ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Ιδιαίτερα διακεκριμένη περίπτωση διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με προσδοκώμενο όφελος άνω των εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (75.000,00 €), κατ’ επάγγελμα. Συνέργεια σε αυτή. Στοιχεία.
Όταν η διακίνηση ναρκωτικών ουσιών διαπράττεται από περισσότερους από έναν δράστες, το προσδοκώμενο όφελος, το οποίο υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (75.000,00 €), θα προσδιορισθεί μια φορά και θα αντιστοιχεί σε όλους μαζί τους δράστες (ανεξάρτητα από τη μορφή της συμμετοχής εκάστου και ανεξάρτητα πόσοι εξ αυτών είναι γνωστής ταυτότητας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και πόσοι εξ αυτών έχουν συλληφθεί ή έχουν παραπεμφθεί σε δίκη), χωρίς το όφελος να επιμερίζεται μεταξύ τους.
Για να στοιχειοθετηθεί επιβαρυντική περίσταση τέλεσης του εγκλήματος για τον συνεργό, απαιτείται να συντρέχουν και στο πρόσωπό του οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις που θεμελιώνουν αυτήν την επιβαρυντική περίσταση.
Απόφαση 289 / 2022 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 289/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Ηλιοπούλου, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου, Μαρία Κουβίδου και Ελευθέριο Σισμανίδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Μωυσίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) B. V. του K., κρατούμενου στο Κ.Κ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Σαράκη, ο οποίος διορίστηκε με την υπ'αριθμ. 193/2020 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών και 2) E. V. του N., κρατούμενη στο Κ.Κ. ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαίρη Διακολιού, η οποία διορίστηκε με την υπ'αριθμ. 263/2020 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 78/2019 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Το Πενταμελές Εφετείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις: 1) από 28.02.2020 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Κέρκυρας, Ειρήνης Καββαδία και έλαβε αριθμό 1/2020 και 2) από 27.02.2020 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε ενώπιον του Γ. Μ., προϊσταμένου του Κ.Κ. Γυναικών Ελεώνα Θηβών, αντίστοιχα, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 447/2020.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις και να επιβληθούν τα έξοδα στους αναιρεσείοντες και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Οι υπό κρίση: α) υπ' αρ. 1/28-2-2020 έκθεση αιτήσεως αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, (όν.) B. (επ.) V. του K. και της L., κατοίκου ... Βουλγαρίας, ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., για αναίρεση της υπ' αρ. 78/3-12-2019 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και καταδίκασε αυτόν [αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, (όν.) B. (επ.) V. του K.], σε ποινή ισόβιας κάθειρξης, καθώς και χρηματική ποινή ύψους πενήντα χιλιάδων ευρώ (50.000,00 €), για την πράξη της διακίνησης (κατοχής, εισαγωγής στην ελληνική επικράτεια, μεταφοράς και απόπειρας εξαγωγής από την ελληνική επικράτεια) ναρκωτικής ουσίας (ηρωίνης), με προσδοκώμενο όφελος άνω των εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (75.000,00 €), κατ' επάγγελμα, η οποία ασκήθηκε νομότυπα [από την Ισαβέλλα - Αικατερίνη Εμμανουηλίδου, δικηγόρο Κέρκυρας (Α.Μ. ...), για λογαριασμό του με δήλωση στη Γραμματέα του Εφετείου Κέρκυρας, και εμπρόθεσμα, αφού η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του ανωτέρω Εφετείου, την 10-2-2020, με αριθμό 47 (άρθρα 42 παρ. 2 εδ. β' και γ', 89 παρ. 2, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2 και 3, 474 παρ. 1 και 4 του Κ.Ποιν.Δ.), και β) υπ' αρ. 22/27-2-2020 έκθεση αναίρεσης της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, (όν.) E. (επ.) V. του N. και της M., κατοίκου ..., ήδη κρατουμένης στο Κατάστημα Κράτησης ..., για αναίρεση της ίδιας ανωτέρω υπ' αρ. 78/3-12-2019 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και καταδίκασε αυτήν [αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, (όν.) E. (επ.) V. του N.] σε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών, καθώς και χρηματική ποινή ύψους είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000,00 €), για την πράξη της συνέργειας σε διακίνηση (κατοχή, εισαγωγή στην ελληνική επικράτεια, μεταφορά και απόπειρα εξαγωγής από την ελληνική επικράτεια) ναρκωτικής ουσίας (ηρωίνης), με προσδοκώμενο όφελος άνω των εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (75.000,00 €), κατ' επάγγελμα, η οποία επίσης ασκήθηκε νομότυπα [αυτοπροσώπως από την ίδια {αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, (όν.) E. (επ.) V. του N.}, με δήλωση στον Προϊστάμενο Διεύθυνσης του Καταστήματος Κράτησης ...] και εμπρόθεσμα, αφού η προσβαλλομένη απόφαση, όπως ήδη προαναφέρθηκε, καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του ανωτέρω Εφετείου, την 10-2-2020, με αριθμό 47 (άρθρα 473 παρ. 2 εδ. α' και 3, 474 παρ. 1 και 4 του Κ.Ποιν.Δ.), είναι παραδεκτές, καθόσον περιέχουν σαφείς και ορισμένους λόγους, που συνίστανται σε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της ανωτέρω προσβαλλόμενης απόφασης, απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, καθώς και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικού ποινικού νόμου από το δικαστήριο που την εξέδωσε. Επομένως, πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της προδήλου συναφείας τους, καθόσον στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, και να ερευνηθούν για το βάσιμο των λόγων τους.
ΙΙ. Το άρθρο 20 του Ν. 4139/2013, το οποίο αναφέρεται στο βασικό έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών, ορίζει ότι: "1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. 2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και ιδίως η εισαγωγή, η εξαγωγή, η διαμετακόμιση, η πώληση, η αγορά, η προσφορά, η διανομή, η διάθεση, η αποστολή, η παράδοση, η αποθήκευση, η παρακατάθεση, η παρασκευή, η κατοχή, η μεταφορά, η νόθευση, η πώληση νοθευμένων ειδών μονοπωλίου ναρκωτικών ουσιών, η καλλιέργεια ή η συγκομιδή οποιουδήποτε φυτού του γένους της κάνναβης, του φυτού της μήκωνος της υπνοφόρου, οποιουδήποτε είδους φυτού του γένους ερυθρόξυλου, καθώς και οποιουδήποτε άλλου φυτού από το οποίο παράγονται ναρκωτικές ουσίες, η παραγωγή και η εκχύλιση ναρκωτικών ουσιών, η χορήγηση ουσιών για υποκατάσταση της εξάρτησης κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων, η διεύθυνση καταστήματος στο οποίο γίνεται εν γνώσει του δράστη συστηματική διακίνηση ναρκωτικών, η χρηματοδότηση, η οργάνωση ή η διεύθυνση δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, η νόθευση ή η κατάρτιση ή η χρησιμοποίηση πλαστής ιατρικής συνταγής για τη χορήγηση ναρκωτικών με σκοπό τη διακίνησή τους, καθώς και η μεσολάβηση σε κάποια από τις πράξεις αυτές. 3. Αν περισσότερες πράξεις διακίνησης αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών συντρέχει μόνο ένα έγκλημα διακίνησης. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των επί μέρους πράξεων διακίνησης, το είδος, η συνολική ποσότητα και η καθαρότητα του ναρκωτικού, καθώς και η βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεων στην υγεία.", η διάταξη δε του άρθρου 23 του ίδιου ως άνω Ν. 4139/2013, που αναφέρεται σε ιδιαίτερα διακεκριμένες περιπτώσεις, ειδικότερα δε στην παρ. 2 περ. α' αυτού, ορίζει ότι: "2. Με ισόβια κάθειρξη, καθώς και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ μέχρι ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ τιμωρείται ο δράστης των πράξεων των άρθρων 20 και 22: α) όταν κατ' επάγγελμα χρηματοδοτεί την τέλεση κάποιας πράξης διακίνησης ή κατ' επάγγελμα διακινεί ναρκωτικές ουσίες και το προσδοκώμενο όφελος του δράστη στις ανωτέρω περιπτώσεις υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ, ...", ήδη όμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 463 παρ. 4 του ισχύοντος από 1-7-2019 Π.Κ., όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται μόνο ποινή ισόβιας κάθειρξης, προστίθεται διαζευκτικά και η πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών, στο πεδίο εφαρμογής της οποίας εντάσσεται και ο ανωτέρω Ν. 4139/2013 (Α.Π. 744/2020). Για την εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 23 παρ. 2 περ. α' του Ν. 4319/2013 και την επιβολή της ως άνω ποινής, δεν αρκεί ο υπαίτιος να διακινεί ναρκωτικά κατ' επάγγελμα, αλλά απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ότι το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδιώχθηκε από τη διακίνηση να υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (75.000,00 €). Εξάλλου, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, όταν η διακίνηση ναρκωτικών ουσιών διαπράττεται από περισσότερους από έναν δράστες, το προσδοκώμενο όφελος, το οποίο υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (75.000,00 €), θα προσδιορισθεί μια φορά και θα αντιστοιχεί σε όλους μαζί τους δράστες (ανεξάρτητα από τη μορφή της συμμετοχής εκάστου και ανεξάρτητα πόσοι εξ αυτών είναι γνωστής ταυτότητας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και πόσοι εξ αυτών έχουν συλληφθεί ή έχουν παραπεμφθεί σε δίκη), χωρίς το όφελος να επιμερίζεται μεταξύ τους. Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε σε άτοπα αποτελέσματα, αφού, για να εμπίπτουν όλοι οι δράστες στην εν λόγω επιβαρυντική περίσταση, θα έπρεπε το συνολικό ποσό του οφέλους να υπερβαίνει το γινόμενο του ποσού των εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (75.000,00 €) επί τον αριθμό των δραστών. Υπέρ της αποδοχής της άποψης αυτής συνηγορεί και το ότι έτσι η ειδική υπόσταση του εγκλήματος παραμένει σταθερή, ανεξάρτητα από τον αριθμό των δραστών, αφού το σκοπούμενο περιουσιακό όφελος από την διακίνηση προσδιορίζεται από τον ίδιο τον νομοθέτη και όχι από τον εφαρμοστή του δικαίου, ο οποίος θα ήταν υποχρεωμένος να διεισδύει στις εσωτερικές συμφωνίες μεταξύ των περισσοτέρων δραστών ως προς τη διανομή του οφέλους, οι οποίες, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και λογικής, είναι άδηλες έναντι των τρίτων και δικαστικώς αναπόδεικτες, κάτι το οποίο ασφαλώς δεν θέλησε ο νομοθέτης, αλλά ούτε και προκύπτει κάτι τέτοιο από το γράμμα του νόμου (Ολ. Α.Π. 1/2015, Α.Π. 1698/2019). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ' του Π.Κ., κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος απαιτείται, αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (Α.Π. 1377/2020).
ΙΙΙ. Η διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Π.Κ., με τον υπότιτλο "απλός συνεργός", ορίζει ότι: "1. Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β' του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)", ενώ η διάταξη του άρθρου 47 του ισχύοντος από 1-7-2019 Π.Κ. (Ν. 4619/2019, Φ.Ε.Κ. 95/11-6-2019) ορίζει ότι: "Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου, πρόσφερε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται με μειωμένη ποινή (άρθρο 83). Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει την ποινή του αυτουργού, αν ο υπαίτιος προσφέρει άμεση συνδρομή κατά την τέλεση και στην εκτέλεση της πράξης, θέτοντας το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού". Για τη στοιχειοθέτηση της συνέργειας τρίτου σε άδικη πράξη του αυτουργού, τόσο υπό την ισχύ του παλαιού Π.Κ. όσο και υπό την ισχύ του νέου Π.Κ., απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις: α) πράξη υλικής συνδρομής τρίτου, β) τέλεση (ως προς την αντικειμενική της υπόσταση) από τον αυτουργό άδικης πράξης ή απόπειρας άδικης πράξης, γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμμετοχικής πράξης του συνεργού και της άδικης πράξης του αυτουργού, ο οποίος υπάρχει όταν, χωρίς την πρώτη, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση της δεύτερης υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε, δηλαδή, η συμβολή του συνεργού πρέπει να ήταν αποφασιστική για την τέλεση της πράξης του αυτουργού, υπό τις περιστάσεις και τις συνθήκες που τελέστηκε, ή υπό τις οποίες ο αυτουργός αποπειράθηκε να τελέσει αυτήν, και δ) δόλος του συνεργού, ο οποίος έγκειται στη θέληση ή αποδοχή παροχής συνδρομής στον αυτουργό, για να τελέσει την άδικη πράξη, καθώς και γνώση αυτού (με την έννοια της επίγνωσης - συνείδησης) ότι η συνδρομή του παρέχεται για την τέλεση της κύριας πράξης, ενώ άμεσος δόλος είναι αναγκαίος μόνο αν ανάλογο είδος δόλου απαιτείται για την κύρια πράξη. Για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά ο δόλος του συνεργού, μόνο ως προς το ότι αυτός γνώριζε την τέλεση της κύριας πράξης, ενώ, ως προς τα λοιπά στοιχεία (θέληση ή αποδοχή συμβολής στην τέλεση της κύριας πράξης), ο δόλος προκύπτει από την πραγμάτωση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης του και αρκεί η γενική αιτιολογία για την ενοχή του (Α.Π. 678/2020). Περαιτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 49 του ισχύοντος Π.Κ. ορίζουν ότι: "1. Όπου ο νόμος, για να είναι μία πράξη αξιόποινη, απαιτεί ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις, αν αυτές υπάρχουν μόνο στο δράστη, τότε αυτοί που είναι συμμέτοχοι κατά το άρθρο 46 παρ. 1 και 47 τιμωρούνται με μειωμένη ποινή (άρθρο 83). Αν όμως υπάρχουν μόνο στο πρόσωπο των συμμετόχων, οι τελευταίοι τιμωρούνται ως αυτουργοί και ο δράστης ως συνεργός. 2. Οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλες περιστάσεις που επιτείνουν, μειώνουν ή αποκλείουν την ποινή λαμβάνονται υπόψη μόνο για εκείνον το συμμέτοχο στον οποίο υπάρχουν.", ομοιότυπη δε είναι και η διάταξη του άρθρου 49 του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Π.Κ.. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί επιβαρυντική περίσταση τέλεσης εγκλήματος για τον συνεργό, απαιτείται να συντρέχουν και στο πρόσωπό του οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις που θεμελιώνουν αυτήν, δηλαδή την επιβαρυντική περίσταση (Α.Π. 1080/2019). IV. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, αρκεί, ωστόσο, να συνάγεται από την απόφαση, ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ειδικότερα δε η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά, καθώς και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 600/2021). V. Στην προκείμενη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Κέρκυρας, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 78/3-12-2019 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, προέκυψαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Στις 18-6-2017 και περί ώρα 23:30, αφίχθη στον λιμένα εξωτερικού Ηγουμενίτσας, το υπό στοιχεία κυκλοφορίας (Βουλγαρίας) "..." Ι.Χ.Ε. όχημα, τύπου camper, που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος, B. V του K , με συνοδηγό τη δεύτερη κατηγορούμενη σύζυγό του E. V. του N., οι οποίοι θα ταξίδευαν στο εξωτερικό, με προορισμό το Μπάρι Ιταλίας. Σε έλεγχο που διενήργησαν οι αρμόδιοι λιμενικοί στο εν λόγω όχημα, διαπιστώθηκε ότι πάνω από τη θέση του οδηγού, όπου υπάρχει κρεβάτι και κάτω από αυτό, είχαν τοποθετηθεί μετά από ειδική διαμόρφωση του χώρου δύο ξύλινα κιβώτια, κλεισμένα αεροστεγώς με επένδυση από φύλλα πίσσας, ώστε να δυσχεραίνεται ο εντοπισμός τους με ακτίνες x - ray και από αστυνομικούς σκύλους ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών και βιδωμένα με ασφαλή τρόπο. Εντός δε αυτών ανευρέθησαν σαράντα οκτώ (48) νάιλον συσκευασίες, που περιείχαν ποσότητα ηρωίνης, συνολικού μεικτού βάρους είκοσι πέντε (25) κιλών και τετρακοσίων οκτώ (408) γραμμαρίων. Το όχημα αυτό, τύπου αυτοκινούμενου τροχόσπιτου, είχαν μισθώσει προ τριών - τεσσάρων ημερών οι κατηγορούμενοι, με σκοπό, όπως δήλωσαν, να κάνουν διακοπές δυο εβδομάδων σε χώρες της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης, όπως παραδέχθηκαν κατά τις από 21-6-2017 απολογίες τους στον Ανακριτή Θεσπρωτίας, περικοπές των οποίων (και των δύο ανακριτικών απολογιών των κατηγορουμένων) αναγνώσθηκαν από τον Πρόεδρο δημόσια στο ακροατήριο. Μάλιστα, κατέθεσαν, ενώπιον του ανακριτή, ότι η οικονομική τους κατάσταση είναι καλή, καθόσον ο μεν πρώτος λαμβάνει μισθό 2.500 ευρώ και η δεύτερη 700 ευρώ, το μήνα, ότι δεν έχουν χρέη ή δάνεια σε τράπεζες και ότι τα ναρκωτικά τα είχε τοποθετήσει εκεί άγνωστο σε αυτούς άτομο, πιθανόν κάποιος προηγούμενος μισθωτής του οχήματος, χωρίς να δώσουν κάποια πειστική εξήγηση πώς είναι δυνατόν άγνωστο άτομο να αποκρύψει ναρκωτικά τεράστιας αξίας και να διακινδυνεύσει την απώλειά τους, αν δεν ήταν σε γνώση οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι, που μίσθωσαν το όχημα με τον προορισμό που προαναφέρθηκε. Βεβαίως απολογούμενοι ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, οι κατηγορούμενοι ανασκεύασαν τις ανακριτικές απολογίες τους. Συγκεκριμένα, ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο πρώτος υποστήριξε άλλη εκδοχή, εντελώς διαφορετική, ότι δηλαδή είχε δανειστεί χρήματα από τοκογλύφους και αδυνατούσε να τα επιστρέψει, αυτοί δε, με απειλές και εκβιασμούς τον ανάγκασαν να παραλάβει το όχημα και να το οδηγήσει μέχρι τη Βαρκελώνη, εκεί θα το παρέδιδε όπου του υποδείκνυαν τηλεφωνικώς και θα επέστρεφε στη χώρα του με λεωφορείο, έναντι δε της μεταφοράς αυτής θα του μηδένιζαν το χρέος του, ύψους 7.000 ευρώ. Ενώ, κατά την ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου απολογία του, αφού στην αρχή επαναλαμβάνει τα ίδια ως πρωτοδίκως, τονίζοντας όμως ότι ήταν σίγουρος ότι κουβαλούσε κάτι παράνομο, ακολούθως, ομολόγησε ότι οι άγνωστοι τοκογλύφοι του ανέφεραν ότι μέσα στο τροχόσπιτο υπήρχαν είκοσι πέντε (25) κιλά ηρωίνης, αυτός όμως δεν γνώριζε εάν αυτά ήσαν ακριβή. Η δε δεύτερη, κατά την ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου απολογία της, αφού αρνήθηκε την κατηγορία, έκανε και πάλι λόγο για ταξίδι αναψυχής και τοκογλύφους, από τους οποίους, όπως ισχυρίστηκε, ο σύζυγός της έλαβε χρήματα για να εξοφλήσει το δάνειο που είχαν λάβει από την τράπεζα, ενώ, κατά την ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου απολογία της, αρνούμενη και πάλι την κατηγορία, ανέφερε ότι ταξίδευσαν στην Ευρώπη για διακοπές αλλά και για να βρουν μία καλύτερη δουλειά και ότι το μοναδικό τους πρόβλημα ήταν το δάνειο που έλαβαν από την τράπεζα, το οποίο δεν μπορούσαν να ξεχρεώσουν. Οι ισχυρισμοί τους αυτοί δεν κρίνονται ειλικρινείς, αλλά εκτιμάται ότι γίνονται υπό το βάρος της κατηγορίας, οι δε κατηγορούμενοι, ιδίως ο πρώτος, ο οποίος αναφέρθηκε σε ξυλοδαρμό του από τους τοκογλύφους, απειλές και εκβιασμούς, δεν εξήγησαν το λόγο για τον οποίο δεν προσέφυγαν στις αστυνομικές αρχές, παρότι ήταν προφανές, υπό την όψιμη αυτή εκδοχή, ότι με την οδήγηση του οχήματος από την Βουλγαρία μέχρι την Ισπανία, συμμετείχαν σε παράνομη πράξη, που δεν μπορεί παρά να ήταν η μεταφορά ναρκωτικών. Ενόψει όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι ο πρώτος κατηγορούμενος τέλεσε τις αναφερόμενες στο διατακτικό πράξεις κατοχής, εισαγωγής στην Ελληνική επικράτεια, μεταφοράς και απόπειρας εξαγωγής της προαναφερθείσας ποσότητας ηρωίνης. Τέλεσε δε τις πράξεις αυτές κατ' επάγγελμα, καθόσον από την υποδομή που είχε διαμορφώσει - ιδιαίτερα μεγάλη ποσότητα σκληρής ναρκωτικής ουσίας, συσκευασμένης σε δέματα έτοιμα προς περαιτέρω διάθεση, μεθοδευμένο σχέδιο δράσης με χρήση μισθωμένου οχήματος, εντός του οποίου απέκρυψε επιμελώς την ποσότητα της διακινούμενης ναρκωτικής ουσίας, σε ειδικά διαμορφωμένες κρύπτες, με επένδυση από φύλλα πίσσας, ώστε να δυσχεραίνεται ο εντοπισμός τους με ακτίνες x - ray και από αστυνομικούς σκύλους ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών - με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ το όφελος που προσδοκούσε να αποκομίσει από την περαιτέρω διακίνηση της παραπάνω ποσότητας ναρκωτικής ουσίας υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό των 75.000 ευρώ και εκτιμάται στο ποσό των 203.264 έως 457.344 ευρώ. Η δεύτερη κατηγορουμένη εξάλλου, γνωρίζοντας την εκ μέρους του πρώτου τέλεση των ανωτέρω πράξεων, με πρόθεση παρέσχε σε αυτόν οποιαδήποτε συνδρομή, κατά την τέλεση των πράξεων που διέπραξε αυτός, ήτοι, τον ακολούθησε παρέχοντάς του ψυχική συνδρομή με την παρουσία της, δίνοντας προς τρίτους, όπως π.χ. προς αστυνομικούς, τελωνειακούς κλπ., την εντύπωση ότι πράγματι πρόκειται περί ζεύγους που κάνει τις διακοπές του στο εξωτερικό. Η ενέργεια αυτή της δεύτερης κατηγορουμένης, συνιστά την πράξη της συνέργειας στις πράξεις του πρώτου. Μετά ταύτα, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο πρώτος κατηγορούμενος, B. V , ως αυτουργός των πράξεων που του αποδίδονται, ήτοι της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, τετελεσμένης και σε απόπειρα, με τις μορφές που αναφέρονται, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος άνω των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ, η δε δεύτερη, E. V., ένοχη απλής συνέργειας στις πράξεις του πρώτου, ως πρωτοδίκως.". Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ενόχους του αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους, ειδικότερα τον μεν αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο (όν.) B. (επ.) V. του K. κήρυξε ένοχο, αυτολεξεί, του ότι: "... στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, ήτοι, ενεργώντας με πρόθεση και χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και να μην μπορεί να την αποβάλλει με τις δικές του δυνάμεις, τέλεσε από πρόθεση το έγκλημα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, κατ' επάγγελμα με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000 ευρώ, που τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας και με χρηματική ποινή και πιο συγκεκριμένα, κατείχε, εισήγαγε στην ελληνική επικράτεια, μετέφερε και επιχείρησε να εξάγει από την ελληνική επικράτεια ναρκωτικά, ήτοι ουσίες με διαφορετική χημική δομή και διαφορετική δράση στο κεντρικό νευρικό σύστημα και με κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τη μεταβολή της θυμικής κατάστασης του χρήστη και την πρόκληση εξάρτησης διαφορετικής φύσης ψυχικής ή και σωματικής και ποικίλου βαθμού. Ειδικότερα: Α) Κατά το χρονικό διάστημα από 16-6-2017 έως 18-6-2017, κατείχε ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, κατά τρόπο ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή, για τον εαυτό του ή για λογαριασμό άλλου, να διαπιστώνει την ύπαρξή της και κατά τη βούλησή του να την διαθέτει πραγματικά και συγκεκριμένα κατείχε ποσότητα ηρωίνης, συνολικού μεικτού βάρους είκοσι πέντε (25) κιλών και τετρακοσίων οκτώ (408) γραμμαρίων, κατανεμημένη σε σαράντα οκτώ (48) νάιλον συσκευασίες, που είχε τοποθετήσει σε δύο (2) ειδικά διαμορφωμένες κρύπτες και ειδικότερα εντός δύο (2) ξύλινων κιβωτίων αεροστεγώς κλεισμένων με επένδυση από φύλλα πίσσας, ώστε να δυσχεραίνεται ο εντοπισμός τους με ακτίνες x - ray και από αστυνομικούς σκύλους ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών, τα οποία (κιβώτια) είχε σταθεροποιήσει με βίδες κάτω από το στρώμα του κρεβατιού, που βρισκόταν πάνω από τη θέση του οδηγού στο υπό στοιχεία κυκλοφορίας (Βουλγαρίας) "..." Ι.Χ.Ε. όχημα, τύπου camper, που οδηγούσε ο ίδιος (πρώτος) κατηγορούμενος, με συνοδηγό τη δεύτερη κατηγορουμένη E. V.. Β) Στις 18-6-2017, οδηγώντας αυτός (πρώτος κατηγορούμενος), το παραπάνω Ι.Χ.Ε. όχημα, με συνοδηγό την ως άνω συγκατηγορουμένη του, εισήγαγε από τη Βουλγαρία στην ελληνική επικράτεια την αναφερόμενη αμέσως πιο πάνω ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, που είχε αποκρύψει επιμελώς στις ως άνω περιγραφόμενες ειδικές κρύπτες. Γ) Στις 18-6-2017, οδηγώντας αυτός (πρώτος κατηγορούμενος), το παραπάνω Ι.Χ.Ε. όχημα, με συνοδηγό την ως άνω συγκατηγορουμένη του, μετέφερε, κατά την έννοια της εντός επικράτειας μετακίνησης από τόπο σε τόπο, με το ως άνω μεταφορικό μέσο, την εν λόγω ποσότητα ηρωίνης από τη Βουλγαρία μέχρι την Ηγουμενίτσα, όπου και συνελήφθησαν. Και Δ) Στις 18-6-2017, έχοντας αποφασίσει να εξάγει από την ελληνική επικράτεια ναρκωτικά, προέβη σε ενέργειες που συνιστούν αρχή εκτέλεσης του ανωτέρω εγκλήματος, το οποίο, όμως, δεν ολοκληρώθηκε και συγκεκριμένα όντας οδηγός ο πρώτος κατηγορούμενος του ανωτέρω έμφορτου με την εξαρτησιογόνο ουσία Ι.Χ.Ε. οχήματος, με συνοδηγό την ανωτέρω συγκατηγορουμένη, μετέβη στο λιμένα εξωτερικού Ηγουμενίτσας, προκειμένου να επιβιβαστεί με αυτό σε πλοίο της γραμμής που θα εκτελούσε προγραμματισμένο δρομολόγιο για το λιμένα Bari της Ιταλίας, έχοντας εκδώσει και τα σχετικά εισιτήρια και επιχείρησε να εξάγει από την ελληνική επικράτεια την εν λόγω ποσότητα ηρωίνης προς το λιμένα Bari της Ιταλίας και προς άγνωστο μέχρι στιγμής τελικό προορισμό, πλην όμως η πράξη του αυτή δεν ολοκληρώθηκε, καθότι κατελήφθη στην πύλη του λιμένα εξωτερικού Ηγουμενίτσας, σε γενόμενο έλεγχο από άνδρες της Ομάδας Κ9, της Περιφερειακής Ομάδας Δίωξης Ναρκωτικών του Γραφείου Ασφαλείας του Κεντρικού Λιμεναρχείου Ηγουμενίτσας. Την παραπάνω ποσότητα ναρκωτικής ουσίας κατείχε, εισήγαγε στην ελληνική επικράτεια, μετέφερε και επιχείρησε να εξάγει από την ελληνική επικράτεια, ο πρώτος κατηγορούμενος, με σκοπό την καθ' οιονδήποτε τρόπο περαιτέρω διακίνησή της. Στις εν λόγω ενέργειες προέβη ο πρώτος κατηγορούμενος, κατ' επάγγελμα, καθόσον από την υποδομή που είχε διαμορφώσει (ιδιαίτερα μεγάλη ποσότητα σκληρής ναρκωτικής ουσίας, συσκευασμένης σε δέματα έτοιμα προς περαιτέρω διάθεση, μεθοδευμένο σχέδιο δράσης με χρήση μισθωμένου οχήματος, εντός του οποίου απέκρυψε επιμελώς την ποσότητα της διακινούμενης ναρκωτικής ουσίας σε ειδικά διαμορφωμένες κρύπτες, με επένδυση από φύλλα πίσσας, ώστε να δυσχεραίνεται ο εντοπισμός τους με ακτίνες x - ray και από αστυνομικούς σκύλους ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών) με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ το όφελος που προσδοκούσε να αποκομίσει από την περαιτέρω διακίνηση της παραπάνω ποσότητας ναρκωτικής ουσίας υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, αφού, σύμφωνα και με το από 7-5-2013 έγγραφο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και τον ενδεικτικό πίνακα τιμών των ναρκωτικών ουσιών, αυτό εκτιμάται στο ποσό των 203.264 έως 457.344 ευρώ.", την δε αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη (όν.) E. (επ.) V. του N. κήρυξε ένοχη, αυτολεξεί, του ότι: "... στους αναφερόμενους ανωτέρω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, ήτοι ενεργώντας με πρόθεση παρέσχε σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που αυτός διέπραξε, ήτοι παρέσχε οποιαδήποτε συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο, κατά την τέλεση από αυτόν, των πράξεων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, υπό τη μορφή της κατοχής, εισαγωγής, μεταφοράς και απόπειρας εξαγωγής, όπως αυτές περιγράφονται ανωτέρω, συγκεκριμένα συνόδευε αυτόν ως συνοδηγός στο υπό στοιχεία κυκλοφορίας (Βουλγαρίας) "..." Ι.Χ.Ε. όχημα, τύπου camper, που οδηγούσε ο ίδιος (πρώτος) κατηγορούμενος, κατά τη διαδρομή του από τη Βουλγαρία μέχρι την Ηγουμενίτσα, ενώ γνώριζε ότι ο ανωτέρω τελούσε με τη χρήση του οχήματος αυτού τις προαναφερθείσες πράξεις διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και δη ηρωίνης, συνολικού μεικτού βάρους είκοσι πέντε (25) κιλών και τετρακοσίων οκτώ (408) γραμμαρίων, κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000 €, παρέχοντας σ' αυτόν ψυχική συνδρομή δια της παρουσίας της και δημιουργώντας την κατάλληλη εικόνα, ζεύγους που κάνει τις διακοπές του, ώστε να μην κινούνται υποψίες ελεγκτικών και διωκτικών αρχών.". Ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας (Πενταμελές Εφετείο Κέρκυρας), καθόσον αφορά τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο (όν.) B. (επ.) V. του K., διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όπως η έννοιά της εκτέθηκε στην προηγηθείσα υπό στοιχείο IV νομική σκέψη, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με τη μορφή της εισαγωγής αυτών στην ελληνική επικράτεια, την κατοχή και μεταφοράς τους, καθώς και την απόπειρα εξαγωγής τους από την ελληνική επικράτεια, με προσδοκώμενο όφελος μεγαλύτερο των εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (75.000,00 €), κατ' επάγγελμα, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο
ΙΙ νομική σκέψη, έγκλημα για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε, κατά τα προαναφερόμενα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, τις οποίες ορθά εκτίμησε χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τους υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 8 περ. θ', 12, 13 στοιχ. στ', 14, 16, 17, 18, 26 εδ. α', 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 50, 51, 52, 57, 94 παρ. 1 του Π.Κ., 1 παρ. 1 και 2, 20 παρ. 1, 2, 3 και 23 παρ. 2 περ. α', 99 του Ν. 4139/2013 και 1 παρ. 1 και 2 πιν. Α' αρ. 5 του Ν. 3459/2006, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο (όν.) B. (επ.) V. του K., το Δικαστήριο της ουσίας εκθέτει στην ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφασή του, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως έκρινε ότι αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, με βάση τα οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού ποινικού δικαίου, ειδικότερα δε την παρ. 2 περ. α' του άρθρου 23 Ν. 4139/2013, με την οποία προβλέπεται η ιδιαίτερα διακεκριμένη περίπτωση της ενέργειας του δράστη κατ' επάγγελμα με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (75.000,00 €), αναφορικά με την κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης, καθόσον περιγράφει λεπτομερώς τον τρόπο δράσης του, καθώς και την υποδομή που είχε διαμορφώσει (ιδιαίτερα μεγάλη ποσότητα σκληρής ναρκωτικής ουσίας, συσκευασμένης σε δέματα έτοιμα προς περαιτέρω διάθεση, μεθοδευμένο σχέδιο δράσης με χρήση μισθωμένου οχήματος, εντός του οποίου απέκρυψε επιμελώς η ποσότητα της διακινούμενης ναρκωτικής ουσίας σε ειδικά διαμορφωμένες κρύπτες, με επένδυση από φύλλα πίσσας, ώστε να δυσχεραίνεται ο εντοπισμός τους με ακτίνες x - ray και από αστυνομικούς σκύλους ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών), ενώ με αιτιολογική επάρκεια προσδιορίζει το προσδοκώμενο όφελος από τη διακίνηση των ανωτέρω ναρκωτικών ουσιών, ανερχόμενο σε ποσό μεταξύ 203.264 και 457.344 ευρώ, έχοντας συνεκτιμήσει την μεγάλη ποσότητα της ηρωίνης, η οποία είναι ναρκωτική ουσία (άρθρο 1 παρ. 1 και 2 ΠΙΝΑΚΑΣ Δ' αρ. 5 του Ν. 3459/2006), συνολικού βάρους είκοσι πέντε (25) κιλών και τετρακοσίων οκτώ (408) γραμμαρίων, χωρίς να είναι αναγκαίο αφενός να προσδιοριστεί ο αριθμός των συμμετεχόντων στη διακίνηση της ανωτέρω ναρκωτικής ουσίας και ο επιμερισμός του οφέλους στους συμμετέχοντες, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο
ΙΙ νομική σκέψη, και αφετέρου το κόστος κτήσης της εν λόγω ποσότητας της ναρκωτικής ουσίας, ενόψει του δεν υφίσταται ισχυρισμός ότι δαπανήθηκε κάποιο χρηματικό ποσό προς τούτο. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας με αιτιολογική επάρκεια κατέληξε στην κρίση ότι συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου (όν.) B. (επ.) V. του K. η ιδιαίτερα διακεκριμένη περίπτωση της τέλεσης της ως άνω αξιόποινης πράξης διακίνησης (κατοχής, εισαγωγής στην ελληνική επικράτεια, μεταφοράς και απόπειρας εξαγωγής από την ελληνική επικράτεια) ναρκωτικής ουσίας (ηρωίνης), με προσδοκώμενο όφελος άνω των εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (75.000,00 €), κατ' επάγγελμα, απέδωσε στο νόμο την πραγματική του έννοια και υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 περ. α' του Ν. 4139/2013, χωρίς ουδόλως να παραβιάσει αυτήν ευθέως ή εκ πλαγίου. Οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου (όν.) B. (επ.) V. του K. για έλλειψη της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με το ύψος του προσδοκώμενου οφέλους από την ανωτέρω διακίνηση της ναρκωτικής ουσίας και την συνδρομή της κατ' επάγγελμα διακίνησης αυτής, που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησής του, με τις οποίες επιχειρεί να θεμελιώσει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αφορά την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη (όν.) E. (επ.) V. του N., διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έκθεση σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις των πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της συνέργειας, στην αξιόποινη πράξη της διακίνησης της προαναφερθείσας ποσότητας ναρκωτικής ουσίας που τέλεσε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος (όν.) B. (επ.) V. του K. (άρθρα 20 του Ν. 4139/2013 και 47 του Π.Κ.), των αποδείξεων που τα θεμελίωσαν και των νομικών συλλογισμών με τους οποίους υπήγαγε αυτές στις εν λόγω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ειδικότερα, αιτιολογείται σ' αυτήν επαρκώς ο τρόπος παροχής της συνδρομής στον αυτουργό [αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο (όν.) B. (επ.) V. του K.], η γνώση της άδικης πράξης, η βούληση και αποδοχή της συνδρομής στην τέλεσή της, καθώς και ότι το προσδοκώμενο όφελος από την εν λόγω διακίνηση της προαναφερθείσας ναρκωτικής ουσίας υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (75.000,00 €). Σε σχέση όμως με τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης της διακίνησης (κατοχής, εισαγωγής στην ελληνική επικράτεια, μεταφοράς και απόπειρας εξαγωγής από την ελληνική επικράτεια) της ανωτέρω ναρκωτικής ουσίας (ηρωίνης), καθόσον αφορά την ίδια δεν υπάρχει αιτιολογία στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία (απόφαση) στήριξε την καταδικαστική της κρίση στον παρακολουθηματικό χαρακτήρα της συνέργειας και στο ότι η συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης στο πρόσωπο του αυτουργού, δηλαδή του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου (όν.) B. (επ.) V. του K., συνεπάγεται, χωρίς οποιαδήποτε εξέταση, την ύπαρξη αυτής και στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης (όν.) E. (επ.) V. του N., ως συνεργού. Η συμμετοχική πράξη της συνέργειας πράγματι δεν υφίσταται χωρίς την κύρια πράξη, η τέλεση της οποίας την προϋποθέτει, για την κατάφαση όμως των επιβαρυντικών περιστάσεων σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στο τέλος της προηγηθείσας υπό στοιχείο
ΙΙΙ νομικής σκέψης, πρέπει να προκύπτει ότι αυτές συντρέχουν στο πρόσωπο καθενός από τους συμμετόχους, και να αιτιολογείται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ειδικώς και εμπεριστατωμένως. Κατά συνέπεια η συμμετοχή της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης (όν.) E. (επ.) V. του N. σε διακεκριμένη (άρθρο 23 παρ. 2 περ. α' του Ν. 4139/2013) ή σε βασική διακίνηση ναρκωτικών ουσιών (άρθρο 20 του Ν. 4139/2013) εξαρτάται από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ερώτημα της συνδρομής της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης στην αποδοθείσα σε αυτήν αξιόποινη πράξη της συνέργειας, ως προς την οποία στην προσβαλλόμενη απόφαση υπήρξε θετική παραδοχή χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία. Έτσι οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης (όν.) E. (επ.) V. του N. για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της πληττόμενης απόφασης, που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησής της, ως προς τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών στο πρόσωπό της, που ιδρύουν τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης, είναι ουσιαστικά βάσιμες και πρέπει να γίνουν δεκτές. VI. Από την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 365 παρ. 2 του ισχύοντος από 1-7-2019 Κ.Ποιν.Δ. (Φ.Ε.Κ. 96/11-6-2019, τεύχος πρώτο), συνάγεται ότι απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου ολόκληρης της απολογίας του, που έγινε κατά την ανάκριση, ενόψει του ότι είναι δυνατόν να αναγνωστούν μόνον αντίθετες περικοπές της, αν όσα εκθέτει, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, είναι στο σύνολο τους ή εν μέρει διαφορετικά από όσα ο ίδιος εξέθεσε στην προδικασία. Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του δικαστηρίου ολόκληρης της απολογίας του κατηγορουμένου, που έδωσε κατά τη διενέργεια της κύριας ανάκρισης, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ορίζει ότι: "Απόλυτη ακυρότητα υπάρχει: 1. Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α) ..., β) ..., γ) ..., δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από τον νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε. Ε.", ιδρύει δε τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης, καθόσον η λήψη υπόψη και η αξιοποίηση αποδεικτικώς, εκ μέρους του δικαστηρίου, της απολογίας του κατηγορουμένου κατά την προδικασία, αφορά στο δικαίωμα υπεράσπισής του, συγκεκριμένα δε στο δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη, που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκε αρχικά με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974, που αποτελεί εγχώριο δίκαιο και, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, καθώς και στο δικαίωμά του, από το άρθρο 223 παρ. 4 του Κ.Ποιν.Δ., να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποίησης διακηρύσσεται και στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 και έχει την αυξημένη ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα, μεταξύ άλλων, και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό αποτέλεσμα, με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του, επάγεται η λήψη υπόψη ολόκληρης της απολογίας του κατά την ανάκριση και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο στοιχείων είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσης της ιδιότητας αυτής (Ολ. Α.Π. 1/2004). Παραβίαση, όμως, της πιο πάνω αρχής της μη αυτοενοχοποίησης του κατηγορουμένου επέρχεται μόνο με την κατά τον προαναφερόμενο τρόπο αξιοποίηση αποδεικτικώς, εκ μέρους του δικαστηρίου, της απολογίας του κατά την προδικασία, όχι δε όταν ο κατηγορούμενος, κατά την απολογία του στο ακροατήριο εκθέτει διαφορετικά πραγματικά περιστατικά από εκείνα που εξέθεσε κατά το στάδιο της προδικασίας, οπότε επιτρέπεται η ανάγνωση περικοπών της απολογίας του κατά την ανάκριση, προς επισήμανση αντιφάσεών του. Στην περίπτωση αυτή δεν παραβιάζεται το υπερασπιστικό δικαίωμα σιγής ή μη αυτοενοχοποίησης του κατηγορουμένου και δεν προκαλείται οποιαδήποτε ακυρότητα στο ακροατήριο, κατ' άρθρο 171 του Κ.Ποιν.Δ. (Α' Τακτ. Ολ. Α.Π. 2/2021). VII. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 78/3-12-2019 απόφασή του το Πενταμελές Εφετείο Κέρκυρας κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους, κατά τα προεκτεθέντα και τους καταδίκασε στις προαναφερόμενες ποινές: 'Οπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω πληττόμενη απόφαση, κατά την απολογία των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων στο ακροατήριο του ανωτέρω Δικαστηρίου της ουσίας, αναγνώσθηκαν από τον Πρόεδρο περικοπές μόνον των από 21-6-2017 απολογιών τους ενώπιον του Ανακριτή Πλημμελειοδικών Θεσπρωτίας, στο πλαίσιο της προδικασίας για την παρούσα υπόθεση, προκειμένου, προφανώς, να επισημάνει αντιφάσεις τους με όσα εξέθεταν απολογούμενοι. Με βάση τα προαναφερόμενα, σε συνδυασμό με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο VI νομική σκέψη, ενόψει του ότι αναγνώσθηκαν μόνον περικοπές των απολογιών των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, κατά την προδικασία ενώπιον του Ανακριτή Πλημμελειοδικών Θεσπρωτίας, στο στάδιο των απολογιών τους στο ακροατήριο του δικαστηρίου της ουσίας, προς επισήμανση αντιφάσεων, ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο προκλήθηκε (Α.Π. 712/2015). Επομένως, τα όσα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι με το δεύτερο λόγο των υπό κρίση αιτήσεών τους για αναίρεση της πληττόμενης απόφασης, επιχειρώντας να θεμελιώσουν τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. VIII. Η καταδικαστική απόφαση, όπως ήδη προαναφέρθηκε, έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Α.Π. 1308/2020). Περαιτέρω, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., τείνουν δε στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Για να έχει όμως το Δικαστήριο υποχρέωση να απαντήσει επί των ανωτέρω ισχυρισμών, πρέπει αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για την θεμελίωσή τους, η προβολή δε αυτών πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα (βλ. άρθρο 141 παρ. 1 και 3 του Κ.Ποιν.Δ.) ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 του Κ.Ποιν.Δ. (Α.Π. 1024/2018). Διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους (Ολ. Α.Π. 2/2005). Εξάλλου, αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι και οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις του άρθρου 84 του Π.Κ. περί αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή τους οδηγεί, αναγκαίως, στην επιβολή μειωμένης ποινής. Μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων περιλαμβάνεται και η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του ισχύοντος από 1-7-2019 Π.Κ. (Ν. 4619/2019, Φ.Ε.Κ. 95/11-6-2019, τεύχος πρώτο), η οποία συνίσταται στο ότι "ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα". Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι ο νομοθέτης, για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου σύννομου βίου, αρκείται στη συνήθη σύννομη ανθρώπινη συμπεριφορά, η οποία, μάλιστα, δεν αναιρείται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη για μικρής ποινικής απαξίας πλημμεληματική αξιόποινη πράξη. Τούτο άλλωστε επιβεβαιώνεται και από την Αιτιολογική Έκθεση του ως άνω νόμου (4619/2019), κατά την οποία: "Στην περ. α' αντί του απροσδιόριστου κριτηρίου της "έντιμης" ζωής υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης της "νόμιμης" ζωής. Στο κράτος δικαίου ο πολίτης είναι ελεύθερος να διάγει, όπως ο ίδιος κρίνει, εφόσον δεν παραβιάζει επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου. Όταν δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη ή έχει καταδικαστεί για ελαφρό πλημμέλημα, είναι ανεπίτρεπτο να ελέγχεται η κατά το Σύνταγμα (άρθρο 9 παρ. 1 εδ. β') "απαραβίαστη" προηγούμενη ατομική και οικογενειακή του ζωή. Το δικαστήριο δικαιούται να ελέγξει μόνο τις περιστάσεις τέλεσης της αξιόποινης πράξης.". Κριτήριο, επομένως, για τη συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, η οποία υπάρχει, όταν αυτός δεν έχει τελέσει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, του λευκού ποινικού μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής, του δικαστού δυνάμενου να κρίνει στα πλαίσια που ορίζονται από τα άρθρα 177 και 178 του Κ.Ποιν.Δ. (Α.Π. 802/2020). ΙΧ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφότεροι οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, ζήτησαν την αναγνώριση στο πρόσωπό τους της συνδρομής, μεταξύ άλλων, και της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου σύννομου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 περ. α' του Π.Κ.), την οποία απέρριψε το Δικαστήριο της ουσίας ως αβάσιμη, με το ακολούθως εκτιθέμενο σκεπτικό: "... ο αυτοτελής ισχυρισμός τους ότι έζησαν σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα [άρθρ. 84 παρ. 2 εδ. α' του ισχύοντος ΠΚ (διάταξη που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως ευμενέστερη, σύμφωνα με το άρθρ. 2 παρ. 1 ΠΚ - ΑΠ 1466/2019)], είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, από το παραπάνω αποδεικτικό υλικό δεν αναδείχθηκαν καθόλου περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η βασιμότητά του, ότι δηλαδή δεν έχουν διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, του λευκού ποινικού μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής.". Η ανωτέρω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων περί αναγνώρισης στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου σύννομου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 περ. α' του Π.Κ.), δεν είναι η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ελλιπής, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της, η προηγούμενη συμπεριφορά αυτών (αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων) δεν ήταν παραβατική, εμμέσως δε πλην σαφώς, γίνεται δεκτό ότι είχαν λευκό ποινικό μητρώο, ενώ αξιώνοντας την απόδειξη θετικών περιστατικών για θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού τους εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του Π.Κ., καθόσον, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο VIII νομική σκέψη, για την αναγνώριση της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης αρκεί πλέον απλά και μόνον σύννομος βίος και δεν απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά, όπως αξιωνόταν με το προϊσχύσαντα μέχρι 30-6-2019 Π.Κ. (Α.Π. 253/2021). Επομένως, οι αιτιάσεις που προβάλλουν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι με τον τρίτο λόγο των υπό κρίση αιτήσεων αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, καθόσον αφορά την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού τους για αναγνώριση στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου σύννομου βίου, που ιδρύουν αντιστοίχως τους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ. λόγους αναίρεσης, είναι βάσιμες και πρέπει να γίνουν δεκτές. Χ. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, κατά μερική παραδοχή των κρινόμενων αιτήσεων, πρέπει να αναιρεθεί η υπ' αρ. 78/3-12-2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας, ως προς τις διατάξεις της που αφορούν: α) την καταδίκη της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης (όν.) E. (επ.) V. του N. για την πράξη της συνέργειας σε διακίνηση (κατοχή, εισαγωγή στην ελληνική επικράτεια, μεταφορά και απόπειρα εξαγωγής από την ελληνική επικράτεια) ναρκωτικής ουσίας (ηρωίνης), με προσδοκώμενο όφελος άνω των εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (75.000,00 €), από δράστη που ενεργεί κατ' επάγγελμα, ειδικότερα δε κατά το σκέλος της ότι και η ίδια [αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη (όν.) E. (επ.) V. του N.], κατά την τέλεση της εν λόγω αξιόποινης πράξης ενήργησε κατ' επάγγελμα, β) την απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου σύννομου βίου, στο πρόσωπο αμφοτέρων των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, και γ) την επιβληθείσα σε καθέναν από τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους στερητική της ελευθερίας ποινή, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 78/3-12-2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας, ως προς τις διατάξεις της που αφορούν: α) την καταδίκη της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης (όν.) E. (επ.) V. του N. για την πράξη της συνέργειας σε διακίνηση (κατοχή, εισαγωγή στην ελληνική επικράτεια, μεταφορά και απόπειρα εξαγωγής από την ελληνική επικράτεια) ναρκωτικής ουσίας (ηρωίνης), με προσδοκώμενο όφελος άνω των εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (75.000,00 €), από δράστη που ενεργεί κατ' επάγγελμα, ειδικότερα δε κατά το σκέλος της ότι και η ίδια [αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη (όν.) E. (επ.) V. του N.], κατά την τέλεσή της, ενήργησε κατ' επάγγελμα, β) την απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου σύννομου βίου, στο πρόσωπο αμφοτέρων των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, και γ) την επιβληθείσα σε καθέναν από τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους στερητική της ελευθερίας ποινή.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη διάταξη, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2022.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ