ΔΙΑΦΩΝΙΑ ΑΝΑΚΡΙΤΗ - ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ - 247,244 ΚΠΔ- ΣΥΜ.ΕΦΘΕΣ. 440-2023

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Διαφωνία  μεταξύ Εισαγγελέα και  Ανακριτή

-Η ποινική δίωξη ασκείται από τον εισαγγελέα, ο δε ανακριτής οφείλει να συμμορφωθεί προς τη νόμιμη εισαγγελική παραγγελία για κύρια ανάκριση, άλλως παραβιάζεται το άρθρο 43 ΚΠΔ που προβλέπει ως τρόπο κίνησης της ποινικής δίωξης την παραγγελία για διενέργεια κυρίας ανάκρισης.  Οι λόγοι άρνησης εκτέλεσης της εισαγγελικής παραγγελίας για διενέργεια κύριας ανάκρισης αναφέρονται στο άρθρο 247 ΚΠΔ περιοριστικά,   και ερμηνεύονται στενά, καθώς παρακωλύουν την πρόοδο της ποινικής δίκης, είναι δε αυτοί:  α) Η αναρμοδιότητα. β)Ο μη αξιόποινος χαρακτήρας της πράξης.  γ)Η παραγραφή του αξιοποίνου. δ) Η   ύπαρξη λόγων που εμποδίζουν ή αναστέλλουν την ποινική δίωξη.  Λόγο  άρνησης εκτέλεσης της εισαγγελικής παραγγελίας για διενέργεια κύριας ανάκρισης  από τον ανακριτή δεν  αποτελεί  η επέλευση απόλυτης ακυρότητας κατ’ άρθρο 171 ΚΠΔ κατά την προηγηθείσα αστυνομική προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση, ακυρότητα.

-Ο Εισαγγελέας που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση, ως έχων την απόλυτη εξουσία  , αποφασίζει τελικά, κατά την κρίση του, ποια από τις δύο διατάξεις θα εφαρμόσει ( της παραγράφου  1 ή της παραγράφου  2 του άρθρου  244 ΚΠΔ), δεδομένου ότι ο ίδιος ο νόμος ρητά του παρέχει τη δυνατότητα αυτή και  δύναται αυτός να  περατώσει την προκαταρκτική εξέταση χωρίς να ληφθούν   εξηγήσεις του ύποπτου, εφόσον κατά την κρίση του  συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής.

ΑΡΙΘΜΟΣ   440  /2023

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΦΕΤΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές, Βασίλειο Στέφο, Πρόεδρο Εφετών,  Ανθία Τσαφίτσα – Εισηγήτρια και Ελένη Τοπούζη, Εφέτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ στο ειδικό δωμάτιο των διασκέψεων, στις 12 Ιουλίου 2023, χωρίς την παρουσία του Εισαγγελέα άρθρο 32§1 του Ν.4055/2012 που αντικατέστησε το άρθρο 309§2 Κ.Π.Δ.). Στη συνεδρίαση παραστάθηκε και η Γραμματέας Σουλτάνας Αλμαλιώτου.

Ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης Ευάγγελος Μπακέλας υπέβαλε προς το Συμβούλιο, στις 29 Ιουνίου 2023, την υπ΄ αριθμ. 9/28-6-2023 έφεση του ιδίου, κατά του με αριθμό 755/2023 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με την έγγραφη πρότασή του 380/2023, η οποία έχει ως εξής:. «ΑΡΙΘΜΟΣ 380. ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΦΕΤΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.

Εισάγω  στο Συμβούλιό  σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 παρ.2,4,138,139,316 παρ.2,317 παρ.1α και 481 παρ.1 Κ.Π.Δ., τη με αριθμό  9/28-6-2023 έφεσή μας, κατά του με αριθμό 755/29-5-2023 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, μαζί με τη σχετική δικογραφία  και εκθέτω τα ακόλουθα:

Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το προσβαλλόμενο με αριθμό 755/29-5-2023  βούλευμά του, ήρε τη διαφωνία, που ανέκυψε μεταξύ του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και της Ανακρίτριας του 6ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, σχετικά με την εκτέλεση της από 15-2-2023   παραγγελίας του πρώτου για τη διενέργεια κύριας ανάκρισης, μετά την άσκηση ποινικής δίωξης, για τις αξιόποινες  πράξεις της απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση της οποίας η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη - εγκληματική δραστηριότητα κατ' εξακολούθηση και της εγκληματικής  οργάνωσης -συμμορίας  ( άρθρα 45, 98, 187 παρ. 3α ,386 παρ.1, εδ. β’, ΠΚ , 4 περ. ζ, 39 παρ. 1 περ. δ" Ν. 4557/2018)  , υπέρ της Ανακρίτριας.

Κατά του εν λόγω  βουλεύματος, στις 28-6-2023  ασκήσαμε   έφεση, συντάχθηκε δε σχετικά η  με αριθμό 9/28-6-2023     έκθεση έφεσης από τη Γραμματέα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, για το λόγο ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης  με το εκκαλούμενο βούλευμά του, κατ' εσφαλμένη  και εσφαλμένη  ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου,  ήρε τη διαφωνία, που ανέκυψε μεταξύ του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και της Ανακρίτριας του 6ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, σχετικά με την εκτέλεση της από 15-2-2023   παραγγελίας του πρώτου για τη διενέργεια κύριας ανάκρισης, μετά την άσκηση ποινικής δίωξης, για τις αξιόποινες  πράξεις της απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση της οποίας η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη- εγκληματική δραστηριότητα κατ' εξακολούθηση και της εγκληματικής  οργάνωσης -συμμορίας  ( άρθρα 45, 98, 187 παρ. 3α ,386 παρ.1, εδ. β’, ΠΚ , 4 περ. ζ, 39 παρ. 1 περ. δ" Ν. 4557/2018)  , υπέρ της Ανακρίτριας,   ενώ   έπρεπε, ορθά   ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο , να  άρει τη διαφωνία που ανέκυψε μεταξύ του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και της Ανακρίτριας του 6ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης υπέρ του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Ειδικότερα:

Κατά τη διάταξη του άρθρου 464 Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος στον οποίον ρητά από το νόμο παρέχεται το δικαίωμα αυτό, ενώ  κατά τις διατάξεις των άρθρων 479 και 480  Κ.Π.Δ. ο εισαγγελέας εφετών μπορεί να προσβάλει με έφεση οποιοδήποτε βούλευμα του συμβουλίου πλημμελειοδικών,  μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από την έκδοσή του .   

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 474 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση(ή το βούλευμα), ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου .... και στην περιφέρεια των οποίων και κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος  …….. Για τη δήλωση αυτή συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που τη δέχεται………..».

Η κρινόμενη έφεση στρέφεται κατά βουλεύματος που υπόκειται σε έφεση από τον Εισαγγελέα Εφετών ,  ασκήθηκε δε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473, 474 και 479 Κ.Π.Δ.),με δήλωση στη Γραμματέα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης,  στις  28-6-2023, εντός δηλαδή της νόμιμης προθεσμίας (το εκκαλούμενο βούλευμα εκδόθηκε στις 29-5-2023), συντάχθηκε δε σχετικά  η με αριθμό 9/28-6-2023 έκθεση έφεσης, η οποία υπογράφεται από εμάς και την παραπάνω γραμματέα και σ’ αυτή (έκθεση έφεσης)  διατυπώνονται οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε το ένδικο αυτό μέσο.

Κατά συνέπεια, η  κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της. 

Σύμφωνα με τη διάταξη του  άρθρου 247 του Κ.Π.Δ. «Διαφωνία του ανακριτή»: «Ο ανακριτής έχει το δικαίωμα να μην εκτελέσει την παραγγελία του εισαγγελέα για την ενέργεια κύριας ανάκρισης, μόνο αν θεωρεί τον εαυτό του αναρμόδιο ή αν η πράξη δεν έχει αξιόποινο χαρακτήρα ή αν παραγράφηκε το αξιόποινο ή αν υπάρχουν λόγοι που εμποδίζουν ή αναστέλλουν την ποινική δίωξη. Στις περιπτώσεις αυτές, για τη διαφωνία αποφασίζει το δικαστικό συμβούλιο».

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 27 παρ. 1, 43 παρ. 1, 246 παρ. 1, 247 και 307α ΚΠΔ προκύπτει ότι η ποινική δίωξη ασκείται στο όνομα της Πολιτείας από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, ο οποίος, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, είναι ανεξάρτητος από κάθε άλλη αρχή καθώς και από το δικαστήριο στο οποίο υπηρετεί. Την κύρια ανάκριση διενεργεί μόνο ο ανακριτής μετά από γραπτή παραγγελία του εισαγγελέα, η οποία καθορίζει και εξειδικεύει την αξιόποινη πράξη και την ποινική διάταξη που την προβλέπει. Ο ανακριτής έχει δικαίωμα να μην εκτελέσει την παραγγελία του εισαγγελέα για τη διενέργεια κύριας ανάκρισης, μόνο αν θεωρεί τον εαυτό του αναρμόδιο ή αν η πράξη δεν έχει αξιόποινο χαρακτήρα ή αν παραγράφηκε το αξιόποινο ή αν υπάρχουν λόγοι που εμποδίζουν ή αναστέλλουν την ποινική δίωξη. Στις περιπτώσεις αυτές, για την διαφωνία αποφασίζει το δικαστικό συμβούλιο.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται από τον εισαγγελέα, ο δε ανακριτής οφείλει να συμμορφωθεί προς τη νόμιμη εισαγγελική παραγγελία για κύρια ανάκριση, άλλως παραβιάζεται το άρθρο 43 ΚΠΔ που προβλέπει ως τρόπο κίνησης της ποινικής δίωξης την παραγγελία για διενέργεια κυρίας ανάκρισης. Δικαίωμα να μην εκτελέσει την παραγγελία του εισαγγελέα έχει ο ανακριτής στις τέσσερις (4) ως άνω περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις της διάταξης του άρθρου 247 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων η ύπαρξη λόγων που εμποδίζουν την άσκηση της ποινικής δίωξης, καθώς και η αναρμοδιότητα αυτού, περιπτώσεις που ανάγονται στη νομιμότητα της προς αυτόν παραγγελίας του εισαγγελέα, δεν δικαιούται δε να διαφωνήσει ως προς την σκοπιμότητα της παραγγελίας προς ενέργεια κυρίας ανάκρισης.  Οι λόγοι άρνησης εκτέλεσης της εισαγγελικής παραγγελίας για διενέργεια κύριας ανάκρισης αναφέρονται στο άρθρο 247 ΚΠΔ περιοριστικά, σύμφωνα με όσα εκτίθενται  παραπάνω , και ερμηνεύονται στενά, καθώς παρακωλύουν την πρόοδο της ποινικής δίκης, είναι δε αυτοί: 

α)  Η αναρμοδιότητα. Ο ανακριτής μπορεί να είναι αναρμόδιος καθ΄ ύλη ή κατά τόπο για τη διενέργεια κύριας ανάκρισης. Καθ’ ύλη αναρμόδιος είναι ο ανακριτής   στην περίπτωση που η παραγγελία του εισαγγελέα αφορά (χωρίς βέβαια να υφίσταται συναφές κακούργημα ή πλημμέλημα για το οποίο μπορεί να παραγγελθεί κύρια ανάκριση)    τη διενέργεια  κύριας ανάκρισης για πλημμέλημα για το οποίο δεν προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής προσωρινής κράτησης ή περιοριστικών όρων , λόγω προβλεπόμενης ποινής (άρθρο 246 παρ.2 , σε συνδυασμό με άρθρα 286 παρ.2 και  283 παρ.2 Κ.Π.Δ.), όπως και στην περίπτωση που   ο κατηγορούμενος ανήκει στη δικαιοδοσία της στρατιωτικής δικαιοσύνης  . Τα όρια της  κατά τόπο αρμοδιότητας του ανακριτή ,συμπίπτουν με τα όρια της κατά τόπο αρμοδιότητας του Πρωτοδικείου στο οποίο είναι διορισμένος ( αντίστοιχα  στην περίπτωση του άρθρου 28 Κ.Π.Δ. , όρια της  κατά τόπο αρμοδιότητας του εφέτη που ορίστηκε από την ολομέλεια του εφετείου να εκπληρώσει καθήκοντα ανακριτή σε συγκεκριμένη υπόθεση, συμπίπτουν με τα όρια της κατά τόπο αρμοδιότητας του  Εφετείου στο οποίο είναι διορισμένος).    

β)Ο μη αξιόποινος χαρακτήρας της πράξης. Ο λόγος αυτός δεν αφορά την ουσιαστική βασιμότητα της κατηγορίας. Ο ανακριτής έχει δικαίωμα να διαφωνήσει μόνο στην περίπτωση κατά την οποία τα πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, δεν μπορούν να μεταφραστούν σε πλήρες αξιόποινο κατ’ άρθρο 14 Π.Κ. ή όταν , μετά τη συγκρότηση της τελικά άδικης και τελικά καταλογιστής πράξης ,η ποινή εμφανίζεται ως μη άξια να επιβληθεί λόγω συνδρομής κάποιου λόγου συνδρομής κάποιου λόγου εξάλειψης του αξιοποίνου, όπως οριστική έλλειψη έγκλησης, αμνηστία. Και γι’ αυτόν το λόγο, όπως και για όλους τους  λόγους διαφωνίας του άρθρου 247 ΚΠΔ, η κρίση του ανακριτή ως προς το μη αξιόποινο χαρακτήρα της πράξης πρέπει να διαμορφωθεί κατά το χρόνο λήψης της παραγγελίας του εισαγγελέα και όχι κατά την πρόοδο της ανάκρισης.

γ)Η παραγραφή του αξιοποίνου. Η παραγραφή συνιστά λόγο εξάλειψης του αξιοποίνου. Αυτονόητο είναι ότι η εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω παραγραφής πρέπει να προκύπτει με βέβαιο, δηλαδή με ανεπίδεκτο αμφισβήτησης τρόπο .

δ) Η   ύπαρξη λόγων που εμποδίζουν ή αναστέλλουν την ποινική δίωξη. Στους λόγους που εμποδίζουν την ποινική δίωξη έχει κριθεί ότι συγκαταλέγονται η ύπαρξη δικονομικών εμποδίων (κωλυμάτων), όπως η εκκρεμοδικία ή το δεδικασμένο, η έλλειψη της έγκλησης, η ετεροδικία και η έλλειψη άδειας, όταν αυτή απαιτείται,  η πράξη αποχής από την ποινική δίωξη , κατ’ άρθρα 45 επ. ΚΠΔ . Αντίστοιχα λόγοι αναστολής της ποινικής δίωξης αποτελούν η   ύπαρξη απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης, κατ’ άρθρο 29 ΚΠΔ, η πράξη του Εισαγγελέα κατ’ άρθρο 44 ΚΠΔ     ( Μ. Παπαχρήστου, σε Λ. Μαργαρίτη  , Ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο   , Τόμος  Πρώτος, Έκδ. 2020, άρθρο 247, σελ.1388, 1389).

Δηλαδή λόγο  άρνησης εκτέλεσης της εισαγγελικής παραγγελίας για διενέργεια κύριας ανάκρισης  από τον ανακριτή δεν  αποτελεί  η επέλευση απόλυτης ακυρότητας κατ’ άρθρο 171 ΚΠΔ κατά την προηγηθείσα αστυνομική προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση, ακυρότητα η οποία , σε κάθε περίπτωση  κηρύσσεται από το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο και όχι από τον Ανακριτή .   Ο ανακριτής, κατά τη διατύπωση της κατ’ άρθρο 247 ΚΠΔ διαφωνίας του για την νομιμότητα της προς αυτόν εισαγγελικής παραγγελίας, βασίζεται σε στοιχεία που προκύπτουν από την παραγγελία ή τη μήνυση ή την αναφορά και δεν προβαίνει σε ουσιαστική εκτίμηση των στοιχείων της δικογραφίας, διότι η εκτίμηση αυτή ανήκει στον αρμόδιο για την κίνηση της ποινικής δίωξης εισαγγελέα, ο οποίος δεν μπορεί να παρακωλυθεί ή να εξαναγκασθεί στη διενέργεια κάποιας από τις πράξεις που συνιστούν την άσκηση της ποινικής δίωξης.  Εξάλλου, η άρση μιας διαφωνίας εισαγγελέα και ανακριτή κατ' άρθρα 247 και 307α ΚΠΔ διακρίνεται σαφώς από την κήρυξη ακυρότητας από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, κατ' άρθρο 176 παρ. 1 ΚΠΔ.

Η επιστροφή δε της δικογραφίας από τον Ανακριτή με ανεκτέλεστη την εισαγγελική παραγγελία και την απαρίθμηση των ενεργειών που κατά την κρίση του κ. Ανακριτή πρέπει να προηγηθούν πριν  τη σχετική παραγγελία για διενέργεια κύριας ανάκρισης, αντιστρέφει κατ΄ ουσίαν τη δικονομική θέση του παραγγέλλοντος. Αντί δηλαδή, όπως ορίζει το άρθρο 246 παρ. 1 ΚΠΔ να παραγγέλλει ο εισαγγελέας στον ανακριτή τη διενέργεια κύριας ανάκρισης (παραγγέλλοντας ακόμη και συμπληρωματική κύρια ανάκριση προς αναζήτηση των αγνώστων δραστών, αν κρίνει ότι πρέπει να διεξαχθούν περαιτέρω ανακριτικές πράξεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην εξακρίβωση των στοιχείων ταυτότητάς τους), κατ’ αποτέλεσμα καλείται ο εισαγγελέας να εκτελέσει τις αναφερόμενες στο διαβιβαστικό έγγραφο του ανακριτή ανακριτικές πράξεις, στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης, προκειμένου μόνο υπό τις προϋποθέσεις που του θέτει εγγράφως ο   ανακριτής να καταστεί εφικτό να διενεργηθεί στη συνέχεια κύρια ανάκριση για τη διαλεύκανση του ερευνώμενου κακουργήματος.

Περαιτέρω, όσον αφορά την  κίνηση  ποινικής δίωξης σε βάρος άγνωστων δραστών με παραγγελία για διενέργεια κύριας ανάκρισης, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα:  

Για την επέλευση ακυρότητας, κατ’ άρθρο 171 παρ. 1δ ΚΠΔ, από την παραβίαση των δικαιωμάτων του υπόπτου, το ίδιο το άρθρο 244 παρ. 1 ΚΠΔ ορίζει ότι πρέπει προηγουμένως να έχει καταστεί «ορισμένο» πρόσωπο ύποπτος, όπως προκύπτει από τις διατυπώσεις «μήνυση ή έγκληση κατά ορισμένου προσώπου» και «αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξης». Η ιδιότητα του υπόπτου, λοιπόν, προϋποθέτει να έχει καταστεί ορισμένο το πρόσωπο σε βάρος του οποίου αποδίδεται η τέλεση αξιόποινης πράξης και πριν εξακριβωθούν τα στοιχεία ταυτότητας των δραστών, αυτοί δεν αποκτούν την ιδιότητα του υπόπτου και δεν απονέμονται σε αυτούς δικονομικά δικαιώματα από το άρθρο 244 παρ. 1 ΚΠΔ. Σε διαφορετική περίπτωση ,  αν δηλαδή γίνει δεκτό  ότι πρέπει πρώτα να εξακριβώνονται τα στοιχεία ταυτότητας των υπόπτων και στη συνέχεια, μετά τη λήψη ανωμοτί εξηγήσεων από αυτούς να παραγγέλλεται η διενέργεια κύριας ανάκρισης, τότε ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών δεν θα επιτρεπόταν (με ποινή απόλυτης ακυρότητας) σε δικογραφία που σχηματίστηκε κατά άγνωστου δράστη να παραγγείλει ούτε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, πριν εξακριβωθούν τα στοιχεία ταυτότητας των υπόπτων, καθώς ο κάθε ύποπτος έχει δικαίωμα να ζητήσει την εξαίρεση του πραγματογνώμονα κατ’ άρθρα 191 και 192 ΚΠΔ και πρέπει να του γνωστοποιείται εγγράφως το όνομά του. Η επέλευση όμως ακυρότητας κατ’ άρθρο 171 παρ. 1δ ΚΠΔ από την παράλειψη γνωστοποίησης του ονόματος του πραγματογνώμονα σε άγνωστους δράστες δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Αντίστοιχα, εξάλλου, ισχύουν και για το δικαίωμα του υπόπτου να διορίσει τεχνικό σύμβουλο κατ’ άρθρο 204 παρ. 1 ΚΠΔ. Δεν θα μπορούσε βάσιμα να υποστηριχθεί ότι παραβιάζεται το δικαίωμα του άγνωστου δράστη να διορίσει τεχνικό σύμβουλο, αν απαιτείται να διενεργηθεί σχετική πραγματογνωμοσύνη.   Εξάλλου, η επιχειρηματολογία περί επέλευσης απόλυτης ακυρότητας για παραβίαση των δικαιωμάτων του άγνωστου δράστη από τη μη λήψη εξηγήσεων κατά την προκαταρκτική εξέταση, αν γίνει αποδεκτή, οδηγεί στο δικονομικό αδιέξοδο να μην επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να παραγγελθεί η διενέργεια κύριας ανάκρισης κατ’ αγνώστων δραστών, καθώς γι' αυτόν ακριβώς το λόγο παραγγέλλεται, για να διενεργήσει ο ανακριτής ανακριτικές πράξεις για την εξακρίβωση των στοιχείων ταυτότητάς τους κατ’ άρθρο 251 παρ. 1 ΚΠΔ (που ορίζει ότι ο ανακριτής οφείλει χωρίς χρονοτριβή να συγκεντρώνει πληροφορίες όχι μόνο για το έγκλημα, αλλά και για τους υπαιτίους του), ενώ ο ανακριτής, υιοθετώντας την παραπάνω επιχειρηματολογία, θα αρνείται πάντοτε τη διενέργεια κύριας ανάκρισης σε περιπτώσεις αγνώστων δραστών, επιστρέφοντας τη δικογραφία στον εισαγγελέα για να τους αναζητήσει εκείνος στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης, καθιστώντας με τον τρόπο αυτό ανεφάρμοστη τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 5 ΚΠΔ.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου  άρθρο 248 παρ. 2 εδ. β’ ΚΠΔ, σύμφωνα με την οποία για την πληρέστερη διερεύνηση της υπόθεσης ο ανακριτής «δικαιούται να ενεργήσει νέες ανακριτικές πράξεις εξ ιδίας πρωτοβουλίας»  και όχι να αρνηθεί τη διενέργεια κύριας ανάκρισης, προκειμένου οι ανακριτικές αυτές πράξεις να διενεργηθούν στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης από τον εισαγγελέα που του χορήγησε την παραγγελία, γιατί τέτοιο δικαίωμα δεν του παρέχει το άρθρο 247 ΚΠΔ, ισχυριζόμενος μάλιστα ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα κατ’ άρθρο 171 παρ. 1δ ΚΠΔ, λόγω παραβίασης δικονομικών δικαιωμάτων των γνωστών κατηγορουμένων αλλά και προσώπων που δεν έχει εντοπίσει η μέχρι σήμερα ποινική προδικασία, ώστε να τους απονείμει υπερασπιστικά δικαιώματα.

Όλα τα παραπάνω δέχτηκε το ίδιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα , με το προγενέστερο(αδημοσίευτο) με αριθμό  1016/2022 βούλευμά του (βλ. και ΣυμβΠλημΡόδου148/2015 , Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών   ΝΟΜΟΣ).

Τέλος  κατά  τις διατάξεις του άρθρο  244 Κ.Π.Δ. «  Δικαιώματα του υπόπτου κατά την προκαταρκτική εξέταση»  1. Αν η προκαταρκτική εξέταση διενεργείται ύστερα από μήνυση ή έγκληση κατά ορισμένου προσώπου ή αν κατά τη διάρκειά της αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξης, το πρόσωπο αυτό καλείται υποχρεωτικώς πριν από πέντε τουλάχιστον ημέρες αν κατοικεί ή διαμένει σε γνωστή διεύθυνση στο εσωτερικό και πριν από «δεκαπέντε» τουλάχιστον ημέρες αν κατοικεί ή διαμένει σε γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, για την παροχή εξηγήσεων και εξετάζεται χωρίς όρκο. Ο ύποπτος έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 89, 90, 91, 92 παρ. 1, 95, 96, 99 παρ. 1 εδ. α`, 2 και 4, 100, 101, 102, 103 και 104, καθώς και το δικαίωμα να διορίσει τεχνικό σύμβουλο σε περίπτωση διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης, εφαρμοζόμενης αναλόγως της διάταξης του άρθρου 183. Το δικαίωμα ενημέρωσης του υπόπτου περιλαμβάνει κατ` ελάχιστο τη γνωστοποίηση των ποινικών διατάξεων, η παραβίαση των οποίων διερευνάται, καθώς και των θεμάτων επί των οποίων θα παράσχει εξηγήσεις. Τα ως άνω δικαιώματά του μπορεί να ασκήσει είτε αυτοπροσώπως είτε εκπροσωπούμενος από συνήγορο που διορίζεται κατά το άρθρο 89 παρ. 2, εκτός αν θεωρείται αναγκαία η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του, κατά την κρίση εκείνου που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση. Οι διατάξεις των άρθρων 156 και 273 παρ. 1γ εφαρμόζονται αναλόγως. Εφόσον ο ύποπτος κλητεύθηκε νόμιμα και δεν εμφανίστηκε, η προκαταρκτική εξέταση περατώνεται και χωρίς την εξέτασή του.  2. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο κλήση προς παροχή εξηγήσεων για πράξη τιμωρούμενη σε βαθμό κακουργήματος, μπορεί να παραλειφθεί, αν από τα στοιχεία της προκαταρκτικής εξέτασης προκύπτει σαφώς ότι ο ύποπτος έχει σχεδιάσει την φυγή του ή την τέλεση νέων εγκλημάτων και έχουν προκύψει επαρκείς ενδείξεις για την άμεση άσκηση ποινικής δίωξης……….5. «Το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο»  επιλύει όλες τις διαφορές ή αμφισβητήσεις που προκύπτουν κατά την προκαταρκτική εξέταση μεταξύ του υπόπτου και εκείνου που υποστηρίζει την κατηγορία ή μεταξύ αυτών και του εισαγγελέα.

Από το συνδυασμό των   παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι στις περιπτώσεις των κακουργημάτων μπορεί να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων με την παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών προς τον Ανακριτή΄, μόνο εφόσον έχει προηγηθεί προκαταρκτική εξέταση ή αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση κατά το άρθρο 245 παρ.2 ΚΠΔ και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνησή της. Για να περαιωθεί νόμιμα η προκαταρκτική εξέταση απαιτείται η λήψη ανωμοτί εξηγήσεων του υπόπτου ή η κλήση του για να εξεταστεί ως ύποπτος και η παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας που του τέθηκε για να εμφανιστεί. Εξαίρεση εισάγει η παράγραφος 2 του άρθρου 244 ΚΠΔ, σύμφωνα με την οποία στις περιπτώσεις κακουργημάτων μπορεί να παραληφθεί η κλήση για παροχή εξηγήσεων, όταν προκύπτει σαφώς ότι ο ύποπτος έχει σχεδιάσει την φυγή του ή την τέλεση νέων εγκλημάτων και έχουν προκύψει επαρκείς ενδείξεις για την άμεση άσκηση ποινικής δίωξης.  Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νΚΠΔ,  με το άρθρο 244 ΚΠΔ, ο νομοθέτης επαναδιατύπωσε και συμπλήρωσε το άρθρο αυτό ως προς τα δικαιώματα του υπόπτου κατά την προκαταρκτική εξέταση, ενώ κατέστη υποχρεωτική πλέον η κλήτευση του τελευταίου για παροχή εξηγήσεων. Τούτο θεωρήθηκε επιβεβλημένο, ώστε να αφαιρεθεί οποιοδήποτε νομοθετικό έρεισμα στην ισχύουσα πρακτική που δεν αποδέχεται την ακυρότητα σε περίπτωση μη κλήτευσης του υπόπτου, όταν αυτός καθίσταται μετέπειτα κατηγορούμενος και έτσι αποκτά τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του σε μεταγενέστερο διαδικαστικό στάδιο. Ωστόσο, για λόγους κάλυψης συγκεκριμένων άμεσων διαδικαστικών αναγκών, προβλέφθηκε ειδικά στην παράγραφο  2 του άρθρου 244 ΚΠΔ ότι η «κλήση προς παροχή εξηγήσεων για πράξη τιμωρούμενη σε βαθμό κακουργήματος, μπορεί να παραλειφθεί, αν από τα στοιχεία της προκαταρκτικής εξέτασης προκύπτει σαφώς ότι ο ύποπτος έχει σχεδιάσει την φυγή του ή την τέλεση νέων εγκλημάτων και έχουν προκύψει επαρκείς ενδείξεις για την άμεση άσκηση ποινικής δίωξης».    Από την παραπάνω διάταξη  της παραγράφου 2 του άρθρου 244 ΚΠΔ καθίσταται σαφές  ότι   ο Εισαγγελέας που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση, ως έχων την απόλυτη εξουσία  , αποφασίζει τελικά, κατά την κρίση του, ποια από τις δύο διατάξεις θα εφαρμόσει ( της παραγράφου  1 ή της παραγράφου  2 του άρθρου  244 ΚΠΔ), δεδομένου ότι ο ίδιος ο νόμος ρητά του παρέχει τη δυνατότητα αυτή και  δύναται αυτός να  περατώσει την προκαταρκτική εξέταση χωρίς να ληφθούν   εξηγήσεις του ύποπτου, εφόσον κατά την κρίση του  συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα:

Μετά την υποβολή , ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ηλεκτρονικού  Εγκλήματος Βορείου Ελλάδος,  της από  10-8-2020 έγκλησης του  …….., κατοίκου Θεσσαλονίκης , σε βάρος προσώπων, τα οποία με επανειλημμένη  εξαπάτησή του , του απέσπασαν  το συνολικό ποσό των 440.000 ευρώ, το οποίο κατέβαλε σ’ αυτά κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Νοέμβριο του 2019 μέχρι και την 21-7-2020,  με τραπεζικά  εμβάσματα  από λογαριασμούς  που τηρεί στις τράπεζες “AMN AMRO BANK” και “Credit Suisse”, σε διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς  που του υπέδειξαν και τηρούνται στην  Ελβετία ,  τη Γαλλία και τη Γερμανία, και την , κατ’ άρθρο 245 παρ.2 ΚΠΔ, διενέργεια αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης, η δικογραφία που σχηματίστηκε υποβλήθηκε  στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης , ο οποίος με τις με αριθμούς  Α21-13638 από 18-5-2021 και Α21-13638 από 18-5-2021 παραγγελίες του, προς την ίδια αστυνομική υπηρεσία, παρήγγειλε  αρχική    τη διενέργεια και στη συνέχεια τη συνέχιση  προκαταρκτικής εξέτασης    προς διακρίβωση τελέσεως αξιοποίνων πράξεων και δη   απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση της οποίας η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και   εγκληματικής  οργάνωσης -συμμορίας . Ο ίδιος Εισαγγελέας εξέδωσε τη    με αριθμό Α21-13638/62/2021 πολλαπλή και προς διάφορες ευρωπαϊκές χώρες Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας, από την εκτέλεση της οποίας προέκυψαν τα στοιχεία  των δικαιούχων των τραπεζικών λογαριασμών στους οποίους ο εγκαλών  κατέθεσε, μετά από  εξαπάτησή του, τα χρηματικά ποσά  που ζημιώθηκε.

Μετά δε την επιστροφή της δικογραφίας από την Υποδιεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος Βορείου Ελλάδος, χωρίς να έχουν εξεταστεί ως ύποπτοι τα γνωστά μέχρι τότε πρόσωπα,  τα οποία  φέρονται ως  δικαιούχοι  των τραπεζικών λογαριασμών ,στους οποίους ο εγκαλών, με επανειλημμένη εξαπάτησή του, μετέφερε τα χρηματικά ποσά, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης   που διενεργούσε  την προκαταρκτική εξέταση, ως έχων την απόλυτη εξουσία  , αποφάσισε την εφαρμογή της διάταξης της   παραγράφου  2 του άρθρου  244 ΚΠΔ, δυνατότητα  που      ο ίδιος ο νόμος ρητά του παρείχε και αφού  πληρούνταν   οι σχετικές προϋποθέσεις εφαρμογής της  ,     περάτωσε  την προκαταρκτική εξέταση χωρίς να ληφθούν   εξηγήσεις των γνωστών  υπόπτων (αυτονόητο είναι ότι δεν υφίσταται δυνατότητα κλήσης και λήψης  ανωμοτί εξηγήσεων αγνώστων     εισέτι υπόπτων)και  άσκησε ποινική δίωξη ,  με την από 15-2-2023 παραγγελία του προς την Ανακρίτρια του 6ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών  Θεσσαλονίκης για διενέργεια κύριας ανάκρισης , για : α)απάτη από κοινού κατ' εξακολούθηση από την οποία η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά  το ποσό των 120.000 ευρώ,  νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη- εγκληματική δραστηριότητα κατ' εξακολούθηση και γ)   εγκληματική  οργάνωση -συμμορία  ( άρθρα 45, 98, 187 παρ. 3α ,386 παρ.1, εδ. β’, ΠΚ , 4 περ. ζ, 39 παρ. 1 περ. δ" Ν. 4557/2018), σε βάρος γνωστών και αγνώστων δραστών,  επειδή αφενός μεν  είχαν προκύψει επαρκείς ενδείξεις για την άμεση άσκηση ποινικής δίωξης ενοχής, αφετέρου δε έκρινε   ότι     οι δράστες    , οι οποίοι  οργανωμένα με την προσέγγιση του θύματος μέσω τηλεφώνου και διαδικτύου από  πάροχο μάλιστα    αφρικανικής χώρας, αλλά και μέσω ενός υπαρκτού δικτύου τραπεζικών λογαριασμών διαφόρων χωρών, το οποίο ήταν εκ των προτέρων έτοιμο, είχαν  καταστρώσει συγκεκριμένο σχέδιο και έχουν σχεδιάσει την  τέλεση όχι μόνο των συγκεκριμένων εγκλημάτων σε βάρος του εγκαλούντα , αλλά και σε βάρος άλλων ανυποψίαστων θυμάτων .

Η Ανακρίτρια του 6ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης όμως , χωρίς, σύμφωνα με εκθέτουμε παραπάνω, να έχει τέτοιο δικονομικό δικαίωμα ,   αρνήθηκε να εκτελέσει την παραπάνω παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης για διενέργεια κύριας ανάκρισης και επέστρεψε τη δικογραφία στον ίδιο Εισαγγελέα , με το με αριθμό πρωτ. 144/3-4-2023 έγγραφό της στο οποίο αναφέρει , κατά λέξη, τα εξής:  «Σας διαβιβάζουμε τη συνημμένη με αριθμό ΕΓ2-21/118 ποινική δικογραφία, κατ΄ άρθρο 247 ΚΠΔ σε συνδ. με 244, 171 παρ. 1 περ. β και δ΄ του ίδιου Κώδικα, με ανεκτέλεστη τη παραγγελία Σας, περί διενέργειας κύριας ανάκρισης, για λόγους που εμποδίζουν την ασκηθείσα ποινική δίωξη και συνίστανται στα κάτωθι ειδικότερα διαλαμβανόμενα: Μετά τη διενέργεια των με αριθμό Α21-13638 από 18-5-2021 και ΕΓ2-21/118 από 19-04-2022 παραγγελιών σας για διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις της απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση της οποίας η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη-εγκληματική δραστηριότητα κατ' εξακολούθηση και της εγκληματικής οργάνωσης σύμφωνα με τα άρθρα 386 παρ.1, εδ. β", 45, 98, 187 παρ. 3α ΠΚ και 4 περ. ζ, 39 παρ. 1 περ. δ" Ν. 4557/2018, ήτοι για κακουργήματα και πλημμελήματα  και με την υπ΄ αριθμ. ΕΓ2-2021/118 σχετική, παραγγέλθηκε η διενέργεια κύριας ανάκρισης. Οι κατηγορίες στρέφονται μεταξύ άλλων αγνώστων εισέτι στην ανάκριση προσώπων και κατά των: 1) …..  ,2)…..  , 3)  …., 4)  …………, 5)  …………,6)  …………………,7)  ………., 8)  ………….., 9)  …………….., 10)  …………….., 11)  ……………., 12)  ………….., 13)  …………….., όλων κατοίκων Γαλλίας σε γνωστές διευθύνσεις, όπως προκύπτει από το με αρ. πρωτ. 3023/26/Υ822-ξβ/23-1-2023 διαβιβαστικό της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος B. Ελλάδος και κατά των 1)  ………, 2)  …………. 3)  ……….., 4)  ………. ΚΑΙ 5)  …………., όλοι κάτοικοι Γαλλίας σε γνωστές διευθύνσεις πλην του τρίτου ο οποίος είναι κάτοικος Βελγίου επίσης σε γνωστή διεύθυνση όπως προκύπτει από το με αρ. πρωτ. 1465/22/ 1915363/17-09-2022 έγγραφο της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος Β. Ελλάδος, χωρίς ωστόσο να κληθούν οι ως άνω κατηγορούμενοι να εξεταστούν ως ύποπτοι, στο στάδιο της κατά παραγγελία Σας, διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης, στα πλαίσια Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας, για την παροχή εγγράφων εξηγήσεων,ήτοι κατά παράβαση της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 244 ΚΠΔ, η οποία θέτει ως υποχρεωτική την κλήση του κατηγορουμένου για την παροχή έγγραφων εξηγήσεων. Περαιτέρω, στην προκείμενη περίπτωση αφενός οι ως άνω κατηγορούμενοι κατηγορούνται και για πλημμελήματα (εκ των οποίων η εγκληματική οργάνωση υπάγεται στην αρμοδιότητα του  Τριμελούς Πλημμελειοδικείου)  για τα οποία δεν μπορεί να παραληφθεί η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ενώ ως προς το κακούργημα της απάτης (386 παρ. 1εδ. β" ΠΚ) ουδόλως αποδείχθηκε, δεδομένου, ότι ουδέν σχετικό αναφέρεται, τόσο στην εισαγγελική πρόταση, όσο και στην ασκηθείσα ποινική δίωξη, ότι οι προαναφερόμενοι αλλοδαποί κατηγορούμενοι τυγχάνουν ύποπτοι διαφυγής, δεδομένου ότι αυτοί ουδέποτε μετέβησαν στην Ελλάδα, όπως εξάλλου αποδεικνύεται από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού ή ότι έχουν σχεδιάσει την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων, ώστε να τύχει εφαρμογής η εξαίρεση της παρ. 2 του άρθρου 244 ΚΠΔ, ενόψει του ότι, ουδέν σχετικό προέκυψε από τα στοιχεία της δικογραφίας ούτε αναφέρεστε άλλωστε στην σχετική παραγγελία σας, ούτε εξάλλου χορηγήσατε τη σύμφωνη γνώμη Σας, κατ΄ άρθρο 276 παρ. 2 ΚΠΔ για την έκδοση εντάλματος σύλληψης εις βάρος τους. Κατ" ακολουθία των ανωτέρω και δεδομένου, ότι η παράλειψη λήψης ανωμοτί εξέτασης των υπόπτων και νυν κατηγορουμένων στα πλαίσια της διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατ΄ άρθρο 171 παρ. 1 περ. β΄ και δ΄  ΚΠΔ λόγω μη νομότυπης περάτωσης της προκαταρκτικής εξέτασης και λόγω παραβίασης των δικαιωμάτων εμφάνισης, εκπροσώπησης και υπεράσπισης των «υπόπτων» και νυν κατηγορουμένων που παρέχονται από το νόμο και τις Διεθνείς και ως εκ τούτου, Σας διαβιβάζουμε αρμοδίως τη συνημμένη ποινική δικογραφία, κατ΄ άρθρο 247 ΚΠΔ σε συνδ. με 171 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, με ανεκτέλεστη τη σχετική παραγγελία Σας».

Στη συνέχεια η διαφωνία αυτή μεταξύ του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και της Ανακρίτριας του 6ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, εισήχθη στο αρμόδιο  Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 247 εδ.β’, 305 και 307 α Κ.Π.Δ. , με τη με αριθμό (718) ΕΓ2-21/118/9-5-2023 πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και αυτό (Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης) με το προσβαλλόμενο με αριθμό 755/2023 βούλευμά του , το οποίο εκδόθηκε στις 29-5-2023, ήρε τη διαφωνία, που ανέκυψε μεταξύ του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και της Ανακρίτριας του 6ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, σχετικά με την εκτέλεση της από 15-2-2023  παραγγελίας του πρώτου για τη διενέργεια κύριας ανάκρισης,  υπέρ της Ανακρίτριας, δεχόμενο κατά λέξη τα εξής : «Παραδεκτά και νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 2 - 4, 138§1 και 307 περ. α’, δ΄ ΚΠΔ, εισάγεται στο Συμβούλιο, με την προπαρατεθείσα πρόταση του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, η με αριθμό ΕΓ2-21/118/23 ανακριτική δικογραφία, για τα ποινικά αδικήματα α) της απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση, της οποίας η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 386 παρ. 1 εδ. β, 45, 98 ΠΚ), β) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα με αντικείμενο της νομιμοποίησης που υπερβαίνει συνολικά σε αξία το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, κατ' εξακολούθηση (κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό - άρθρ. 4 περ. ζ', 39 παρ. ι περ. β υποπερ. αα' Ν. 4557/18 και 98 ΠΚ) και γ) της εγκληματικής οργάνωσης (άρθρ. 187 παρ. 3α ΠΚ), μετά την άρνηση της Ανακρίτριας του 6ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης να εκτελέσει την παραγγελία του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με την αιτιολογία ότι έχει εμφιλοχωρήσει απόλυτη ακυρότητα κατά την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα, λόγω μη νομότυπης περάτωσης της προκαταρκτικής εξέτασης, που συνίσταται στην παράλειψη κλήτευσης του υπόπτου για παροχή εξηγήσεων. Στο άρθρο 43 παρ. 1 του νέου ΚΠΔ επαναλήφθηκε η διατύπωση που ίσχυε και υπό το καθεστώς του προϊσχύοντος ΚΠΔ στην ταυτάριθμη διάταξη και επιβεβαιώθηκε εκ νέου πλήρως ο υποχρεωτικός χαρακτήρας που προσδίδεται στην προηγούμενη παραγγελία για διεξαγωγή προκαταρκτικής εξέτασης, στις περιπτώσεις των κακουργημάτων. Μετά τη θέση σε ισχύ του νέου ΚΠΔ επαναφέρθηκε εκ νέου η εν λόγω δικονομική υποχρέωση, που συνιστά ταυτόχρονα και προϋπόθεση της σύννομης κίνησης της ποινικής δίωξης, και στα πλημμελήματα αρμοδιότητας Τριμελούς Πλημμελειοδικείου. Ειδικότερα: Στη διάταξη του άρθρου 43 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, υπό τον τίτλο «έναρξη της ποινικής δίωξης», όπως αυτό είχε αρχικά αντικατασταθεί με το άρθρο 4 Ν.3160/2003 και στη συνέχεια τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 Ν.3904/2010 και αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 27§3 του Ν.4055/2012, προβλεπόταν ότι: «1.0 εισαγγελέας όταν λάβει τη μήνυση ή την αναφορά, κινεί την ποινική δίωξη, παραγγέλλοντας προανάκριση ή ανάκριση ή εισάγοντας την υπόθεση με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, όπου αυτό προβλέπεται. Σε κακουργήματα κινεί την ποινική δίωξη μόνο εφόσον έχουν ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή προανακριτικές πράξεις κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 243 και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη. Αν έχει προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση ή υπάρχει πόρισμα ή έκθεση ελέγχου του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης ή Σώματος ή Υπηρεσίας Επιθεώρησης και Ελέγχου των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3074/2002 (Α` 296) και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη, μπορεί να μην ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση.» Ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της προκαταρκτικής εξέτασης συνιστά από το έτος 2003 και μετά σταθερό χαρακτηριστικό, αλλά και δικονομικά αναγκαίο προαπαιτούμενο της διαδικασίας κίνησης της ποινικής δίωξης. Η προκαταρκτική εξέταση κατέστη έκτοτε αναγκαίο και αναπόσπαστο δικονομικό προστάδιο της ποινικής διαδικασίας, το οποίο δεν επιτρέπεται να παρακαμφθεί. Ως προαπαιτούμενο της έγκυρης κίνησης της ποινικής δίωξης επιβάλλεται να προηγείται αυτής σε κάθε περίπτωση που ο νόμος ορίζει. Η διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης δεν επιτρέπεται να παραλειφθεί ή να παρακαμφθεί, εκτός αν συντρέχει μια από τις αναφερόμενες και αποκλειστικά απαριθμούμενες στον νόμο περιπτώσεις, που θεωρούνται δικονομικά ισοδύναμες με την προκαταρκτική εξέταση (προανακριτικές πράξεις κατά την παρ. 2 του άρθρου 243 ΚΔΠ, ένορκη διοικητική εξέταση κλπ.).Τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της προηγούμενης παραγγελίας προκαταρκτικής εξέτασης, πριν κινηθεί ποινική δίωξη από τον εισαγγελέα σε κάθε περίπτωση, επανέλαβε αυτούσιο και επιβεβαίωσε πλήρως ο νέος ΚΠΔ. Έτσι, στο άρθρο 43 του νέου ΚΠΔ, που αποτελεί αναμφίβολα «διάταξη που καθορίζει την κίνηση της ποινικής δίωξης», προβλέπεται σήμερα ότι: «1. Ο εισαγγελέας όταν λάβει τη μήνυση ή την αναφορά, κινεί την ποινική δίωξη, παραγγέλλοντας ανάκριση ή εισάγοντας την υπόθεση με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, όπου αυτό προβλέπεται ή διαβιβάζοντας τη δικογραφία στον εισαγγελέα εφετών στην περίπτωση της επόμενης παραγράφου ή υποβάλλοντας αίτηση για την έκδοση ποινικής διαταγής (άρθρο 409). Στα κακουργήματα ή πλημμελήματα αρμοδιότητας τριμελούς πλημμελειοδικείου, καθώς και στα πλημμελήματα αρμοδιότητας τριμελούς εφετείου (άρθρο 111 παρ. 6), κινεί την ποινική δίωξη μόνο εφόσον έχουν ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή αυτεπάγγελτη προανάκριση κατά το άρθρο 245 παρ. 2 και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνησή της. Αν έχει προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση ή υπάρχει πόρισμα ή έκθεση ελέγχου του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης ή του Σώματος ή Υπηρεσίας Επιθεώρησης και Ελέγχου των φορέων της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3074/2002 και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη, μπορεί να μην ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση, εφόσον η ποινική δίωξη που πρόκειται να ασκηθεί αναφέρεται σε πράξεις ίδιες με εκείνες για τις οποίες διενεργήθηκε η Ε.Δ.Ε ή αναφέρονται στο πόρισμα ή την έκθεση ελέγχου.». Περαιτέρω, στο άρθρο 244 του ΚΠΔ, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον νόμο 4637/2019, ορίζονται τα εξής: «1. Αν η προκαταρκτική εξέταση διενεργείται ύστερα από μήνυση ή έγκληση κατά ορισμένου προσώπου ή αν κατά τη διάρκειά της αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξης, το πρόσωπο αυτό καλείται υποχρεωτικώς πριν από πέντε τουλάχιστον ημέρες αν κατοικεί ή διαμένει σε γνωστή διεύθυνση στο εσωτερικό και πριν από δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες αν κατοικεί ή διαμένει σε γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, για την παροχή εξηγήσεων και εξετάζεται χωρίς όρκο. Ο ύποπτος έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 89, 90, 91, 92 παρ. 1, 95, 96, 99 παρ. 1 εδ. α`, 2 και 4, 100, 101, 102, 103 και 104, καθώς και το δικαίωμα να διορίσει τεχνικό σύμβουλο σε περίπτωση διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης, εφαρμοζόμενης αναλόγως της διάταξης του άρθρου 183. Το δικαίωμα ενημέρωσης του υπόπτου περιλαμβάνει κατ` ελάχιστο τη γνωστοποίηση των ποινικών διατάξεων, η παραβίαση των οποίων διερευνάται, καθώς και των θεμάτων επί των οποίων θα παράσχει εξηγήσεις. Τα ως άνω δικαιώματά του μπορεί να ασκήσει είτε αυτοπροσώπως είτε εκπροσωπούμενος από συνήγορο που διορίζεται κατά το άρθρο 89 παρ. 2, εκτός αν θεωρείται αναγκαία η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του, κατά την κρίση εκείνου που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση. Οι διατάξεις των άρθρων 156 και 273 παρ. 1γ εφαρμόζονται αναλόγως. Εφόσον ο ύποπτος κλητεύθηκε νόμιμα και δεν εμφανίστηκε, η προκαταρκτική εξέταση περατώνεται και χωρίς την εξέτασή του. 2. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο κλήση προς παροχή εξηγήσεων για πράξη τιμωρούμενη σε βαθμό κακουργήματος, μπορεί να παραλειφθεί, αν από τα στοιχεία της προκαταρκτικής εξέτασης προκύπτει σαφώς ότι ο ύποπτος έχει σχεδιάσει την φυγή του ή την τέλεση νέων εγκλημάτων και έχουν προκύψει επαρκείς ενδείξεις για την άμεση άσκηση ποινικής δίωξης». Εξάλλου, σύμφωνα µε το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. β` Κ.Π.Δ., ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα. Συνεπώς, η παραβίαση των διατάξεων που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης µε έναν από τους ειδικότερα μνημονευομένους στο άρθρο 43 παρ. 1 του ΚΠΔ τρόπους, άρα και στην περίπτωση που δεν τηρήθηκε η υποχρέωση για προηγούμενη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, προκαλεί, σύμφωνα με την απολύτως κρατούσα στη νομολογία και στη θεωρία άποψη, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (βλ. έτσι ΣυμβΕφΘεσ 843/2009, ΠραξΛογΠΔ 2010, σελ. 9, ΣυμβΠλημΚεφαλ 84/2008, ΠοινΔικ 2009, σ.590 και Αρμ 2009, σελ. 1233, ΣυμβΠλημΑθ 3572/2007.ΝοΒ 2009, σελ. 663 και σύμφωνες παρατηρήσεις Χούρσογλου, ΣυμβΠλημΧαλκιδας 203/2007, ΠοινΔικ 2007, σ.841, ΣυμβΠλημΗρακ 7/2007, ΠΧρ 2009, σελ. 66, ΣτρατοδΘεσ 78/2006, ΠΧρ 2009, σελ.177, ΣυμβΠλημΑθ 1546/2007 και ΣυμβΠλημΑθ 3893/2006 (αδημοσ.) που αναφέρονται από την Π.Παπανδρέου, στην ερμηνεία του άρθρου 171, πλαγιάρ.7, σε Λ.Μαργαρίτη, Ερμηνεία ΚΠΔ 2021, τομ.Ι, Παπαδαμάκη, Ποινική Δικονομία, σελ. 240, Δαλακούρα, ΠΧρ 2004, σελ. 587 σημ.15, Α.Κονταξή, ΚΠΔ, υπό το άρθρο 43, σελ. 494, Τσιρίδη, Ο νέος νόμος για την επιτάχυνση της ποινικής δίκης, 2005, σελ. 53), που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη σε κάθε στάδιο της προδικασίας. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ΄ του ΚΠΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από τον νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε.». Ακολούθως, στο άρθρο 174 παρ. 1 του ΚΠΔ, προβλέπεται ότι «Η απόλυτη ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και στον Άρειο Πάγο. Αν η απόλυτη ακυρότητα αναφέρεται σε πράξεις της προδικασίας, μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως ή να προταθεί ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο». Τέλος, στο άρθρο 247 του ΚΠΔ ορίζεται ότι «Ο ανακριτής έχει το δικαίωμα να μην εκτελέσει την παραγγελία του εισαγγελέα για την ενέργεια κύριας ανάκρισης, μόνο αν θεωρεί τον εαυτό του αναρμόδιο ή αν η πράξη δεν έχει αξιόποινο χαρακτήρα ή αν παραγράφηκε το αξιόποινο ή αν υπάρχουν λόγοι που εμποδίζουν ή αναστέλλουν την ποινική δίωξη». Στις περιπτώσεις αυτές, για τη διαφωνία αποφασίζει το δικαστικό συμβούλιο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τα αποδεικτικά στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προέκυψαν τα ακόλουθα: ο  ………., με την από 10.8.2020 έγκλησή του ισχυρίζεται ότι εξαπατήθηκε επανειλημμένα από άγνωστο πρόσωπο, το οποίο τον προσέγγισε ως γυναίκα με στοιχεία " …….." και με ψευδείς διαβεβαιώσεις κατάφερε να του αποσπάσει αρχικά 600 Ευρώ και στη συνέχεια ακόμη 280.000 Ευρώ. Ακολούθως, με τον ίδιο τρόπο, έτερη γυναίκα, φερόμενη με στοιχεία " ………….“ και σε συνέχεια της επικοινωνίας του με την πρώτη, του απέσπασε ακόμη 160.000 Ευρώ περίπου και έτσι συνολικά του απέσπασαν μέσω μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και μέσω τηλεφωνημάτων (από παρόχους της Ακτής Ελεφαντοστού), το συνολικό ποσό των 440.000 Ευρώ με διάφορες καταβολές, που πραγματοποιήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από το Νοέμβριο του 2019 μέχρι και την 21.7.2020. Οι καταβολές αυτές πραγματοποιήθηκαν μέσω τραπεζικών εμβασμάτων από λογαριασμούς του εγκαλούντος, που ο ίδιος τηρεί στις τράπεζες "ΑBΝ AMRO ΒΑΝΚ" και Credit Suisse" σε διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς της Ελβετίας της Γαλλίας και της Γερμανίας όπως αυτοί αναφέρονται αναλυτικά στην ως άνω κατάθεσή του. Κατόπιν τούτων, εκδόθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης η με αριθ. Α21-13638/62/2021 πολλαπλή και προς διάφορες ευρωπαϊκές χώρες Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας, από την εκτέλεση της οποία προέκυψαν μεταξύ άλλων άγνωστων μέχρι στιγμής δραστών, τα εξής ονόματα των δικαιούχων των τραπεζικών λογαριασμών, όπου κατατέθηκαν τα χρήματα μέσω των εμβασμάτων του παθόντος: 1) …..  ,2)…..  , 3)  …., 4)  …………, 5)  …………,6)  …………………,7)  ………., 8)  ………….., 9)  …………….., 10)  …………….., 11)  ……………., 12)  ………….., 13)  ……………..,  άπαντες φερόμενοι ως κάτοικοι Γαλλίας. Ακολούθως, με την από 15.02.2023 παραγγελία του, ο ενταύθα Εισαγγελέας άσκησε ποινική δίωξη για τα αδικήματα α) της απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση, της οποίας η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 Ευρώ κατ' εξακολούθηση, β) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ' εξακολούθηση και γ) της εγκληματικής οργάνωσης. Εν συνεχεία, η ανακρίτρια επέστρεψε περαιωμένη τη δικογραφία με το με αριθ. πρωτ. 144/03.04.2023 έγγραφό της, αρνούμενη να εκτελέσει την ως άνω εισαγγελική παραγγελία, ισχυριζόμενη ότι έχει εμφιλοχωρήσει απόλυτη ακυρότητα κατά την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα, λόγω μη νομότυπης περάτωσης της προκαταρκτικής εξέτασης, που συνίσταται στην παράλειψη κλήτευσης των υπόπτων για παροχή εξηγήσεων. Με βάση τα ως άνω εκτεθέντα, στην προκειμένη περίπτωση, η κίνηση της ποινικής δίωξης πάσχει από απόλυτη ακυρότητα, διότι δεν κλήθηκαν, όπως ήταν υποχρεωτικό, μετά την ισχύ του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, τα κατανομαζόμενα στην έγκληση πρόσωπα, προκειμένου να παράσχουν εξηγήσεις και να ασκήσουν τα κατά το άρθρο 244 ΚΠΔ δικαιώματά τους, γεγονός που επισύρει την κύρωση του άρθρου 171 παρ.1 εδ. β και δ΄ ΚΠΔ. Η προεκτεθείσα δε απόλυτη ακυρότητα λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη σε κάθε στάδιο της ποινικής προδικασίας και για τον λόγο αυτό συνιστά λόγο, που εμποδίζει την ποινική δίωξη, σύμφωνα με όσα προβλέπει το άρθρο 241 παρ.1 του ΚΠΔ. Η μεταγενέστερη δε άσκηση από τον εισαγγελέα ποινικής δίωξης για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα με αντικείμενο της νομιμοποίησης που υπερβαίνει συνολικά σε αξία το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, κατ' εξακολούθηση, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό (άρθρ. 4 περ. ζ', 39 ξ ι περ. β υποπερ. αα' ν. 4557/18 και 98 ΠΚ), που έλαβε χώρα μετά την διαφωνία της ανακρίτριας και την οποία επικαλείται η εισαγγελική πρόταση, σύμφωνα με την οποία υφίστανται επαρκείς ενδείξεις για την τέλεση κακουργηματικών πράξεων, ουδεμία επιρροή ασκεί στην προκειμένη περίπτωση, ενώ παραβλέπει ότι σύμφωνα με την νέα διάταξη του άρθρου 244 παρ.1 του ισχύοντος ΚΠΔ, ρητά πλέον ορίζεται ως υποχρεωτική η κλήση του υπόπτου σε παροχή εξηγήσεων. Η παραβίαση δε αυτής της υποχρέωσης προκαλεί αναμφισβήτητα πλέον απόλυτη ακυρότητα, λόγω παραβίασης των δικαιωμάτων των υπόπτων. Τέλος, να σημειωθεί ότι, στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον κατονομάζονται ως εγκαλούμενοι συγκεκριμένα πρόσωπα με γνωστές διευθύνσεις, που έχουν αποκτήσει εξ αυτού του λόγου την ιδιότητα του υπόπτου κατά το άρθρο 70 παρ. 1 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας είχε υποχρέωση στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης να τους καλέσει υποχρεωτικά σε παροχή εξηγήσεων, ενώ σε περίπτωση που διαπιστωνόταν ότι είναι ανύπαρκτα πρόσωπα, όφειλε ο ίδιος να θέσει κατ’ άρθρο 245 παρ.3 εδ. β΄ τη δικογραφία στο αρχείο αγνώστων δραστών. Εξάλλου, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι οι ως άνω αλλοδαποί ύποπτοι τυγχάνουν ύποπτοι φυγής ή ότι έχουν σχεδιάσει την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, ώστε να τύχει εφαρμογής η εξαιρετική περίπτωση, που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 244 παρ. 2ΚΠΔ για την άμεση άσκηση της ποινικής δίωξης. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να αρθεί η διαφωνία που ανέκυψε μεταξύ του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και της Ανακρίτριας του 6ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης υπέρ της γνώμης της δεύτερης, ενόψει του ότι εν προκειμένω εμποδίζεται η ποινική δίωξη, λόγω συνδρομής της απόλυτης ακυρότητας, που προβλέπεται στο άρθρο 171 παρ.1 β και δ΄ του ΚΠΔ και συγκεκριμένα, διότι ουδόλως αναζητήθηκαν και κλήθηκαν οι ρητά κατονομαζόμενοι στην έγκληση ύποπτοι σε παροχή εξηγήσεων, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας».

Έτσι όμως όπως έκρινε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ,μάλιστα χωρίς  καν να αναφέρεται σ’ αυτό  αν υφίσταται και ποιος    από τους αναφερόμενους στο άρθρο 247 Κ.Π.Δ. περιοριστικά αναφερόμενους  λόγους  δικαιώματος  άρνησης του Ανακριτή  να μην εκτελέσει την εισαγγελική παραγγελία ,  εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ειδικότερα τις διατάξεις των  άρθρων 247 και 244 παρ.2 Κ.Π.Δ. , όπως ειδικότερα εκτίθεται παραπάνω ,    καθόσον συγκεκριμένα: α)το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε  τη  διάταξη  του  άρθρου 247 Κ.Π.Δ., αφού η Ανακρίτρια του 6ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης   δεν είχε δικαίωμα να μην εκτελέσει την παραγγελία του εισαγγελέα , καθόσον  δεν συντρέχει οποιαδήποτε από τις   τέσσερις(4)  περιοριστικά αναφερόμενες   στη διάταξη του άρθρου 247 ΚΠΔ, περιπτώσεις(αναρμοδιότητα, μη   αξιόποινος χαρακτήρας των πράξεων, παραγραφή αξιοποίνου και  ύπαρξη λόγων που εμποδίζουν ή αναστέλλουν την ποινική δίωξη) και β)   σε κάθε  περίπτωση, δηλαδή ακόμη και στην  περίπτωση που  ήθελε κριθεί ότι συνιστά νόμιμο λόγο άρνησης εκτέλεσης της εισαγγελικής παραγγελίας η επέλευση απόλυτης ακυρότητας, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε  τη  διάταξη  του  άρθρου 244 παρ.2  Κ.Π.Δ., αφού  στην προκείμενη περίπτωση δεν επήλθε  απόλυτη ακυρότητα, κατ’ άρθρο 171 παρ.1 περ. β και δ ΚΠΔ, με την κίνηση της ποινικής δίωξης   με την παραγγελία για διενέργεια κύριας ανάκρισης, όπως αβάσιμα υποστήριξε η Ανακρίτρια και δέχτηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα , αφού νόμιμα ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης   που διενεργούσε  την προκαταρκτική εξέταση, ως έχων την απόλυτη εξουσία και τη   δυνατότητα  που      ο   ο νόμος ρητά του παρέχει, αποφάσισε την εφαρμογή της διάταξης   της   παραγράφου  2 του άρθρου  244 ΚΠΔ,  καθόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της .

Με την   παραδοχή δε του προσβαλλόμενου βουλεύματος ότι    όφειλε  ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης να θέσει στο αρχείο αγνώστων δραστών (προφανώς ως προς τους άγνωστους δράστες) τη δικογραφία μετά την προκαταρκτική εξέταση (αναφέρεται κατά λέξη στο προσβαλλόμενο βούλευμα :  «… ο Εισαγγελέας είχε υποχρέωση στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης να τους καλέσει υποχρεωτικά σε παροχή εξηγήσεων, σε περίπτωση που διαπιστωνόταν ότι είναι ανύπαρκτα πρόσωπα, όφειλε ο ίδιος να θέσει κατ’ άρθρο 245 παρ.3 εδ. β΄ τη δικογραφία στο αρχείο αγνώστων δραστών»),  παραβλέπεται το  ότι για να τεθεί η δικογραφία στο αρχείο αγνώστων δραστών για κακουργηματικές πράξεις (και για τυχόν συναφές πλημμέλημα) ,όπως εν προκειμένω, πρέπει απαραίτητα  να προηγηθεί η διενέργεια κύριας ανάκρισης (άρθρα 43 παρ.1,308 παρ.5 , σε συνδ. με  άρθρο 245 παρ.3  ΚΠΔ). 

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι εσφαλμένα το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών  Θεσσαλονίκης, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, ήρε τη διαφωνία, που ανέκυψε μεταξύ του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και της Ανακρίτριας του 6ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, σχετικά με την εκτέλεση της από 15-2-2023  παραγγελίας του πρώτου για τη διενέργεια κύριας ανάκρισης, μετά την άσκηση ποινικής δίωξης, για τις αξιόποινες  πράξεις της απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση της οποίας η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη- εγκληματική δραστηριότητα κατ' εξακολούθηση και της εγκληματικής  οργάνωσης -συμμορίας  ( άρθρα 45, 98, 187 παρ. 3α ,386 παρ.1, εδ. β’, ΠΚ , 4 περ. ζ, 39 παρ. 1 περ. δ" Ν. 4557/2018), υπέρ της Ανακρίτριας, ενώ το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης έπρεπε, ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο , να  άρει τη διαφωνία που ανέκυψε μεταξύ του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και της Ανακρίτριας του 6ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης υπέρ του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης.

Από τα προαναφερόμενα προκύπτει με σαφήνεια ότι η παραπάνω κρίση  του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, είναι εσφαλμένη.  

Επομένως, για όλους δε τους παραπάνω λόγους,   η έφεσή μας πρέπει να γίνει δεκτή και ως βάσιμη στην ουσία της , να εξαφανιστεί το εκκαλούμενο με αριθμό 755/29-5-2023 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών  Θεσσαλονίκης και να  αρθεί η διαφωνία που ανέκυψε μεταξύ του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και της Ανακρίτριας του 6ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, σχετικά με την εκτέλεση της από 15-2-2023 παραγγελίας του πρώτου για τη διενέργεια κύριας ανάκρισης, μετά την άσκηση ποινικής δίωξης, για τις αξιόποινες  πράξεις της απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση της οποίας η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη- εγκληματική δραστηριότητα κατ' εξακολούθηση και της εγκληματικής  οργάνωσης -συμμορίας  ( άρθρα 45, 98, 187 παρ. 3α ,386 παρ.1, εδ. β’, ΠΚ , 4 περ. ζ, 39 παρ. 1 περ. δ’ Ν. 4557/2018),υπέρ του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης .

Για τους λόγους αυτούς

Προτείνω

ΝΑ ΓΙΝΕΙ  δεκτή τυπικά και ως βάσιμη στην ουσία της η  με αριθμό έκθεσης   9/28-6-2023 έφεσή μας, κατά του με αριθμό 755/29-5-2023 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης.

ΝΑ ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΕΙ το εκκαλούμενο αριθμό 755/29-5-2023   βούλευμα  του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης.  

ΝΑ ΑΡΘΕΙ η διαφωνία που ανέκυψε μεταξύ του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και της Ανακρίτριας του 6ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, σχετικά με την εκτέλεση της από 15-2-2023   παραγγελίας του πρώτου για τη διενέργεια κύριας ανάκρισης, μετά την άσκηση ποινικής δίωξης, για τις αξιόποινες  πράξεις της απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση της οποίας η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη- εγκληματική δραστηριότητα κατ' εξακολούθηση και της εγκληματικής  οργάνωσης -συμμορίας  ( άρθρα 45, 98, 187 παρ. 3α ,386 παρ.1, εδ. β’, ΠΚ , 4 περ. ζ, 39 παρ. 1 περ. δ’ Ν. 4557/2018),υπέρ του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης .

Θεσσαλονίκη 29-6-2023. Ο Εισαγγελέας, Ευάγγελος Ηλ. Μπακέλας, Εισαγγελέας Εφετών.».

Το Συμβούλιο μελέτησε τη δικογραφία και σύμφωνα με το Νόμο σκέφθηκε ως εξής:

Επειδή και το Συμβούλιο έχει σύμφωνη γνώμη με αυτήν που διατυπώνεται στην υποβαλλόμενη προς αυτό Εισαγγελική πρόταση, στις ορθές και νόμιμες σκέψεις της οποίας και αναφέρεται εξ ολοκλήρου, τόσο ως προς το νομικό όσο και ως προς το πραγματικό μέρος της υπόθεσης, τις οποίες καθιστά αναπόσπαστο μέρος του αιτιολογικού του παρόντος βουλεύματος κρίνει ότι πρέπει να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η υπ΄ αριθμ. 9/28-6-2023 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, κατά του με αριθμό 755/29-5-2023 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης καθόσον προέκυψαν όλες οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την αποδοχή της κρινόμενης έφεσης, να εξαφανισθεί το εκκαλούμενο και να αρθεί η διαφωνία που η διαφωνία που ανέκυψε μεταξύ του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και της Ανακρίτριας του 6ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, σχετικά με την εκτέλεση της από 15-2-2023   παραγγελίας του πρώτου για τη διενέργεια κύριας ανάκρισης, μετά την άσκηση ποινικής δίωξης, για τις αξιόποινες  πράξεις της απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση της οποίας η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη- εγκληματική δραστηριότητα κατ' εξακολούθηση και της εγκληματικής  οργάνωσης -συμμορίας  ( άρθρα 45, 98, 187 παρ. 3α ,386 παρ.1, εδ. β’, ΠΚ , 4 περ. ζ, 39 παρ. 1 περ. δ’ Ν. 4557/2018),υπέρ του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσία την με αριθμ. 9/28-6-2023 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, κατά του με αριθμό 755/29-5-2023 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ το εκκαλούμενο βούλευμα.

ΑΙΡΕΙ την διαφωνία που ανέκυψε μεταξύ του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και της Ανακρίτριας του 6ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, σχετικά με την εκτέλεση της από 15-2-2023   παραγγελίας του πρώτου για τη διενέργεια κύριας ανάκρισης, μετά την άσκηση ποινικής δίωξης, για τις αξιόποινες  πράξεις της απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση της οποίας η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη- εγκληματική δραστηριότητα κατ' εξακολούθηση και της εγκληματικής  οργάνωσης -συμμορίας  ( άρθρα 45, 98, 187 παρ. 3α ,386 παρ.1, εδ. β’, ΠΚ , 4 περ. ζ, 39 παρ. 1 περ. δ’ Ν. 4557/2018),υπέρ του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης.

ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στη Θεσσαλονίκη, στις 12 Ιουλίου 2023 και εκδόθηκε στις      Ιουλίου 2023.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                       Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login