ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ - ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ - ΑΠ 5-2023

ΠΕΡΙΛΗΨΗ :  Για την αιτιολόγηση της τέλεσης των πράξεων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός; α) της ποσότητας αυτών (βάρους), που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεσή τους, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του χρόνου τέλεσης των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής αυτών, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας, γ) του ύψους του επιτευχθέντος τιμήματος και δ) της ταυτότητας των πωλητών ή αγοραστών. Δεν συμπεριλαμβανοντσι  στην πράξη της κατοχής τα καλλιεργούμενα δενδρύλια (ΑΠ 750/2020).

Ο ισχυρισμός που προβάλλεται στο δικαστήριο της ουσίας,   από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του, ότι πρόκειται για προμήθεια ή κατοχή με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικών, σε ποσότητα που εξυπηρετεί αποκλειστικά μόνο τις ανάγκες του κατηγορούμενου, αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό του, επί του οποίου το δικαστήριο οφείλει να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (ΑΠ 340/2020, ΑΠ 1084/2020, ΑΠ 1297/2016, ΑΠ 1078/2016).

Αριθμός  5/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Φραγκάκη, Πηνελόπη Παρτσαλίδου – Κομνηνού, Ελένη Κατσούλη και Δημήτριο Τράγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Αθανασίου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου  …………., κατοίκου Θεσσαλονίκης, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο – Χρυσοβαλάντη Καραβελάκη, για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 52/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 29 Ιουνίου 2020 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 698/2020.

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 29/6/2020 και με αριθμό 19/2020 αίτηση του …………   , κατοίκου Θεσσαλονίκης, για αναίρεση της απόφασης με αριθμό 52/2020 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις: α) της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με την μορφή της καλλιέργειας φυτών του γένους κάνναβης από κοινού και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών από κοινού και β) της παράνομης οπλοκατοχής, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε΄ του ΠΚ, και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών και τεσσάρων (4) μηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει, δε, λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠοινΔ (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης), και, συνακόλουθα, είναι παραδεκτή.

Με το νόμο περί ναρκωτικών 4139/20.3.2013, "νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις" (με το άρθρο 100 του οποίου καταργήθηκε από την έναρξη της ισχύος του (20.3.2013), ο ν. 3459/2006, εκτός από τα άρθρα 1 παρ.1, 58 και 61 αυτού) ρυθμίζονται οι παραβάσεις διακίνησης ναρκωτικών με νέες διατάξεις. Έτσι με το άρθρο 20 παρ. 1 του νέου αυτού νόμου, τυποποιείται ως βασικό έγκλημα η παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, ως τοιαύτης νοούμενης, κατά την παράγραφο 2, κάθε πράξης με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 αυτού. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του παραπάνω ν. 4139/2013, "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ". Με την παράγραφο 2 καθορίσθηκαν ενδεικτικά οι τρόποι τέλεσης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η εισαγωγή, αγορά, κατοχή, μεταφορά, καλλιέργεια, συγκομιδή και πώληση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής του άρθρου 20 παρ. 1, το παραπάνω έγκλημα πραγματώνεται όσον αφορά στην αγορά με την κατά τους όρους του άρθρου 513 Α.Κ. μεταβίβαση της κυριότητας των ναρκωτικών στον αγοραστή, που γίνεται με την παράδοση τους προς αυτόν αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Κατά δε τη έννοια της διάταξης του ιδίου ως άνω άρθρου η κατοχή των ναρκωτικών ουσιών πραγματώνεται με την φυσική εξουσίασή τους από το δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέτει σε τρίτους. Ειδικότερα για την αιτιολόγηση της τέλεσης των παραπάνω πράξεων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός; α) της ποσότητας αυτών (βάρους), που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεσή τους, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του χρόνου τέλεσης των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής αυτών, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας, γ) του ύψους του επιτευχθέντος τιμήματος και δ) της ταυτότητας των πωλητών ή αγοραστών. Για την υποκειμενική θεμελίωση των εγκλημάτων απαιτείται δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητας των ουσιών ως ναρκωτικών και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει τη πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση. Ειδικότερη αιτιολογία για το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου δεν απαιτείται, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και, επομένως, εξυπακούεται ότι υπάρχει αυτός στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή (ΑΠ 767/2019). Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, εκτός αν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), οπότε ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία. Η ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης αναφέρεται τόσο στην κρίση για την ενοχή, όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Προϋπόθεση, όμως, της δυνατότητας αξιολόγησης και, σε περίπτωση ευδοκίμησής τους, της επέλευσης του ευνοϊκότερου για τον κατηγορούμενο αποτελέσματος είναι η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή εγγράφως και με προφορική ανάπτυξή τους κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσής τους, αλλιώς το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών και, συνεπώς, ούτε να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή το χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Η από το δράστη κατοχή ναρκωτικής ουσίας για ίδια αποκλειστικά χρήση δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της κατοχής της ναρκωτικής ουσίας. Έτσι, ο ισχυρισμός που προβάλλεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των προαναφερόμενων άρθρων, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του, ότι πρόκειται για προμήθεια ή κατοχή με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικών, σε ποσότητα που εξυπηρετεί αποκλειστικά μόνο τις ανάγκες του κατηγορουμένου, αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό του, επί του οποίου το δικαστήριο οφείλει να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (ΑΠ 340/2020, ΑΠ 1084/2020, ΑΠ 1297/2016, ΑΠ 1078/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ΄ έφεση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ΄ είδος αναφερομένων στην ως άνω απόφαση αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε στο σκεπτικό της απόφασής του, κατά λέξη, τα ακόλουθα: «Οι κατηγορούμενοι» (δηλαδή ο αναιρεσείων και η συγκατηγορούμενή του  ……….) «τέλεσαν από κοινού, πραγματώνοντας, από κοινού, τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης … της διακίνησης ναρκωτικών με την ειδικότερη μορφή της κατοχής και καλλιέργειας. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι: Περί τις αρχές Μαΐου του έτους 2012 περιήλθε η πληροφορία στο Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών Δυτικής Θεσσαλονίκης, ότι οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι διέμεναν σε διαμέρισμα της επί της οδού Α. Π. αρ. …, στην περιοχή του Δήμου Θεσσαλονίκης, πολυώροφη οικοδομή, κατέχουν και διακινούν ποσότητες κάνναβης, οπότε τέθηκαν τόσο οι ίδιοι (κατηγορούμενοι) όσο και η ως άνω οικία στην οποία διέμεναν, υπό διακριτική επιτήρηση. Στα πλαίσια της επιτήρησης αυτής αστυνομικοί της παραπάνω υπηρεσίας την 14-5-2012, περί ώρα 12:45', εντόπισαν τον πρώτο κατηγορούμενο» (δηλαδή τον αναιρεσείοντα) «να εξέρχεται από την προαναφερθείσα οικία, στην οποία διέμενε με την δεύτερη κατηγορουμένη, οπότε αποφασίστηκε να τον ελέγξουν και τον ακινητοποίησαν στη συμβολή των οδών  … και Λ. Π.. Σε νομότυπη σωματική έρευνα που έγινε στον πρώτο κατηγορούμενο, βρέθηκαν στην κατοχή του ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Samsung, μαζί με την κάρτα SIM, και αριθμό κλήσης 69…….., καθώς και το χρηματικό ποσό των δέκα ευρώ, τα οποία κατασχέθηκαν, σε νομότυπη έρευνα δε που επακολούθησε στην προαναφερθείσα οικία, στην οποία διέμεναν οι κατηγορούμενοι, βρέθηκαν σαράντα δύο φυτά κάνναβης, ύφους από 4 έως 30 εκατοστά του μέτρου, σε τρεις γλάστρες στο μπαλκόνι του διαμερίσματος, έξι δέματα κάνναβης (χασίς σε φούντα), βάρους πενήντα ενός γραμμαρίων και πενήντα εκατοστών του γραμμαρίου, πενήντα ενός γραμμαρίων και πενήντα εκατοστών του γραμμαρίου, πενήντα ενός γραμμαρίων, πενήντα γραμμαρίων, σαράντα γραμμαρίων και τριάντα γραμμαρίων, αντιστοίχως, δηλαδή ποσότητα κάνναβης συνολικού βάρους διακοσίων εβδομήντα τεσσάρων γραμμαρίων (274,00 gr), ένα μικρόδεμα κάνναβης (χασίς σε φούντα), εμπλουτισμένο με καπνό, βάρους πέντε γραμμαρίων, μία εύχρηστη μηχανική ζυγαριά ακρίβειας, άνευ μάρκας, ένας εκκενωτής ηλεκτρικού ρεύματος, τύπου TAZER, μάρκας AS-403 και μία μεταλλική σιδερογροθιά, που κατασχέθηκαν, ενώ σε νομότυπη σωματική έρευνα που έγινε στην δεύτερη κατηγορουμένη,  …….., βρέθηκε και κατασχέθηκε ένα κινητό τηλέφωνο, μάρκας NOKIA, μαζί με την κάρτα SIM, και αριθμό κλήσης 69……. Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα, προέκυψε ότι τα παραπάνω φυτά του γένους κάνναβης καλλιεργούσαν οι κατηγορούμενοι, από κοινού, με σκοπό να συγκομίσουν κάνναβη, τις παραπάνω δε ποσότητες, μέρος των οποίων, βάρους διακοσίων πενήντα γραμμαρίων (250,00 gr), αγόρασε την 7-5-2012, από άγνωστο πρόσωπο, στη Θεσσαλονίκη, αντί τιμήματος εκατόν είκοσι ευρώ, η δεύτερη κατηγορουμένη, κατείχαν, επίσης από κοινού οι κατηγορούμενοι. Οι κατηγορούμενοι, τόσο ισχυρίζονται ότι ήταν χρήστες ινδικής κάνναβης, κατά τον χρόνο που βρέθηκαν τα παραπάνω φυτά κάνναβης και οι παραπάνω ποσότητες κάνναβης (χασίς σε φούντα), στην οικία τους, κατά τα προαναφερόμενα, καθώς και ότι τα προόριζαν για αποκλειστικά δική τους χρήση. Ο ισχυρισμός τους αυτός όμως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν αποδείχθηκε. Αυτό διότι, αφενός μεν προέκυψε ότι, ακόμη και αν οι κατηγορούμενοι ήταν χρήστες κάνναβης, δεν ήταν εξαρτημένοι, όπως αποδεικνύεται από τις ιατροδικαστικές εξετάσεις τους, που αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο, ούτε άλλωστε και οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι ήταν ή είναι εξαρτημένοι από την χρήση ναρκωτικών ουσιών και ότι την συνήθεια αυτή δεν μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, για να χρειάζονταν μεγάλες ποσότητες για την κάλυψη των αναγκών της προσωπικής τους χρήσης σε κάνναβη, αφετέρου δε την ινδική κάνναβη που κατείχαν την είχαν διαμοιρασμένη σε επιμέρους συσκευασίες, γεγονός που υποδηλώνει την πρόθεσή τους για περαιτέρω διακίνηση και διάθεσή της με οποιονδήποτε τρόπο σε τρίτους, κρίση που ενισχύεται από το γεγονός ότι βρέθηκε και ζυγαριά ακριβείας στην παραπάνω οικία τους, σε συνδυασμό με το ότι η προαναφερθείσα ποσότητα κάνναβης που ήδη κατείχαν και εκείνην που θα συγκόμιζαν από την καλλιέργεια των παραπάνω φυτών, είναι πολύ μεγάλη για να θεωρηθεί ότι προοριζόταν αποκλειστικά και μόνον για προσωπική χρήση αυτών, δηλαδή των κατηγορουμένων. Επομένως ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι την ποσότητα που θα συγκόμιζαν από την καλλιέργεια των ως άνω σαράντα δύο (42) φυτών του γένους κάνναβης, καθώς και η προαναφερθείσα ποσότητα ινδικής κάνναβης που κατείχαν, προορίζονταν αποκλειστικά και μόνον για τις προσωπικές τους ανάγκες πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος από ουσιαστική άποψη. Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, προέκυψε ότι τον εκκενωτή ηλεκτρικού ρεύματος, τύπου TAZER, και την μεταλλική σιδερογροθιά, που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στην οικία των κατηγορουμένων, που είναι όπλα κατά την έννοια του νόμου (βλ. άρθρο 1 παρ. 2 περ. α', γ' του Ν. 2168/1993), κατείχε χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής του τόπου κατοικίας του, ο πρώτος κατηγορούμενος,  …………, στον οποίο ανήκαν και τα προμηθεύτηκε προ δεκαπενταετίας και πλέον, ενώ η ποσότητα κάνναβης που κατείχαν οι κατηγορούμενοι αποτελεί μέρος εκείνης των διακοσίων πενήντα γραμμαρίων (250,00 gr), που αγόρασε η δεύτερη κατηγορουμένη,  ………., την 7-5-2012, αντί τιμήματος εκατόν είκοσι ευρώ (120,00 €). Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και τις προαναφερθείσες σκέψεις, στοιχειοθετούνται σε βάρος του μεν πρώτου κατηγορουμένου,  ………., οι παράνομες και αξιόποινες πράξεις: α) της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με την μορφή: i) της καλλιέργειας φυτών του γένους κάνναβης, και ii) της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, από κοινού, και β) της παράνομης οπλοκατοχής, σε βάρος δε της δεύτερης κατηγορουμένης,  …………, οι παράνομες και αξιόποινες πράξεις της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με την μορφή: α) της καλλιέργειας φυτών του γένους κάνναβης, από κοινού, και β) της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, από κοινού, και αγοράς αυτών, κατά μόνας, που αφορούν (κατοχή και αγορά) την ίδια ποσότητα. Επομένως, ο πρώτος κατηγορούμενος,  ………, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων σ΄ αυτόν πράξεων: α) της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με την μορφή: i) της καλλιέργειας φυτών του γένους κάνναβης, και ii) της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, από κοινού, και β) της παράνομης οπλοκατοχής, ενώ η δεύτερη κατηγορουμένη  ………., πρέπει να κηρυχθεί ένοχη των πράξεων της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με την μορφή: α) της καλλιέργειας φυτών του γένους κάνναβης, από κοινού, και β) της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, από κοινού, και αγοράς αυτών, κατά μόνας, που αφορούν (κατοχή και αγορά) την ίδια ποσότητα, πράξεις για τις οποίες (αγορά και κατοχή) πρέπει να της επιβληθεί μία ποινή». Στη συνέχεια το ειρημένο Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα – κατηγορούμενο (και την ως άνω συγκατηγορουμένη του), με το ακόλουθο διατακτικό: «ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους κατηγορουμένους ενόχους του ότι στη Θεσσαλονίκη, στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις, τέλεσαν με πρόθεση περισσότερα εγκλήματα, από κοινού, ειδικότερα δε του ότι: Α) Κατά το χρονικό διάστημα του τελευταίου μηνός πριν τη σύλληψη τους, που έλαβε χώρα την 14-5-2012, ενεργώντας από κοινού, καλλιέργησαν φυτά του γένους της κάνναβης, από τα οποία παράγονται ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου (άρθρα 1 παρ. 1, 2 του Ν. 3459/2006), δηλαδή φυσικές ουσίες που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και οι οποίες περιλαμβάνονται στον Πίνακα Α΄ αρ. 6 του ως άνω άρθρου και νόμου, συγκεκριμένα δε κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, αφού φύτευσαν σαράντα δυο (42) δενδρύλλια φυτών του γένους της κάνναβης, σε τρεις (3) γλάστρες που είχαν στο μπαλκόνι διαμερίσματος της επί της οδού Λ. Π. αρ. 2, στην περιοχή του Δήμου Θεσσαλονίκης, όπου διέμεναν, εν συνεχεία τα πότιζαν, τα λίπαιναν, τα επέβλεπαν και τα περιποιούνταν για την ταχύτερη και καλύτερη ανάπτυξή τους, με την επιμέλεια και φροντίδα τους δε αναπτύχθηκαν σε ύψος από 4 έως 30 εκατοστά του μέτρου, τα ως άνω δε φυτά κάνναβης καλλιέργησαν από κοινού, προκειμένου να συγκομίσουν κάνναβη, όχι για δική τους χρήση, αλλά για την περαιτέρω παράνομη εμπορία και καθοιονδήποτε τρόπο διακίνηση και διάθεση ναρκωτικών ουσιών σε τρίτους. Β) Την 14/5/2012 ενεργώντας από κοινού, κατείχαν ναρκωτικά κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 1 παρ. 1, 2 του Ν. 3459/2006), δηλαδή φυσικές ουσίες που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και οι οποίες περιλαμβάνονται στον Πίνακα Α' αρ. 6 του ως άνω άρθρου και νόμου, ειδικότερα δε στον παραπάνω τόπο και χρόνο, έχοντας τη φυσική τους εξουσίαση, ώστε ανά πάσα στιγμή να μπορούν να διαπιστώνουν την ύπαρξη και κατά τη βούλησή τους να διαθέτουν πραγματικά, κατείχαν έξι (6) δέματα κάνναβης βάρους πενήντα ενός γραμμαρίων και πενήντα εκατοστών του γραμμαρίου (51,50 gr), πενήντα ενός γραμμαρίων και πενήντα εκατοστών του γραμμαρίου (51,50 gr) πενήντα ενός γραμμαρίων (51,00 gr),πενήντα γραμμαρίων (50,00 gr), σαράντα γραμμαρίων (40,00 gr) και τριάντα γραμμαρίων (30,00 gr) αντιστοίχως, δηλαδή ποσότητα κάνναβης συνολικού βάρους διακοσίων εβδομήντα τεσσάρων γραμμαρίων (274,00 gr), καθώς και ένα (1) μικρόδεμα κάνναβης, εμπλουτισμένο με καπνό, βάρους πέντε γραμμαρίων (5,00 gr). τις ως άνω δε ποσότητες ακατέργαστης κάνναβης κατείχαν από κοινού, όχι για δική τους χρήση, αλλά για την περαιτέρω παράνομη εμπορία και καθοιονδήποτε τρόπο διακίνηση και διάθεση ναρκωτικών ουσιών σε τρίτους … ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον πρώτο κατηγορούμενο  ………, ένοχο του ότι στη Θεσσαλονίκης, την 14-5-2012, κατείχε αντικείμενα που διαλαμβάνονται στο άρθρο 1 παρ. 2 περ. α΄ και γ΄ του Ν. 2168/1993 (περί όπλων), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3944/2011, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής του τόπου της κατοικίας του, ειδικότερα δε του ότι στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, είχε στην κατοχή του έναν (1) εκκενωτή ηλεκτρικού ρεύματος, τύπου Tazer, μάρκας AS-403, και μία (1) μεταλλική σιδερογροθιά». Με αυτά που, κατά τα προεκτεθέντα, δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, για τις ειρημένες αξιόποινες πράξεις, την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων για τα οποία καταδίκασε τον αναιρεσείοντα – κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν (και δη συνεκτιμώντας άπαντα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά) και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των εν λόγω περιστατικών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, δηλαδή του άρθρου 45 του ΠΚ, για τη συνδρομή της οποίας διέλαβε την προσήκουσα αιτιολογία, και εκείνη του άρθρου 20 του ν. 4139/2013, των οποίων γίνεται ρητή παράθεση στη σελίδα 15 της προσβαλλομένης απόφασης, κρίνοντας ανελέγκτως ότι πρόκειται για διαφορετικές ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, ενώ δεν συμπεριέλαβε στην πράξη της κατοχής τα καλλιεργούμενα δενδρύλια (ΑΠ 750/2020), καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 περ. α΄, γ΄, 7 παρ. 1, 8 περ. α΄ εδ. α΄ του ΠΚ και 16 του ν. 2168/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, δηλαδή, με ελλιπή, ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία. Στη συνέχεια και αναφορικά με τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, συνιστάμενο στο ότι οι ποσότητες των ναρκωτικών ουσιών που βρέθηκαν στην κατοχή του και κατασχέθηκαν προορίζονταν για δική του αποκλειστικά χρήση, και εντεύθεν η αξιόποινη πράξη που του αποδόθηκε παραδεκτά πρέπει να μεταβληθεί από διακίνηση ναρκωτικών ουσιών σε κατοχή ναρκωτικών ουσιών για δική του αποκλειστική χρήση, το Δικαστήριο της ουσίας, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τον απέρριψε. Η κρίση ότι οι ποσότητες των ναρκωτικών ουσιών θα διετίθεντο σε τρίτους στηρίζεται σε σειρά επάλληλων συλλογισμών, που ερείδονται στα αντικειμενικά ευρήματα και στα υπόλοιπα στοιχεία απόδειξης (κατοχή κάνναβης διαμοιρασμένης σε επιμέρους συσκευασίες, ανεύρεση στην οικία του αναιρεσείοντος και της συγκατηγορουμένης του  ….. ζυγαριάς ακριβείας κλπ). Κατά συνέπεια, οι σχετικοί λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου και ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού αυτού περί κατοχής των ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών για ίδια αποκλειστικά χρήση, είναι αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του κυρωθέντος με το Ν. 4619/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 Ποινικού Κώδικα "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου». Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολο του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι΄ αυτόν και δεν αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος νόμος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς. Από, δε, τη σύγκριση της διάταξης του άρθρου 79 του προϊσχύσαντος Π.Κ. με την αντίστοιχη διάταξη του ισχύοντος από 1/7/2019 ΠΚ [δυνάμει του ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α΄ 95/11-6-2019)] προκύπτει ότι η ειρημένη διάταξη του νέου ΠΚ είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, δεδομένου του ότι με την τελευταία τίθενται περισσότερες προϋποθέσεις για την επιμέτρηση της αρμόζουσας ποινής. Εξετέρου, με την παράγραφο 7 του άρθρου 79 του (νέου) ΠΚ, όπως ίσχυε κατά το χρονικό διάστημα από 1/7/2019 μέχρι τη 17/11/2019, μέχρι, δηλαδή, την αντικατάστασή της με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 4637/2019 (ΦΕΚ 180/Α/18-11-2019), ορίζετο ότι «η επιμέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Η απλή μνεία ότι έχουν εκτιμηθεί τα κριτήρια των προηγούμενων παραγράφων» (ήτοι η βαρύτητα της πράξης, ο βαθμός ενοχής του υπαιτίου γι΄ αυτή, οι συνέπειες της ποινής για τον ίδιο – τον υπαίτιο – και τους οικείους του κλπ) «δεν συνιστά αιτιολογία». Συνακόλουθα, η διάταξη του άρθρου 79 του ΠΚ, όπως ίσχυε από 1/7/2019 μέχρι 17/11/2019, είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης διάταξης του προισχύσαντος ΠΚ (με την οποία απλώς απαιτείτο στη σχετική απόφαση να «αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που υπέβαλε»), αλλά, ακόμη και αυτής που ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με τον ν. 4637/2019 και ισχύει, μετά την εκ νέου αντικατάστασή της με βάση το άρθρο 3 του ν. 4855/2021 (ΦΕΚ Α΄ 215/12-11-2021), και ως τέτοια εφαρμόζεται και στην ένδικη υπόθεση. Εξάλλου, από τα οριζόμενα στις παραγράφους 2, 3, 4, 5 και 6 του άρθρου 79 του ισχύοντος ΠΚ, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο, για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και του βαθμού ενοχής του υπαιτίου (εκτιμωμένης και της προσωπικότητάς του), καθώς και τα λοιπά κριτήρια, κατά τον νέο ΠΚ, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο αποφαίνεται με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς αυτήν. Πάντως το δικαστήριο για τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, λαμβάνει υπόψη του τα δεδομένα που προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά με την προηγηθείσα απόφαση για την ενοχή του (ΑΠ 548/2021, ΑΠ 1376/2020). Υποχρέωση επανάληψης των περιστατικών αυτών στην περί της ποινής απόφαση δεν υφίσταται (ΑΠ 1949/2019). Η τελευταία αποκτά την κατά νόμο αιτιολογία με την απλή επανάληψη του περιεχομένου των διατάξεων του άρθρου 79 του ΠΚ, και τη διαμέσου αυτών, σιωπηρή, έστω, επίκληση των όσων ήδη έγιναν δεκτά με την απόφαση επί της ενοχής (ΑΠ 479/2020, ΑΠ 97/2020). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο του Συντάγματος, όπως το άρθρο αυτό ισχύει από 18-4-2001, μετά την αναθεώρηση από τη Ζ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων, «Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας». Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί πρέπει να είναι: α) αναγκαίοι με την έννοια ότι δεν υπάρχει άλλος πρόσφορος τρόπος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τη σχετική ρύθμιση σκοπού και β) να τελούν σε αρμόζουσα αναλογία με αυτόν, έτσι ώστε οι επιπτώσεις που προκαλούνται στα δικαιώματα του θιγομένου να μην είναι δυσανάλογα επαχθείς, η σχέση δε μεταξύ μέσου και σκοπού πρέπει να είναι εύλογη, ώστε να αποτρέπονται υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες για το θιγόμενο (ΑΠ 851/2017, ΑΠ 986/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, με σαφήνεια προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, κατά την επιμέτρηση των ποινών που επέβαλε στον αναιρεσείοντα, έκρινε με βάση τη διάταξη του άρθρου 79 του νέου ΠΚ, όπως ίσχυε από 1/7/2019 μέχρι 17/11/2019, η οποία είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, η δε αιτιολογία που διέλαβε σ΄ αυτήν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Επί πλέον, ειδικότερη αιτιολογία και αναφορά αποδείξεων και περιστατικών δεν χρειαζόταν, όπως αβασίμως και αντιθέτως  ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αφού αυτά προκύπτουν από την περί ενοχής απόφαση, και, κατά συνέπεια, δεν ήταν αναγκαίο να παρατεθούν στην προσβαλλομένη απόφαση, για την επιμέτρηση των ποινών, εκ νέου τα περιστατικά που προέκυψαν από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που παρατίθενται στην κυρία απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων για τις πράξεις που προεκτέθηκαν. Περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την επιμέτρηση των ποινών που επέβαλε στον αναιρεσείοντα, πλήρως αιτιολογημένα έλαβε υπόψη τη βαρύτητα των αξιόποινων πράξεων που αυτός διέπραξε και την προσωπικότητά του, για την εκτίμηση δε των στοιχείων τούτων χρησιμοποίησε τα κριτήρια του άρθρου 79 του ΠΚ. Ειδικότερα, μεταξύ των κριτηρίων, στα οποία απέβλεψε, εκτός των άλλων, είναι η φύση, το είδος και το αντικείμενο των πράξεων, που με σαφήνεια προσδιορίζονται στο προπαρατεθέν αιτιολογικό περί ενοχής του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου (το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο με το περί ποινής σκεπτικό), ενώ, τέλος, η επιμέτρηση των ποινών έγινε μέσα στα όρια που ο νόμος διαγράφει για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, ενόψει δε της απαξίας των πράξεων αυτών, που τέλεσε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, δια της επιβολής σ' αυτόν ποινής φυλάκισης τεσσάρων μηνών για την πράξη της καλλιέργειας φυτών του γένους της κάνναβης, ποινής φυλάκισης δύο ετών για την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών και ποινής φυλάκισης οκτώ μηνών για την πράξη της παράνομης οπλοκατοχής, συνολικά δε ποινής πέντε ετών και τεσσάρων μηνών, ουδόλως παραβιάσθηκε εν προκειμένω η υπαγορευόμενη από το Σύνταγμα αρχή της αναλογικότητας. Κατά συνέπεια, οι σχετικοί λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την επιμέτρηση των ποινών και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, όσον αφορά την επιμέτρηση των ποινών που επιβλήθηκαν στον αναιρεσείοντα, είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές, περιεχόμενες στους ως άνω λόγους, αιτιάσεις αναφέρονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, καθόσον εξ αυτών συνάγονται, κατά τον αναιρεσείοντα, αντίθετα συμπεράσματα από αυτά στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλομένης απόφασης, άρα και την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της ουσίας. Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠοιν), κατά τα οριζόμενα ειδικότερον στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29/6/2020 και με αριθμό 19/2020 αίτηση του  ……, κατοίκου Θεσσαλονίκης, για αναίρεση της απόφασης με αριθμό 52/2020 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250,00) €.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                           Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και τούτου αποχωρήσαντος

από την υπηρεσία η αρχαιότερη

της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                          Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login