Α’ σκέλος του παρόντος. Ήταν δε συνεπικουρούμενος από τους εκ των συγκατηγορουμένων του, …. και …., οι οποίοι, επιπλέον, επιτηρούσαν την ορθή εκτέλεση των οδηγιών που έδινε στα λοιπά μέλη της εγκληματικής οργάνωσης.
Κηρύσσει τον 2° κατηγορούμενο, ……., ΕΝΟΧΟ του ότι:
Στην παραλιακή περιοχή των Καλυβιών, σε διάφορες περιοχές του νομού Αττικής, στη θαλάσσια περιοχή του Αργοσαρωνικού κόλπου, επιπλέον, στα ελληνικά χωρικά ύδατα της δυτικής Ελλάδας, σε μη εξακριβωμένη παραθαλάσσια περιοχή της νότιας Αλβανίας, καθώς και στην παραθαλάσσια περιοχή της νοτιοανατολικής Ιταλίας, το χρονικό διάστημα, τουλάχιστον, από τις 14-10-2016 μέχρι και τις 6-4-2017, από κοινού και έχοντας κοινό δόλο με τους συγκατηγορουμένους του 1) …., κάτοικο Κερατσινίου Αττικής, 2) …., κάτοικο Γλυφάδας Αττικής 3) …., 4) …., 5) …., Αλβανούς υπηκόους, 6) …., δικηγόρο Πειραιά, και 7) …., κάτοικο Κορωπίου Αττικής, με περισσότερες πράξεις τους, τέλεσαν κακουργηματικές πράξεις που τιμωρούνται από το νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές :
Α) Σε μη εξακριβωθείσα ημεροχρονολογία, πριν τις 6-4-2017, καθώς και στις 6 του μήνα Απριλίου έτους 2017, στις ακτές της νότιας Αλβανίας, στη θαλάσσια περιοχή της βόρειας Κέρκυρας και τις νοτιοανατολικές ακτές της Ιταλίας (περιφέρειας Καλαβρίας), από κοινού και έχοντας κοινό δόλο με τους ως άνω συγκατηγορουμένους του, προέβησαν στη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, ουσιών δηλαδή που, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 4139/2013, επιδρούν στο κεντρικό νευρικό σύστημα του ανθρώπου και προκαλούν σ’ αυτόν εξάρτηση, από την οποία (πράξη της διακίνησης) το προσδοκώμενο όφελος τους υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ, τελούν δε τέτοιες πράξεις κατ’ επάγγελμα. Ειδικότερα, αφού πρώτα προέβησαν, τις βραδινές ώρες της 4ης-4-2017, στην παραλιακή περιοχή μεταξύ Καλυβιών Θορικού και Λαγονησίου Αττικής, στην με επιμέλεια του συγκατηγορουμένου του, ..…., καθέλκυση του ταχύπλοου φουσκωτού σκάφους με την ονομασία ‘…..’, πρώην ονομασία ‘...’, μήκους 9,98 και πλάτους 3,05, αντίστοιχα, μέτρων και με αριθμό νηολογίου της Λεμεσού Κύπρου, «711684», του οποίου από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του, .., είναι εν τοις πράγμασι οι κύριοι και κάτοχοί του - ανεξαρτήτως του ότι τυπικά κυρία του φέρεται ότι είναι Κυπριακή εταιρεία, με την επωνυμία « …. » που εδρεύει στη Λεμεσό της Κύπρου και έχει ως νόμιμο εκπρόσωπό της τον …. -, καθόσον μεριμνούσαν με δικές τους αποκλειστικά δαπάνες, για: α) την εύρεση κατάλληλων χώρων φύλαξής του, όπως ο σταθμός σκαφών που συνεκμεταλλεύονται οι αδελφοί, …. και …., και ο οποίος βρίσκεται στο 52ο χιλιόμετρο της παλαιάς εθνικής οδού Αθηνών - Λαυρίου, β) την επισκευή και τη συντήρηση του σκάφους καθώς και των μηχανών του, εφόσον μεριμνούσαν για την πρόσληψη εξειδικευμένων τεχνικών συνεργείων, γ) την τροφοδοσία του με καύσιμα, δ) την ασφάλισή του, ε) την κατ’ εντολή τους πραγματοποίηση δοκιμαστικών πλόων του και στ) την ανεύρεση των κατάλληλων χώρων ανέλκυσης και καθέλκυσής του στην Ελληνική επικράτεια, ακολούθως, σχεδίασαν και συντόνισαν το θαλάσσιο δρομολόγιο αυτού (σκάφους) για τη μεταφορά της παρακάτω αναφερόμενης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών. Ήτοι, τις πρώτες πρωινές ώρες της 6ης-4-2017, το εν λόγω ταχύπλοο σκάφος (....) προσέγγισε τις Αλβανικές ακτές, απ’ όπου, αφού φορτώθηκε σ’ αυτό από το πλήρωμά του, ήτοι τους συγκατηγορουμένους του, Αλβανούς υπηκόους, …, …. και ….., η συσκευασμένη σε δέματα, ποσότητα φυτικής κάνναβης, συνολικού μικτού βάρους ενός τόνου και τετρακοσίων σαράντα εννέα κιλών (1.449 κιλών), κατευθύνθηκε φορτωμένο, πλέον, μέσω του βόρειου θαλάσσιου στενού Κέρκυρας- Αλβανίας, στις ακτές της νότιας Καλαβρίας της Ιταλίας, όπου απέθεσαν αυτή (ποσότητα) τις βραδινές ώρες της ίδιας ημέρας (6ης-4-2017). Η εν λόγω ποσότητα κατασχέθηκε την ίδια ημέρα (στις 6-4-2017) από τις Ιταλικές Αρχές. Ακολούθως, το εν λόγω ταχύπλοο σκάφος του, άφορτο πλέον, αναπτύσσοντας ιλιγγιώδη ταχύτητα απέπλευσε από τις Ιταλικές ακτές, κατευθυνόμενο προς τα Ελληνικά χωρικά ύδατα, όπου κατόπιν καταδίωξής του από πλωτά και εναέρια μέσα του Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής, ακινητοποιήθηκε τις απογευματινές ώρες της 7ης-4-2017 στη θαλάσσια περιοχή νότια του παραθαλάσσιου χωριού Πόρτο Κάγιο Λακωνίας. Λόγω δε της καταδίωξης και της ακινητοποίησής του, ο συγκατηγορούμενός τους …., ο οποίος επέβαινε στο ταχύπλοο σκάφος του με την ονομασία ‘.....’, όπου έφερε μαζί του τα νομιμοποιητικά έγγραφα του σκάφους τους ‘…..’, συμπεριλαμβανομένου του ασφαλιστήριου συμβολαίου του, συγχρόνως δε ήταν σε συνεχή τηλεφωνική επικοινωνία με τον εκ των συγκατηγορουμένων του, ……, ο οποίος επιτηρούσε για λογαριασμό του την επιτυχή έκβαση της παράνομης δραστηριότητάς του, και ο οποίος, έχοντας αγκυροβολήσει στην θαλάσσια περιοχή της νήσου Ύδρας, ανέμενε τις μέσω αυτού ( ….) οδηγίες του, προκειμένου να σπεύσει προς αρωγή του πληρώματος του σκάφους ‘....’, δεν πρόλαβε να το συνδράμει, ήτοι να το συναντήσει και να επιβιβαστεί σ’ αυτό (σκάφος '......') για να το οδηγήσει νομότυπα πλέον (εφοδιασμένο δηλαδή με όλα τα συνοδευτικά του έγγραφα) πίσω στον προαναφερθέντα χώρο ανέλκυσής του, στη παραθαλάσσια περιοχή μεταξύ Καλυβιών Θορικού και Λαγονησίου Αττικής. Απ’ εκεί (στα Καλύβια) θα το παρελάμβανε ο έτερος συγκατηγορούμενός τους, ……., ο οποίος, με τη σειρά του, θα το μετέφερε με γερανοφόρο όχημά του πίσω στον προαναφερθέντα σταθμό φύλαξης των αδελφών …, στο Λαύριο Αττικής, απ’ όπου ο ίδιος ( …… ) το είχε παραλάβει τις μεσημεριανές ώρες της 2ης-4-2017 και το είχε μεταφέρει τότε προς καθέλκυσή του. Επομένως, υπό τα προεκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, αφού προηγήθηκε η απ’ αυτούς, σε μη εξακριβωθείσα ημεροχρονολογία, πριν τις 6-4-2017, σε άγνωστη τοποθεσία της Αλβανίας, αντί άγνωστου εισέτι χρηματικού ανταλλάγματος, αγορά της προαναφερθείσας, κατασχεθείσας ποσότητας φυτικής κάνναβης, ακολούθως, στις 6-4-2017, κατείχαν, με την έννοια ότι είχαν στη φυσική τους εξουσίαση, αυτή (ποσότητα), εντός του σκάφους τους με την ονομασία ‘.....’, την δε ίδια ημέρα (στις 6-4-2017) μετέφεραν αυτή (ποσότητα) στον προαναφερθέντα προορισμό τους (στη νότια Ιταλία), ολοκληρώνοντας έτσι το σχέδιό τους για τη διακίνησή της. Το δε προσδοκώμενο όφελος από την χονδρική πώληση της αναφερόμενης ποσότητας φυτικής κάνναβης κυμαίνεται μεταξύ του ποσού των 800 ευρώ έως 1.800 ευρώ ανά κιλό και, συνεπώς, συνολικά υπολογίζεται μεταξύ του ποσού των ενός εκατομμυρίου εκατόν πενήντα εννέα χιλιάδων διακοσίων ευρώ (1.449 κιλά x 800 ευρώ = 1.159.200 ευρώ) περίπου και αυτού (ποσού) των δύο εκατομμυρίων εξακοσίων οκτώ χιλιάδων διακοσίων ευρώ (1.449 κιλά x 1.800 ευρώ = 2.608.200 ευρώ) περίπου. Τελούν δε τέτοιες πράξεις κατ’ επάγγελμα, όπως σαφώς προέκυψε από ολόκληρη την προπεριγραφείσα υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (από την απόκρυψη της ταυτότητας του ταχύπλοου σκάφους τους, τα ιδιαίτερα μέσα προφύλαξης κατά τα στάδια της ανέλκυσης και της καθέλκυσής του, την άψογη συντήρηση του σκάφους και των μεγάλων κυβισμού μηχανών του, ώστε να καθίσταται εφικτή η τάχιστη διάσχιση απ’ αυτό μεγάλων θαλάσσιων αποστάσεων με δυνατότητα μεγάλης αυτονομίας καυσίμων, την εξυπηρέτηση του πληρώματος αλλά και του ίδιου του σκάφους από άλλο ταχύπλοο σκάφος, καθώς και την ύπαρξη ενός δεύτερου, ισάξιου, φουσκωτού σκάφους τους, μήκους 12 μέτρων περίπου, εργοστασίου κατασκευής D TECH, με την ονομασία ‘.....’, σημαίας Κύπρου και με αριθμό νηολογίου «….» το οποίο επίσης είχαν σταθμευμένο στον προαναφερθέντα σταθμό των αδελφών …. και ήταν κατάλληλο για την ίδια παράνομη δράση τους), προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος.
Β) Στο Κερατσίνι, όπου ο τόπος κατοικίας του …., στα νότια προάστια του νομού Αττικής (Γλυφάδα, Ηλιούπολη και περιοχές Σαρωνίδας και Λαυρεωτικής), καθώς και σε άγνωστες περιοχές της νότιας Αλβανίας, από τις 14-10-2016 μέχρι και τις 6-4-2017, συγκρότησε με τους αναφερόμενους στο υπό στοιχείο (Α) σκέλος του παρόντος συγκατηγορουμένους του εγκληματική οργάνωση με την οποία επεδίωκαν τη διάπραξη περισσότερων κακουργηματικών πράξεων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών από την οποία (πράξη της διακίνησης) κάθε φορά το προσδοκώμενο όφελος τους υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ, η δε δομή και διαρκής δράση αυτής (οργάνωσης) προκύπτουν από τη σε βάθος χρόνου σύμπραξή τους (όλων των μελών της) κατά την τέλεση των αναφερόμενων στο υπό στοιχείο (Α) σκέλος του παρόντος πράξεων, καθώς και από την μεταξύ τους κατανομή αρμοδιοτήτων και καθηκόντων, αφού αυτός επικουρούσε τον διευθύνοντα αυτή (οργάνωση), ……, σχετικά με την προμήθεια, ετοιμότητα και φύλαξη του ταχύπλοου σκάφους ‘....’, καθώς και την αγορά, συντήρηση και τοποθέτηση σ’ αυτό των μεγάλου κυβισμού μηχανών του (350 hp εκάστη), εργοστασίου κατασκευής YAMAHA, με το οποίο (σκάφος) γινόταν η μεταφορά της ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, επιπλέον δε, κατά την επιλογή των μελών του πληρώματος του, το σχεδίασμά του παράνομου θαλάσσιου δρομολογίου του, καθώς και την προμήθεια της μεταφερόμενης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών.
Γ) Στην Αθήνα, στις 5-4-2017, με πρόθεση τέλεσε την παρακάτω αναφερόμενη πράξη, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή και χρηματική ποινή, ήτοι με πρόθεση προέβη σε πράξη νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος) και ειδικότερα προέβη σε πράξη νομιμοποίησης των παράνομων εσόδων από την εγκληματική οργάνωση που συγκρότησε με τους λοιπούς συγκατηγορούμενους του 1) …., 2) …., 3) …., 4) …., 5) …., 6) …. και 7) …., κατά το χρονικό διάστημα από 14-10-2016 έως 6-4-2017 στο Κερατσίνι όπου ο τόπος κατοικίας του …., στα νότια προάστια του νομού Αττικής (Γλυφάδα, Ηλιούπολη και περιοχές Σαρωνίδας και Λαυρεωτικής), καθώς και σε άγνωστες περιοχές της νότιας Αλβανίας, με την οποία (εγκληματική οργάνωση) επεδίωκαν τη διάπραξη περισσότερων κακουργηματικών πράξεων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών από την οποία (πράξη της διακίνησης) κάθε φορά το προσδοκώμενο όφελος τους υπερέβαινε το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ, στην πράξη του δε αυτή νομιμοποίησης εσόδων προέβη δρώντας για λογαριασμό, προς όφελος και εντός των πλαισίων της ίδιας ως άνω εγκληματικής οργάνωσης. Συγκεκριμένα, στην Αθήνα στις 5-4-2017 με πρόθεση προέβη α) σε μετατροπή ή μεταβίβαση περιουσίας εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από τις παραπάνω εγκληματικές δραστηριότητες, στις οποίες συμμετείχε κατά τον τρόπο που έχει ήδη προσδιοριστεί, με την απόδοση της σχετικής κατηγορίας σε βάρος του στις 12-4-2017, με σκοπό την απόκρυψη ή τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της, και β) σε απόκρυψη ή συγκάλυψη της αλήθειας με οποιοδήποτε μέσο ή τρόπο, όσον αφορά στη φύση, προέλευση, διάθεση, διακίνηση ή χρήση περιουσίας ή την κυριότητα επί περιουσίας ή σχετικών με αυτή δικαιωμάτων, εν γνώσει του γεγονότος ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από τις παραπάνω εγκληματικές δραστηριότητες, στις οποίες συμμετείχε. Πιο συγκεκριμένα στην Αθήνα στις 5-4-2017 απέκτησε, με χρήματα που προέρχονται από τις ανωτέρω εγκληματικές δραστηριότητες, με αγορά από τον ….. , δυνάμει του υπ’ αριθ. …. συμβολαίου συνταχθέντος ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθήνας ………, το οποίο έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλλιθέας στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …, Α) τρεις οριζόντιες ιδιοκτησίες πολυκατοικίας, η οποία βρίσκεται στην Καλλιθέα Αττικής επί της οδού ….. και συγκεκριμένα 1) τον με στοιχεία Ύψιλον κεφαλαίο πι μικρό Άλφα κεφαλαία οκτώ (Υπ-Α8) χώρο του Α΄ υπογείου, που έχει επιφάνεια 979,20 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 19/1000 εξ αδιαιρέτου, 2) τον με στοιχεία ΥΠΟΓΕΙΟΝ άλφα μικρό (Υπ-α) χώρο του υπογείου (κάτωθι του ακαλύπτου χώρου), που έχει επιφάνεια 418,50 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 6/1000 εξ αδιαιρέτου, και 3) τον με στοιχεία Ύψιλον κεφάλαιο πι μικρό Βήτα κεφαλαίο ένα (Υπ-Bl) χώρο του ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΥΠΟΓΕΙΟΥ, που έχει επιφάνεια 1.121,30 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 25/1000 εξ αδιαιρέτου και Β) δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες πολυκατοικίας, η οποία βρίσκεται στην Καλλιθέα Αττικής στη συμβολή των οδών ….. και συγκεκριμένα 1) την οριζόντια ιδιοκτησία του ΤΡΙΤΟΥ (Γ) ΥΠΟΓΕΙΟΥ, που έχει επιφάνεια 376 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 40/1000 εξ αδιαιρέτου, και 2) την οριζόντια ιδιοκτησία του ΔΕΥΤΕΡΟΥ (Β) ΥΠΟΓΕΙΟΥ, που έχει επιφάνεια 376,20 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 40/1000 εξ αδιαιρέτου, με συνολικό τίμημα 190.000 ευρώ, εκ του οποίου το ποσό των 60.400 ευρώ καταβλήθηκε στον αγοραστή σε μετρητά κατά την υπογραφή του συμβολαίου αυτού και ενώπιον της ανωτέρω Συμβολαιογράφου και το υπόλοιπο ποσό των 129.600 ευρώ συμφωνήθηκε να καταβληθεί στον πωλητή σε 48 άτοκες, συνεχείς, μηνιαίες δόσεις, ποσού 2.700 ευρώ εκάστη, καταβλητέες η μεν πρώτη δόση στις 10-5-2017, η δε κάθε μία από τις υπόλοιπες δόσεις την αντίστοιχη ημερομηνία εκάστου μήνα που θα ακολουθούσε μέχρι την πλήρη αποπληρωμή, πλην όμως το ποσό των 129.600 ευρώ καταβλήθηκε στον πωλητή την ημερομηνία σύνταξης του παραπάνω συμβολαίου, συνταχθείσης σχετικής δήλωσης του πωλητή περί εξόφλησης του τιμήματος.
Κηρύσσει τον 3° κατηγορούμενο, …., ΕΝΟΧΟ του ότι: Στην παραλιακή περιοχή των Καλυβιών, σε διάφορες περιοχές του νομού Αττικής, στη θαλάσσια περιοχή του Αργοσαρωνικού κόλπου, επιπλέον, στα ελληνικά χωρικά ύδατα της δυτικής Ελλάδας, σε μη εξακριβωμένη παραθαλάσσια περιοχή της νότιας Αλβανίας, καθώς και στην παραθαλάσσια περιοχή της νοτιοανατολικής Ιταλίας, το χρονικό διάστημα, τουλάχιστον, από τις 14-10-2016 μέχρι και τις 6-4-2017, από κοινού και έχοντας κοινό δόλο με τους συγκατηγορουμένους του ………,...........................
Α) Επί της αναιρέσεως με αρ. πρωτ. 5895/5-7-2022 τoυ κατηγορούμενου ….. λεκτέα τα ακόλουθα :
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για εκ πλαγίου παραβίαση αυτών, καθώς και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σε σχέση με τις ένδικες αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε΄ και Δ΄ του ΚΠΔ).
Από τις ανωτέρω παραδοχές του σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, προκύπτει ότι αυτή διέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, ήτοι 1) της συγκρότησης και διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης τα μέλη της οποίας επιδιώκουν τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και 2) της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (υπό την μορφή της αγοράς, κατοχής και μεταφοράς), κατά συναυτουργία, και κατ’ επάγγελμα με προσδοκώμενο περιουσιακό όφελος άνω των 75.000 ευρώ, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, ως προπαρατέθηκαν, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 187 παρ.1 και 3 ΠΚ, 23 παρ.2 α΄ του Ν. 4139/2013 σε συνδ. με το άρ. 20 παρ.2 του ιδίου νόμου και άρ. 1 παρ.1 και 2 Πιν Α΄ στ΄ του ν.3459/2006, και σε συνδ. με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 1, 8, 13στ΄, 16, 17, 18, 26 παρ.1α΄, 27 παρ.1, 45, 51, 52, 59, 60, 79, 83, 84 παρ.2 α` και ε`, 94 και 96 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα : Α) Αναφορικά με το έγκλημα της συγκρότησης και διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης διαλαμβάνεται ο τρόπος τελέσεως αυτού από τον αναιρεσείοντα κατά χρόνο, τόπο και λοιπές περιστάσεις, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων συμμετείχε σε επιχειρησιακά δομημένη ομάδα, που αποτελείτο από περισσότερα των τριών ατόμων, ήτοι απ’ αυτόν και από τους συγκατηγορούμενους …., …, …, …, …, … και ., που επιδίωκαν με διαρκή δράση τη τέλεση περισσοτέρων κακουργημάτων διακινήσεως ναρκωτικών ουσιών, βάσει σχεδίου, σε βάθος χρόνου, και όχι περιστασιακά. Επιπλέον δε, διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσείων ….. είχε διευθυντική θέση στην επίδικη οργάνωση, κατανέμοντας τις αρμοδιότητες και καθήκοντα στα ανωτέρω μέλη της-συγκατηγορούμενους, αφού αυτός φρόντιζε για την προμήθεια, ετοιμότητα και φύλαξη του επίδικου ταχύπλοου σκάφους με την ονομασία «….» με το οποίο γινόταν η διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, για την αγορά, συντήρηση και τοποθέτηση σ’ αυτό μεγάλου κυβισμού μηχανών για να διαφεύγει τον έλεγχο των λιμενικών αρχών, επιπλέον δε, για την επιλογή των μελών του πληρώματος του ανωτέρω σκάφους, τον σχεδιασμό του παρανόμου, θαλασσίου, δρομολογίου του, καθώς και για την προμήθεια της μεταφερόμενης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, τα δε λοιπά ως άνω μέλη της εγκληματικής οργάνωσης εκτελούσαν τις αποστολές και τις εργασίες που αυτός (αναιρεσείων) τους ανέθετε και αναφέρονται αναλυτικά στην προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, προσδιορίζονται τα περιστατικά που χαρακτηρίζουν την αποτελούμενη από τα προαναφερόμενα πρόσωπα εγκληματική οργάνωση, επιχειρησιακά δομημένη και με χαρακτήρα πραγματοπαγή, ενόψει ότι υφίστατο μεταξύ των ως άνω μελών της κατανομή αρμοδιοτήτων και καθηκόντων, αφού έκαστο εξ αυτών είχε αναλάβει διαφορετικό ρόλο για την διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της δράσης της. Συγκεκριμένα δε, πέραν των όσων ήδη εκτέθηκαν για το ρόλο που ο αναιρεσείων επιτελούσε στην επίδικη εγκληματική οργάνωση, κατά τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο συγκατηγορούμενος …., επικουρούσε τον διευθύνοντα την εγκληματική οργάνωση κατηγορούμενο, …….., στα προαναφερόμενα καθήκοντά του και επιπλέον επιτηρούσε την ορθή εκτέλεση των οδηγιών που έδινε στα λοιπά μέλη της εγκληματικής οργάνωσης. Ο κατηγορούμενος, …., είχε επιφορτιστεί με την αξιολόγηση της πλευστότητας του ταχύπλοου σκάφους «….» με το οποίο έκανε συχνά δοκιμαστικές πλεύσεις, με την ασφαλή καθέλκυση και ανέλκυσή του, καθώς και με την επικουρία του εν λόγω σκάφους, μέσω του δικού του σκάφους με την ονομασία «….», με το οποίο έσπευδε να εφοδιάσει το «….» με τα νομιμοποιητικά του έγγραφα, όταν αυτό επέστρεφε από τις παράνομες αποστολές του διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, τα οποία (έγγραφα) είχε παράτυπα στην κατοχή του ( …. ), προκειμένου το ….» να επιστρέψει νομότυπα στη θέση ανέλκυσής του και στο χώρο στάθμευσής του. Οι κατηγορούμενοι-μη αναιρεσείοντες …, … και …., υπήκοοι Αλβανίας, είχαν αναλάβει το ρόλο του πληρώματος του επίδικου σκάφους «….» και είχαν ως αποστολή την πλοήγησή του από την Ελλάδα, όπου στάθμευε, προς την Αλβανία, τη φόρτωση, μεταφορά και την εναπόθεση της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών στην Ιταλία, την επιστροφή του ως άνω σκάφους στην Ελλάδα, όπου θα το παρέδιδαν στον συγκατηγορούμενό τους, …. που θα το αναλάμβανε, έχοντας και τα νομιμοποιητικά έγγραφα, και θα μετέφερε με ασφάλεια στα παράλια της Αττικής. Ο κατηγορούμενος, …., επικουρούσε με τη μορφή της οργάνωσης κατά συναυτουργία και μεσολάβησης τις δραστηριότητες διακίνησης ναρκωτικών ουσιών τον διευθύνοντα την εγκληματική οργάνωση, κατηγορούμενο …. και έδινε οδηγίες για λογαριασμό του σχετικά με την επιτυχή έκβαση των παράνομων θαλασσίων πλόων των ταχυπλόων σκαφών με τα οποία πραγματοποιείτο η διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών που προμηθεύονταν από την Αλβανία, καθώς και για την ασφαλή φύλαξη, στάθμευση και απόκρυψη των αναφερομένων σκαφών που χρησιμοποιούσε η επίδικη εγκληματική οργάνωση. Ο κατηγορούμενος, …., είχε αναλάβει το ρόλο μεταφοράς των ταχυπλόων σκαφών, με τα οποία γινόταν η διακίνηση ναρκωτικών ουσιών με το γερανοφόρο όχημά του προς υλοποίηση των παρανόμων δραστηριοτήτων της εγκληματικής οργάνωσης. Β) Περαιτέρω, αναφορικά με το έγκλημα της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι συνθήκες αγοράς, κατοχής και μεταφοράς των ναρκωτικών από τον αναιρεσείοντα, …. ο οποίος δρούσε από κοινού μετά των συγκατηγορουμένων -συναυτουργών , …, …., … και .., με αναφορά των αναγκαίων για την κατάφαση της ενοχής και τη συνδρομή των ως άνω επιβαρυντικών περιστάσεων πραγματικών περιστατικών. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην απόφαση τα ακόλουθα στοιχεία ήτοι : α) ο τόπος και χρόνος τέλεσης της εν λόγω πράξεως, β) το είδος, και η ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών, ήτοι ένας τόνος και τετρακόσια σαράντα εννέα (1.449) κιλά φυτικής κάνναβης συσκευασμένη σε δέματα (61) δέματα, την οποία αγόρασαν ο αναιρεσείων με τον συγκατηγορούμενό του ….. σε άγνωστη τοποθεσία στην Αλβανία, σε μη εξακριβωθείσα ημεροχρονολογία, πάντως πριν από τις 6/4/2017, αντί αγνώστου ανταλλάγματος, γ) η συγκατοχή της επίδικης ναρκωτικής ουσίας από τον αναιρεσείοντα και τους ανωτέρω συγκατηγορουμένους-συναυτουργούς εντός του επίδικου σκάφους «….», πραγματικής κυριότητας και εκμετάλλευσης του αναιρεσείοντος (και του συγκατηγορούμενου ….), με την έννοια ότι υπήρχε κοινός δόλος φυσικής εξουσίασης αυτής της και δυνατότητα σ’ όλους τους ανωτέρω συναυτουργούς ασκήσεως της φυσικής αυτής εξουσιάσεως με τη δυνατότητα να την διαθέτουν κατά τη βούλησή τους, δ) η μεταφορά της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών με το ανωτέρω σκάφος από την Αλβανία στις ακτές της Καλαβρίας Ιταλίας όπου και την εναπόθεσαν, ε) ο σκοπός εμπορίας του αναιρεσείοντος που συνάγεται από την ανωτέρω μεγάλη ποσότητα ινδικής κάνναβης, που διακινήθηκε, με σκοπό την καθ’ οιονδήποτε τρόπο περαιτέρω διακίνησή της προς τρίτους έναντι ανταλλάγματος, στ) η κατ’ επάγγελμα τέλεση της πράξης διακίνησης ναρκωτικών, που συνάγεται από την περιγραφόμενη υποδομή που είχε διαμορφώσει ο αναιρεσείων, και δη από την απόκρυψη της ταυτότητας του ταχύπλοου σκάφους με την ονομασία «….», τα ιδιαίτερα μέτρα προφύλαξης κατά τα στάδια της ανέλκυσης και της καθέλκυσής του, την άψογη συντήρηση του ανωτέρω σκάφους και των μεγάλου κυβισμού μηχανών του, ώστε να καθίσταται εφικτή η απ’ αυτό τάχιστη διάσχιση μεγάλων θαλάσσιων αποστάσεων με δυνατότητα μεγάλης αυτονομίας καυσίμων, την εξυπηρέτηση του πληρώματος και του επίδικου σκάφους «….» από το ταχύπλοο σκάφος με την ονομασία «…..», ιδιοκτησίας του συγκατηγορούμενου … και του αδελφού ….., καθώς και από την ύπαρξη ενός δεύτερου, ισάξιου, φουσκωτού σκάφους ιδιοκτησίας, του ιδίου (αναιρεσείοντος) και του συγκατηγορούμενου …., με την ονομασία «…», σημαίας Κύπρου και με αριθμό νηολογίου «……» το οποίο ήταν κατάλληλο για την παράνομη δράση τους), και από την ιδιαίτερα μεγάλη ποσότητα (1.449 κιλά) ναρκωτικών ουσιών (κάνναβης) που κατασχέθηκε, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, και ζ) το προσδοκώμενο όφελος του αναιρεσείοντος από την πράξη της διακίνησης ινδικής κάνναβης, που όπως έγινε δεκτό υπερβαίνει το ποσό των (75.000) ευρώ, εκτιμώμενο από (1.159.200) ευρώ έως (2.608.200) ευρώ, ληφθείσας υπόψη της αξίας της ως άνω ναρκωτικής ουσίας (κάνναβης) ανερχομένης σε (800) έως (1.200) ευρώ ανά κιλό. Περαιτέρω, σχετικά με τις αποδείξεις, που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν για το σχηματισμό της κρίσεως του Δικαστηρίου της ουσίας, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους [ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, φωτογραφίες, ψηφιακοί δίσκοι και απολογίες κατηγορουμένων], από τα οποία το εν λόγω Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική κρίση για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στον αναιρεσείοντα, χωρίς να είναι απαραίτητο, όπως προαναφέρθηκε, ν’ αναφέρεται τι προέκυψε ξεχωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, ενώ από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους, όπως αναφέρονται κατ’ είδος στην αρχή του σκεπτικού της (γίνεται δε και ενδεικτική μνεία ορισμένων εξ αυτών στο αιτιολογικό αυτής). Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ….., που εμπεριέχονται στον πρώτο λόγο αναίρεσης, περί του ότι, όπως αιτιάται, δεν προέκυψε μετά βεβαιότητας η εκτέλεση του επίδικου δρομολογίου από την Αλβανία προς Ιταλία του επίδικου σκάφους ….. υπό τις περιστάσεις και συνθήκες, που περιγράφονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με το οποίο (σκάφος) υφίστανται σοβαρές αμφιβολίες, ως προς το εάν αυτό ταυτίζεται με το ταχύπλοο «σκάφος» που φέρεται ότι κινήθηκε από την Αλβανία προς τις Ιταλικές ακτές, όπου απόθεσε την επίδικη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών την οποία βρήκαν και κατάσχεσαν οι Ιταλικές αρχές, είναι αβάσιμες. Τούτο δε, διότι στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ.596-597) διαλαμβάνονται τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, αναλυτικά και με πληρότητα στο βαθμό που απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της κακουργηματικής διακίνησης ναρκωτικών ουσιών από κοινού, κατ’ επάγγελμα, και με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000 ευρώ. Ειδικότερα, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το ταχύπλοο σκάφος, που έλαβε μέρος στην ανωτέρω ένδικη πράξη, είναι το επίδικο ταχύπλοο σκάφος με την ονομασία «…», το οποίο απέπλευσε κενό φορτίου από την Ελλάδα, εντοπίστηκε από αεροσκάφος του Λιμενικού Σώματος και αποτυπώθηκε σε αεροφωτογραφίες να προσεγγίζει τις Αλβανικές ακτές, όπου φόρτωσε πολυάριθμα δέματα ναρκωτικών ουσιών, τα οποία ξεφόρτωσε στις ακτές της Καλαβρίας στη Ν. Ιταλία, όπου εντοπίστηκαν από τις Ιταλικές αρχές, οι οποίες το καταδίωξαν κατά την αναχώρησή του με κατεύθυνση προς την Ελλάδα, μαζί με τα αεροσκάφη της FRONTEX, και τελικά ακινητοποιήθηκε από τις ημεδαπές λιμενικές αρχές, με τη ρίψη σφαιρών στις μηχανές του, στο Πόρτο Κάγιο Λακωνίας, παρακολουθείτο δε το εν λόγω σκάφος αδιάλειπτα από τις Ελληνικές και Ιταλικές αρχές, και από τα στίγματα πλεύσης του προκύπτει ότι το σκάφος που εντοπίστηκε στη θαλάσσια περιοχή της Αδριατικής από τις Ιταλικές αρχές είναι το ίδιο μ’ αυτό που κατέφθασε στις νότιες ακτές της Πελοποννήσου, όπου και ακινητοποιήθηκε. Εξάλλου, αβάσιμες είναι και οι προβαλλόμενες, δια του πρώτου λόγου αναίρεσης, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί του ότι δεν είχε τη δυνατότητα φυσικής εξουσίασης της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, καθόσον ως εν τοις πράγμασι συνιδιοκτήτης και εκμεταλλευόμενος το επίδικο σκάφος με την ονομασία «….», ενασκούσε την συγκατοχή της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, μέσω των χειριστών του εν λόγω σκάφους, ήτοι των συγκατηγορουμένων-συναυτουργών …, … και ….., αφού γνώριζε και αποδέχθηκε την ύπαρξή της στο ανωτέρω σκάφος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης του κατηγορούμενου, …., με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ και Δ` αντίστοιχα του Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμοι.
Β) Επί της αναιρέσεως με αρ.πρωτ. 5857/4-7-2022] τoυ κατηγορούμενου ….. λεκτέα τα ακόλουθα :
- Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ), αιτιώμενος ότι το δικάσαν Δικαστήριο ως προς το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική οργάνωση για το οποίο, μεταξύ άλλων, κηρύχθηκε ένοχος: 1) εφάρμοσε το δυσμενέστερο άρθρο 39 παρ.1 περ. γ΄ του ν.4557/2018, χωρίς να λάβει υπόψη ότι τούτο, κατά το χρόνο εκδίκασης της ένδικης υπόθεσης, είχε τροποποιηθεί από το άρ. 5 του ν. 4816/2021 που προβλέπει ευμενέστερες ποινές, 2) έπρεπε να εφαρμόσει το άρ. 39 παρ.1 περ. β΄ του ν. 4557/2018, ως ίσχυε μετά τη τροποποίησή του από το ν.4816/2021, και όχι στην περ. γ΄ αυτού την οποία εφάρμοσε, και 3) επέβαλε, πέραν της ποινής καθείρξεως, εσφαλμένα και χρηματική ποινή εκατό πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, ενώ η επιβλητέα χρηματική ποινή είναι η ρητά προβλεπόμενη στο ν. 4816/2021 σε ημερήσιες μονάδες.
Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές προκύπτουν κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, προκύπτει ότι το δικάσαν Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, ..…., τέλεσε την ένδικη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική οργάνωση με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρ. 39 παρ.1 γ΄ του Ν. 4557/2018. Ειδικότερα, από τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έγιναν ανελέγκτως δεκτά ως αποδειχθέντα, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων έδρασε ως μέλος εγκληματικής οργάνωσης, την οποία συγκρότησε με τους συγκατηγορουμένους του …, …, …, … και ….., … και ., κατά το χρονικό διάστημα από 14-10-2016 έως 6-4-2017, στους αναφερόμενους τόπους, με την οποία (εγκληματική οργάνωση) επιδίωκαν την διάπραξη περισσοτέρων κακουργηματικών πράξεων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, από την οποία (πράξη διακίνησης) κάθε φορά το προσδοκώμενο όφελός τους υπερέβαινε το ποσό των 75.000 ευρώ, ότι στην πράξη της νομιμοποίησης εσόδων αυτός προέβη δρώντας για λογαριασμό, προς όφελος και εντός των πλαισίων της ως άνω εγκληματικής οργάνωσης που επιδίωκε τη νομιμοποίηση των εσόδων που προέκυπταν από τη διακίνηση ναρκωτικών. Συνεπώς, ορθώς το δικάσαν Δικαστήριο υπήγαγε την ένδικη περίπτωση στη νομοτυπική μορφή της διάταξης του άρ. 39 παρ.1 περ. γ΄ του Ν. 4557/2018. Ως εκ τούτου, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η ανωτέρω ένδικη πράξη για την οποία κρίθηκε ένοχος έπρεπε να υπαχθεί στις διατάξεις της παρ.1 περ. β΄ του άρ. 39 του Ν. 4557/ 2018, είναι αβάσιμες. Πλην όμως, εσφαλμένα το Δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε το άρ. 39 παρ.1 περ. γ΄ του Ν. 4557/2018, χωρίς να λάβει υπόψη την τροποποίησή του -κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης- από το άρ. 5 του Ν. 4816/2021, και την εντεύθεν προβλεπόμενη ευμενέστερη ποινική μεταχείριση του αναιρεσείοντος, αφού, όπως έχει αναφερθεί στην αντίστοιχη μείζονα σκέψη της παρούσας, η ποινή κάθειρξης ορίστηκε σε (5 έως 15 έτη) και η χρηματική ποινή από (2.000) έως (10.000) ημερήσιες μονάδες, αντί της ποινής κάθειρξης (τουλάχιστον 10 έως 20 έτη) και χρηματική ποινή από (50.000) ευρώ έως (2.000.000) ευρώ που προβλεπόταν πριν από τη τροποποίησή του, και έπρεπε να εφαρμοστούν στην ένδικη υπόθεση ως επιεικέστερες, κατ’ άρ. 2 παρ.1 του ν. ΠΚ. Επομένως, ο συναφής δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠΔ, κατά τις ανωτέρω αντίστοιχες αιτιάσεις του πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
- Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ σε συνδ. με άρ.171 παρ.1 δ΄ του ιδίου κώδικα), ισχυριζόμενος ότι λήφθηκε υπόψη ως αποδεικτικό μέσο για την περί ενοχής καταδικαστική κρίση, αναφορικά με την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική οργάνωση, η μη αναγνωσθείσα συμπληρωματική του απολογία ενώπιον του Ανακριτή Πειραιά, με συνέπεια την παραβίαση των εκ του άρ. 358 ΚΠΔ απορρεόντων υπερασπιστικών του δικαιωμάτων.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, επιφέρει, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ` του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α` του ίδιου Κώδικα, διότι στερείται, έτσι, ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 του ΚΠοινΔ), εκτός αν τα έγγραφα αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 516/2021). Σε κάθε δε περίπτωση, αν το δικαστήριο λάβει υπόψη στις αιτιολογίες του την απολογία του κατηγορούμενου κατά την προδικασία [προανάκριση ή κύρια ανάκριση], η οποία δεν βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι αναγνώστηκε στο ακροατήριο, ανακύπτει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρ. 358 ΚΠΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 605), προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη για την περί ενοχής κρίση σε σχέση με την ένδικη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική οργάνωση για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, μεταξύ άλλων αποδεικτικών στοιχείων, και η συμπληρωματική απολογία του τελευταίου στις 13-2-2018 ενώπιον της Ανακρίτριας του Α΄ Τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία, όπως διαλαμβάνεται στην απόφαση, αυτός είχε ισχυριστεί ότι η αγορά των επίμαχων ακινήτων έγινε με χρήματα που προέρχονταν από πώληση κληρονομιαίων ακινήτων που είχε πραγματοποιήσει στην Αλβανία κατά τη δεκαετία του 1990 και τα οποία είχε επενδύσει σε «παρατράπεζες» (πυραμίδες), αποκομίζοντας με τον τρόπο αυτό υψηλό κέρδος, αφού από το αρχικό ποσό των 150.000 ευρώ αποκόμισε άλλες 150.000 ευρώ. Η ανωτέρω συμπληρωματική ανακριτική απολογία του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών συνεδρίασης του δευτεροβαθμίου και του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν περιλαμβάνεται στα αναγνωστέα έγγραφα, ούτε βεβαιώνεται σ’ αυτά (πρακτικά) ότι αναγνώστηκε. Ωστόσο, όμως, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων όσα είχε καταθέσει κατά την συμπληρωματική του απολογία στο στάδιο της ανάκρισης, τα επανέφερε κατά την απολογία του τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Ειδικότερα, από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης απόφασης (σελ. 230 έως 233), που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, κατά την απολογία του στο πρώτο βαθμό κατέθεσε, μεταξύ των άλλων, ότι «….Το 1995 στην Αλβανία φτιάχτηκαν κάτι παρατράπεζες …..όποιος είχε χρήματα και μπορούσε τα έβαζε σ’ αυτές για να κερδίσει κάτι….., οι παρατράπεζες έδιναν επιτόκιο 30%, στα 100 χιλιάρικα, έδιναν το τρίμηνο κάποιο ποσό… . Μαζί με τα χρήματα από κάτι οικόπεδα παραθαλάσσια……που είχε ο πατέρας μου στην Αλβανία και τα πούλησα, συγκεντρώσαμε ένα μεγάλο ποσό, σχεδόν διπλάσιο από τα χρήματα που είχαμε βάλει στην αρχή….Το ποσό που κέρδισα εγώ ήταν γύρω στα τριακόσια χιλιάρικα. Κάπου στις 280.000 ευρώ…Τα χρήματα που συγκέντρωσα τα έφερα στην Ελλάδα…Για την αγορά του ακινήτου, εγώ έδωσαν συνολικά 220.000 ευρώ. Τα χρήματα τα έδωσα μετρητά..». Επίσης, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 392, 393), ο αναιρεσείων, κατά την απολογία του στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, κατέθεσε, μεταξύ των άλλων, ότι «..΄Οταν ήρθα στην αρχή είχαμε κάποιες περιουσίες στην Αλβανία, τα πουλήσαμε και βάλαμε κάποια λεφτά σε παρατράπεζες……πυραμίδες που έλεγαν τότε, μαζέψαμε κάποιο κεφάλαιο και αργότερα τα έφερα στην Ελλάδα να επενδύσω……..δηλαδή δουλειά να δουλεύω μόνος μου και έτυχε το συμβάν αυτό για το θέμα του γκαράζ που είμαι μέσα να βρεθεί η ευκαιρία από τον κύριο ….. ….τη δουλειά αυτή την ανέλαβε ο …., ο γυιός του …..». Συνεπώς, εφόσον το περιεχόμενο της συμπληρωματικής απολογίας του αναιρεσείοντος στον Ανακριτή Πειραιά προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα, και συγκεκριμένα από την απολογία του στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν επήλθε από την αποδεικτική αξιοποίηση αυτής, χωρίς την προηγούμενη ανάγνωσή της, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι ο αναιρεσείων δεν στερήθηκε του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος.
- Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατική αιτιολογία και εντεύθεν για εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινικής (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ), σε σχέση με την ένδικη πράξη της νομμιμοποίησης εσόδων από εγκληματική οργάνωση, ενόψει ότι, όπως αιτιάται, κατά το μεν διατακτικό της καταδικάζεται για άπαξ τέλεση του εν λόγω εγκλήματος, κατά δε το σκεπτικό της για κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα τέλεσή του. Από την παραδεκτή επισκόπηση του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι έχει αναγραφεί σ’ αυτό (σελ. 605) από πρόδηλη παραδρομή η επίμαχη φράση ότι «….η εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορούμενου στοιχειοθετεί την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα». Πλην όμως, από το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 603-605), που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, συνάγεται με σαφήνεια και πληρότητα ότι ο αναιρεσείων έχει κριθεί ένοχος για άπαξ τέλεση του ανωτέρω εγκλήματος. Ως εκ τούτου, ο συναφής τέταρτος αναιρετικός λόγος για έλλειψη νόμιμης βάσης, εκ του άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ, αναφορικά με την ένδικη πράξη της νομμιμοποίησης εσόδων από εγκληματική οργάνωση, είναι αβάσιμος.
- Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για : α) υπέρβαση εξουσίας (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Θ΄ του ΚΠΔ σε συνδ. με το άρ. 470 του ιδίου Κώδικα), αιτιώμενος ότι μ’ αυτήν καταδικάστηκε για το έγκλημα της συγκρότησης και ένταξης σε επιχειρησιακά δομημένη εγκληματική οργάνωση, ενώ με την πρωτόδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου [Κακ/των] Πειραιά είχε καταδικαστεί για συγκρότηση και ένταξη σε δομημένη εγκληματική οργάνωση, με συνέπεια το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο να καταστήσει χειρότερη τη θέση του, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρ. 187 παρ.1 του ν. ΠΚ.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, για τις ανάγκες ελέγχου της βασιμότητας του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι από τις παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, …., τέλεσε την πράξη της συγκρότησης και ένταξης σε επιχειρησιακά δομημένη εγκληματική οργάνωση, κατά το χρονικό διάστημα από 14-10-2016 μέχρι και 6-4-2017, αποτελούμενη απ’ αυτόν και τους συγκατηγορούμενους… , …, .., … και …, … και …., οι οποίοι ήταν υποτεταγμένοι στο σκοπό και στο ρόλο που ο καθένας είχε αναλάβει και ότι επιδίωκαν με διαρκή δράση τη τέλεση κακουργημάτων σχετικών με παραβάσεις του νόμου περί διακινήσεως ναρκωτικών, βάσει σχεδίου, σε βάθος χρόνου και όχι περιστασιακά. Περαιτέρω, προσδιορίζονται τα περιστατικά που χαρακτηρίζουν την ομάδα αποτελούμενη από τα προαναφερόμενα πρόσωπα, επιχειρησιακά δομημένη με χαρακτήρα πραγματοπαγή, με μέλος-αρχηγό τον συγκατηγορούμενο ….….. και μέλη τους ανωτέρω λοιπούς συγκατηγορούμενους και κατανεμημένους και αλληλοϋποστηριζόμενους ρόλους μεταξύ τους προς διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της δράσης της. Συγκεκριμένα δε, κατά τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 612-613) ο κατηγορούμενος ..… είχε διευθυντική θέση στην επίδικη εγκληματική οργάνωση, διενεργώντας τις κατάλληλες διασυνδέσεις, προκειμένου να βρίσκονται οι ναρκωτικές ουσίες που αγοράζονταν από προμηθευτές στην Αλβανία, συντόνιζε την ύπαρξη ταχύπλοων σκαφών και χειριστών για την μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών και εν γένει συντόνιζε την όλη επιχείρηση της εγκληματικής οργάνωσης και επιτηρούσε τα καθήκοντα που ανέθετε στα λοιπά μέλη της οργάνωσης. Ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ……., επικουρούσε τον προαναφερόμενο διευθύνοντα την οργάνωση σχετικά με την προμήθεια, ετοιμότητα και φύλαξη του ταχύπλοου σκάφους “…...”, καθώς και για την αγορά, συντήρηση και τοποθέτηση σ’ αυτό μεγάλου κυβισμού μηχανών, με το οποίο γινόταν η μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών, επιπλέον δε για την επιλογή των μελών του πληρώματός του, το σχεδιασμό του παράνομου θαλάσσιου δρομολογίου του, καθώς και για την προμήθεια της μεταφερόμενης ποσότητας ναρκωτικών. Ο κατηγορούμενος …… είχε επιφορτιστεί με την αξιολόγηση της πλευστότητας του ταχύπλοου σκάφους «…..» με το οποίο έκανε συχνά δοκιμαστικές πλεύσεις, με την ασφαλή καθέλκυση και ανέλκυσή του, καθώς και με την επικουρία του εν λόγω σκάφους, μέσω του δικού του σκάφους με την ονομασία «…..», το οποίο («…..») έσπευδε να εφοδιάσει με τα νομιμοποιητικά του έγγραφα, όταν αυτό επέστρεφε από τις παράνομες αποστολές διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, τα οποία (έγγραφα) κατείχε παράτυπα, προκειμένου το «…..» να επιστρέψει νομότυπα στη θέση ανέλκυσής του και στο χώρο στάθμευσής του. Οι κατηγορούμενοι-μη αναιρεσείοντες, .., … και …, υπήκοοι Αλβανίας, είχαν αναλάβει το ρόλο του πληρώματος του επίδικου σκάφους «» και είχαν ως αποστολή την πλοήγησή του από την Ελλάδα, όπου στάθμευε, προς την Αλβανία, τη φόρτωση, μεταφορά και την εναπόθεση της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών στην Ιταλία, την επιστροφή του ως άνω σκάφους στην Ελλάδα, την παράδοσή του στον συγκατηγορούμενό τους, …. που θα το εφοδίαζε με τα νομιμοποιητικά του έγγραφα, για να το μεταφέρει με ασφάλεια στα παράλια της Αττικής. Ο κατηγορούμενος, ……., επικουρούσε με τη μορφή της οργάνωσης κατά συναυτουργία και μεσολάβησης τις δραστηριότητες διακίνησης ναρκωτικών ουσιών τον διευθύνοντα την εγκληματική οργάνωση, κατηγορούμενο …., έδινε οδηγίες για λογαριασμό του σχετικά με την επιτυχή έκβαση των παράνομων θαλασσίων πλόων των ταχυπλόων σκαφών με τα οποία πραγματοποιείτο η διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών, ενώ επίσης φρόντιζε και για την ασφαλή φύλαξη, στάθμευση και απόκρυψη των αναφερομένων σκαφών που χρησιμοποιούσε η επίδικη εγκληματική οργάνωση για τη διακίνηση ναρκωτικών. Ο κατηγορούμενος, . …., είχε αναλάβει το ρόλο μεταφοράς των ταχυπλόων σκαφών με τα οποία γινόταν η διακίνηση ναρκωτικών ουσιών με το γερανοφόρο όχημά του προς υλοποίηση των παρανόμων δραστηριοτήτων της εγκληματικής οργάνωσης. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το δικάσαν Δικαστήριο δεχθέν ότι οι ως άνω κατηγορούμενοι, μεταξύ των οποίων, και ο αναιρεσείων, …….., εντάχθηκαν σε δομημένη ομάδα, με τους ανωτέρω κατανεμημένους μεταξύ τους και αλληλοϋποστηριζόμενους ρόλους με σκοπό να αυξήσουν την αποτελεσματικότητά της, στοιχείο απαραίτητο, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, για τη θεμελίωση της έννοιας της επιχειρησιακά δομημένης οργάνωσης με πραγματοπαγή χαρακτήρα, ορθά έκρινε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 187 παρ. 1 του ν. ΠΚ ως προς τα στοιχεία της ποινικής υπόστασης, ενώ ως προς την επιβληθείσα ποινή εφάρμοσε, κατ’ άρ.2 παρ.1 ΠΚ, το αντίστοιχο άρθρο του προϊσχύσαντος ΠΚ ως επιεικέστερο, αφού προβλέπει την επιβολή μόνον στερητικής της ελευθερίας ποινή (κάθειρξη μέχρι δέκα έτη), άνευ επιβολής χρηματικής ποινής. Περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας κηρύσσοντας ένοχο τον αναιρεσείοντα για συγκρότηση και ένταξη σε επιχειρησιακά δομημένη εγκληματική οργάνωση δεν τον καταδίκασε για βαρύτερο έγκλημα εκείνου που είχε καταδικαστεί με την πρωτόδικη απόφαση υπ’ αρ. 547/2018 του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Πειραιά, παραβιάζοντας έτσι την αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσης του κατηγορούμενου στο εφετείο, καθόσον τα επίμαχα δεκτά γενόμενα περιστατικά υπήρχαν και στην πρωτοβάθμια απόφαση, απλώς δε αυτά κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο δεύτερο βαθμό, με την νομοθετική αλλαγή του Ποινικού Κώδικα, αναδείχθηκαν και εντάχθηκαν στην διάταξη του άρ. 187 παρ.1 του ν. ΠΚ. Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1. στοιχ. Θ΄ και Ε΄ του Κ.Ποιν.Δ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, είναι αβάσιμος.
- Με τον έκτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ, ως προς την ένδικη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική οργάνωση.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες ελέγχου της βασιμότητας του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Δικαστήριο, κατά τον παραδεκτό συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού της, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφορικά με την πράξη της νομιμοποίησης παράνομων εσόδων από εγκληματική οργάνωση για την οποία κήρυξε ένοχο, μεταξύ άλλων, τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα ……. . Ειδικότερα, με σαφήνεια και πληρότητα διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του ανωτέρω εγκλήματος, και δη: 1) ο χρόνος (5/4/2017) και τόπος τέλεσης (Αθήνα), 2) ο τρόπος τέλεσης της νομιμοποίησης εσόδων, ήτοι με την αγορά επ’ ονόματι του αναιρεσείοντος από τον …….., δυνάμει του υπ’ αρ. 6053/5-4-2017 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών …………, των πέντε αναφερομένων οριζοντίων ιδιοκτησιών υπογείων χώρων, που βρίσκονται επί των αναφερομένων πολυκατοικιών στην Καλλιθέα Αττικής, αντί συνολικού τιμήματος ποσού (190.000) ευρώ, που καταβλήθηκε τοις μετρητοίς στον πωλητή κατά την ως άνω ημερομηνία σύνταξης του παραπάνω συμβολαίου, 2) το βασικό αδίκημα, που είναι η εγκληματική οργάνωση την οποία συγκρότησε ο αναιρεσείων από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του … και …., κατά το χρονικό διάστημα από 14-10-2016 έως 6-4-2017, στους αναφερόμενους τόπους, με την οποία (εγκληματική οργάνωση) επιδίωκαν την διάπραξη περισσοτέρων κακουργηματικών πράξεων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, από την οποία (πράξη διακίνησης) κάθε φορά το προσδοκώμενο όφελός τους υπερέβαινε το ποσό των 75.000 ευρώ, 3) οι επιβαρυντικές περιστάσεις τέλεσής της, ότι δηλ. ο αναιρεσείων προέβη στην νομιμοποίηση εσόδων δρώντας για λογαριασμό, προς όφελος και εντός των πλαισίων της ως άνω εγκληματικής οργάνωσης που επιδίωκε τη νομιμοποίηση των εσόδων που προέκυπταν από τη διακίνηση ναρκωτικών, 4) ο υπερχειλής δόλος του αναιρεσείοντος, που συνίσταται στο ότι με τον ανωτέρω τρόπο (αγορά ακινήτων) αποσκοπούσε να συγκαλύψει και προσδώσει νομιμοφάνεια στο ανωτέρω χρηματικό ποσό, το οποίο γνώριζε ότι προερχόταν από τις ανωτέρω δραστηριότητες της εγκληματικής οργάνωσης στην οποία συμμετείχε ως μέλος, και η οποία ενεργούσε τουλάχιστον από τις 14-10-2016. Συνεπώς, ο συναφής έκτος λόγος αναίρεσης, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, εκ του άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ, ως προς την ένδικη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική οργάνωση, είναι αβάσιμος.
- Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 40 παρ. 1 και 2 εδ. α` και β` του Ν. 4557/2018, που είναι όμοιες με τις αντίστοιχες καταργηθείσες διατάξεις του άρθρου 46 του Ν.3691/2008, "1. Τα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν προϊόν βασικού αδικήματος του άρθρου 4 ή των αδικημάτων του άρθρου 2 ή που έχουν αποκτηθεί αμέσως ή εμμέσως από προϊόν τέτοιων αδικημάτων ή τα μέσα που έχουν χρησιμοποιηθεί ή προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν προς τέλεση αυτών των αδικημάτων, κατάσχονται και, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση απόδοσής τους στον ιδιοκτήτη, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 310 και του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 373 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ), δημεύονται υποχρεωτικά με την καταδικαστική απόφαση. Σε περίπτωση ανάμειξης του προϊόντος του αδικήματος με περιουσία που προέρχεται από νόμιμες πηγές, η κατάσχεση και η δήμευση επιβάλλονται μέχρι του ποσού της αξίας του προϊόντος αυτού. Η δήμευση επιβάλλεται ακόμη και αν τα περιουσιακά στοιχεία ή μέσα ανήκουν σε τρίτο, εφόσον αυτός τελούσε εν γνώσει του βασικού αδικήματος ή των αδικημάτων του άρθρου 2 κατά το χρόνο κτήσης τους. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου ισχύουν και σε περίπτωση απόπειρας των ανωτέρω αδικημάτων. 2. Αν η περιουσία ή το προϊόν, σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν υπάρχει πλέον, δεν έχει βρεθεί ή δεν είναι δυνατόν να κατασχεθεί, κατάσχονται και δημεύονται με τους όρους της παραγράφου 1 περιουσιακά στοιχεία ίσης αξίας προς εκείνη της προαναφερθείσας περιουσίας ή του προϊόντος κατά το χρόνο της καταδικαστικής απόφασης, όπως την προσδιορίζει το δικαστήριο. Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει και χρηματική ποινή μέχρι του ποσού της αξίας της περιουσίας ή του προϊόντος, αν κρίνει ότι δεν υπάρχουν πρόσθετα περιουσιακά στοιχεία προς δήμευση ή τα υπάρχοντα υπολείπονται της αξίας της περιουσίας ή του προϊόντος».
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, ……., ως παρεπόμενη ποινή, για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική οργάνωση, η δήμευση των αναφερομένων σ’ αυτήν πέντε οριζοντίων ιδιοκτησιών που περιήλθαν στην ιδιοκτησία του, δυνάμει του αναφερομένου συμβολαίου αγοράς, αφού έγινε δεκτό ότι το καταβληθέν για την αγορά τους από τον αναιρεσείοντα τίμημα ποσού (190.000) ευρώ αποτελεί προϊόν του βασικού αδικήματος της εγκληματικής οργάνωσης που συγκρότησαν οι αναφερόμενοι κατηγορούμενοι, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων, με την οποία επιδίωκαν την διάπραξη περισσοτέρων κακουργηματικών πράξεων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, από την οποία (πράξη διακίνησης) κάθε φορά το προσδοκώμενο όφελός τους υπερέβαινε το ποσό των 75.000 ευρώ, και τη νομιμοποίηση των εσόδων που προέκυπταν από τη διακίνηση ναρκωτικών. Εκ των ανωτέρω, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφορικά με την επιβληθείσα δήμευση των ακινήτων του αναιρεσείοντος ως προϊόντων του ανωτέρω βασικού αδικήματος. Κατά συνέπεια, ο συναφής λόγος του από 5/10/2022 δικογράφου πρόσθετων λόγων αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠοινΔ, για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το κεφάλαιο αυτής περί δημεύσεως περιουσιακών στοιχείων του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος.
Γ) Επί της αναιρέσεως με αρ. πρωτ. 5859/4-7-2022] τoυ κατηγορούμενου …… λεκτέα τα ακόλουθα :
- Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και εκ πλαγίου παράβαση αυτής (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ), καθώς και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ΚΠΔ), διότι, όπως αιτιάται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες και λογικά κενά στο περί ενοχής αιτιολογικό και διατακτικό της, σε σχέση με την αποδιδόμενη αξιόποινη πράξη της συνέργειας σε διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, από κοινού και κατ’ επάγγελμα, με προσδοκώμενο όφελος υπερβαίνον το ποσό των 75.000 ευρώ.
Από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του περί ενοχής αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 624,625) προκύπτει σαφώς και με πλήρη αιτιολογική επάρκεια ότι ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος, …………, κρίθηκε ένοχος, μεταξύ άλλων, και για το ότι παρείχε συνδρομή, κατ’ άρ. 47 ΠΚ σε συνδ. με άρ. 23 παρ.2α΄ του ν. 4139/2013, στους αναφερόμενους συγκατηγορουμένους του, πριν και κατά τη διάρκεια, της τέλεσης της πράξης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, από κοινού και κατ’ επάγγελμα, από την οποία το προσδοκώμενο όφελος υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, η οποία (συνδρομή του) συνίσταται στο ότι αυτός κατά τις βραδινές ώρες της 4ης-4-2017, στον αναφερόμενο τόπο, προέβη στην καθέλκυση του ταχύπλοου φουσκωτού σκάφους με την ονομασία «…………» διακίνησης ναρκωτικών, συνδράμοντας έτσι τους αναφερόμενους συγκατηγορουμένους του στην υλοποίηση του προσχεδιασμένου παράνομου θαλάσσιου δρομολογίου του εν λόγω σκάφους από Αλβανία προς Ιταλία για την μεταφορά της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, καθώς και στο ότι ο ίδιος στις 7-4-2017 επέβαινε στο ταχύπλοο σκάφος του με την ονομασία ……, έχοντας στην κατοχή του τα νομιμοποιητικά έγγραφα του σκάφους …..., και ήταν σε συνεχή τηλεφωνική επικοινωνία με τον εκ των συγκατηγορουμένων, ..…., προκειμένου να σπεύσει αμέσως προς αρωγή του πληρώματος του ανωτέρω σκάφους μεταφοράς ναρκωτικών. Οι δε επάλληλες παραδοχές, που διαλαμβάνονται στο περί ενοχής σκεπτικό (σελ.599) και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ.625), περί του ότι ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων δεν μπόρεσε να συνδράμει, δηλ. να συναντήσει, όπως προεκτέθηκε, το σκάφος διακίνησης της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών ….….., να επιβιβαστεί σ’ αυτό για να το οδηγήσει, εφοδιασμένο με όλα τα νομιμοποιητικά του έγγραφα, στον αναφερόμενο τόπο ανέλκυσής του, λόγω της σύλληψής του από το Λιμενικό Σώμα, ουδεμία αντίφαση και ασάφεια δημιουργούν ούτε καθιστούν την παροχή συνδρομής στην τέλεση της πράξης διακίνησης ναρκωτικών «απόπειρα συνέργειας στη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών», διότι η μη ολοκλήρωση (μέρους) της ως άνω προσχεδιασμένης συνδρομής του αναιρεσείοντος στους συναυτουργούς της διακίνησης ναρκωτικών, κείται εκτός του πεδίου της ποινικώς ελεγχόμενης πράξης του. Τέλος δε, από την επισκόπηση του περί ποινής διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ.683) προκύπτει ρητά ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος καταδικάζεται, μεταξύ άλλων εγκλημάτων, «σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για την πράξη της συνέργειας σε διακίνηση ναρκωτικών ουσιών (κατοχή και μεταφορά), κατά συναυτουργία και κατ’ επάγγελμα, με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ». Συνεπώς, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, εκ του άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε΄ και Δ΄ του ΚΠΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων αιτιάται, αντίστοιχα, ότι : Α) στο περί ενοχής διατακτικό της προσβαλλόμενης καταδικάζεται για «συνέργεια σε διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, από κοινού και κατ’ επάγγελμα, με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ», και συγχρόνως «ως συναυτουργός διακίνησης ναρκωτικών ουσιών κατ’ επάγγελμα». B) ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και κατά ένα μέρος του περί ενοχής διατακτικού της καταδικάζεται για «συνέργεια στην διακίνηση ναρκωτικών ουσιών», εν συνεχεία όλως αντιφατικά στο περί ενοχής διατακτικό της διαλαμβάνεται ότι «….« λόγω όμως της καταδίωξης των λιμενικών αρχών και της ακινητοποίησης του σκάφους “…..”….δεν μπόρεσε να τους συνδράμει ……», είναι αβάσιμοι.
- Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και εκ πλαγίου παράβαση αυτής (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ), καθώς και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ), επικαλούμενος ασάφειες στο περί ενοχής διατακτικό της ως προς το χρόνο τέλεσης της αποδιδόμενης σ’ αυτόν συνέργειας σε διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, από κοινού και κατ’ επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του περί ενοχής διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 624) προκύπτει με σαφήνεια και πληρότητα ότι η εν λόγω αξιόποινη πράξη του αναιρεσείοντος τελέστηκε κατά «τις βραδινές της 4ης-4-2017 και στις 7-4-2017». Τούτο δε, ασχέτως του ότι ο μη επακριβής καθορισμός του χρόνου τελέσεως της πράξεως δεν συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης ή νόμιμης βάσης, αφού δεν αμφισβητείται η ταυτότητά της, ούτε συνδέεται με παραγραφή της ή με άλλο καταλυτικό λόγο της κατηγορίας .
- Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για: α) υπέρβαση εξουσίας (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Θ΄ του ΚΠΔ σε συνδ. με το άρ. 470 του ιδίου Κώδικα), αιτιώμενος ότι μ’ αυτήν καταδικάστηκε για συγκρότηση και ένταξη σε επιχειρησιακά δομημένη εγκληματική οργάνωση, ενώ με την πρωτόδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακ/των) Πειραιά είχε καταδικαστεί για συγκρότηση και ένταξη σε δομημένη εγκληματική οργάνωση, με συνέπεια να καταστεί χείρων η θέση του, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρ. 187 παρ.1 του ν. ΠΚ.
Από τις παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ………., τέλεσε την πράξη της συγκρότησης και ένταξης σε επιχειρησιακά δομημένη εγκληματική οργάνωση, κατά το χρονικό διάστημα από 14-10-2016 μέχρι και 6-4-2017, αποτελούμενη απ’ αυτόν και τους συγκατηγορούμενους …… και ……., οι οποίοι ήταν υποτεταγμένοι στο σκοπό και στο ρόλο που ο καθένας είχε αναλάβει και ότι επιδίωκαν με διαρκή δράση τη τέλεση κακουργημάτων σχετικών με παραβάσεις του νόμου περί διακινήσεως ναρκωτικών ουσιών, βάσει σχεδίου, σε βάθος χρόνου και όχι περιστασιακά. Περαιτέρω, προσδιορίζονται τα περιστατικά που χαρακτηρίζουν την ομάδα, επιχειρησιακά δομημένη με χαρακτήρα πραγματοπαγή, με αρχηγό της τον κατηγορούμενο ..….. και μέλη τους ανωτέρω συγκατηγορούμενους που υπηρετούσαν κατανεμημένους και αλληλοϋποστηριζόμενους ρόλους μεταξύ τους, για την διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της δράσης της. Συγκεκριμένα δε, κατά τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 612-613) ο κατηγορούμενος …… είχε διευθυντική θέση στην επίδικη διεθνική εγκληματική οργάνωση, διενεργώντας τις κατάλληλες διασυνδέσεις, προκειμένου να βρίσκονται οι ναρκωτικές ουσίες που αγοράζονταν από προμηθευτές στην Αλβανία, συντόνιζε την ύπαρξη ταχύπλοων σκαφών και χειριστών, αλβανικής υπηκοότητας, για την μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών από την Αλβανία προς την Ιταλία και την Ελλάδα, και εν γένει συντόνιζε την όλη επιχείρηση της εγκληματικής οργάνωσης. Ο κατηγορούμενος, ….., είχε αναλάβει το συντονισμό των εργασιών επισκευής και βελτίωσης των σκαφών που μετέφεραν τις ναρκωτικές ουσίες και επέβλεπε συγχρόνως την όλη επιχείρηση. Ο αναιρεσείων, …….., είχε αναλάβει τη διαφύλαξη της ασφαλούς καθέλκυσης και ανέλκυσης των σκαφών διακίνησης ναρκωτικών έτσι ώστε να μην γίνεται αντιληπτή η αλλαγή του πληρώματος που οδηγούσε το εκάστοτε σκάφος εκτός των χωρικών υδάτων της Ελλάδας και να μην κινούνται υποψίες για το λόγο καθέλκυσης-ανέλκυσης των σκαφών. Οι κατηγορούμενοι-μη αναιρεσείοντες, .. είχαν αναλάβει το ρόλο του πληρώματος του επίδικου σκάφους με την ονομασία «….» και είχαν ως αποστολή την πλοήγησή του από την Ελλάδα προς την Αλβανία, τη φόρτωση, μεταφορά και την απόθεση των ναρκωτικών ουσιών στην Ιταλία, την επιστροφή του ως άνω σκάφους στην Ελλάδα, όπου θα το παρέδιδαν στον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα ….., ο οποίος θα το αναλάμβανε έχοντας τα νομιμοποιητικά έγγραφα του σκάφους για να το μεταφέρει με ασφάλεια στα παράλια της Αττικής. Ο κατηγορούμενος, …….., επικουρούσε με τη μορφή της οργάνωσης κατά συναυτουργία και μεσολάβησης τις δραστηριότητες διακίνησης ναρκωτικών ουσιών τον διευθύνοντα την εγκληματική οργάνωση, κατηγορούμενο ….., έδινε οδηγίες για λογαριασμό του σχετικά με την επιτυχή έκβαση των παράνομων θαλασσίων πλόων των ταχυπλόων σκαφών με τα οποία πραγματοποιείτο η διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών που προμηθεύονταν από την Αλβανία, καθώς και για την ασφαλή φύλαξη, στάθμευση και απόκρυψη των αναφερομένων σκαφών που χρησιμοποιούσε η επίδικη εγκληματική οργάνωση. Ο συγκατηγορούμενος, ……., είχε αναλάβει το ρόλο μεταφοράς των ταχυπλόων σκαφών με τα οποία γινόταν η διακίνηση ναρκωτικών ουσιών με το γερανοφόρο όχημά του προς υλοποίηση των παρανόμων δραστηριοτήτων της εγκληματικής οργάνωσης. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το δικάσαν Δικαστήριο δεχθέν ότι οι ως άνω κατηγορούμενοι, μεταξύ των οποίων, και ο αναιρεσείων, ……., εντάχθηκαν σε δομημένη ομάδα, με τους ανωτέρω κατανεμημένους μεταξύ τους και αλληλοϋποστηριζόμενους ρόλους με σκοπό να αυξήσουν την αποτελεσματικότητά της, στοιχείο απαραίτητο, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, για τη θεμελίωση της έννοιας της επιχειρησιακά δομημένης οργάνωσης με πραγματοπαγή χαρακτήρα, ορθά έκρινε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 187 παρ. 1 του ν. ΠΚ ως προς τα στοιχεία της ποινικής υπόστασης, ενώ ως προς την επιβληθείσα ποινή εφάρμοσε το αντίστοιχο άρθρο του προϊσχύσαντος ΠΚ ως επιεικέστερο (άρ.2 παρ.1 ΠΚ), αφού προβλέπει την επιβολή μόνον στερητικής της ελευθερίας ποινή (κάθειρξη μέχρι δέκα έτη), άνευ επιβολής χρηματικής ποινής. Περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας κηρύσσοντας ένοχο τον αναιρεσείοντα για συγκρότηση και ένταξη σε επιχειρησιακά δομημένη εγκληματική οργάνωση δεν τον καταδίκασε για βαρύτερο έγκλημα εκείνου που είχε καταδικαστεί με την πρωτόδικη απόφαση, παραβιάζοντας έτσι την αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσης του κατηγορούμενου στο εφετείο, καθόσον τα επίμαχα δεκτά γενόμενα περιστατικά υπήρχαν και στην πρωτοβάθμια απόφαση, απλώς δε αυτά κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο δεύτερο βαθμό, με την νομοθετική αλλαγή του Ποινικού Κώδικα, αναδείχθηκαν και εντάχθηκαν στην διάταξη του άρ. 187 παρ.1 του ν. ΠΚ. Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1. στοιχ. Θ΄ και Ε΄ του Κ.Ποιν.Δ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, είναι αβάσιμος.
- Με τον έκτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ), ως προς τη τέλεση της αποδιδόμενης σ’ αυτόν συνέργειας στην διακίνηση ναρκωτικών, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις «του κατ’ επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000 ευρώ».
Από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σε σχέση με την αξιόποινη πράξη της συνέργειας στην διακίνηση ναρκωτικών ουσιών κατά συναυτουργία και κατ’ επάγγελμα με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000 ευρώ για την οποία καταδίκασε, μεταξύ άλλων, τον αναιρεσείοντα, ……., αφού εκθέτει σ` αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της εν λόγω πράξεως, τις αποδείξεις από τις οποίες δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ΄, 26 παρ. Ια, 27 παρ. 1, 47 παρ.1, 79,80 του Π.Κ και άρθρο 1 παρ. 1 και 2 πιν. Α` αριθ. 6 Ν. 3459/2006 σε συνδ. με άρθρα 20 παρ. 2 και 23 παρ. 2α΄του Ν. 4139/2013, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Σε σχέση με την προβαλλόμενη με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν υπάρχει αιτιολογία στο σκεπτικό της πληττόμενης απόφασης ως προς τις γενόμενες δεκτές επιβαρυντικές περιστάσεις τέλεσης της συνέργειας στη διακίνηση ναρκωτικών κατ’ επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχεται ότι ο αναιρεσείων, …….., τέλεσε την ανωτέρω ένδικη πράξη στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης, της οποίας ήταν μέλος με τον αναφερόμενο διακριτό ρόλο, ότι ενήργησε κατ’ επάγγελμα, όπως σαφώς προέκυψε από την περιγραφόμενη υποδομή που είχε διαμορφώσει από την οποία προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, η οποία (υποδομή) συνί σταται στα πρόσθετα μέτρα επιμέλειας που λάμβανε κατά την καθέλκυση και ανέλκυση του ταχύπλοου σκάφους διακίνησης ναρκωτικών ουσιών «…..», την εξυπηρέτηση του εν λόγω σκάφους και του πληρώματός του με το δικό του σκάφος με την ονομασία …, με το οποίο έσπευδε, όταν το …. επέστρεφε από τις παράνομες αποστολές μεταφοράς ναρκωτικών, να εφοδιάσει με τα νομιμοποιητικά του έγγραφα, τα οποία κατείχε παράτυπα, προκειμένου τούτο να επιστρέψει νομότυπα στη θέση ανέλκυσής του και στο χώρο στάθμευσής του, και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των (75.000) ευρώ, εκτιμώμενο από (1.159.200) ευρώ έως (2.608.200) ευρώ, ληφθείσας υπόψη της αξίας της επίδικης ναρκωτικής ουσίας (κάνναβης) ανερχομένης σε (800) έως (1.200) ευρώ ανά κιλό. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, ο υποστηρίζων τα αντίθετα, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ ταυτόσημος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τη τέλεση της αποδιδόμενης σ’ αυτόν συνέργειας στην διακίνηση ναρκωτικών, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του κατ’ επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000 ευρώ, είναι αβάσιμος.
ΠΔ) Επί της αναιρέσεως από 11-3-2022 αιτήσεως αναίρεσης τoυ κατηγορούμενου ….. και των από 5/10/2022 και από 1/2/2023 δικογράφων προσθέτων λόγων λεκτέα τα ακόλουθα :
1.Με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με την αποδιδόμενη σ’ αυτόν πράξη της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε΄ και Δ΄ του ΚΠΔ), και με το δεύτερο λόγο του από 5/10/20022 δικογράφου προσθέτων λόγων για υπέρβαση εξουσίας (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Θ΄ του ΚΠΔ σε συνδ. με το άρ. 470 του ιδίου Κώδικα), αιτιώμενος ότι μ’ αυτήν (προσβαλλόμενη) καταδικάστηκε για βαρύτερο έγκλημα εκείνου που είχε καταδικαστεί με την πρωτόδικη απόφαση, με συνέπεια να καταστεί χείρων τη θέση του.
Από τις παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, .….…….., διέπραξε την αξιόποινη πράξη της συγκρότησης και ένταξης σε επιχειρησιακά δομημένη εγκληματική οργάνωση, κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα και στον αναφερόμενο τόπο, αποτελούμενη απ’ αυτόν και τους συγκατηγορούμενους του ………….., οι οποίοι ήταν υποτεταγμένοι στο σκοπό και στο ρόλο που ο καθένας εξ αυτών είχε αναλάβει και ότι επιδίωκαν με διαρκή δράση τη τέλεση κακουργημάτων σχετικών με παραβάσεις του νόμου περί διακινήσεως ναρκωτικών ουσιών, βάσει σχεδίου, σε βάθος χρόνου και όχι περιστασιακά. Περαιτέρω, προσδιορίζονται τα περιστατικά που χαρακτηρίζουν την ομάδα, επιχειρησιακά δομημένη με χαρακτήρα πραγματοπαγή, με αρχηγό τον κατηγορούμενο ..….….. και μέλη τους ανωτέρω λοιπούς συγκατηγορούμενους, που υλοποίησαν κατανεμημένους μεταξύ τους και αλληλοϋποστηριζόμενους ρόλους για την διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της δράσης της οργάνωσης. Συγκεκριμένα δε, κατά τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο κατηγορούμενος …… είχε διευθυντική θέση στην επίδικη εγκληματική οργάνωση, διενεργώντας τις κατάλληλες διασυνδέσεις, προκειμένου να βρίσκονται οι ναρκωτικές ουσίες που αγοράζονταν από προμηθευτές στην Αλβανία, συντόνιζε την ύπαρξη ταχύπλοων σκαφών και χειριστών, αλβανικής υπηκοότητας, για την μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών από την Αλβανία προς την Ιταλία και την Ελλάδα, και εν γένει συντόνιζε την όλη επιχείρηση της εγκληματικής οργάνωσης. Ο κατηγορούμενος, ..……, είχε αναλάβει το συντονισμό των εργασιών επισκευής και βελτίωσης των αναφερομένων σκαφών διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και επέβλεπε συγχρόνως την όλη επιχείρηση. Ο κατηγορούμενος, ….., είχε αναλάβει τη διαφύλαξη της ασφαλούς καθέλκυσης και ανέλκυσης των σκαφών διακίνησης ναρκωτικών έτσι ώστε να μην γίνεται αντιληπτή η αλλαγή του πληρώματος που τα οδηγούσε εκτός των χωρικών υδάτων της Ελλάδας και να μην κινούνται υποψίες για το λόγο καθέλκυσης- ανέλκυσής τους. Οι κατηγορούμενοι-μη αναιρεσείοντες ..…., ..…. είχαν αναλάβει το ρόλο του πληρώματος του επίδικου σκάφους με την ονομασία «..….» και είχαν ως αποστολή την πλοήγησή του από την Ελλάδα προς την Αλβανία, τη φόρτωση, μεταφορά και την απόθεση των ναρκωτικών ουσιών στην Ιταλία, την επιστροφή του ως άνω σκάφους στην Ελλάδα, την παράδοσή του στον κατηγορούμενο ….., ο οποίος θα το αναλάμβανε έχοντας τα νομιμοποιητικά του έγγραφα ( ……) για να το μεταφέρει με ασφάλεια στα παράλια της Αττικής. Ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ……, ήταν οργανωτής κατά συναυτουργία της εγκληματικής οργάνωσης, παρείχε πλήρη υποστήριξη σ’ αυτήν που ξέφευγε των νομικών συμβουλών και χειρισμών, επικουρούσε τον διευθύνοντα αυτήν, συγκατηγορούμενο ……., δίνοντας οδηγίες στα λοιπά μέλη της εγκληματικής οργάνωσης για λογαριασμό του σχετικά με την επιτυχή έκβαση των παράνομων θαλασσίων πλόων των αναφερομένων σκαφών με τα οποία γινόταν η διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών, και φρόντιζε για την ασφάλιση, στάθμευση και απόκρυψη των αναφερομένων σκαφών που χρησιμοποιούσε η επίδικη εγκληματική οργάνωση για τη διακίνηση ναρκωτικών. Ο κατηγορούμενος, ….., είχε αναλάβει το ρόλο μεταφοράς των σκαφών με τα οποία γινόταν η διακίνηση ναρκωτικών ουσιών με το γερανοφόρο όχημά του, κατά τρόπο που να μην κινούνται υποψίες για το τόπο, χρόνο και τρόπο ανελκύσεως και καθελκύσεως αυτών, ενώ επίσης παρείχε την υποστήριξή του όντας σε ετοιμότητα και διευκολύνοντας την οργάνωση διακίνησης ναρκωτικών. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το δικάσαν Δικαστήριο δεχθέν ότι οι ως άνω κατηγορούμενοι, μεταξύ των οποίων, και ο αναιρεσείων, εντάχθηκαν σε δομημένη ομάδα, με τους ανωτέρω κατανεμημένους μεταξύ τους και αλληλοϋποστηριζόμενους ρόλους με σκοπό να αυξήσουν την αποτελεσματικότητά της, στοιχείο απαραίτητο, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, για τη θεμελίωση της έννοιας της επιχειρησιακά δομημένης οργάνωσης με πραγματοπαγή χαρακτήρα, ορθά έκρινε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 187 παρ. 1 του ν. ΠΚ ως προς τα στοιχεία της ποινικής υπόστασης, ενώ ως προς την επιβληθείσα ποινή εφάρμοσε το αντίστοιχο άρθρο του προϊσχύσαντος ΠΚ ως επιεικέστερο (άρ.2 παρ.1 ΠΚ), αφού προβλέπει την επιβολή μόνον στερητικής της ελευθερίας ποινής (κάθειρξη μέχρι δέκα έτη), άνευ επιβολής χρηματικής ποινής. Περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας κηρύσσοντας ένοχο τον αναιρεσείοντα για συγκρότηση και ένταξη σε επιχειρησιακά δομημένη εγκληματική οργάνωση δεν τον καταδίκασε για βαρύτερο έγκλημα εκείνου που είχε καταδικαστεί με την πρωτόδικη απόφαση, παραβιάζοντας έτσι την αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσης του κατηγορούμενου στο εφετείο, καθόσον τα επίμαχα δεκτά γενόμενα περιστατικά υπήρχαν και στην πρωτοβάθμια απόφαση, απλώς δε αυτά κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο δεύτερο βαθμό, με την νομοθετική αλλαγή του Ποινικού Κώδικα, αναδείχθηκαν και εντάχθηκαν στην διάταξη του άρ. 187 παρ.1 του ν. ΠΚ. Συνεπώς, οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης και ο δεύτερος λόγος του από 5/10/20022 δικογράφου προσθέτων λόγων με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εκ του άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε΄ και Δ΄ ΚΠΔ, καθώς και για υπέρβαση εξουσίας, εκ του άρ. 510παρ.1 στοιχ. Θ΄ ΚΠΔ), είναι αβάσιμοι. Οι δε λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που εμπεριέχονται στους πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης, περί του ότι η ανωτέρω ένδικη πράξη έπρεπε να υπαχθεί, κατ’ ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, στις διατάξεις των άρθρων 187 παρ.3 εδ.α΄ ΠΚ, άλλως σ’ αυτές των άρθρων 187 παρ.4 και 231 του ΠΚ, αντί των διατάξεων του άρθρου 187 παρ.1 ΠΚ στις οποίες υπήχθη, επικαλούμενος ότι δεν στοιχειοθετείται η ποινική υπόσταση του εγκλήματος της συγκρότησης και ένταξης σε επιχειρησιακά δομημένη εγκληματική οργάνωση για το οποίο καταδικάστηκε, είναι απαράδεκτες, διότι, με την επίφαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠοινΔ, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
- Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης και το τέταρτο λόγο του από 5/10/20022 δικογράφου προσθέτων λόγων, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα διαδικασίας στο ακροατήριο (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ σε συνδ. με άρ. 171 παρ.1 δ΄ του ιδίου κώδικα), αιτιώμενος ότι το δικάσαν Δικαστήριο έλαβε υπόψη για την διαμόρφωση της βάρος του καταδικαστικής κρίσης για τις αναφερόμενες ένδικες πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκε, απόρρητες τηλεφωνικές συνδέσεις επικοινωνίας του, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη (άρ. 6 της Ε.Σ.Δ.Α. ) και την αρχή της αναλογικότητας.
Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α΄ του Ν.2225/1994, που ίσχυε κατά το χρόνο εκδίκασης της ένδικης υπόθεσης [καθόσον τούτο μεταγενέστερα καταργήθηκε με το άρ. 50 του ν.5002/9-12-2022], η άρση του απορρήτου είναι επιτρεπτή για τη διακρίβωση των κακουργημάτων που προβλέπονται από τα άρθρα 134, 135 παράγραφοι 1, 2, 135Α, 137Α, 137Β, 138, 139, 140, 143, 144, 146, 148 παρ. 2, 150, 151, 157 παρ. 1, 159, 159Α, 168 παρ. 1, 187 παράγραφοι 1, 2, 187Α παράγραφοι 1 και 4, 207, 208 παρ. 1, 235 παρ. 2, 236 παρ. 2, 237 παράγραφοι 2 και 3β`, 264 περιπτώσεις β` και γ`, 270, 272, 275 περίπτωση β`, 291 παρ. 1 περιπτώσεις β` και γ`, 292Α παρ. 4 εδάφιο β` και παρ. 5, 299, 322, 323A παράγραφοι 1, 2, 4, 5 και 6, 324 παράγραφοι 2 και 3, 336 σε βάρος ανηλίκου, 338 παρ. 1 σε βάρος ανηλίκου, 339 παράγραφοι 1 περιπτώσεις α` και β`, 342 παράγραφοι 1 και 2, 348Α παρ. 4, 348Γ παρ. 1 περιπτώσεις α` και β`, 349 παρ. 1 και 2, 351 παράγραφοι 1, 2, 4 και 5, 351Α παράγραφοι 1 περιπτώσεις α` και β` και 3, 370Α, 370Δ, 374, 380, 385 παρ. 1 περιπτώσεις α` και β` του Ποινικού Κώδικα. Επίσης, κατά τους ορισμούς του άρθρου 5 παρ. 9 εδ. β` και 10 του Ν.2295/1994 : 9β` "Τα στοιχεία που είχαν συλλεγεί ή κατασχεθεί και το υλικό που εγγράφηκε ή αποτυπώθηκε σε εκτέλεση της διάταξης για την άρση του απορρήτου σε περίπτωση διακρίβωσης εγκλημάτων, σύμφωνα με το άρθρο 4, επισυνάπτονται στη δικογραφία, αν συνιστούν αποδεικτικά μέσα για την ποινική δίωξη κατά την κρίση της αρχής που εξέδωσε τη διάταξη". 10. "Το περιεχόμενο της ανταπόκρισης ή επικοινωνίας, το οποίο έγινε γνωστό λόγω της άρσης του απορρήτου, καθώς και κάθε άλλο σχετικό με αυτή στοιχείο απαγορεύεται, με ποινή ακυρότητας, να χρησιμοποιηθεί και να ληφθεί υπόψη ως άμεση ή έμμεση απόδειξη σε άλλη ποινική, πολιτική, διοικητική και πειθαρχική δίκη και διοικητική διαδικασία για σκοπό διαφορετικό από εκείνον που είχε καθορισθεί με τη διάταξη. Κατ` εξαίρεση η αρχή που εξέδωσε τη διάταξη μπορεί, κατά την αιτιολογημένη κρίση της, να επιτρέψει με νεότερη διάταξή της να χρησιμοποιηθούν και να ληφθούν υπόψη τα παραπάνω στοιχεία, αν χρησιμεύουν για τη διακρίβωση άλλου ιδιαιτέρως σοβαρού εγκλήματος από αυτά που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου, καθώς και για υπεράσπιση κατηγορουμένου σε ποινική δίκη για πλημμέλημα ή κακούργημα". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 177 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη στην ποινική διαδικασία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι κατ` εξαίρεση της αρχής της ηθικής απόδειξης, που καθιερώνει η διάταξη της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, θεσπίζεται η απαγόρευση της αξιοποίησης αποδεικτικού μέσου, που έχει αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών και, επομένως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο για την κήρυξη της ενοχής ή την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού, αποδεικτικό μέσο που έχει αποκτηθεί με τέτοιες πράξεις, όπως π.χ. μαγνητοταινία που αποτυπώνει ιδιωτική συνομιλία μεταξύ του ενδιαφερομένου και τρίτου χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου, πράξη η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 370Α παρ. 2 του ΠΚ, που θεσπίστηκε στα πλαίσια της γενικότερης προστασίας, η οποία παρέχεται στον άνθρωπο από τα άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 9Α και 19 του Συντάγματος για την προστασία της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής και γενικότερα της προσωπικότητας κάθε ανθρώπου. Η χρησιμοποίηση στη δίκη απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου προσβάλλει το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και επάγεται την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατ` άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ` ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α` του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης (ΑΠ 787/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι οι επικαλούμενες εκθέσεις απομαγνητοφώνησης αποτυπώθηκαν νομίμως και επισυνάφθηκαν στη δικογραφία, ως νόμιμα αποδεικτικά στοιχεία, ύστερα από άρση του τηλεφωνικού απορρήτου των τηλεφωνικών επικοινωνιών του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, ……, με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του, αλλά και τρίτων προσώπων, κατ’ άρθρο 4 και 5 του Ν. 2225/1994, κατόπιν σχετικού αιτήματος της Περιφερειακής Ομάδας Δίωξης Ναρκωτικών του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πατρών, δυνάμει των υπ’ αρ. 3/2017, 23/2017, 66/2017,102/2017, 113/2017 βουλευμάτων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών, που επικύρωσαν τις υπ’ αρ.2/2017,8/2017,18/2017, 31/2017 και 36/2017 διατάξεις του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πατρών αντίστοιχα περί άρσης του απορρήτου των αναφερομένων τηλεφωνικών συνδέσεων επικοινωνίας και παράτασης της άρσης αυτής, κατά τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, καθόσον στις 14/10/2016 υπήρξαν υπόνοιες εμπλοκής σε διακίνηση ναρκωτικών ουσιών μεταξύ Αλβανίας, Ελλάδας και Ιταλίας του ταχύπλοου σκάφους με την ονομασία …. [μετέπειτα …..] στον Πατραϊκό κόλπο, και του ταχύπλοου σκάφους με την ονομασία «…» κατά την περίοδο του Πάσχα 2015, προς εξακρίβωση των εμπλεκομένων μελών εγκληματικής οργάνωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και αποκάλυψη των στοιχείων ταυτότητάς τους. Ορθώς δε λήφθηκαν υπόψη οι εξήντα ένας (61) ψηφιακοί δίσκοι εγγεγραμμένων συνομιλιών και οι υπ’ αρ. 1 έως 116 εκθέσεις απομαγνητοφώνησης αυτών και αξιολογήθηκαν, ως αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας, από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, όμως, για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς την ενοχή των κατηγορουμένων, από τους οποίους ο αναιρεσείων …. καταδικάστηκε για τις προαναφερθείσες κακουργηματικές πράξεις, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στις συγκεκριμένες εκθέσεις απομαγνητοφώνησης τηλεφωνικών συνομιλιών, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, αλλά και σε αυτές, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα, αναφερόμενα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αποδεικτικά μέσα. Συνεπώς, η αποδεικτική αξιοποίηση και συναξιολόγηση από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικά μέσα, ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέφερε, όπως ορθά έκρινε και το Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο με την υπ’ αρ. 187/2021 συμπροσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του (σελ. 344-350) απέρριψε με την ίδια αιτιολογία τη σχετική ένσταση-αίτημα του κατηγορούμενου- αναιρεσείοντος περί μη λήψης υπόψη των απομαγνητοφωνημένων συνομιλιών υπό την επίκληση απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, οι δε περί του αντιθέτου σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
- Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης (κατά το δεύτερο σκέλος του), το τρίτο λόγο του από 5/10/2022 δικογράφου προσθέτων λόγων, καθώς και τους πρώτο και δεύτερο λόγους του από 1/2/2023 δικογράφου προσθέτων λόγων, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε΄ και Δ΄ του ΚΠΔ), σε σχέση με την αποδιδόμενη σ’ αυτόν αξιόποινη πράξη της διακίνησης (κατοχή και μεταφορά) ναρκωτικών ουσιών, κατά συναυτουργία και κατ’ επάγγελμα, με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000 ευρώ. Από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε, κατά τις παραδοχές του σκεπτικού και διατακτικού της που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού παραθέτει σ` αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της διακίνησης (με τη μορφή της κατοχής και μεταφοράς) ναρκωτικών ουσιών, κατά συναυτουργία και κατ’ επάγγελμα, με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000 ευρώ. για το οποίο, μεταξύ άλλων, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, …….., τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, ως προπαρατέθηκαν, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρ. 23 παρ.2 α΄ του Ν. 4139/2013 σε συνδ. με το άρ. 20 παρ.2 του ιδίου νόμου και άρ. 1 παρ.1 και 2 Πιν Α΄ στ΄ του ν.3459/2006, και σε συνδ. με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 1, 8, 13στ΄, 16, 17, 18, 26 παρ.1α΄, 27 παρ.1, 45, 51, 52, 59, 60, 79, 83, 84 παρ.2 α` και ε`, 94 και 96 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται οι συνθήκες διακίνησης της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, με τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ’ επάγγελμα τέλεσης και με προσδοκώμενο όφελος άνω των (75.000) ευρώ, στην οποία συμμετείχε ο αναιρεσείων, ως συναυτουργός, από κοινού με τους συγκατηγορούμενους ……., με αναφορά των αναγκαίων για την κατάφαση της ενοχής του και τη συνδρομή των ως άνω επιβαρυντικών περιστάσεων πραγματικών περιστατικών. Συγκεκριμένα, διαλαμβάνονται στην απόφαση τα ακόλουθα στοιχεία ήτοι : α) ο τόπος και χρόνος τέλεσης της ένδικης πράξεως, β) το είδος, και η ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, ήτοι ένας τόνος και τετρακόσια σαράντα εννέα (1.449) κιλά φυτικής κάνναβης, συσκευασμένη σε δέματα (61) δέματα, την οποία είχαν αγοράσει οι συγκατηγορούμενοι … και …. σε μη εξακριβωθείσα ημεροχρονολογία, πάντως πριν από τις 6-4-2017, σε άγνωστη τοποθεσία στην Αλβανία, αντί αγνώστου ανταλλάγματος, γ) η κατοχή της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών από τον αναιρεσείοντα από κοινού με τους ανωτέρω συγκατηγορουμένους του εντός του επίδικου σκάφους «…….», με την έννοια της φυσικής εξουσίασης και της δυνατότητας να την διαθέτουν κατά τη βούλησή τους, και την μεταφορά της, δια των συγκατηγορουμένων μελών του πληρώματος του ανωτέρω σκάφους …………, οι οποίοι ενεργούσαν και για λογαριασμό του αναιρεσείοντος, από την Αλβανία στις ακτές της Καλαβρίας στη Ν. Ιταλία όπου και την εναπόθεσαν, γ) ο σκοπός εμπορίας του αναιρεσείοντος που συνάγεται από την ανωτέρω μεγάλη ποσότητα ινδικής κάνναβης που διακίνησε από κοινού με τους ανωτέρω συγκατηγορουμένους του, με σκοπό την καθ’ οιονδήποτε τρόπο περαιτέρω διακίνησή της προς τρίτους έναντι ανταλλάγματος, δ) η κατ’ επάγγελμα τέλεση της πράξης διακίνησης ναρκωτικών, που συνάγεται από την περιγραφόμενη υποδομή που είχε διαμορφώσει ο αναιρεσείων (από κοινού με τους ανωτέρω συγκατηγορουμένους) στα πλαίσια επιχειρησιακά δομημένης εγκληματικής οργάνωσης, αφού μεριμνούσε για την επίλυση και διευθέτηση διαδικαστικής φύσεως ζητημάτων του ανωτέρω σκάφους μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών με τις λιμενικές αρχές, για την ασφάλισή του, για την μεταφορά και φύλαξη του σκάφους …. [μετέπειτα …..] μετά την αποδέσμευσή του από το Κ/Λ Πατρών και την απόδοσή του στον τότε αναφερόμενο ιδιοκτήτη του σε θέση στάθμευσης, άγνωστη στις λιμενικές αρχές, κατάρτισε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, το από 30-3-2017 ναυλοσύμφωνο που φέρεται υπογεγραμμένο από τον εκπρόσωπο της κυπριακής εταιρείας …. [«τυπικά» πλοιοκτήτριας του σκάφους …] …. και από ένα φανταστικό πρόσωπο, ονόματι …., σουηδικής καταγωγής, έτσι ώστε το σκάφος ….. να εμφανίζεται ως μισθωμένο σε ανύπαρκτο πρόσωπο το οποίο να φέρει την ποινική ευθύνη σε περίπτωση ανεύρεσης από τις λιμενικές αρχές ναρκωτικών ουσιών στο εν λόγω σκάφος, είχε διαρκή τηλεφωνική επικοινωνία στις 7-4-2017 με τον συγκατηγορούμενο, ….., στον οποίο έδινε οδηγίες για την επιτυχή ολοκλήρωση του θαλάσσιου δρομολογίου του σκάφους …., που μετέφερε την επίδικη ποσότητα ναρκωτικών, και δη για τον εφοδιασμό του εν λόγω σκάφους στην θαλάσσια περιοχή της Ύδρας με τα ναυτιλιακά του έγγραφα και την πραγματοποίηση απ’ αυτόν [.....] της νομότυπης κατάπλευσης και επιστροφής του ( …) στο σημείο απ’ όπου αυτό είχε αποπλεύσει στις 4-4-2017, και από την ιδιαίτερα μεγάλη ποσότητα (1.449 κιλά) ναρκωτικών ουσιών (κάνναβης) που κατασχέθηκε, και ε) το προσδοκώμενο όφελος του αναιρεσείοντος (και των ανωτέρω συγκατηγορουμένων του) από την πράξη διακίνησης ινδικής κάνναβης, που όπως έγινε δεκτό, υπερβαίνει το ποσό των (75.000) ευρώ, εκτιμώμενο από (1.159.200) ευρώ έως (2.608.200) ευρώ, ληφθείσας υπόψη της αξίας της ως άνω ναρκωτικής ουσίας (κάνναβης) ανερχομένης σε (800) έως (1.200) ευρώ ανά κιλό. Περαιτέρω, σχετικά με τις αποδείξεις, που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν για το σχηματισμό της κρίσεως του Δικαστηρίου της ουσίας, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους [ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, φωτογραφίες, ψηφιακοί δίσκοι και απολογίες κατηγορουμένων ], από τα οποία το εν λόγω Δικαστήριο συνήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά που εκτιμήθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να είναι απαραίτητο, όπως προαναφέρθηκε, ν’ αναφέρεται τι προέκυψε ξεχωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, ενώ από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους, όπως αναφέρονται κατ’ είδος στην αρχή του σκεπτικού της (γίνεται δε και ενδεικτική μνεία ορισμένων εξ αυτών στο αιτιολογικό αυτής). Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που εμπεριέχονται στον τρίτο λόγο του από 5/10/2022 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, περί του ότι δεν είχε τη δυνατότητα φυσικής εξουσίασης της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών και μεταφοράς της, είναι αβάσιμες, καθόσον αυτός ασκούσε τις εν λόγω πράξεις διακίνησης της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, μέσω των χειριστών του επίδικου σκάφους, ήτοι των συγκατηγορουμένων ….. και …., αφού γνώριζε και αποδέχθηκε την διακίνησή της με το ανωτέρω σκάφος. Επίσης, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που εμπεριέχονται στον τρίτο λόγο αναίρεσης, περί του ότι δεν στοιχειοθετείται η αποδιδόμενη σ’ αυτόν συμμετοχή στην ανωτέρω αξιόποινη πράξη με τη μορφή της «συναυτουργίας » (άρ. 45 ΠΚ), αλλά έπρεπε, κατ’ ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, να κριθεί ένοχος «συνέργειας» σ’ αυτήν (άρ. 47 παρ.1 ΠΚ), είναι απαράδεκτες, διότι, με την επίφαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, που επιχειρούνται να θεμελιωθούν στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠοινΔ, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, οι συναφείς τρίτος λόγος αναίρεσης (κατά το δεύτερο σκέλος του), τρίτος λόγος του από 5/10/2022 δικογράφου προσθέτων λόγων, καθώς και οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του από 1/2/2023 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε΄ και Δ΄ του ΚΠΔ, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα διακίνηση (κατοχή και μεταφορά) ναρκωτικών ουσιών, κατά συναυτουργία και κατ’ επάγγελμα, με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000 ευρώ, είναι αβάσιμοι.
- Με τον τρίτο λόγο του από 1/2/2023 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η αξιολόγηση και εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων εναπόκειται στην ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
- Με τον τέταρτο λόγο του από 1/2/2023 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποδίδει σ’ αυτόν εμπλοκή και σε πράξη νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική οργάνωση για την οποία πρωτοδίκως αθωώθηκε, υποπίπτοντας στις ακόλουθες αναιρετικές πλημμέλειες, ήτοι : 1) της παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας, 2) της υπέρβασης εξουσίας λόγω παραβίασης του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεώς του κατά της πρωτόδικης απόφασης, καθώς και 3) της παραβίασης δεδικασμένου (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ σε συνδ. με άρ. 71,171 παρ.1δ΄ του ιδίου κώδικα, άρ. 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ, άρ. 14 παρ. 2 του ΔΣΑΠΔ, και άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Θ΄ και Στ΄ του ΚΠΔ).
Από την παραδεκτή επισκόπηση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης, για τις ανάγκες ελέγχου της βασιμότητας του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι στη σελίδα 608 αυτής, αναφέρονται για τον αναιρεσείοντα, …..……, περιστατικά που αφορούν την αποδοθείσα σ’ αυτόν με το κατηγορητήριο πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική οργάνωση για την οποία κηρύχθηκε αθώος από τον πρώτο βαθμό, δυνάμει της υπ’αρ.547/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακ/των) Πειραιά, και δη, κατά πιστή μεταφορά, ότι «…Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, μεριμνούσε για…..ζητήματα νομιμοποίησης των εσόδων από την εγκληματική δράση της οργάνωσης…». Πλην όμως, είναι προφανές ότι η εν λόγω περικοπή αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης διηγηματικά, μαζί με άλλα περιστατικά που αφορούν τον τρόπο δράσης του αναιρεσείοντος στην ένδικη υπόθεση. Εξάλλου, από τις παραδοχές του αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, που αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, συνάγεται με σαφήνεια και πληρότητα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, με ειδικές σκέψεις, μόνον για τις αξιόποινες πράξεις της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (κατοχή και μεταφορά) από κοινού και κατ’ επάγγελμα με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000 ευρώ. Συνεπώς, τούτο ουδόλως παραβίασε το απορρέον για τον αναιρεσείοντα …. από την υπ’ αρ. 547/2018 απόφαση του πρωτοβαθμίως δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου (Κακ/των) Πειραιά αθωωτικό δεδικασμένο σε σχέση με την αρχικώς αποδοθείσα σ’ αυτόν πράξη νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική οργάνωση, και ούτε κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις αξιοποιώντας υποτιθέμενη εμπλοκή του σε πράξη νομιμοποίησης εσόδων. Συνακόλουθα, ο τέταρτος λόγος του από 1/2/2023 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, περί παραβίασης τεκμηρίου αθωότητας του αναιρεσείοντος, υπέρβασης εξουσίας του Δικαστηρίου της ουσίας και παραβίασης δεδικασμένου, από το άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ σε συνδ. με άρ. 71,171 παρ.1δ΄ του ιδίου κώδικα, άρ. 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ, άρ. 14 παρ. 2 του ΔΣΑΠΔ, και άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Θ΄ και Στ΄ του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος.
- Με τον πέμπτο λόγο του από 1/2/2023 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ σε συνδ. με άρ.171 παρ.1 δ΄ του ιδίου κώδικα), επειδή, όπως αιτιάται, λήφθηκε υπόψη και συναξιολογήθηκε ως αποδεικτικό μέσο για την περί ενοχής του καταδικαστική κρίση της, ηλεκτρονικό μήνυμα (e-mai) σύμβασης μίσθωσης θέσης στάθμευσης του επίδικου σκάφους “ … φερόμενο ως συνταχθέν και υπογραφέν απ’ αυτόν, το οποίο δεν αναγνώστηκε, ούτε πρωτοβαθμίως ούτε δευτεροβαθμίως, με συνέπεια την παραβίαση των εκ του άρ. 358 ΚΠΔ απορρεόντων υπερασπιστικών του δικαιωμάτων.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, επιφέρει, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ` του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α` του ίδιου Κώδικα, διότι στερείται, έτσι, ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 του ΚΠοινΔ), εκτός αν τα έγγραφα αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 516/2021).
Από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, …., για τις αξιόποινες πράξεις της συγκρότησης και ένταξης σε επιχειρησιακά δομημένη εγκληματική οργάνωση και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών από κοινού και κατ’ επάγγελμα με προσδοκώμενο όφελος άνω του ποσού των 75.000 ευρώ, διαλαμβάνει στο αιτιολογικό της (σελ. 595 απόφασης), μεταξύ άλλων, και τις ακόλουθες περικοπές «…Τον Μάρτιο του 2017 ο … με τον … κανόνισαν την μεταφορά του σκάφους …. για φύλαξη στο ανωτέρω πάρκινγκ με την επωνυμία «…»…. Στις 9-3-2017 εστάλη με e-mail, από το πάρκινγκ σκαφών, σε έντυπη μορφή σύμβαση μίσθωσης θέσης στάθμευσης στον …., η οποία και επεστράφη στις 24-3-2017 με τον ίδιο τρόπο, συμπληρωμένη από αυτόν με τα πλήρη στοιχεία του σκάφους με το όνομα «…», εκ των οποίων συνάγεται ότι έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών στοιχείων, και το επίμαχο e-mail, που αφορά στη σύμβαση μίσθωσης θέσης στάθμευσης του ανωτέρω σκάφους, το οποίο αξιολογήθηκε αποδεικτικώς σε βάρος του αναιρεσείοντος, ενώ τούτο δεν περιλαμβάνεται στα αναγνωσθέντα έγγραφα της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά ούτε και σ’ αυτά της πρωτόδικης απόφασης υπ’ αρ. 547/2018 του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Πειραιά. Πλην όμως, το περιεχόμενο του επίμαχου εγγράφου προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Συγκεκριμένα δε, από την επισκόπηση των πρακτικών συνεδρίασης της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 441) προκύπτει ότι ο αναιρεσείων αναφέρθηκε ειδικώς στο επίμαχο έγγραφο κατά την απολογία του ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, όπου κατέθεσε, μεταξύ των άλλων, ότι «….Μου το έστειλαν με e-mail, το έστειλα πίσω στον κύριο …. μου το υπέγραψε και το έστειλα. Και ο κύριος … συμπλήρωσε μόνος του τα στοιχεία του. Εγώ δεν τα ήξερα. Έκανα λοιπόν τη διανομή των εγγράφων, τη διαβίβαση των εγγράφων. Και αυτό σας λέω ότι προκύπτει και από τις καταθέσεις και του … και του …. και από όλες τις καταθέσεις στον πρώτο βαθμό και τώρα. Λέει στη σελίδα 359 (εννοεί την ως άνω πρωτόδικη απόφαση) σύμβαση μίσθωσης συμπληρωμένη από αυτόν, από εμένα δηλαδή. Όπως σας είπα. Αυτή τη σύμβαση τη συμπλήρωσε με τα χέρια του ο κύριος …. και φαίνεται ότι είναι τα γράμματα του κυρίου ….. Έχω συμπληρώσει κάποια στοιχεία πάνω σε σχέση με το πλοίο, με το σκάφος, και μετά τα άλλα τα συμπληρώνει ο κύριος ….. . Συνεπώς, εφόσον το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου (e-mail) που αφορά στη σύμβαση μίσθωσης θέσης στάθμευσης του επίδικου σκάφους διακίνησης ναρκωτικών, προκύπτει από την απολογία του αναιρεσείοντος στον δικάσαν Εφετείο, κατά την οποία ο ίδιος αναφέρθηκε σ’ αυτό σχολίασε το περιεχόμενό του και υπέβαλε τις παρατηρήσεις και τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του, δεν επήλθε από την αποδεικτική αξιοποίησή του, χωρίς την προηγούμενη ανάγνωσή του, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Συνακόλουθα, ο πέμπτος λόγος του από 1/2/2023 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠοινΔ σε συνδ. με άρ. 171 παρ.1 στοιχ. δ΄ του ιδίου κώδικα, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ένεκα παραβίασης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος.
Ε) Επί της με αρ. πρωτ. 5856/4-7-2022 αιτήσεως αναίρεσης τoυ κατηγορούμενου …. και του από 1/2/2023 δικογράφου προσθέτων λόγων του λεκτέα τα ακόλουθα :
- Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και εκ πλαγίου παράβαση αυτής (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ), καθώς και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ΚΠΔ), διότι, όπως αιτιάται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες και λογικά κενά στο περί ενοχής αιτιολογικό και διατακτικό της, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την αποδιδόμενη σ’ αυτόν αξιόποινη πράξη της συνέργειας σε διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, από κοινού και κατ’ επάγγελμα, με προσδοκώμενο όφελος υπερβαίνον το ποσό των 75.000 ευρώ.
Από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του περί ενοχής αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 639 έως 642) προκύπτει με σαφήνεια και με πληρότητα ότι ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος, …., κρίθηκε ένοχος, μεταξύ άλλων, και για το ότι παρείχε συνδρομή, κατ’ άρ. 47 ΠΚ σε συνδ. με άρ. 23 παρ.2α΄ του ν. 4139/2013, στους αναφερόμενους συγκατηγορουμένους του, πριν και κατά τη διάρκεια, της τέλεσης της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, από κοινού και κατ’ επάγγελμα, από την οποία το προσδοκώμενο όφελός τους υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, η οποία (συνδρομή του) συνίσταται στο ότι αυτός, κατά τις μεσημεριανές ώρες της 2-4-2017, μετέφερε με το γερανοφόρο όχημά του το επίδικο σκάφος με την ονομασία …. από τον αναφερόμενο σταθμό φύλαξής του, των αδελφών …., στο Λαύριο Αττικής, στην παραλιακή περιοχή μεταξύ Καλυβίων Θορικού και Λαγονησίου Αττικής, συνδράμοντας έτσι τους αναφερόμενους συγκατηγορουμένους του στην υλοποίηση του προσχεδιασμένου παράνομου θαλάσσιου δρομολογίου του εν λόγω σκάφους από Αλβανία προς Ιταλία προς διακίνηση της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών. Εξάλλου, από την παραδεκτή επισκόπηση και του περί ποινής διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ.684) προκύπτει ρητά και με σαφήνεια ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων καταδικάζεται, μεταξύ άλλων, και σε «ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ για την πράξη της συνέργειας σε διακίνηση ναρκωτικών ουσιών (κατοχή και μεταφορά), κατά συναυτουργία και κατ’ επάγγελμα, με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ». Η δε αναφορά της «κατά συναυτουργία τελέσεως» είναι προφανές ότι δεν αφορά αυτόν, αλλά στους συγκατηγορούμενους του, ……., οι οποίοι κρίθηκαν ένοχοι ως συναυτουργοί διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τις ανωτέρω επιβαρυντικές περιστάσεις. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, εκ του άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε΄ και Δ΄ του ΚΠΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση καταδικάζεται το μεν για «συνέργεια», το δε ως «συναυτουργός» διακίνησης ναρκωτικών ουσιών κατ’ επάγγελμα, και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ», είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, αβάσιμος είναι και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, εκ του άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε΄ και Δ΄ του ΚΠΔ, διότι από την αναγραφή στο περί ενοχής διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ.641) της περικοπής ότι « ….Λόγω όμως της καταδίωξης των λιμενικών αρχών και της ακινητοποίησης του σκάφους “ ….”….δεν μπόρεσε να τους συνδράμει …»,ουδεμία αντίφαση και ασάφεια δημιουργείται, ούτε καθιστά την παροχή συνδρομής στην τέλεση της πράξης διακίνησης ναρκωτικών σε «απόπειρα συνέργειας στη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών», διότι η ως άνω προσχεδιασμένη συνδρομή του αναιρεσείοντος στους συναυτουργούς της διακίνησης ναρκωτικών είχε ολοκληρωθεί ως προς τα στοιχεία της ποινικής της υπόστασης.
- Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και εκ πλαγίου παράβαση αυτής (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ), καθώς και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ), επικαλούμενος ασάφειες ως προς το χρόνο τέλεσης της αποδιδόμενης σ’ αυτόν συνέργειας στην διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, από κοινού και κατ’ επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000 ευρώ, για την οποία καταδικάστηκε. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του περί ενοχής σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 641) προκύπτει με σαφήνεια και πληρότητα ότι η εν λόγω αξιόποινη πράξη του αναιρεσείοντος τελέστηκε κατά «τις μεσημεριανές ώρες της 2ης-4-2017». Τούτο δε, ασχέτως του ότι ο μη επακριβής καθορισμός του χρόνου τελέσεως της πράξεως δεν συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης ή νόμιμης βάσης, αφού δεν αμφισβητείται η ταυτότητά της, ούτε συνδέεται με παραγραφή της ή με άλλο καταλυτικό λόγο της κατηγορίας.
3.Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για: α) υπέρβαση εξουσίας (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Θ΄ του ΚΠΔ σε συνδ. με το άρ. 470 του ιδίου Κώδικα), αιτιώμενος ότι μ’ αυτήν καταδικάστηκε για συγκρότηση και ένταξη σε επιχειρησιακά δομημένη εγκληματική οργάνωση, ενώ με την πρωτόδικη απόφαση είχε καταδικαστεί για συγκρότηση και ένταξη σε δομημένη εγκληματική οργάνωση, με συνέπεια να καταστεί χείρων τη θέση του, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρ. 187 παρ.1 του ν. ΠΚ.
Από τις παραδοχές που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ……, τέλεσε την πράξη της συγκρότησης και ένταξης σε επιχειρησιακά δομημένη εγκληματική οργάνωση, κατά το χρονικό διάστημα από 14-10-2016 μέχρι και 6-4-2017, αποτελούμενη απ’ αυτόν και τους συγκατηγορούμενους …., οι οποίοι ήταν υποτεταγμένοι στο σκοπό και στο ρόλο που ο καθένας είχε αναλάβει και ότι επιδίωκαν με διαρκή δράση τη τέλεση κακουργημάτων σχετικών με παραβάσεις του νόμου περί διακινήσεως ναρκωτικών ουσιών, βάσει σχεδίου, σε βάθος χρόνου και όχι περιστασιακά. Περαιτέρω, προσδιορίζονται τα περιστατικά που χαρακτηρίζουν την ομάδα, επιχειρησιακά δομημένη με χαρακτήρα πραγματοπαγή, με αρχηγό τον κατηγορούμενο ….. και μέλη τους ανωτέρω κατηγορούμενους που υπηρετούσαν κατανεμημένους και αλληλοϋποστηριζόμενους ρόλους μεταξύ τους, για την διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της δράσης της. Συγκεκριμένα δε, κατά τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 612-613) ο κατηγορούμενος, ….. είχε διευθυντική θέση στην επίδικη διεθνική εγκληματική οργάνωση, διενεργώντας τις κατάλληλες διασυνδέσεις, προκειμένου να βρίσκονται οι ναρκωτικές ουσίες που αγοράζονταν από προμηθευτές στην Αλβανία, συντόνιζε την ύπαρξη ταχύπλοων σκαφών και χειριστών, αλβανικής υπηκοότητας, για την μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών από την Αλβανία προς την Ιταλία και την Ελλάδα, και εν γένει συντόνιζε την όλη επιχείρηση της εγκληματικής οργάνωσης. Ο κατηγορούμενος, ….., είχε αναλάβει το συντονισμό των εργασιών επισκευής και βελτίωσης των σκαφών διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και επέβλεπε συγχρόνως την όλη επιχείρηση. Ο κατηγορούμενος, ….., είχε αναλάβει τη διαφύλαξη της ασφαλούς καθέλκυσης και ανέλκυσης των σκαφών διακίνησης ναρκωτικών έτσι ώστε να μην γίνεται αντιληπτή η αλλαγή του πληρώματος που οδηγούσε το εκάστοτε σκάφος εκτός των χωρικών υδάτων της Ελλάδας και να μην κινούνται υποψίες για το λόγο καθέλκυσης-ανέλκυσης αυτών. Οι κατηγορούμενοι-μη αναιρεσείοντες, ……… είχαν αναλάβει το ρόλο του πληρώματος του επίδικου σκάφους με την ονομασία .…. και είχαν ως αποστολή την πλοήγησή του από την Ελλάδα προς την Αλβανία, τη φόρτωση, μεταφορά και την απόθεση της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών στην Ιταλία, την επιστροφή του ως άνω σκάφους στην Ελλάδα, την παράδοσή του στον κατηγορούμενο ….., ο οποίος θα το αναλάμβανε έχοντας και τα ναυτιλιακά του έγγραφα για να το μεταφέρει με ασφάλεια στα παράλια της Αττικής. Ο κατηγορούμενος, …….., επικουρούσε με τη μορφή της οργάνωσης κατά συναυτουργία και μεσολάβησης τον διευθύνοντα την εγκληματική οργάνωση, κατηγορούμενο ….. στις δραστηριότητες διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, έδινε οδηγίες για λογαριασμό του σχετικά με την επιτυχή έκβαση των παράνομων θαλασσίων πλόων των ταχυπλόων σκαφών διακίνησης ναρκωτικών από την Αλβανία προς την Ελλάδα και Ιταλία, και φρόντιζε για την ασφαλή φύλαξη, στάθμευση και απόκρυψη των αναφερομένων σκαφών που χρησιμοποιούσε η επίδικη εγκληματική οργάνωση. Ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ……., είχε αναλάβει το ρόλο μεταφοράς των σκαφών διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με το γερανοφόρο όχημά του προς υλοποίηση των παρανόμων δραστηριοτήτων της εγκληματικής οργάνωσης. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το δικάσαν Δικαστήριο δεχθέν ότι οι ως άνω κατηγορούμενοι, μεταξύ των οποίων, και ο αναιρεσείων, εντάχθηκαν σε δομημένη ομάδα, με τους ανωτέρω κατανεμημένους μεταξύ τους και αλληλοϋποστηριζόμενους ρόλους με σκοπό να αυξήσουν την αποτελεσματικότητά της, στοιχείο απαραίτητο, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, για τη θεμελίωση της έννοιας της επιχειρησιακά δομημένης οργάνωσης με πραγματοπαγή χαρακτήρα, ορθά έκρινε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 187 παρ. 1 του ν. ΠΚ ως προς τα στοιχεία της ποινικής υπόστασης, ενώ ως προς την επιβληθείσα ποινή εφάρμοσε το αντίστοιχο άρθρο του προϊσχύσαντος ΠΚ ως επιεικέστερο (άρ.2 παρ.1 ΠΚ), αφού προβλέπει την επιβολή μόνον στερητικής της ελευθερίας ποινή (κάθειρξη μέχρι δέκα έτη), άνευ επιβολής χρηματικής ποινής. Περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας κηρύσσοντας ένοχο τον αναιρεσείοντα για συγκρότηση και ένταξη σε επιχειρησιακά δομημένη εγκληματική οργάνωση δεν τον καταδίκασε για βαρύτερο έγκλημα εκείνου που είχε καταδικαστεί με την πρωτόδικη απόφαση, παραβιάζοντας έτσι την αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσης του κατηγορούμενου στο εφετείο, καθόσον τα επίμαχα δεκτά γενόμενα περιστατικά υπήρχαν και στην πρωτοβάθμια απόφαση, απλώς δε αυτά κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο δεύτερο βαθμό, με την νομοθετική αλλαγή του Ποινικού Κώδικα, αναδείχθηκαν και εντάχθηκαν στην διάταξη του άρ. 187 παρ.1 του ν. ΠΚ. Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1. στοιχ. Θ΄ και Ε΄ του Κ.Ποιν.Δ, περί υπέρβασης εξουσίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου αντίστοιχα, είναι αβάσιμος.
4.Με τον έκτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ), αιτιώμενος ότι δεν διαλαμβάνονται σ’ αυτήν περιστατικά που να δικαιολογούν την κρίση της για τις επιβαρυντικές περιστάσεις που του αποδόθηκαν ως προς την πράξη της συνέργειας στην διακίνηση ναρκωτικών ουσιών.
Από την παραδεκτή επισκόπηση του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 610-611, σελ. 642 αντίστοιχα ), που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σε σχέση με την πράξη της συνέργειας στην διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, κατά συναυτουργία και κατ’ επάγγελμα με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000 ευρώ για την οποία καταδίκασε, μεταξύ άλλων, τον αναιρεσείοντα, …….. αφού εκθέτει σ` αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της εν λόγω πράξεως, τις αποδείξεις από τις οποίες δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ΄, 26 παρ. Ια, 27 παρ. 1, 47 παρ.1, 79,80 του Π.Κ και άρθρο 1 παρ. 1 και 2 πιν. Α` αριθ. 6 Ν. 3459/2006 σε συνδ. με άρθρα 20 παρ. 2 και 23 παρ. 2α΄του Ν. 4139/2013, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Σε σχέση με την προβαλλόμενη με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν υπάρχει αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων τέλεσης της αποδιδομένης σ’ αυτόν συνέργειας στη διακίνηση ναρκωτικών, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας ρητά αναφέρει στην απόφασή του ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος τέλεσε την ανωτέρω πράξη στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης, στην οποία είχε ενταχθεί με τον αναφερόμενο διακριτό ρόλο, η οποία (εγκληματική οργάνωση) διακινούσε ναρκωτικές ουσίες με το προσδοκώμενο όφελος κάθε φορά να υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, και ενήργησε κατ’ επάγγελμα, όπως σαφώς προέκυψε από ολόκληρη την περιγραφόμενη υποδομή που είχε διαμορφώσει από την οποία προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, αφού έκανε τις αναγκαίες, για τη διακίνηση των ναρκωτικών, μεταφορές των αναφερομένων σκαφών της εγκληματικής οργάνωσης με το γερανοφόρο όχημά του κατά τρόπο που να μην κινούνται υποψίες κατά την ανέλκυση και καθέλκυσή τους, την εκδήλωση έντονου βαθμού εγκληματικής διάθεσης γεγονός που μαρτυρεί την εμπορική ενασχόλησή του με τις ναρκωτικές ουσίες που δεν ήταν μεμονωμένη και συμπτωματική, από την ιδιαίτερα μεγάλη ποσότητα (1.449 κιλά) ναρκωτικών ουσιών (κάνναβης) που διακινήθηκε, και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των (75.000) ευρώ, εκτιμώμενο από (1.159.200) ευρώ έως (2.608.200) ευρώ, ληφθείσας υπόψη της αξίας της ως άνω ναρκωτικής ουσίας (κάνναβης) ανερχομένης σε (800) έως (1.200) ευρώ ανά κιλό. Κατ’ ακολουθίαν, ο υποστηρίζων τα αντίθετα, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ταυτόσημος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 13 περ. στ΄ του ΠΚ και του άρ. 23 παρ.2 α΄ του ν. 4139/2013, είναι αβάσιμος.
5.Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την συμπροσβαλλόμενη υπ’ αρ. 26/2022 παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί καθορισμού του ύψους του ποσού μετατροπής της επιβληθείσας σ’ αυτόν ποινής φυλάκισης των τεσσάρων (4) ετών και δεκαπέντε (15) μηνών σε χρηματική, για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και για εκ πλαγίου παραβίαση αυτής (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της υπ’ αρ. 26/2022 παρεμπίπτουσας απόφασης του δικάσαντος Δικαστηρίου, για τις ανάγκες ελέγχου της βασιμότητας του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι διαλαμβάνονται, κατά πιστή μεταφορά, στο μεν σκεπτικό της ότι «…Στην προκειμένη περίπτωση, ο όγδοος κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε συνολική ποινή τεσσάρων (4) ετών και δεκαπέντε (15) μηνών και πρέπει να μετατραπεί η ανωτέρω ποινή κατ’ εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων του άρθρου 82 παρ.1,2 και 3 του ΠΚ, σε χρηματική και αφετέρου το ποσό της μετατροπής (πρέπει), κατά παραδοχή του επικουρικού αιτήματος αμφοτέρων των κατηγορουμένων, να υπολογισθεί, αφού ληφθεί υπόψη η προσωπική και η εν γένει οικονομική τους κατάσταση, καθώς και τα εισοδήματά τους, σε πέντε (5) ευρώ ημερησίως», στο δε διατακτικό της ότι «ΜΕΤΑΤΡΕΠΕΙ τη στερητική της ελευθερίας ποινής φυλάκισης των τεσσάρων (4) ετών και δεκαπέντε (15) μηνών, που επιβλήθηκε στον 8ο κατηγορούμενο σε χρηματική, προς δέκα (10) ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης». Εκ των ανωτέρω, παρέπεται ότι έχει εμφιλοχωρήσει ασάφεια, μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της ανωτέρω παρεμπίπτουσας απόφασης του δικάσαντος Δικαστηρίου, σε σχέση με το ύψος του ποσού, που αυτό δέχθηκε, για τη μετατροπή σε χρηματική της ανωτέρω στερητικής της ελευθερίας ποινής που καταγνώστηκε στον αναιρεσείοντα. Ως εκ τούτου, ο συναφής έβδομος λόγος αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, και ν’ αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις διατάξεις περί του ύψους του ποσού μετατροπής της ανωτέρω ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα σε χρηματική, παρελκούσης, μετά ταύτα, ως αλυσιτελούς της εξετάσεως του λόγου αναίρεσης περί ελλείψεως αιτιολογίας για το ύψος του ποσού της μετατροπής, που εμπεριέχεται στο από 1/2/2023 δικόγραφο προσθέτων λόγων του αναιρεσείοντος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχουν άλλοι παραδεκτοί λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει : A) Η υπό κρίση αναίρεση του ….. να γίνει δεκτή, κατά παραδοχήν ως βασίμου του δεύτερου λόγου της, σε σχέση με την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων για λογαριασμό, προς όφελος και εντός των πλαισίων εγκληματικής οργάνωσης, και να αναιρεθεί εν μέρει η υπ’ αρ. 26/2022 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου [Κακ/των] Πειραιά, ως προς τις διατάξεις της : α) περί επιβολής ποινής για την ανωτέρω πράξη και β) περί καθορισμού συνολικής ποινής, και ακολούθως, σύμφωνα με τα άρθρα 519 και 522 του ΚΠοινΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Β) Η υπό κρίση αναίρεση του ……. να γίνει δεκτή, κατά παραδοχήν ως βασίμου του εβδόμου λόγου της, και να αναιρεθεί εν μέρει η υπ’ αρ. 26/2022 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου [Κακ/των] Πειραιά, ως προς τις διατάξεις περί του ύψους του ποσού μετατροπής της επιβληθείσας σ’ αυτόν ποινής φυλάκισης των τεσσάρων (4) ετών και δεκαπέντε (15) μηνών σε χρηματική, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τα άρθρα 519 και 522 του ΚΠοινΔ, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Γ) Να απορριφθούν οι υπό κρίση αιτήσεις των α) .…., β) ….. και γ) ….. (μετά των από 5/10/2022 και 1/2/2023 προσθέτων λόγων της) για αναίρεση της με αριθμό 26/2022 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου [Κακ/των] Πειραιά, και να καταδικασθούν οι εν λόγω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 578 παρ.1 του ΚΠΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ : α) την με αρ. πρωτ. 5895/2022 αίτηση του ….., β) την με αρ. πρωτ. 5859/2022 αίτηση του ….. και γ) την από 11/3/2022 αίτηση του ….. μετά των από 5/10/2022 και 1/2/2023 προσθέτων λόγων της, για αναίρεση της με αριθμό 26/2022 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου [Κακ/των] Πειραιά. ΚΑΙ
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους ανωτέρω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα.
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ. αρ. 26/2022 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου [Κακ/των] Πειραιά, ως προς τον αναιρεσείοντα …… και ως προς τις διατάξεις αυτής : α) περί επιβολής ποινής για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων για λογαριασμό, προς όφελος και εντός των πλαισίων εγκληματικής οργάνωσης, και β) περί καθορισμού συνολικής ποινής.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα …….., για νέα συζήτηση, κατά το ως άνω αναιρεθέν μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ.αρ. 26/2022 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου [Κακ/των] Πειραιά, ως προς τον αναιρεσείοντα …., ως προς τις διατάξεις της περί του ύψους του ποσού μετατροπής της επιβληθείσας σ’ αυτόν ποινής φυλάκισης των τεσσάρων (4) ετών και δεκαπέντε (15) μηνών σε χρηματική.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα ……., κατά το ως άνω αναιρεθέν μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, α) την με αρ. πρωτ. 5857/2022 αίτηση του …. και β) με αρ. πρωτ.5856/2022 αίτηση του ….. μετά των προσθέτων λόγων τους για αναίρεση της υπ’ αρ. 26/2022 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου [Κακ/των] Πειραιά.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Αυγούστου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ