ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Οι λόγοι άρνησης εκτέλεσης της εισαγγελικής παραγγελίας για διενέργεια κύριας ανάκρισης αναφέρονται στο άρθρο 247 ΚΠΔ περιοριστικά, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της παρούσας (αναρμοδιότητα, μη ύπαρξη ή εξάλειψη του αξιοποίνου, ύπαρξη λόγων που εμποδίζουν ή ανατέλλουν την ποινική δίωξη) και ερμηνεύονται στενά, καθώς παρακωλύουν την πρόοδο της ποινικής δίκης. Στην περίπτωση ύπαρξης λόγων που εμποδίζουν την ποινική δίωξη έχει κριθεί ότι συγκαταλέγονται η ύπαρξη δικονομικών εμποδίων (κωλυμάτων), όπως η εκκρεμοδικία ή το δεδικασμένο, η έλλειψη της έγκλησης, η ετεροδικία και η έλλειψη άδειας, όταν αυτή απαιτείται (βλ. Μ. Παπαχρήστου, σε Λ. Μαργαρίτη (επιμ.), Ο νέος ΚΠΔ, Τόμος 1°S 2020, άρθρο 247, σ. 1389), όχι όμως η επέλευση απόλυτης ακυρότητας κατ’ άρθρο 171 ΚΠΔ κατά την προηγηθείσα αστυνομική προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση. Εξάλλου, η άρση μιας διαφωνίας εισαγγελέα και ανακριτή κατ' άρθρα 247 και 307α ΚΠΔ διακρίνεται σαφώς από την κήρυξη ακυρότητας από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, κατ' άρθρο 176 παρ. 1 ΚΠΔ (βλ. τα δύο σκέλη του διατακτικού του με αριθμό 148/2015 βουλεύματος του ΣυμβΠλημΡόδου, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
ΒΟΥΛΕΥΜΑ 1016/2022
TO ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές, Βασιλική Ζώτου, Πρόεδρο Πλημμελειοδικών, Βηθλεέμ Πίγκα, Πλημμελειοδίκη - Εισηγήτρια και Βασίλειο Γόγαλη, Πλημμελειοδίκη.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ στο γραφείο της Προέδρου στις 24 Μαΐου 2022, παρουσία και της Γραμματέα Αικατερίνης Αντωνιάδου, προκειμένου να αποφανθεί σχετικά με ποινική υπόθεση, περί της οποίας ο Αντεισαγγελέας Χρήστος Δ. Νάιντος, εισήγαγε τη με αριθμό 655/5-4-2022 έγγραφη πρότασή του, η οποία έχει ως εξής:
«Εισάγω στο Συμβούλιό σας, σύμφωνα με τα άρθρα 30 παρ. 2 και 4, 138 και 247 και 307α ΚΠΔ, τη συνημμένη δικογραφία με Α.Β.Μ.: A 2021/15534 η οποία σχηματίστηκε αυτεπάγγελτα μετά τη διενέργεια αστυνομικής προανάκρισης κατ΄ άρθρο 245 παρ. 2 ΚΠΔ από το Τμήμα Δίωξης Διαδικτυακών Οικονομικών Εγκλημάτων της Υποδιεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος Β. Ελλάδος και εκθέτω τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με το άρθρο 247 ΚΠΔ «Διαφωνία του ανακριτή»: «Ο ανακριτής έχει το δικαίωμα να μην εκτελέσει την παραγγελία του εισαγγελέα για την ενέργεια κύριας ανάκρισης, μόνο αν θεωρεί τον εαυτό του αναρμόδιο ή αν η πράξη δεν έχει αξιόποινο χαρακτήρα ή αν παραγράφηκε το αξιόποινο ή αν υπάρχουν λόγοι που εμποδίζουν ή αναστέλλουν την ποινική δίωξη. Στις περιπτώσεις αυτές, για τη διαφωνία αποφασίζει το δικαστικό συμβούλιο». Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 27 παρ. 1, 43 παρ. 1, 246 παρ. 1, 247 και 307α ΚΠΔ προκύπτει ότι η ποινική δίωξη ασκείται στο όνομα της Πολιτείας από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, ο οποίος, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, είναι ανεξάρτητος από κάθε άλλη αρχή καθώς και από το δικαστήριο στο οποίο υπηρετεί. Την κύρια ανάκριση διενεργεί μόνο ο ανακριτής μετά από γραπτή παραγγελία του εισαγγελέα, η οποία καθορίζει και εξειδικεύει την αξιόποινη πράξη και την ποινική διάταξη που την προβλέπει. Ό ανακριτής έχει δικαίωμα να μην εκτελέσει την παραγγελία του εισαγγελέα για τη διενέργεια κύριας ανάκρισης, μόνο αν θεωρεί τον εαυτό του αναρμόδιο ή αν η πράξη δεν έχει αξιόποινο χαρακτήρα ή αν παραγράφηκε το αξιόποινο ή αν υπάρχουν λόγοι που εμποδίζουν ή αναστέλλουν την ποινική δίωξη. Στις περιπτώσεις αυτές, για την διαφωνία αποφασίζει το δικαστικό συμβούλιο. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται από τον εισαγγελέα, ο δε ανακριτής οφείλει να συμμορφωθεί προς τη νόμιμη εισαγγελική παραγγελία για κύρια ανάκριση, άλλως παραβιάζεται το άρθρο 43 ΚΠΔ που προβλέπει ως τρόπο κίνησης της ποινικής δίωξης την παραγγελία για διενέργεια κυρίας ανάκρισης. Δικαίωμα να μην εκτελέσει την παραγγελία του εισαγγελέα έχει ο ανακριτής στις τέσσερις (4) ως άνω περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις της διάταξης του άρθρου247 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων η ύπαρξη λόγων που εμποδίζουν την άσκηση της ποινικής δίωξης, καθώς και η αναρμοδιότητα αυτού, περιπτώσεις που ανάγονται στη νομιμότητα της προς αυτόν παραγγελίας του εισαγγελέα, δεν δικαιούται δε να διαφωνήσει ως προς την σκοπιμότητα της παραγγελίας προς ενέργεια κυρίας ανάκρισης. Ο ανακριτής, κατά τη διατύπωση της κατ’ άρθρο 247 ΚΠΔ διαφωνίας του για την νομιμότητα της προς αυτόν εισαγγελικής παραγγελίας, βασίζεται σε στοιχεία που προκύπτουν από την παραγγελία ή τη μήνυση ή την αναφορά και δεν προβαίνει σε ουσιαστική εκτίμηση των στοιχείων της δικογραφίας, διότι η εκτίμηση αυτή ανήκει στον αρμόδιο για την κίνηση της ποινικής δίωξης εισαγγελέα, ο οποίος δεν μπορεί να παρακωλυθεί ή να εξαναγκασθεί στη διενέργεια κάποιας από τις πράξεις που συνιστούν την άσκηση της ποινικής δίωξης. Η διαφωνία του εκφράζεται αμέσως μετά τη λήψη της παραγγελίας του εισαγγελέα για διενέργεια κύριας ανάκρισης, επί τη βάσει των εγγράφων που συνοδεύουν την παραγγελία και δεν δύναται ο ανακριτής να διαφωνήσει αργότερα, δηλαδή μετά τη διενέργεια ανακριτικών πράξεων, ούτε να συναρτήσει αυτήν από όρο συνδεόμενο με την έρευνα της υπόθεσης, διότι τότε αποφαίνεται επί της ουσίας αυτής (βλ. ΔΝαυτΠειρ 5/2015, ΠοινΧρ 2015, σ. 701).
Στην προκείμενη περίπτωση μετά τη λήψη της από 14-4-2021 μαρτυρικής κατάθεσης του παθόντος …………, κατοίκου Θεσσαλονίκης …….. και τη διενέργεια αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης κατ’ άρθρο 245 παρ. 2 ΚΠΔ, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος αγνώστου (-ων) δραστών για το κακούργημα της απάτης κατ' εξακολούθηση, με ζημία που προκλήθηκε που υπερβαίνει που υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ (άρθρα 98, 386 παρ. 1β-α ΠΚ), πράξη που φέρεται ότι τελέστηκε στη Θεσσαλονίκη, εντός του χρονικού διαστήματος από τις 11-3- 2020 έως τις 19-10-2020 σε βάρος του παραπάνω εγκαλούντος, δυνάμει της από 30-11-2021 παραγγελίας μας προς τον κ. Ανακριτή του 6ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης για διενέργεια κύριας ανάκρισης.
Ακολούθως, ο ανωτέρω Ανακριτής, δυνάμει του με αριθ. πρωτ. 584/8- 12-2021 εγγράφου του επέστρεψε τη συνημμένη ποινική δικογραφία, κατ’ άρθρο 247 ΚΠΔ σε συνδ. με 171 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, με ανεκτέλεστη την παραγγελία μας, περί διενέργειας κύριας ανάκρισης, για λόγους που κατά την κρίση του εμποδίζουν την ασκηθείσα ποινική δίωξη και συνίστανται στα κάτωθι ειδικότερα διαλαμβανόμενα:
«Ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος αγνώστων δραστών για την αξιόποινη πράξη της απάτης, τελεσθείσας κατ' εξακολούθηση, με προκληθείσα ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ (άρ. 26 παρ. 1α" 27 παρ. 1, 98 και 386 παρ. Ιβ - α ΠΚ). Η ποινική δίωξη για την ως άνω αξιόποινη πράξη, φέρεται να έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως, επί τη βάσει του με αριθμό πρωτοκόλλου 3023/26/Υ1030-β από 9-5-2021 διαβιβαστικού υποβλητικής δικογραφίας της Διεύθυνσης Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος και με την υπ’ αριθ. Α21-15534 σχετική Σας, παραγγέλθηκε η διενέργεια κύριας ανάκρισης. Ειδικότερα από το σύνολο των εγγράφων της δικογραφίας συνάγεται, ότι τον Μάιο του 2020 ο παθών ……………., περιηγούμενος στο διαδίκτυο εντόπισε την ιστοσελίδα www.brokez.co, η οποία εμφανιζόταν ως επενδυτική εταιρεία και πραγματοποιώντας εγγραφή, δημιούργησε τρεις διαφορετικούς λογαριασμούς διαχείρισης επενδυτικών προϊόντων, διά της μεταφοράς χρηματικών ποσών σε τραπεζικούς λογαριασμούς διαφόρων πιστωτικών ιδρυμάτων, καθ' υπόδειξη της ως άνω εταιρείας και επενδυτικών συμβούλων. Στο πλαίσιο της αυτεπαγγέλτως διενεργηθείσας αστυνομικής προανάκρισης αν και εντοπίστηκαν οι επίδικοι τραπεζικοί λογαριασμοί σε πιστωτικά ιδρύματα των χωρών Βουλγαρίας, Ρουμανίας, Μάλτας, Ουγγαρίας και Βελγίου, δεν έγινε άρση του τραπεζικού απορρήτου για την εξακρίβωση των κατόχων τους και κατ' επέκταση υπόπτων, ως προς την τέλεση της επίδικης αξιόποινης πράξης (σχετ. σελ. 1 η παρ. 3 του ως άνω διαβιβαστικού της Διεύθυνσης Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος), ούτε άλλωστε και των στοιχείων του διευθύνοντος συμβούλου της προαναφερόμενης διαδικτυακής εταιρείας - κατόχου της επίδικης διαδικτυακής ιστοσελίδας, διά της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών (ν. 2225/1994), δεδομένου ότι δεν επακολούθησε από Εσάς η παραγγελία για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης. Ωστόσο η μη ταυτοποίηση των ανωτέρω δραστών στο στάδιο της αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης ή της ενδεχόμενης παραγγελθείσας προκαταρκτικής εξέτασης, η οποία δύνατο να λάβει χώρα, με την έκδοση από Εσάς, Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας, σύμφωνα με την Οδηγία 2014/44/ΕΕ (άρ. 2 στοιχ. γ'), η οποία ενσωματώθηκε στην εγχώρια έννομη τάξη με το ν. 4489/2017, δοθέντος ότι αφορά πιστωτικά ιδρύματα Κρατών Μελών της ΕΕ και ειδικότερα διά της άρσης του τραπεζικού απορρήτου και του απορρήτου των επικοινωνιών, αποστέρησε από τους υπόπτους (κατόχους των επίδικων τραπεζικών λογαριασμών - διευθύνοντος συμβούλου της επίδικης εταιρείας ή κατόχου του ως άνω διαδικτυακού λογαριασμού), του δικαιώματος εμφάνισης, εκπροσώπησης και υπεράσπισης τους καθώς και της άσκησης των δικαιωμάτων τους, που παρέχονται από το νόμο και τις Διεθνείς Συμβάσεις, κατά παράβαση περαιτέρω της διάταξης του άρθρου 244 παρ. 1 ΚΠΔ, που καθιστά υποχρεωτική τη λήψη ανωμοτί εξέτασής τους, πριν την άσκηση ποινικής δίωξης, η οποία δύνατο να πραγματοποιηθεί είτε διά της κλητεύσεώς τους προ 15 τουλάχιστον ημερών, είτε διά της εκδόσεως Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας, για το εν λόγω ερευνητικό μέτρο, σύμφωνα με το Παράρτημα Α' Ενότητα Γ αυτής (ΣυμβΠλημΘεσ. 787/2021). Κατ' ακολουθία των προαναφερομένων και δεδομένου, ότι η μη εξακρίβωση των προσωπικών στοιχείων των υπόπτων και νυν κατηγορουμένων, υπέχει ως συνέπεια την παράλειψη λήψης ανωμοτί εξέτασής τους στο στάδιο της προανάκρισης ή της προκαταρκτικής εξέτασης, η οποία εκ του νόμου συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 171 ΚΠΔ, κατά τα ανωτέρω ειδικότερα διαλαμβανόμενα, εγκαθιδρύει σχετικό λόγο άρνησης εκτέλεσης της παραγγελίας Σας, ως προς τη διενέργεια κύριας ανάκρισης (ΣυμβΠλημΘεσ. 787/2021 ad hoc) και ως εκ τούτου, Σάς διαβιβάζουμε αρμοδίως τη συνημμένη ποινική δικογραφία, κατ' άρθρο 247 ΚΠΔ σε συνδ. με 171 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, με ανεκτέλεστη τη σχετική παραγγελία Σας».
Επί της επιχειρηματολογίας αυτής του κ. Ανακριτή σημειώνονται τα εξής: α) Οι λόγοι άρνησης εκτέλεσης της εισαγγελικής παραγγελίας για διενέργεια κύριας ανάκρισης αναφέρονται στο άρθρο 247 ΚΠΔ περιοριστικά, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της παρούσας (αναρμοδιότητα, μη ύπαρξη ή εξάλειψη του αξιοποίνου, ύπαρξη λόγων που εμποδίζουν ή ανατέλλουν την ποινική δίωξη) και ερμηνεύονται στενά, καθώς παρακωλύουν την πρόοδο της ποινικής δίκης. Στην περίπτωση ύπαρξης λόγων που εμποδίζουν την ποινική δίωξη έχει κριθεί ότι συγκαταλέγονται η ύπαρξη δικονομικών εμποδίων (κωλυμάτων), όπως η εκκρεμοδικία ή το δεδικασμένο, η έλλειψη της έγκλησης, η ετεροδικία και η έλλειψη άδειας, όταν αυτή απαιτείται (βλ. Μ. Παπαχρήστου, σε Λ. Μαργαρίτη (επιμ.), Ο νέος ΚΠΔ, Τόμος 1°S 2020, άρθρο 247, σ. 1389), όχι όμως η επέλευση απόλυτης ακυρότητας κατ’ άρθρο 171 ΚΠΔ κατά την προηγηθείσα αστυνομική προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση. Εξάλλου, η άρση μιας διαφωνίας εισαγγελέα και ανακριτή κατ' άρθρα 247 και 307α ΚΠΔ διακρίνεται σαφώς από την κήρυξη ακυρότητας από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, κατ' άρθρο 176 παρ. 1 ΚΠΔ (βλ. τα δύο σκέλη του διατακτικού του με αριθμό 148/2015 βουλεύματος του ΣυμβΠλημΡόδου, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
β) Ακόμη κι αν ήθελε κριθεί ότι συνιστά νόμιμο λόγο άρνησης εκτέλεσης της εισαγγελικής παραγγελίας η επέλευση απόλυτης ακυρότητας, στην προκείμενη περίπτωση δεν επήλθε καμία απόλυτη ακυρότητα με την κίνηση της ποινικής δίωξης σε βάρος αγνώστων δραστών με την παραγγελία για διενέργεια κύριας ανάκρισης (βλ. περίπτωση άρσης διαφωνίας για τη διενέργεια κύριας ανάκρισης με ποινική δίωξη κατ’ αγνώστων δραστών για πλημμελήματα ΣυμβΑερΑΘ 6/2019, ΠοινΧρ 2019, σ. 634, χωρίς να προβληθεί από την Ανακρίτρια ή να γίνει δεκτό από το Συμβούλιο επιχείρημα περί επέλευσης απόλυτης ακυρότητας).
Τούτο διότι Ι) το επιτρεπτό της κίνησης ποινικής δίωξης κατ' αγνώστων δραστών με παραγγελία για διενέργεια κύριας ανάκρισης σε περίπτωση που υφίστανται επαρκείς ενδείξεις ότι τελέστηκε κακούργημα προκύπτει με σαφήνεια από το συνδυασμό των τις διατάξεων των άρθρων 246 παρ. 1 και 2 και 308 παρ. 5 ΚΠΔ, παρά τη διατύπωση του άρθρου 248 παρ. 1 ΚΠΔ που αφορά μόνο τις περιπτώσεις γνωστών δραστών
ΙΙ) Δεν μπορεί να γίνει λόγος για επέλευση απόλυτης ακυρότητας από τη μη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης και τη μη λήψη ανωμοτί εξηγήσεων των αγνώστων υπόπτων, εφόσον το άρθρο 43 παρ. 1β ΚΠΔ χορηγεί το δικαίωμα στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών μετά τη διενέργεια αστυνομικής προανάκρισης κατ’ άρθρο 245 παρ. 2 ΚΠΔ να παραγγείλει απευθείας τη διενέργεια κύριας ανάκρισης, χωρίς να έχει παραγγείλει και τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της δίκης που επιτάσσει την αποφυγή τριών ερευνητικών προδικαστικών σταδίων με τον ίδιο σκοπό, την εξακρίβωση των στοιχείων ταυτότητας αγνώστων δραστών.
ΙΙΙ) Για την επέλευση ακυρότητας κατ’ άρθρο 171 παρ. 1δ ΚΠΔ από την παραβίαση των δικαιωμάτων του υπόπτου, το ίδιο το άρθρο 244 παρ. 1 ΚΠΔ ορίζει ότι πρέπει προηγουμένως να έχει καταστεί «ορισμένο» πρόσωπο ύποπτος, όπως προκύπτει από τις διατυπώσεις «μήνυση ή έγκληση κατά ορισμένου προσώπου» και «αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξης». Η ιδιότητα του υπόπτου, λοιπόν, προϋποθέτει να έχει καταστεί ορισμένο το πρόσωπο σε βάρος του οποίου αποδίδεται η τέλεση αξιόποινης πράξης και πριν εξακριβωθούν τα στοιχεία ταυτότητας των δραστών, αυτοί δεν αποκτούν την ιδιότητα του υπόπτου και δεν απονέμονται σε αυτούς δικονομικά δικαιώματα από το άρθρο 244 παρ. 1 ΚΠΔ.
ίν) Αν υιοθετηθεί το σκεπτικό του κ. Ανακριτή ότι πρέπει πρώτα να εξακριβώνονται τα στοιχεία ταυτότητας των υπόπτων και στη συνέχεια, μετά τη λήψη ανωμοτί εξηγήσεων από αυτούς να παραγγέλλεται η διενέργεια κύριας ανάκρισης, τότε ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών δεν θα επιτρεπόταν (με ποινή απόλυτης ακυρότητας) σε δικογραφία που σχηματίστηκε κατά άγνωστου δράστη να παραγγείλει ούτε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης πριν εξακριβωθούν τα στοιχεία ταυτότητας των υπόπτων, καθώς ο κάθε ύποπτος έχει δικαίωμα να ζητήσει την εξαίρεση του πραγματογνώμονα κατ’ άρθρα 191 και 192 ΚΠΔ και πρέπει να του γνωστοποιείται εγγράφως το όνομά του. Η επέλευση όμως ακυρότητας κατ’ άρθρο 171 παρ. 1δ ΚΠΔ από την παράλειψη γνωστοποίησης του ονόματος του πραγματογνώμονα σε άγνωστους δράστες δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Αντίστοιχα, εξάλλου, ισχύουν και για το δικαίωμα του υπόπτου να διορίσει τεχνικό σύμβουλο κατ’ άρθρο 204 παρ. 1 ΚΠΔ. Δεν θα μπορούσε βάσιμα να υποστηριχθεί ότι παραβιάζεται το δικαίωμα του άγνωστου δράστη να διορίσει τεχνικό σύμβουλο, αν απαιτείται να διενεργηθεί σχετική πραγματογνωμοσύνη.
ν) Εξάλλου, η παραπάνω επιχειρηματολογία περί επέλευσης απόλυτης ακυρότητας για παραβίαση των δικαιωμάτων του άγνωστου δράστη από τη μη λήψη εξηγήσεων κατά την προκαταρκτική εξέταση, αν γίνει αποδεκτή, οδηγεί στο δικονομικό αδιέξοδο να μην επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να παραγγελθεί η διενέργεια κύριας ανάκρισης κατ’ αγνώστων δραστών, καθώς γι' αυτόν ακριβώς το λόγο παραγγέλλεται, για να διενεργήσει ο ανακριτής ανακριτικές πράξεις για την εξακρίβωση των στοιχείων ταυτότητάς τους κατ’ άρθρο 251 παρ. 1 ΚΠΔ (που ορίζει ότι ο ανακριτής οφείλει χωρίς χρονοτριβή να συγκεντρώνει πληροφορίες όχι μόνο για το έγκλημα, αλλά και για τους υπαιτίους του), ενώ ο ανακριτής, υιοθετώντας την παραπάνω επιχειρηματολογία, θα αρνείται πάντοτε τη διενέργεια κύριας ανάκρισης σε περιπτώσεις αγνώστων δραστών, επιστρέφοντας τη δικογραφία στον εισαγγελέα για να τους αναζητήσει εκείνος στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης, καθιστώντας με τον τρόπο αυτό ανεφάρμοστη τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 5 ΚΠΔ.
γ) Περαιτέρω, με την επιστροφή της δικογραφίας με ανεκτέλεστη την εισαγγελική παραγγελία και την απαρίθμηση των ενεργειών που κατά την κρίση του κ. Ανακριτή πρέπει να προηγηθούν πριν να χορηγηθεί η σχετική παραγγελία για διενέργεια κύριας ανάκρισης, αντιστρέφεται κατ’ ουσίαν η δικονομική θέση του παραγγέλλοντος. Αντί δηλαδή, όπως ορίζει το άρθρο 246 παρ. 1 ΚΠΔ να παραγγέλλει ο εισαγγελέας στον ανακριτή τη διενέργεια κύριας ανάκρισης (παραγγέλλοντας ακόμη και συμπληρωματική κύρια ανάκριση προς αναζήτηση των αγνώστων δραστών, αν κρίνει ότι πρέπει να διεξαχθούν περαιτέρω ανακριτικές πράξεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην εξακρίβωση των στοιχείων ταυτότητάς τους), κατ’ αποτέλεσμα καλείται ο εισαγγελέας να εκτελέσει τις αναφερόμενες στο διαβιβαστικό έγγραφο του ανακριτή ανακριτικές πράξεις, στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης, προκειμένου μόνο υπό τις προϋποθέσεις που του θέτει εγγράφως ο κ. Ανακριτής να καταστεί εφικτό να διενεργηθεί στη συνέχεια κύρια ανάκριση για τη διαλεύκανση του ερευνώμενου κακουργήματος.
δ) Η κρινόμενη περίπτωση έχει προβλεφθεί από το δικονομικό νομοθέτη στο άρθρο 248 παρ. 2 εδ. β’ ΚΠΔ, σύμφωνα με το οποίο για την πληρέστερη διερεύνηση της υπόθεσης ο ανακριτής «δικαιούται να ενεργήσει νέες ανακριτικές πράξεις εξ ιδίας πρωτοβουλίας» κι εφόσον κρίνει ότι πρέπει να υποβληθεί ευρωπαϊκή εντολή έρευνας και να αρθεί το απόρρητο των επικοινωνιών και το τραπεζικό απόρρητο για να εξακριβωθεί η ταυτότητα των αγνώστων δραστών, να διενεργήσει ο ίδιος τις πράξεις αυτές, αιτούμενος εφόσον απαιτείται από το νόμο την έκδοση βουλευμάτων του Συμβουλίου σας κι όχι να αρνηθεί τη διενέργεια κύριας ανάκρισης, προκειμένου οι ανακριτικές αυτές πράξεις να διενεργηθούν στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης από τον εισαγγελέα που του χορήγησε την παραγγελία, γιατί τέτοιο δικαίωμα δεν του παρέχει το άρθρο 247 ΚΠΔ, ισχυριζόμενος μάλιστα ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα κατ’ άρθρο 171 παρ. 1δ ΚΠΔ, λόγω παραβίασης δικονομικών δικαιωμάτων προσώπων που δεν έχει εντοπίσει η μέχρι σήμερα ποινική προδικασία, ώστε να τους απονείμει υπερασπιστικά δικαιώματα.
Κατ' ακολουθία των όσων προεκτέθηκαν, εφόσον ο ΚΠΔ επιτρέπει την in rem κίνηση ποινικής δίωξης κατ’ αγνώστων δραστών, όπως προκύπτει από το άρθρο 250 παρ. 1 ΚΠΔ, πρέπει το Συμβούλιό σας, ερμηνεύοντας τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 43 παρ. 1 β, 244 παρ. 1, 245 παρ. 1 και 2, 247, 248 παρ. 2 εδ. β', 251 παρ. 1 και 308 παρ. 5 ΚΠΔ, να άρει την ανακύψασα διαφωνία μεταξύ ημών και του κ. Ανακριτή του 6ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης υπέρ της θέσης μας, ώστε να διενεργηθεί η παραγγελθείσα κύρια ανάκριση προς εξακρίβωση των στοιχείων ταυτότητας των αγνώστων δραστών.
ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Να αρθεί η διαφωνία μεταξύ ημών και του κ. Ανακριτή του 6ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης υπέρ της θέσης μας.
Θεσσαλονίκη 5 Απριλίου 2022
Ο Εισαγγελέας
Χρήστος Δ. Νάιντος
Αντεισαγγελέας Πλημμελειοδικών»
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Παραδεκτά και νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 §§2-4, 138 §1 και 307 περ. α’ του ΚΠΔ, εισάγεται στο Συμβούλιο, με την προπαρατεθείσα πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, η με αριθμό Α21-15534 ανακριτική δικογραφία, μετά την άρνηση του Ανακριτή του 6ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης να εκτελέσει την παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης για τη διενέργεια κύριας ανάκρισης για την αξιόποινη πράξη της απάτης, τελεσθείσας κατ’ εξακολούθηση, με προκληθείσα ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 120.000,00 ευρώ (άρθ. 26, 27 παρ. 1, 98 και 386 παρ. 1β -α ΠΚ), μετά την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος αγνώστων δραστών, με την αιτιολογία ότι δεν προηγήθηκε η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης για την ταυτοποίηση των αγνώστων δραστών, η οποία κατά τα αναφερόμενα από τον ως άνω Ανακριτή μπορούσε να λάβει χώρα στο πλαίσιο Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας, με αποτέλεσμα να αποστερηθούν αυτοί (οι άγνωστοι δράστες) το δικαίωμα εμφάνισης, εκπροσώπησης και υπεράσπισής τους, καθώς και της άσκησης των δικαιωμάτων τους, που παρέχονται από το νόμο και τις Διεθνείς Συμβάσεις, κατά παράβαση του άρθρου 244 παρ. 1 του ΚΠΔ, που καθιστά υποχρεωτική τη λήψη ανωμοτί εξέτασής τους, πριν την άσκηση ποινικής δίωξης, προκαλεί δε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατ’ άρθρο 171 του ΚΠΔ.
Από τα αποδεικτικά στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά που αναλυτικά και αιτιολογημένα διαλαμβάνονται στην εισαγγελική πρόταση, στις ορθές και νόμιμες σκέψεις της οποίας και το Συμβούλιο αυτό εξ ολοκλήρου αναφέρεται, προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, ώστε οι αιτιολογίες της να αποτελέσουν και αιτιολογίες του βουλεύματός του (ΟλΑΠ 2/ 2012, ΟλΑΠ 1227/1979, ΑΠ 1627/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 294/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 33/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Βάσει αυτών, και με δεδομένο ότι στην προκειμένη περίπτωση ο Εισαγγελέας παρήγγειλε τη διενέργεια κύριας ανάκρισης για κακούργημα και όχι για πλημμελήματα, οπότε και η παραγγελία θα έπρεπε να αφορά συγκεκριμένα πρόσωπα και όχι άγνωστα στον εισαγγελέα, για τα οποία βέβαια θα έπρεπε να έχει σχηματίσει και ασφαλή κρίση για την ανάγκη επιβολής περιοριστικών όρων, προϋπόθεση που δεν απαιτείται στα κακουργήματα, για τα οποία η άσκηση δίωξης γίνεται αποκλειστικά και μόνο με παραγγελία για τη διενέργεια κυρίας ανάκρισης η οποία και δεν χρειάζεται να αφορά ορισμένα πρόσωπα, αφού η διάταξη δεν θέτει ως προϋπόθεση την επιβολή περιοριστικών όρων (ΔΣΤΡΑΕΡΑΘ 6/2019, ΠΟΙΝΧΡ 2019/634) πρέπει -κατά την κρίση και του παρόντος Συμβουλίου- να αρθεί η διαφωνία που ανέκυψε μεταξύ του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και του Ανακριτή του 6ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης υπέρ της γνώμης του πρώτου, ενόψει των όσων αναλυτικά διαλαμβάνονται στην ως άνω εισαγγελική πρόταση και λαμβανομένου υπόψη ότι ο ΚΠΔ επιτρέπει την in rem κίνηση ποινικής δίωξης κατ’ αγνώστων δραστών, όπως προκύπτει από το άρθρο 250 παρ. 1 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 43 παρ. 1 β, 244 παρ. 1, 245 παρ. 1 και 2, 247, 248 παρ. 2 εδ. β’, 251 παρ. 1 και 308 παρ. 5 του ΚΠΔ. Ως εκ τούτου, το παρόν Συμβούλιο κρίνει ότι η σχετική διαφωνία που ανέκυψε μεταξύ του Ανακριτή του 6ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, σχετικά με την εκτέλεση της από 30-11-2021 παραγγελίας του για τη διενέργεια ανάκρισης, όπως εκτίθεται ανωτέρω, πρέπει να αρθεί υπέρ της γνώμης του Εισαγγελέα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Έχοντας υπόψη και τις διατάξεις των άρθρων 30 §§2 και 4, 138 §1, 247
και 307 περ. α’ του ΚΠΔ.
ΑΙΡΕΙ υπέρ του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης τη διαφωνία που ανέκυψε μεταξύ αυτού και του Ανακριτή του 6ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, σχετικά με την εκτέλεση της από 30-11-2021 παραγγελίας του πρώτου για τη διενέργεια κύριας ανάκρισης για την αξιόποινη πράξη της απάτης, τελεσθείσας κατ’ εξακολούθηση, με προκληθείσα ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 120.000,00 ευρώ (άρθ. 26, 27 παρ. 1, 98 και 386 παρ. 1β -α ΠΚ), μετά την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος αγνώστων δραστών.
ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ και ΕΓΙΝΕ στη Θεσσαλονίκη στις 24 Μαΐου 2022 και
ΕΚΔΟΘΗΚΕ στον ίδιο τόπο στις 3-6- 2022.