ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ - ΟΔΗΓΗΣΗ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΗΡΕΙΑ - ΑΝΘΡΩΠΟΚΤΟΝΙΑ ΕΞ ΑΜΕΛΕΙΑΣ - ΑΠ 1369-2022

ΠΕΡΙΛΗΨΗ :

- Καταδίκη για  τις (αληθώς συρρέουσες - ΑΠ 680/2015 και 225/2016) πράξεις  της: α) οδήγησης χερσαίου μεταφορικού μέσου από την επίδραση ναρκωτικών από την οποία προκλήθηκε θάνατος και απλές σωματικές βλάβες τρίτων, 2) ανθρωποκτονίας από αμέλεια και 3) Οδήγησης αυτοκινήτου οχήματος υπό την επίδραση οινοπνεύματος. Στοιχεία.

-Η διάταξη του  άρθρο 25 παρ. 1 του Ν4139/2013 στην οποία προβλέπεται επιβολή   στέρησης   άδειας οδήγησης  κλπ ,σε  όποιον οδηγεί ή κυβερνά οποιοδήποτε πλωτό, χερσαίο ή εναέριο μεταφορικό μέσο υπό την επίδραση ναρκωτικών»,  είναι διάταξη ειδικού ποινικού νόμου, που εμφανώς ορίζει ρητά διαφορετικά από τα οριζόμενα στο άρθρο 66 παρ.2 Π Κ και η συγκεκριμένη περίπτωση δεν εμπίπτει στην διάταξη του άρθρου 12 ΠΚ και ως εκ τούτου ως προς την επιβολή της παρεπόμενης ποινής της στέρησης της άδειας οδήγησης, κατ' εφαρμογή της  , δεν τίθεται θέμα εφαρμογής επιεικέστερου νόμου. Εφαρμόζεται όμως και στην περίπτωση αυτή η επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 104 παρ. 2 εδ.α' ΠΚ, σύμφωνα με την οποία, οι παρεπόμενες ποινές αναστέλλονται και εξαλείφονται μαζί με την κύρια ποινή.

-Η μη παράθεση των άρθρ.85, 463 ΝΠΚ που  περιέχουν γενικούς ορισμούς, δεν δημιουργεί ακυρότητα, ούτε σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο

Αριθμός  1369/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρί Δεργαζαριάν, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Ελένη Χροναίου, Μαρία Χασιρτζόγλου, Σταυρούλα Κουσουλού και Κλεόβουλο – Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιουλίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεώργιου Σκιαδαρέση και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Κ Ν του Η, κατοίκου Γιαννιτσών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον  πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο – Χρυσοβαλάντη Καραβελάκη, για αναίρεση της υπ΄αριθ. 820/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 12 Απριλίου 2022 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 12.04.2022, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 3311/2022, και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 433/2022.

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη μόνο ως προς την επιβληθείσα στον αναιρεσείοντα παρεπόμενη ποινή της αφαίρεσης της άδειας ικανότητας οδήγησης για τρία έτη, να ανασταλεί η εκτέλεση της παραπάνω ποινής, να απορριφθεί κατά τα λοιπά και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 820/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσειων καταδικάστηκε για τις πράξεις α] της οδήγησης χερσαίου μεταφορικού μέσου υπό την επίδραση ναρκωτικών, από την οποία προκλήθηκε θάνατος και σωματικές βλάβες τρίτων, β] της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και γ] της οδήγησης αυτοκινήτου υπό την επίδραση οινοπνεύματος και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης δύο [2] ετών και εννέα [9] μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, έχει ασκηθεί : α] νομότυπα, αφού έγινε με δήλωση του αναιρεσείοντα που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου [άρθρα 466 παρ. 1, 474 παρ. 2 Α ΚΠΔ, όπως το τελευταίο προστέθηκε με το άρθρο 141 Ν. 4855/2021], β] εμπρόθεσμα, αφού η απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 23-3-2022 και η δήλωση έγινε στις 12-4-2022, εντός δηλαδή της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι [20] ημερών [άρθρο 473 παρ. 1, 2, 3 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 140 Ν. 4855/2021] και γ] παραδεκτά, αφού ασκήθηκε από δικαιούχο και έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει ορισμένους λόγους αναίρεσης [άρθρα 464, 504, 505 παρ. 1 εδ. α, 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Δ' και Ε' ΚΠΔ]. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

Κατά το άρθρο 25 Ν.4139/2013 "1. Με φυλάκιση τουλάχιστον πέντε [5] μηνών και με χρηματική ποινή χιλίων [1000] ευρώ μέχρι δέκα πέντε χιλιάδων [15000] ευρώ, καθώς και με στέρηση από δύο έως πέντε έτη της άδειας οδήγησης ή του οικείου διπλώματος ή του πτυχίου ή του αποδεικτικού ναυτικής ικανότητας τιμωρείται όποιος οδηγεί ή κυβερνά οποιοδήποτε πλωτό, χερσαίο ή εναέριο μεταφορικό μέσο υπό την επίδραση ναρκωτικών. Αν από την πράξη αυτή προκλήθηκε απλή σωματική βλάβη επιβάλλεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους. Αν προκλήθηκε βαριά σωματική βλάβη επιβάλλεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών. Αν από την πράξη αυτή προκλήθηκε θάνατος επιβάλλεται ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης μέχρι δέκα ετών". Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από του άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσής της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που την θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Υπάρχει αιτιολογία του δόλου, όταν σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με την γνώση περιστατικών. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπ' όψει από το Δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπ' όψει και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψει τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθησαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι ελήφθησαν υπ' όψει και εκτιμήθησαν στο σύνολο τους και όχι μερικά από αυτά, κατ' επιλογή, για τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.τ.λ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε από καθένα. Δεν συγκροτούν λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η εκτίμηση εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη χωριστής αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους κ.τ.λ., αφού σ' αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου νια την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 593/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της υπ1 αριθ. 820/2021 απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο Κακ/των Θεσ/νίκης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: «Κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας …… Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Ι Ι του Γ, ο οποίος, έχοντας κινητική αναπηρία, εκάθητο στη θέση του συνοδηγού, ενώ στις πίσω θέσεις επέβαιναν οι Γ Σ του Κ και Ν Ι του Ρ. Το αυτοκίνητο εκινείτο στην επαρχιακή οδό Γιαννιτσών-Εξαπλατάνου, με κατεύθυνση από Γιαννιτσά προς Αξό. Η ως άνω οδός βρίσκεται σε κατοικημένη περιοχή με ανώτατο όριο ταχύτητας 50χιλ/ώρα, είναι ευθεία και κατά τον άνω χρόνο το οδόστρωμα ήταν μεν σε καλή κατάσταση, αλλά ολισθηρό λόγω έντονης βροχόπτωσης και λιμναζόντων υδάτων εξαιτίας της. Και ενώ ο κατηγορούμενος εκινείτο, οδηγών το άνω όχημα με τους προαναφερθέντες επιβαίνοντες, στο πρώτο χιλιόμετρο της άνω οδού, απώλεσε στο τοπικό αυτό σημείο τον έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε, το οποίο, μετά ταύτα, κινήθηκε ανεξέλεγκτα διαγωνίως και αριστερά προς την πορεία του, εξήλθε από την αντίθετη πλευρά εκτός του οδοστρώματος και προσέκρουσε με σφοδρότητα σε τοιχίο παρακείμενης εγκαταλελειμμένης οικίας, όπου και ανετράπη επί του οδοστρώματος. Συνέπεια δε της παραπάνω πρόσκρουσης ήταν να υποστεί ο συνοδηγός και ιδιοκτήτης του οχήματος, Ι Ι του Γ, βαρύτατες θωρακικές και κοιλιακές Κακώσεις, εξαιτίας των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος του, ενώ τραυματίσθηκαν και οι επιβαίνοντες στις πίσω θέσεις του άνω οχήματος, Γ Σ του Κ και Ν Ι του Ρ, οι οποίοι υπέστησαν αμφότεροι Κάκωση κεφαλής. Το τροχαίο αυτό συμβάν, με τα προαναφερθέντα αποτελέσματα, οφείλεται αποκλειστικά σε υπαίτιες ενέργειες του κατηγορουμένου, ο οποίος: 1) Πριν επιληφθεί της οδηγήσεως του αυτοκινήτου είχε κάνει χρήση άγνωστης ποσότητας ινδικής κάνναβης, που σαφώς επηρεάζει την ικανότητά του ως οδηγού, καθόσον τούτο συμβάλει αποφασιστικά στην υπερεκτίμηση των οδηγικών του δυνατοτήτων, στην υποβάθμιση ή υποτίμηση των κινδύνων και των εμποδίων, σε καθυστερημένη αντίληψη του κινδύνου, σε παράταση του χρόνου αντίδρασης και σε απότομες, ανακριβείς και λανθασμένες αντιδράσεις, τις επιπτώσεις δε αυτές της χρήσης της άνω ναρκωτικής ουσίας στην οδηγική του ικανότητα ήταν σε θέση να κατανοήσει και κατανοούσε πράγματι ο κατηγορούμενος. Ο ισχυρισμός του δε ότι δεν τελούσε, στον κρίσιμο χρόνο, υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, καταρρίπτεται από τα ευρήματα των τοξικολογικών εργαστηριακών εξετάσεων, που αναγνώσθηκαν και τα άνευ ουδεμιάς επιφυλάξεως διατυπωθέντα συμπεράσματα των ενεργησάντων αυτές επιστημόνων. 2) Όταν επελήφθη της οδηγήσεως του άνω αυτοκινήτου ευρίσκετο ήδη σε καθεστώς βαρείας μέθης, αφού, αμέσως μετά το συμβάν, ανιχνεύθηκε συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα του 2,19gr/l μετρούμενη με τη μέθοδο της αιμοληψίας, γεγονός που επηρέασε αρνητικά και δη σε πολύ σοβαρό βαθμό, την εν γένει οδηγική του ικανότητα και συμπεριφορά. 3) Κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια που μπορούσε και όφειλε ως μέσος συνετός οδηγός και, κυρίως, δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος του ανάλογα με τις επικρατούσες οδικές συνθήκες και δη την έντονη βροχόπτωση την ολισθηρότητα του οδοστρώματος και τον ελλιπή φωτισμό, κατά τρόπο που να καθιστά ασφαλή την οδήγηση σ' εκείνο το σημείο. Ο συνδυασμός, εν τέλει, όλων αυτών των υπαιτίων ενεργειών του κατηγορουμένου, ήταν αυτός που αποκλειστικά οδήγησε στην επέλευση του ενδίκου τροχαίου συμβάντος και, μετά ταύτα, πρέπει, υπό τις άνω παραδοχές του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδομένων σ' αυτόν (και αληθώς συρρεόντων - ΑΠ 680/2015 και 225/2016 ΝΟΜΟΣ), αξιοποίνων πράξεων της, α) οδήγησης χερσαίου μεταφορικού μέσου από την επίδραση ναρκωτικών από την οποία προκλήθηκε θάνατος και απλές σωματικές βλάβες τρίτων, 2) ανθρωποκτονίας από αμέλεια και 3) Οδήγησης αυτοκινήτου οχήματος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, κατά τα στο διατακτικό αναφερόμενα. Υπέρ του Κατηγορουμένου, πάντως, πρέπει ν' αναγνωρισθεί συντρέχουσα η και πρωτοδίκως αναγνωρισθείσα στο πρόσωπο του (άρθρο 470 ΚΠΔ) ελαφρυντική περίσταση του προτέρου συννόμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2α ΠΚ).» Ακολούθως κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρ. 84 παρ. 2α' ΠΚ για τις αξιόποινες πράξεις της οδήγησης χερσαίου μεταφορικού μέσου υπό την επίδραση ναρκωτικών από την οποία προκλήθηκε θάνατος και απλές σωματικές βλάβες τρίτων, ανθρωποκτονία από αμέλεια, οδήγηση αυτ/του υπό την επίδραση οινοπνεύματος. Ειδικότερα το Δικαστήριο τον κήρυξε ένοχο για το ότι: «Α) Στο 1°χλμ. της επαρχιακής οδού Γιαννιτσών-Εξαπλατάνου, την 2-12-2014 και περί ώρα 20:00', με πρόθεση οδηγούσε χερσαίο μεταφορικό μέσο υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών κατά την έννοια του νόμου, ήτοι ουσιών με διαφορετική χημική δομή και δράση στο κεντρικό νευρικό σύστημα και με κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τη μεταβολή της θυμικής κατάστασης του χρήστη και την πρόκληση εξάρτησης διαφορετικής φύσης, ψυχικής ή και σωματικής και ποικίλου βαθμού, καθώς και την ανακούφιση των χρονίως πασχόντων από τα συμπτώματα συγκεκριμένης νόσου, για την οποία αυτές κρίνονται ιατρικά επιβεβλημένες και οι οποίες περιλαμβάνονται στον Πίνακα Α' του άρθρου 1 παρ. 2 Ν. 3459/2006, από την πράξη του δε αυτή προκλήθηκαν ο θάνατος άλλου και απλές σωματικές βλάβες τρίτων. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ……… Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαιναν αφενός στη θέση του συνοδηγού ο Ι Ι του Γ, αφετέρου στις πίσω θέσεις οι Γ Σ του Κ και Ν Ι του Ρ, ενώ προηγουμένως είχε κάνει χρήση άγνωστης ποσότητας ινδικής κάνναβης, που σαφώς επηρεάζει την ικανότητά του ως οδηγού, γεγονός το οποίο γνώριζε. Συνέπεια δε της κατά τα άνω εν γνώσει του οδήγησης του προαναφερόμενου οχήματος υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών, που σαφώς επηρέασε την οδηγική του ικανότητα, καθόσον συνέβαλε αποφασιστικά στην υπερεκτίμηση των οδηγικών του δυνατοτήτων, στην υποβάθμιση ή υποτίμηση των κινδύνων και των εμποδίων, σε καθυστερημένη αντίληψη του κινδύνου, σε παράταση του χρόνου αντίδρασης και σε απότομες, ανακριβείς και λανθασμένες αντιδράσεις, ήταν να προκαλέσει από αμέλειά του το κάτωθι περιγραφόμενο υπό στοιχείο Β αυτοκινητικό ατύχημα κατά το οποίο, το άνω οδηγούμενο από αυτόν υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών όχημα προσέκρουσε σε τοιχίο παρακείμενης εγκαταλελειμμένης οικίας και ανετράπη επί του οδοστρώματος, όπου και ακινητοποιήθηκε, αποτέλεσμα δε της άνω σύγκρουσης ήταν αφενός να υποστεί ο Ι Ι του Γ βαρύτατες θωρακικές και κοιλιακές κακώσεις, συνεπεία των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος του, αφετέρου να τραυματισθούν οι επιβαίνοντες τις πίσω θέσεις του άνω οχήματος Γ Σ του Κ και Ν Ι του Ρ, οι οποίοι υπέστησαν αμφότεροι κάκωση κεφαλής. Β) Στον ως άνω τόπο και χρόνο, από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και επέφερε το θάνατο άλλου. Ειδικότερα, ενώ ήταν οδηγός του άνω με αριθμό κυκλοφορίας …… Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, στο οποίο επέβαινε ως συνεπιβάτης και δη στη θέση του συνοδηγού ο Ι Ι του Γ και κινούταν στο ανωτέρω 1° χλμ. της επαρχιακής οδού Γ - Ε, με κατεύθυνση από Γιαννιτσά προς Αξό, δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος του ανάλογα με τις επικρατούσες οδικές συνθήκες (έντονη βροχόπτωση, ολισθηρότητα του οδοστρώματος, ελλιπής φωτισμός), κατά τρόπο που να καθιστά ασφαλή την οδήγηση σ' εκείνο το σημείο, ούτε οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, προκειμένου να μην αιφνιδιαστεί από οποιαδήποτε δυσχέρεια, προσέτι δε οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος (με συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα του 2,19gr/l μετρούμενη με τη μέθοδο της αιμοληψίας) και ναρκωτικών ουσιών (έχοντας προηγουμένως κάνει χρήση άγνωστης ποσότητας ινδικής κάνναβης κατά τα άνω αναφερόμενα), που σαφώς επηρεάζουν την ικανότητά του ως οδηγού, με αποτέλεσμα να απολέσει το έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε, να κινηθεί αυτό ανεξέλεγκτα διαγωνίως και αριστερά προς την πορεία του, να εξέλθει από την αντίθετη πλευρά εκτός του οδοστρώματος και να προσκρούσει με σφοδρότητα σε τοιχίο παρακείμενης εγκαταλελειμμένης οικίας, όπου και ανετράπη επί οδοστρώματος. Συνέπεια δε της παραπάνω πρόσκρουσης ήταν να υποστεί ο Ι Ι του Γ βαρύτατες θωρακικές και κοιλιακές κακώσεις, εξαιτίας των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος του. Γ) Στο 1° χλμ. της επαρχιακής οδού Γιαννιτσών- Εξαπλατάνου, την 2-12-2014 και περί ώρα 20:00", ενώ απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος σε οδηγό ο οποίος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, κατελήφθη να οδηγεί το άνω με αριθμό Κυκλοφορίας ……….. Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, συνιδιοκτησίας των Ι Ι και Μ Ι και κατόπιν ελέγχου μέθης που του έγινε με τη μέθοδο της αιμοληψίας, προέκυψε ότι βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος σε ποσοστό δύο γραμμαρίων και δεκαεννέα εκατοστών του γραμμαρίου κατά λίτρο αίματος (2,19%).» Με αυτές τις παραδοχές, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. ,3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι σε αυτή περιέχονται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της οδήγησης χερσαίου μεταφορικού μέσου υπό την επίδραση ναρκωτικών από την οποία προκλήθηκε θάνατος και απλές σωματικές βλάβες τρίτων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 25 παρ. 1 εδ. α', β', γ' σε συνδ. με άρθρ. 36, 37, 99α' Ν. 4139/13 σε συνδ. με άρθρ. 1 παρ. 2 Πιν.Α στοιχ.6 Ν. 3459/2006. Ειδικότερα: α] έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν στο δικαστήριο, τα οποία αναφέρει κατ' είδος, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτίθενται στην απόφαση και οδήγησαν στην καταδικαστική του κρίση, β] όλα τα αποδεικτικά μέσα αξιολογήθηκαν, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από καθένα από αυτά, ενώ δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, γ] δεν έγινε επιλεκτική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει αιτιολογία γιατί οδηγήθηκε σε διαφορετικά συμπεράσματα, από αυτά που υποστηρίζει ο αναιρεσείων, δ] αναφέρονται: 1) το υπ΄ αριθ. ……….. Ι.Χ.Ε. αυτ/το που οδηγούσε ο αναιρεσείων-κατ/νος σε προσδιορισθέντα τόπο και χρόνο (την 2/12/2014 ώρα 20:00, στο 1° χλμ. της Επαρχιακής οδού Γιαννιτσών-Εξαπλατάνου), 2) οι συνεπιβαίνοντες στο ανωτέρω όχημα, ο Ι Ι, στην θέση του συνοδηγού, οι Γ Σ και Ν Ι στις πίσω θέσεις, 3) η οδήγηση υπό την επήρεια άγνωστης ποσότητας ινδικής κάνναβης και επηρεασμός υπ' αυτής της ικανότητας του αναιρεσείοντος-κατ/νου ως οδηγού του ανωτέρω αυτ/του, 4) η πρόθεση και η γνώση του οδηγού του οχήματος περί της ανωτέρω επιρροής της ναρκωτικής ουσίας, συμβάλλουσας αποφασιστικά στην υπερεκτίμηση των οδηγικών του δυνατοτήτων, στην υποβάθμιση, υποτίμηση των κινδύνων και των εμποδίων, σε καθυστερημένη αντίληψη του κινδύνου, σε παράταση του χρόνου αντίδρασης, σε απότομες, ανακριβείς και λανθασμένες αντιδράσεις, 5) η πρόκληση αυτοκινητικού ατυχήματος από τον κατ/νο- αναιρεσείοντα με το ανωτέρω αυτ/το, οδηγούμενο απ' αυτόν υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών, 6) οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα (πρόσκρουση οχήματος σε τοιχίο παρακείμενης εγκαταλελειμμένης οικίας, ανατροπή αυτού επί του οδοστρώματος), 7) το αποτέλεσμα της οδήγησης αυτής υπό της ως άνω επιρροής προκληθέντος του θανάτου του Ι Ι από βαρύτατες θωρακικές, κοιλιακές κακώσεις και του τραυματισμού του Σ Γ και Ν Ι, που υπέστησαν κακώσεις, ε) οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, αναφέρονται στην ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και δεν ελέγχονται αναιρετικά. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Με την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, που επικυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/19/20-9-1974, κατά την οποία «παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του» καθιερώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατ/νου καθ' όλα τα διαδικαστικά στάδια μέχρι να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί της δίωξης που ασκήθηκε. Κατ' αυτό, η Πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατ/voυ, όχι ο κατ/νος την αθωότητα του. Απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατ/νο, η οποία επιβάλλει το Δικαστήριο εν αμφιβολία να αποφανθεί υπέρ του κατ/νου (in dubio pro reo). Παραβίαση του τεκμηρίου αυτού επάγεται, πέραν της αναίρεσης της απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α και 171 παρ. 1 δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 2064/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, οι προπαρατεθείσες παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας δεν συνιστούν αντιστροφή της υποχρέωσης του Δικαστηρίου προς απόδειξη της ενοχής, ούτε μετακύλυση στον κατ/νο και ήδη αναιρεσείοντα του βάρους απόδειξης της αθωότητάς του και ουδόλως αποτελούν παραβίαση του κατοχυρωμένου, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, τεκμηρίου αθωότητας αυτού, αφού από το σύνολο των παραδοχών του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας ανέλεγκτα το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, κατέληξε στην κρίση περί της ενοχής του με την προεκτεθείσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Άλλωστε, σαφώς προκύπτει από το αιτιολογικό της άνω απόφασης ότι ο αναιρεσειων καταδικάστηκε, διότι αποδείχθηκε η ενοχή του και όχι, διότι αυτός δεν κατόρθωσε να αποδείξει την αθωότητά του, ενώ από τις ανωτέρω παραδοχές της απόφασης αυτής ουδόλως προκύπτει ότι παρέμεινε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος, που θα έπρεπε να ερμηνευθεί υπέρ αυτού, κατ΄ εφαρμογή της αρχής «in dubio pro reo», παρά τα αντίθετα αβασίμως υποστηριζόμενα από τον ίδιο. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, λόγω παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά και ως προς τους προβαλλόμενους από τον κατ/νο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Προϋποτίθεται όμως ότι η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών έγινε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη νομική και πραγματική θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και σε περίπτωση αποδοχής τους να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατ/νο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει πλήρως την απόρριψή τους (ΑΠ 20/2020). Κατά το άρθρο 84 ΠΚ « 1. Η ποινή μειώνεται επίσης κατά το μέτρο που προβλέπει το προηγούμενο άρθρο και στις περιπτώσεις που συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις. 2. Ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται ιδίως ... δ) το ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, ε) το ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτηση του. ... ». Για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ' του ΠΚ, ήτοι το ότι ο υπαίτιος έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου, όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι και για το λόγο αυτό επεζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγνώμης ή η ομολογία της πράξης (ΑΠ 636/19, ΑΠ 130/2017). Περαιτέρω, η αναγνώριση της εκ του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' ΠΚ ελαφρυντικής περίστασης, προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης (ΑΠ 189/2020, ΑΠ 239/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων-κατ/νος δια του συνηγόρου υπέβαλε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο γραπτώς και ανέπτυξε προφορικά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ', ε' Π Κ, επικαλούμενος ότι «Από την πρώτη στιγμή, ο κατηγορούμενος αναγνώρισε το σφάλμα του και συνεργάστηκε με τις αστυνομικές αρχές και τους εξήγησε λεπτομερώς και εναργώς την εμπλοκή του. Δεν αρνήθηκε το ρόλο του στην πρόκληση του συγκεκριμένου ατυχήματος, δεν εξαφανίστηκε από τον τόπο του ατυχήματος, αλλά τους εξήγησε με λεπτομέρειες τον τρόπο πρόκλησης του ατυχήματος, τις συνθήκες που έλαβε αυτό χώρα καθώς και τι συνέβη κατά τη διάρκεια της ημέρας αυτής και μέχρι την στιγμή του ατυχήματος. Τα ίδια επανέλαβε άλλωστε και ενώπιον της κας Ανακρίτριας όπου και εξήγησε εναργώς και με λεπτομέρειες τα συμβάντα εκείνης της ημέρας, ομολόγησε την πράξη του και δήλωσε την συντριβή του για το χαμό του φίλου του. Επομένως δικαιούται την αναγνώριση του συγκεκριμένου ελαφρυντικού [η κατάσταση επαρκώς ορισμένη, ως αξιώνει η νομολογία…» και ως προς την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε1 ΠΚ επικαλέστηκε ότι «Πράγματι, από το χρόνο τέλεσης της πράξης του αποδιδόμενου εγκλήματος, και μέχρι σήμερα, μεσολάβησε το μεγάλο χρονικό διάστημα περίπου επτά (7) ετών και συγκεκριμένα 6 ετών 10 μηνών και 9 ημερών που ο κατηγορούμενος, δεν διέπραξε, πολλώ δε μάλλον δεν καταδικάστηκε για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη ή αδίκημα, αλλά αντιθέτως συνέχισε να εργάζεται και να απασχολείται σε γεωργικές εργασίες και σε εργασίες κατασκευής επιγραφών ΝΕΟΝ όπως προκύπτει από την κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης αλλά και από τις προσαγόμενες βεβαιώσεις και τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες (ώστε επέδειξε την απαιτούμενη, για την κατάφαση του εν λόγω ελαφρυντικού, ύστερη του εγκλήματος θετική κοινωνική και προσωπική συμπεριφορά. ... ». Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τους ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμούς αντίστοιχα με το ακόλουθο σκεπτικό α) «Για να συντρέξει η προβλεπόμενη από την παρ. 2 στοιχ. δ' του άρθρου 84 του Π Κ ελαφρυντική περίσταση, ήτοι το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά να εκδηλώνεται και εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με περιστατικά, τα οποία να δεικνύουν ότι αυτός μετεμελήθη και για τον λόγο αυτό επεζήτησε ειλικρινώς και όχι προσχηματικώς να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεως. Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος προβάλλει αίτημα αναγνωρίσεως υπέρ αυτού της άνω ελαφρυντικής περιστάσεως. Από το σύνολο όμως των αποδεικτικών μέσων που προαναφέρθηκαν, δεν αποδείχθηκαν στοιχεία ικανά να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην κρίση περί παραδοχής του αιτήματος αυτού, ιδία αν ληφθεί υπ' όψιν ότι, ενώ η απονομή της εν προκειμένω ελαφρυντικής περιστάσεως συνδέεται άνευ ετέρου με την παρά του κατηγορουμένου ευθεία αποδοχή της πράξεώς του, για την τέλεση της οποίας δηλώνει την ειλικρινή μεταμέλειά του, αυτός ναι μεν δεν αρνείται, κατ' αρχάς, την εμπλοκή του με τις εν προκειμένω αξιόποινες πράξεις, ως μη, εν όψει των περιστάσεων, δυνάμενος και άλλως να πράξει, επιχειρεί όμως, με προσχηματικούς ισχυρισμούς, να διαφοροποιήσει, αντίθετα με τα ευθέως από τα εν προκειμένω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνυόμενα, το βαθμό και τον τρόπο συμμετοχής του στις πράξεις αυτές, ιδία σε ότι αφορά την από μέρους του χρήση ναρκωτικών ουσιών πριν επιληφθεί της οδηγήσεως του αυτοκινήτου, με το οποίο ενεπλάκη στο ένδικο συμβάν. Επομένως, το προαναφερόμενο αίτημα του κατηγορουμένου πρέπει ν' απορριφθεί», β) «Εξ άλλου, η αναγνώριση της έκτου άρθρου 84παρ. 2ε1 Π Κ ελαφρυντικής περιστάσεως του "ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του", προϋποθέτει απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης. Συνεπώς, μόνο το επικαλούμενο γεγονός της μη καταδίκης του από ποινικό δικαστήριο για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, δεν αρκεί για την υπέρ αυτού αναγνώριση του άνω ελαφρυντικού και το αντίστοιχο αίτημά του πρέπει ν' απορριφθεί». Με τις ανωτέρω παραδοχές υπό του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου υφίσταται η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης ως προς την απόρριψη των ανωτέρω αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ', ε' ΠΚ και παρατίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα περιστατικά που προέκυψαν από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα (με παραπομπή στο σκεπτικό για την ενοχή), από τα οποία συνήγαγε το Δικαστήριο τα ανωτέρω (περιστατικά), οι συλλογισμοί ότι επιχειρεί (ο αναιρεσείων) με προσχηματικούς ισχυρισμούς, να διαφοροποιήσει, αντίθετα με τα ευθέως από τα αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνυόμενα, τον βαθμό και τον τρόπο συμμετοχής στις πράξεις, καταλήγοντας στην κρίση του, ότι δηλ. δεν υπήρξε επίγνωση των συνεπειών της πράξης και μεταστροφή προς σταθερό εναρμονισμό μιας επιταγής της έννομης τάξης, δεν συντρέχουν έτσι οι προϋποθέσεις αναγνώρισης των ελαφρυντικών που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ', ε' ΠΚ και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να απορριφθεί.

Στο άρθρο 79 παρ. 1 ΠΚ ορίζεται ότι κριτήρια επιμέτρησης της στερητικής της ελευθερίας ποινής είναι η βαρύτητα της πράξης και ο βαθμός ενοχής του υπαιτίου, ενώ το Δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος αυτού και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του, όπως τα κριτήρια αυτά και τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου εκτιμώνται με βάση τα στοιχεία που αναφέρονται στις επόμενες παραγράφους του ίδιου άρθρου. Κατά την παρ. 7 του εν λόγω άρθρου, όπως αντικ. με το άρθρο 12 περ. 1 Ν4637/2019, στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του Δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε. Από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 79 του Π Κ προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ανήκει στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπ' όψει του τα οριζόμενα στο άρθρο 79 ΠΚ, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, η δε αιτιολογία της επιμέτρησης της ποινής συνδέεται με την αιτιολογία περί ενοχής, αφού στοιχεία βάσει των οποίων καθορίζεται ενυπάρχουν στην υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος (ΑΠ 716/2020, ΑΠ 213/2020, ΑΠ 97/2020, ΑΠ 534/2019, ΑΠ 1239/17). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο αναφέρει αρχικά τα εξής: «Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 3 του Ν. 4239/2014 και 79 του ΠΚ, το δικαστήριο, για την επιμέτρηση της ποινής που θα εφαρμόσει σύμφωνα με το διατακτικό, μέσα στα όρια που διαγράφονται με τα παραπάνω άρθρα, αξιολογεί ευεργετικώς τη μέχρι την έκδοση της απόφασης διάρκεια της ποινικής διαδικασίας και τις εξ αυτής επιπτώσεις σε βάρος του κατηγορουμένου, που δεν οφείλονται σε υπαιτιότητά του (ΑΠ 1070/2018 ΝΟΜΟΣ) και λαμβάνει, περαιτέρω, υπόψη του τις επί μέρους διατάξεις του ως άνω άρθρου 79 του Π Κ. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 79 του ΠΚ, με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι' αυτή. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του. Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: α) τη βλάβη που προξένησε το έγκλημα ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή του (παρ. 2). Για την εκτίμηση του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει: α) την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειάς του, β) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επεδίωξε, γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν την πράξη, δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη, ε) τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητας του να πράξει διαφορετικά, στ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του (παρ.3). Στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος (παρ.4). Στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος, δ) το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, ε) το ότι ο υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών (παρ.5).». Ακολούθως εκτίθεται ότι « ... Με βάση όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, όπως αυτά προκύπτουν από τα κατά τα άνω αποδεικτικά μέσα, πρέπει, σύμφωνα και με όσα εκτενώς αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, με βάση τη βαρύτητα των προπεριγραφομένων πράξεων που τέλεσε ο κατηγορούμενος και το βαθμό της ενοχής του, να επιβληθεί σε βάρος του η αναφερόμενη ειδικότερα στο διατακτικό στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία αποτελεί την ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του, ύστερα από συνεκτίμηση των συνεπειών της συγκεκριμένης ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του και αφού λήφθηκαν, ιδίως, υπόψη, μεταξύ των άλλων, η βλάβη που προξένησαν οι ανωτέρω αξιόποινες πράξεις του, η φύση και το είδος των εν λόγω πράξεών του, τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση τους, καθώς επίσης και όλες οι προπεριγραφόμενες περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την εκτέλεσή τους, σε συνδυασμό με την όλη στάση και διαγωγή του κατά τη διάρκεια και μετά από αυτές.». Στην προσβαλλόμενη απόφασή του, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει ότι έλαβε υπ' όψει του όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, όπως αυτά προκύπτουν από τα αποδεικτικά μέσα, την εκτίμηση αυτών και την προηγηθείσα νομική σκέψη, με βάση τα οποία έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 του ΠΚ. Πιο συγκεκριμένα, έλαβε υπ' όψη του την βαρύτητα της πράξης και τον βαθμό ενοχής του αναιρεσείοντος-κατ/νου και για την εκτίμηση των στοιχείων αυτών χρησιμοποίησε τα ειδικώς μνημονευόμενα στην απόφαση κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ, ήτοι την βλάβη που προξένησαν οι αξιόποινες πράξεις, την φύση, το είδος των εν λόγω πράξεων, τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεσή τους, την βαρύτητα των πιο πάνω πράξεων, τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την εκτέλεσή του, την όλη στάση και διαγωγή του κατά την διάρκεια και μετά απ' αυτές. Όπως δε προκύπτει από το ανωτέρω σκεπτικό του, το δικαστήριο έλαβε υπ' όψει του τα οριζόμενα στο άρθρο 79 ΠΚ κριτήρια επιμέτρησης της ποινής, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και δεν ήταν δε υποχρεωμένο να διαλάβει στην απόφασή του αυτή άλλη ειδικότερη αιτιολογία (ΑΠ 213/2020, ΑΠ 97/2020, ΑΠ 1191/19). Επομένως, ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ.510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 3/2019). Στις διατάξεις του άρθρου 79 ΠΚ περιλαμβάνονται γενικοί κανόνες για την επιμέτρηση όλων των ποινών, εντός των ορίων της προβλεπόμενης για κάθε πράξη ποινής. Η συγκεκριμενοποίηση της ποινής ανήκει στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπ' όψη του, για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, τους ως άνω γενικούς κανόνες που περιλαμβάνονται σ' αυτές, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του. Η οικεία απόφαση επιμέτρησης της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, ώστε να προκύπτει η συνεκτίμηση των κριτηρίων του άρθρου 79 ΠΚ (ΑΠ 716/2020). Η παραβίαση της αρχής αναλογικότητας πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ενόψει και του ύφους της ποινής, που έχει επιβληθεί ή την μικρή ή μεγάλη απαξία της αξιόποινης πράξης, εφόσον και αυτή αποτελεί ένα από τα κριτήρια, των οποίων η συνεκτίμηση διαμορφώνει την κρίση του Δικαστηρίου για την υπέρβαση ή μη ης ως άνω αναλογικότητας (ΟλΑΠ 14/2001, ΑΠ 1040/2019). Από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρ.83 περ. γ', 463 παρ. 2, 3 του ΝΠΚ και άρθρ. 1 παρ. 1,2, 25 παρ. 1 εδ. α, β, δ Ν. 4139/13, άρθρ.42 παρ. 1 , περ. γ' Ν. 2696/99 προκύπτει ότι από την 1/7/2019, ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019) 1) η οδήγηση χερσαίου μεταφορικού μέσου υπό την επίδραση ναρκωτικών από την οποία προκλήθηκε θάνατος και απλές σωματικές βλάβες τρίτων τιμωρείται πλέον με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή κάθειρξη έξι ετών, 2) η οδήγηση αυτ/του οχήματος υπό την επίδραση οινοπνεύματος τιμωρείται πλέον με φυλάκιση τουλάχιστον 2 μηνών και με χρηματική ποινή. Για την παράβαση του άρθρου 302 ΝΠΚ προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. Συνεπώς, οι διατάξεις του άρθρου 25 Ν.4139/2013 και 42 παρ.7γ' Ν.2696/99 μετά την εφαρμογή του άρθρου 463 παρ.3,2 αντίστοιχα ΝΠΚ είναι ευμενέστερες, καθώς πλέον απειλείται για την πράξη αυτή διαζευκτικά, εκτός από την στερητική της ελευθερίας ποινή της κάθειρξης μέχρι 6 έτη, ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους. Έτι περαιτέρω, εφ' όσον συντρέχει λόγος μείωσης της ποινής (όπως εν προκειμένω για τον αναιρεσείοντα, κατ' άρθρο 84 παρ.2 εδαφ. α' ΠΚ) το μειωμένο πλαίσιο ποινής για την πράξη του άρθρ.25 παρ. 1 Ν4139/2013, ρυθμίζεται από το άρθρο 85 περ. γ' του ΝΠΚ, σύμφωνα με το οποίο, το πλαίσιο ποινής είναι φυλάκιση έξι μήνες έως έξι έτη. Ως προς την πράξη του άρθρου 42 παρ.1,2,7 περ. γ' Ν2696/99, εφόσον συντρέχει η περίπτωση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' Π Κ, το μειωμένο πλαίσιο ποινής ρυθμίζεται από το άρθρο 83 περ. δ' ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο το πλαίσιο της στερητικής της ελευθερίας ποινής είναι φυλάκιση 10 ημέρες έως 5 έτη (άρθρ.53 ΠΚ), κατόπιν δε του άρθρ.463 παρ.2 ΝΠΚ το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλλει μόνο χρηματική ποινή. Ως προς την ανθρωποκτονία από αμέλεια, μετά την ελαφρυντική περίσταση του άρθρ.84 παρ.2α' Π Κ, το μειωμένο πλαίσιο ποινής ρυθμίζεται από το άρθρ.83 περ.δ' ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο το πλαίσιο της στερητικής της ελευθερίας ποινής είναι φυλάκιση 10 ημέρες έως 5 έτη (άρθρ.53 ΠΚ). Εν προκειμένω (περίπτωση του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν4139/2013 σε συνδυασμό με το άρθρο 83 παρ. 2 περ.α' του ΝΠΚ), ουδεμία αμφισβήτηση προκαλείται, διότι το διαμορφούμενο επιεικέστερο νομοθετικό πλαίσιο θα εξαρτηθεί από την επιλογή της στερητικής της ελευθερίας ποινής που θα επιβάλλει κατά τους όρους του άρθρου 79 ΝΠΚ το Δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 299/2020, ΑΠ, 844/2019). Επομένως αφού το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης λόγω της παρεχομένης από τις ως άνω διατάξεις δυνατότητας επιβολής ποινής (φυλάκισης τουλάχιστον 6 μηνών), επέλεξε με επαρκή αιτιολογία που εκεί παραθέτει και επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, η οποία είναι μέσα στα όρια που προβλέπονται από τα άρθρα 83 περ.γ1, 85γ' ΠΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 463 παρ.3 του ίδιου Κώδικα, τις διατάξεις των οποίων ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε η προσβαλλόμενη απόφαση. Επίσης ως προς την παράβαση του άρθρ.42 παρ. 1, 7 γ' Ν2696/99, επέλεξε με επαρκή αιτιολογία και επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ευρισκόμενη μέσα στα όρια που προβλέπονται από το άρθρο 83 περ.δ' Π Κ σε συνδυασμό με τα άρθρα 463 παρ. 2, 53 ΠΚ, ως προς την παράβαση του άρθρου 302 ΠΚ επέλεξε με επαρκή αιτιολογία και επέβαλε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους το Δικαστήριο της ουσίας, ευρισκόμενη μέσα στα όρια που προβλέπονται από το άρθρο 83 περ.δ' Π Κ σε συνδυασμό με το άρθρο 53 ΠΚ. Η μη παράθεση των άρθρ.85, 463 ΝΠΚ περιέχοντα γενικούς ορισμούς, δεν δημιουργεί ακυρότητα, ούτε σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Περαιτέρω, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβάλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στον αναιρεσείοντα έλαβε μεν υπ΄όψη την βαρύτητα των εγκλημάτων, τον βαθμό ενοχής του κατ/νου (αναιρεσείοντα), για την εκτίμηση δε των στοιχείων τούτων χρησιμοποίησε και τα κριτήρια των παραγ. 2, 3 του άρθρ. 79 ΠΚ που μνημονεύει στην απόφαση, χωρίς να είναι αναγκαία επιπρόσθετη αιτιολογία και αναφορά άλλων περιστατικών (ΑΠ 1191/19). Το Δικαστήριο της ουσίας, για την επιμέτρηση της ανωτέρω ποινής των δύο (2) ετών με το πιο πάνω προβλεπόμενο πλαίσιο ποινή, όπως και των λοιπών ποινών, που ανήκει (η επιμέτρηση) άλλωστε στην κυριαρχική και ανέλεγκτη κρίση του (ΑΠ 1144/2019, ΑΠ 1040/19, ΑΠ 984/19), αφού έλαβε υπ' όψη του τα στοιχεία που προκύπτουν από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σ'αυτή (απόφαση), εκθέτει την συνεκτίμηση τούτων (αποδ. στοιχείων), σκέψεις, με βάση τα οποία έκανε την υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη του άρθρου 79 Π Κ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, η δε επιβληθείσα ποινή, ενόψει της βαρύτητας και της απαξίας των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσειων δεν κρίνεται δυσανάλογη, οπότε δεν υπήρξε παραβίαση της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας και έτσι η σχετική αιτίαση περί του άρθρου 79 ΠΚ είναι απορριπτέα. Ακόμη, το δικαστήριο αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προέκυπταν οι λόγοι που το οδήγησαν στην απόρριψη των ισχυρισμών του αυτών καθώς και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυπταν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, ούτε δε υπήρξε εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή (ευθέως ή εκ πλαγίου) των διατάξεων του άρθρου 84 παρ.2 περ. δ', ε' ΠΚ, με ελλιπείς δηλ. και αντιφατικές αιτιολογίες, για να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της εφαρμογής τους, συνεπώς οι σχετικές αιτιάσεις είναι απορριπτέες. Υπό τα παραπάνω δεδομένα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής (άρθρ.510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ) ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί μη αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρ.84 παρ. 2 περ.δ', ε' ΠΚ και ως προς την αιτιολόγηση ποίων θετικών και αρνητικών στοιχείων που προβλέπονται στο άρθρο 79 ΠΚ ελήφθηκαν υπ' όψει για τον σχηματισμό της επιβληθείσης ποινής.

Σύμφωνα με το άρθρο 59 ΝΠΚ ότι στις παρεπόμενες ποινές διαλαμβάνεται πλέον και η αφαίρεση άδειας οδήγησης, στο δε άρθρο 66 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν ο υπαίτιος διέπραξε έγκλημα που έχει άμεση σχέση με την οδήγηση και εφόσον του επιβλήθηκε ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον 6 μηνών, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αφαίρεση της άδειας οδήγησης που κατέχει για χρονικό διάστημα από ένα μήνα ως ένα έτος. Με το άρθρο 104 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα οι παρεπόμενες ποινές αναστέλλονται και εξαλείφονται μαζί με την κυρία ποινή, με εξαίρεση αυτήν της αποστέρησης θέσεων και αξιωμάτων. Σύμφωνα δε με το άρθρο 12 του ίδιου Κώδικα, οι διατάξεις του γενικού μέρους του Ποινικού Κώδικα εφαρμόζονται και σε αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται σε ειδικούς νόμους, αν οι νόμοι δεν ορίζουν διαφορετικά με ρητή διάταξή τους. Περαιτέρω,στο άρθρο 25 παρ. 1 του Ν4139/2013 ορίζεται ότι «Οδήγηση μεταφορικών μέσων 1. Με φυλάκιση τουλάχιστον πέντε (5) μηνών και με χρηματική ποινή χιλίων (1.000) ευρώ μέχρι δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, καθώς και με στέρηση από δύο έως πέντε έτη της άδειας οδήγησης ή του οικείου διπλώματος ή του πτυχίου ή του αποδεικτικού ναυτικής ικανότητας τιμωρείται όποιος οδηγεί ή κυβερνά οποιοδήποτε πλωτό, χερσαίο ή εναέριο μεταφορικό μέσο υπό την επίδραση ναρκωτικών». Δεδομένου δε, ότι πρόκειται για διάταξη ειδικού ποινικού νόμου, που εμφανώς ορίζει ρητά διαφορετικά από τα οριζόμενα στο άρθρο 66 παρ.2 Π Κ, η συγκεκριμένη περίπτωση δεν εμπίπτει στην διάταξη του άρθρου 12 ΠΚ και ως εκ τούτου ως προς την επιβολή της παρεπόμενης ποινής της στέρησης της άδειας οδήγησης, κατ' εφαρμογή της ως άνω διάταξης, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής επιεικέστερου νόμου. Εφαρμόζεται όμως και στην περίπτωση αυτή η επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 104 παρ. 2 εδ.α' ΠΚ, σύμφωνα με την οποία, ως ήδη ειπώθηκε, οι παρεπόμενες ποινές αναστέλλονται και εξαλείφονται μαζί με την κύρια ποινή. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθ.820/2021 καταδικαστική απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Κακ/των Θεσ/νίκης, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα, για την αξιόποινη πράξη της οδήγησης υπό την επίδραση τοξικών ουσιών, αναγνωρίζοντας του δε την συνδρομή των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ.2α' ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλάκισης 2 ετών και συνολική ποινή φυλάκισης 2 ετών και 9 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη και του αφαίρεσε την άδεια ικανότητας οδήγησης για τρία (3) έτη (ΑΠ 1980/19). Ο Νόμος 4619/2019, ο οποίος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω, είναι ευμενέστερος για τον αναιρεσείοντα-κατ/νο, αφού, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 104 παρ. 2 νυν ισχύοντος ΠΚ, οι παρεπόμενες ποινές, όπως και η υπό κρίση στέρηση άδειας ικανότητας οδήγησης, πρέπει να ανασταλεί μαζί με την κύρια ποινή. Συνεπώς, πρέπει κατ' αυτεπάγγελτη εφαρμογή (άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ και 514 ΚΠΔ), της επιεικέστερης διάταξης του άρθρου 104 παρ. 2 ΠΚ, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και δη μόνο όσον αφορά το κεφάλαιο της, σχετικά με την τύχη της επιβληθείσας στον αναιρεσείοντα παρεπόμενης ποινής της αφαίρεσης της άδειας ικανότητας οδήγησης για τρία έτη. Ενόψει όμως ότι η υπόθεση, κατά το μέρος της τούτο, δεν έχει ανάγκη παραπομπής στο δικάσαν Δικαστήριο προς νέα συζήτηση, αφού η αναστολή της ως άνω παρεπόμενης ποινής είναι πλέον υποχρεωτική, πρέπει ν' ανασταλεί αυτή, η ανωτέρω παρεπόμενη ποινή, απορριπτομένης κατά τα λοιπά της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ.820/11-10-2021 απόφαση Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Θεσ/νίκης και μόνο κατά το κεφάλαιο που αφορά την επιβληθείσα στον αναιρεσείοντα Ν Κ του Η (κάτοικο Γιαννιτσών, Φ ….), παρεπόμενη ποινή της αφαίρεσης της άδειας ικανότητας οδήγησης για τρία έτη.

Αναστέλλει την εκτέλεση της αμέσως παραπάνω επιβληθείσης στον αναιρεσείοντα παρεπόμενης ποινής για τρία (3) έτη.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 12/4/2022 αίτηση του ανωτέρω για αναίρεση της υπ1 αριθ.820/11-10-2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Θεσ/νίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουλίου 2022.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Οκτωβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ              Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login