ΔΙΟΡΘΩΣΗ- ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΑΠ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΠΕΚΤΑΤΙΚΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΕΝΔΙΚΟΥ ΜΕΣΟΥ-ΑΠ 1164-2023

ΔΙΟΡΘΩΣΗ – ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΑΠ – 145 ΚΠΔ-Ως διόρθωση ή συμπλήρωση της απόφασης εννοείται η αποκατάσταση της πραγματικής βούλησης του δικαστηρίου, με την αποβολή στοιχείων ξένων προς αυτήν, που παρεισέφρησαν στο κείμενό της ή με την παράθεση σ' αυτό στοιχείων αναγκαίων που παραλείφθηκαν από αυτό, από παραδρομή ή αβλεψία ή από άλλη παρόμοια αιτία και όχι η άρση των σφαλμάτων που δημιουργούν ακυρότητα ή των ουσιαστικών σφαλμάτων, τα οποία είναι αντικείμενο της κρίσης του ανώτερου δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της υπόθεσης μετά από άσκηση ενδίκου μέσου. 'Ετσι , απαραίτητη προϋπόθεση της διόρθωσης ή της συμπλήρωσης είναι η ύπαρξη ή παράλειψη τέτοιου στοιχείου και η αιτία στην οποία οφείλεται αυτό. Η διάταξη του άρθρου 145 ΚΠοινΔ εφαρμόζεται και επί των αποφάσεων του Αρείου Πάγου.

ΕΠΕΚΤΑΤΙΚΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΕΝΔΙΚΟΥ ΜΕΣΟΥ- ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ- 469 ΚΠΔ

Γενικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι: α) να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που εδικαιούτο να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικά στο πρόσωπό του και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν, αλλά δεν το άσκησαν εντός της νόμιμης προθεσμίας ή το άσκησαν, και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Δηλαδή καθιερώνεται υπέρ του συγκατηγορουμένου, έστω και αν δεν χορηγείται σε αυτόν από τον ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο τόσο της έφεσης όσο και της αναίρεσης, επέκταση της ευνοϊκής κρίσης του ανώτερου δικαστηρίου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί, με απόφαση ή με βούλευμα, δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο τελικά έγινε δεκτό ως βάσιμο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφόσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνον για αντικειμενικούς λόγους, που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο, όπως είναι το μη αξιόποινο της πράξης, το κατ' ουσία ανύπαρκτο της κατηγορίας και όχι για λόγους προσωπικούς.

ΕΠΕΚΤΑΤΙΚΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΕΝΔΙΚΟΥ ΜΕΣΟΥ- ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΩΦΕΛΟΥΜΕΝΟΥ- 469 ΚΠΔ

Οι ωφελούμενοι κατά τα παραπάνω από το επεκτατικό αποτέλεσμα, δικαιούνται: α) να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι, κατά τη συζήτηση του ένδικου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σε αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλλουν ίδιους λόγους, κύριους ή πρόσθετους και β) αν δεν συμμετείχαν στη διαδικασία ή στη δίκη επί του ενδίκου μέσου του άλλου ή αν το δικαστήριο δεν επεξέτεινε και σε αυτούς αυτεπάγγελτα, όπως μπορούσε, το ευεργετικό αποτέλεσμα, να ασκήσουν μεταγενέστερα αυτοτελή αίτηση στο δικάσαν το ένδικο μέσο και να ζητήσουν συμπλήρωση της εκδοθείσας απόφασης ή του βουλεύματος, ώστε να ωφεληθούν από το τυχόν ευεργετικό αποτέλεσμα που προέκυψε από το ένδικο μέσο του άλλου (ΑΠ 687/2017).

ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΠΕΚΤΑΤΙΚΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΟΥ ΕΝΔΙΚΟΥ ΜΕΣΟΥ

Η αναίρεση απόφασης μόνο ως προς την μη αναγνώριση στο πρόσωπό του ενός της ελαφρυντικής περίστασης , και ως προς την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το μέρος που η άνω απόφαση δεν προέβη σε αποτελεσματική εξέταση των επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλέστηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος - αναιρεσείων για τη θεμελίωση του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του δεν είναι λόγοι αντικειμενικοί, αλλά είναι λόγοι προσωπικοί που αφορούν αποκλειστικά στα πρόσωπα των αναιρεσειόντων και το επωφελές αποτέλεσμα των ενδίκων μέσων των αναιρέσεων, τα οποία άσκησαν μόνον οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων Σ. - Κ. Α. και Α. Κ., δεν μπορεί να επεκταθεί στον αιτούντα καταδικασθέντα κατηγορούμενο Α. Κ. του Α., ο οποίος δεν άσκησε αναίρεση.

 

 

Αριθμός 1164/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βασδέκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Λεπενιώτη, Σοφία Οικονόμου, Κωστούλα Πρίγγουρη και Τριανταφύλλη Δρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Μετσοβίτου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αιτούντος Α. Κ. του Α., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Παντελίδου, για συμπλήρωση της 1051/2022 απόφασης του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Το Ε' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αιτών ζητεί την συμπλήρωση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20.12.2022 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1252/2022. Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και την πληρεξούσια δικηγόρο του αιτούντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 145 παρ.1 και 2 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνες περί ενδίκων μέσων, σαφώς συνάγεται ότι ως διόρθωση ή συμπλήρωση της απόφασης εννοείται η αποκατάσταση της πραγματικής βούλησης του δικαστηρίου, με την αποβολή στοιχείων ξένων προς αυτήν, που παρεισέφρησαν στο κείμενό της ή με την παράθεση σ' αυτό στοιχείων αναγκαίων που παραλείφθηκαν από αυτό, από παραδρομή ή αβλεψία ή από άλλη παρόμοια αιτία και όχι η άρση των σφαλμάτων που δημιουργούν ακυρότητα ή των ουσιαστικών σφαλμάτων, τα οποία είναι αντικείμενο της κρίσης του ανώτερου δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της υπόθεσης μετά από άσκηση ενδίκου μέσου. 'Ετσι, απαραίτητη προϋπόθεση της διόρθωσης ή της συμπλήρωσης είναι η ύπαρξη ή παράλειψη τέτοιου στοιχείου και η αιτία στην οποία οφείλεται αυτό. Η διάταξη του άρθρου 145 ΚΠοινΔ εφαρμόζεται και επί των αποφάσεων του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 469 του ΚΠοινΔ, "Αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με τον νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σε αυτόν από τον νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους. Στην περίπτωση της συνάφειας ισχύει ο ίδιος κανόνας, μόνο αν οι λόγοι που προβάλλονται με το ένδικο μέσο αφορούν παραβάσεις της διαδικασίας και δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο εκείνου που το άσκησε. Για τη συζήτηση του ενδίκου μέσου δεν είναι αναγκαία η κλήτευση των ωφελουμένων κατηγορουμένων, οι οποίοι όμως μπορούν να εμφανισθούν και να συμμετάσχουν στη δίκη. Σε περίπτωση που το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί για το επεκτατικό αποτέλεσμα του ενδίκου μέσου, μπορεί μετά από αίτηση αυτών ή του εισαγγελέα να επιληφθεί εκ νέου προς συμπλήρωση της απόφασής του". Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμέτοχους, γενικές προϋποθέσεις για όλες τις άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι: α) να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που εδικαιούτο να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικά στο πρόσωπό του και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν, αλλά δεν το άσκησαν εντός της νόμιμης προθεσμίας ή το άσκησαν, και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Δηλαδή καθιερώνεται υπέρ του συγκατηγορουμένου, έστω και αν δεν χορηγείται σε αυτόν από τον ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο τόσο της έφεσης όσο και της αναίρεσης, επέκταση της ευνοϊκής κρίσης του ανώτερου δικαστηρίου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί, με απόφαση ή με βούλευμα, δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο τελικά έγινε δεκτό ως βάσιμο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφόσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνον για αντικειμενικούς λόγους, που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο, όπως είναι το μη αξιόποινο της πράξης, το κατ' ουσία ανύπαρκτο της κατηγορίας και όχι για λόγους προσωπικούς. Οι ωφελούμενοι κατά τα παραπάνω από το επεκτατικό αποτέλεσμα, δικαιούνται: α) να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι, κατά τη συζήτηση του ένδικου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σε αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλλουν ίδιους λόγους, κύριους ή πρόσθετους και β) αν δεν συμμετείχαν στη διαδικασία ή στη δίκη επί του ενδίκου μέσου του άλλου ή αν το δικαστήριο δεν επεξέτεινε και σε αυτούς αυτεπάγγελτα, όπως μπορούσε, το ευεργετικό αποτέλεσμα, να ασκήσουν μεταγενέστερα αυτοτελή αίτηση στο δικάσαν το ένδικο μέσο και να ζητήσουν συμπλήρωση της εκδοθείσας απόφασης ή του βουλεύματος, ώστε να ωφεληθούν από το τυχόν ευεργετικό αποτέλεσμα που προέκυψε από το ένδικο μέσο του άλλου (ΑΠ 687/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 1795/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκαν σε δεύτερο βαθμό, οι: α) Σ. - Κ. Α. του Ε., β) Α. Κ. του Δ. και γ) Α. Κ. του Α., για την αξιόποινη πράξη της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών από κοινού και κατ' εξακολούθηση από δράστες που διακινούν ναρκωτικά κατ' επάγγελμα και το προσδοκώμενο όφελος υπερβαίνει τις 75.000 ευρώ, σε ποινές ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ καθένας από τους πρώτο και δεύτερο και κάθειρξης είκοσι (20) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ ο τρίτος αυτών, αφού στον τελευταίο αναγνωρίστηκε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ (του ότι έζησε σύννομα έως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα).

Κατά της ως άνω απόφασης, οι πρώτος και δεύτερος των ως άνω κατηγορουμένων άσκησαν τις από 9.11.2018 αιτήσεις αναίρεσης. Επί αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 750/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η ανωτέρω απόφαση, ήτοι: α) ως προς την καταδικαστική της διάταξη για τη μερικότερη πράξη της κατοχής φυτών και δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης, για την οποία οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι, β) ως προς τις περί ποινής διατάξεις της, για αυτεπάγγελτη εφαρμογή των επιεικέστερων διατάξεων του άρθρου 463 παρ. 4 του ισχύοντος από 1.7.2019 ΠΚ, για τις οποίες παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και γ) ως προς τη διάταξή της περί στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων των κατηγορουμένων, η οποία απαλείφθηκε από το διατακτικό της, επεξέτεινε το αναιρετικό της αποτέλεσμα και ως προς τον τρίτο κατηγορούμενο, ενώ απείχε να ερευνήσει, ως αλυσιτελώς προτεινόμενους, τους αναιρετικούς λόγους που αφορούσαν την απόρριψη των ισχυρισμών των κατηγορουμένων για αναγνώριση στο πρόσωπό τους ελαφρυντικών περιστάσεων.

Κατόπιν αυτών, η υπόθεση εισήχθη νομότυπα ενώπιον του ίδιου Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ως Δικαστηρίου της παραπομπής και αφού εκδικάστηκε εντός του ανωτέρω πλαισίου που έθεσε η προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 750/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 115/2021 απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία το Δικαστήριο, μετά από παράθεση των προσκομισθέντων από καθένα των κατηγορουμένων εγγράφων, απέρριψε τους υποβληθέντες ενώπιόν του και από τους τρεις κατηγορούμενους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους για αναγνώριση στο πρόσωπο εκάστου, της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' ΠΚ και αναγνώρισε στο πρόσωπο του τρίτου αυτών την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.α ' ΠΚ, με την ακόλουθη κατά πιστή μεταφορά αιτιολογία "Από τα ως άνω έγγραφα δεν προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι, κατά το χρόνο κράτησής τους επέδειξαν θετική δραστηριότητα που να δηλώνει βελτίωση της συμπεριφοράς τους επί μακρόν χρόνον μετά την τέλεση της πράξης τους και να δημιουργεί εύλογη πεποίθηση της ηθικής μεταστροφής τους και της αρμονικής ένταξής τους στην κοινωνική ζωή. Το γεγονός ότι κατά το χρόνο κράτησής τους επέδειξαν συμμόρφωση στους κανόνες συμπεριφοράς του σωφρονιστικού καταστήματος και δεν τιμωρήθηκαν πειθαρχικά, αποτελεί χαρακτηριστικό της συνήθους διαγωγής κάθε κρατουμένου ο οποίος οφείλει υπακοή στους κανόνες της φυλακής. Το ίδιο ισχύει εξάλλου και με την παροχή εργασίας από μέρους τους κατά το χρόνο κράτησής τους που οδηγεί άλλωστε στην ταχύτερη αποφυλάκισή τους με την προσμέτρηση των σχετικών ημερομισθίων στο χρόνο κράτησης, γενόμενη προς το συμφέρον τους. Τα ως άνω ισχύουν και για τον τρίτο κατηγορούμενο και ως προς το χρονικό διάστημα μετά την κατά τα άνω αποφυλάκισή του (βλ.σχετ. ΑΠ 333/2020, ΑΠ 263/2020, ΑΠ 20/2020). Πρέπει, λοιπόν να απορριφθούν τα ως άνω αιτήματα των κατηγορουμένων που αφορούν στην αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2ε' ΠΚ. Ο ισχυρισμός όμως του τρίτου κατηγορουμένου, για τη χορήγηση σε αυτόν του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.α ' ΠΚ πρέπει να γίνει δεκτός, διότι μέχρι την τέλεση της πράξης, πέραν της ύπαρξης λευκού ποινικού μητρώου, και της μη καταδίκης του για άλλες πράξεις, η ατομική και οικογενειακή του ζωή ήταν σύννομη αφού αυτός διαβιούσε αρμονικά εργαζόμενος ως ναυτικός". Ακολούθως, επέβαλε σ' αυτούς, για την ως άνω αξιόποινη πράξη, ποινή ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ σε καθέναν από τους πρώτο και δεύτερο και ποινή κάθειρξης δέκα πέντε (15) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ στον τρίτο αυτών Α. Κ..

Κατά της παραπάνω απόφασης άσκησαν αναιρέσεις μόνον οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων Σ. - Κ. Α. και Α. Κ., αντίστοιχα, και επ' αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1051/2022 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Δυνάμει της απόφασης αυτής αναιρέθηκε η άνω προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους ασκήσαντες αναίρεση κατηγορουμένους, κατά παραδοχή ως βασίμων των υποβληθέντων σχετικών από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ δευτέρου λόγου αναίρεσης του πρώτου κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος και πρώτου λόγου αναίρεσης του δευτέρου κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού αυτών για αναγνώριση στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' ΠΚ, καθώς και για δημιουργηθείσα απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας ως προς τον δεύτερο εξ αυτών, λόγω παραβίασης του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠοινΔ ως προς την μη αποτελεσματική εξέταση των επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλέστηκε για τη θεμελίωση του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του και συγκεκριμένα για το λόγο ότι, κατά πιστή μεταφορά: "...δεν διαλαμβάνει από ποιά αρνητικά πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν για τον καθένα από αυτούς και από ποιά αποδεικτικά μέσα, οδηγήθηκε στην παραδοχή ότι η καλή συμπεριφορά του, δεν ήταν προϊόν ελεύθερης βούλησης και δηλωτική της ηθικής και ψυχικής μεταστροφής του χαρακτήρα του προς το σκοπό αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης, αλλά ότι αντίθετα αποτελεί τη συνήθη συμπεριφορά κρατουμένου εντός των φυλακών, οφειλόμενη σε εξαναγκασμό ή προς το σκοπό μειώσεως του χρόνου κράτησής του. Η έλλειψη αυτή καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν το Δικαστήριο έλαβε μετά βεβαιότητος υπόψη του και συναξιολόγησε τα προπαρατεθέντα στην αρχή του σκεπτικού του έγγραφα, για το σχηματισμό της κρίσης του και συνεπώς καθιστά την απόφασή του αναιρετέα". Με την κρινόμενη από20.12.2022 αίτηση, ο μη συμμετασχών στην άνω δίκη του Αρείου Πάγου, τρίτος καταδικασθείς κατηγορούμενος Α. Κ. του Α., ζητεί τη συμπλήρωση της ανωτέρω απόφασης του Αρείου Πάγου, ώστε εφαρμοζομένου, κατ' άρθρο 469 του ΚΠοινΔ, του επεκτατικού αποτελέσματος, να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 115/2021 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και ως προς αυτόν. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη και τις παραδοχές των ανωτέρω αποφάσεων, δηλαδή της 115/2021 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και 1051/2022 του Αρείου Πάγου, κρίθηκε ότι είναι ελλιπής η αιτιολογία της προσβληθείσας απόφασης μόνο ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων Σ. - Κ. Α. του Ε. και Α. Κ. του Δ. για αναγνώριση στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' ΠΚ, καθώς και ότι δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το μέρος που η άνω απόφαση δεν προέβη σε αποτελεσματική εξέταση των επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλέστηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος - αναιρεσείων για τη θεμελίωση του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του. Επομένως, οι ανωτέρω λόγοι των αναιρέσεων, όπως προβλήθηκαν και έγιναν δεκτοί από τον 'Αρειο Πάγο, δεν είναι λόγοι αντικειμενικοί, αλλά είναι λόγοι προσωπικοί που αφορούν αποκλειστικά στα πρόσωπα των αναιρεσειόντων και το επωφελές αποτέλεσμα των ενδίκων μέσων των αναιρέσεων, τα οποία άσκησαν μόνον οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων Σ. - Κ. Α. και Α. Κ., δεν μπορεί να επεκταθεί στον αιτούντα καταδικασθέντα κατηγορούμενο Α. Κ. του Α., ο οποίος δεν άσκησε αναίρεση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν στον αιτούντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ.1 ΚΠοινΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20.12.2022 αίτηση του Α. Κ. του Α., κατοίκου ... Αττικής, οδός ..., για εφαρμογή κατ' άρθρο 469 του ΚΠοινΔ και σ' αυτόν, του αναιρετικού αποτελέσματος της υπ' αριθμ. 1051/2022 απόφασης του Αρείου Πάγου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αιτούντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2023.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Σεπτεμβρίου 2023.Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

Login