ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ - ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΥΠΟΤΡΟΠΟΥ - ΑΠ 1354-2022

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Κατάργηση, με νΠΚ, διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών από υπότροπο  .

Η κατάργηση με το νέο Π.Κ. των διατάξεων της υποτροπής, που προέβλεπαν ως συνέπεια της υποτροπής την επιβάρυνση της ποινής, επεκτείνεται και στον ειδικό νόμο 4139/2013, καθόσον και στην περίπτωση διάπραξης της πράξης της διακίνησης ναρκωτικών από υπότροπο συντρέχει ο ίδιος ως άνω δικαιολογητικός λόγος, ενόψει του ότι με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.2γ προβλέπεται επαύξηση της προβλεπόμενης στο άρθρο 20 ποινής, ως συνέπεια της υποτροπής. Επομένως, από 1-7-2019 (που άρχισε να ισχύει ο νέος ΠΚ), δεν συγκροτείται πλέον η διακεκριμένη περίπτωση διακίνησης ναρκωτικών ουσιών από υπότροπο και ο ως άνω δράστης τιμωρείται κατά τη βασική διάταξη του άρθρου 20 του ν. 4139/2013 (ΑΠ 808/2020).

Απόφαση 1354 / 2022    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1354/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Ηλιοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (η οποία ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 102/2022 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Μαριάνθη Παγουτέλη, Ευάγγελο Μητσέλο και Ελευθέριο Σισμανίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 13 Απριλίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ζαχαρία Κοκκινάκη, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου S. B. του E., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κ.Κ. Αγίου Στεφάνου Πατρών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 86/2019 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαρτίου 2020 αίτησή του, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 13.03.2020 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 2482/2020, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 415/2020.

Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 10-3-2020 αίτηση του S. B. του Ε., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Αγίου Στεφάνου Πατρών, ασκηθείσα με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 13-3-2020 (αριθμός πρωτοκόλλου της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου 2482/13-3-2020), για αναίρεση της 86/7-11-2019 καταδικαστικής απόφασης του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ στις 27-2-2020, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία.

I) Στο άρθρο 20 του Ν.4139/2013 "Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις" ορίζεται, ότι "1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. 2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 2Α και 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και ιδίως η εισαγωγή, η εξαγωγή, η διαμετακόμιση, η πώληση, η αγορά, η προσφορά, η διανομή, η διάθεση, η αποστολή, η παράδοση, η αποθήκευση, η παρακατάθεση, η παρασκευή, η κατοχή, η μεταφορά .... 3. Αν περισσότερες πράξεις διακίνησης αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών συντρέχει μόνο ένα έγκλημα διακίνησης. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των επί μέρους πράξεων διακίνησης, το είδος, η συνολική ποσότητα και η καθαρότητα του ναρκωτικού, καθώς και η βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεων στην υγεία ". Με το ανωτέρω άρθρο τυποποιείται το βασικό έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο οποίο αναφέρονται ενδεικτικά οι διάφοροι τρόποι τέλεσής του, που αποτελούν ένα μόνο έγκλημα αν αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, περιέχεται δε μεταξύ αυτών η κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά, είναι δε αναγκαίος ο προσδιορισμός του προσώπου που έχει την πραγματική εξουσία διάθεσης της ναρκωτικής ουσίας, ενώ με τον όρο μεταφορά νοείται η μετακίνηση των ναρκωτικών ουσιών από ένα τόπο σε άλλο, με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, ξένο ή ιδιόκτητο, αυτοπροσώπως ή μέσω τρίτου, εκτός αν πρόκειται για ατομική χρήση (ΑΠ 1377/2020). Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητας των ουσιών ως ναρκωτικών και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει τη πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση καθενός από τους τρόπους τέλεσής τους (ΑΠ 483/2020). Εξάλλου, κατά την εφαρμοσθείσα στην προκείμενη υπόθεση διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 περ. γ του ν. 4139/2013,με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ τιμωρείται όποιος τελεί κάποια από τις πράξεις των άρθρων 20 και 21 παρ. 1α και είναι υπότροπος, υπότροπος δε, κατά την αυθεντική ερμηνεία της διάταξης, θεωρείται όποιος, χωρίς να έχει κριθεί ως εξαρτημένος, έχει ήδη καταδικαστεί αμετάκλητα για κακούργημα διακίνησης ναρκωτικών μέσα στην προηγούμενη δεκαετία. Με τον νέο Π.Κ., που άρχισε να ισχύει από 1-7-2019 (άρθρο δεύτερο του ν. 4619/2020 και άρθρο 460 του νέου ΠΚ), καταργήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 88-89 του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Π Κ, που αναφέρονταν στους υπότροπους εγκληματίες, για τους οποίους προβλεπόταν βαρύτερη μεταχείριση. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4619/2019, με τον οποίο κυρώθηκε ο νέος ΠΚ, καταργήθηκαν ως απολύτως απαρχαιωμένες οι ως άνω διατάξεις, διότι αφενός δεν εφαρμόζονται κατά κανόνα από τη νομολογία και αφετέρου διαθέτουν αμφίβολης αξίας νομιμοποιητικό θεμέλιο και ειδικότερα διότι "Μόνη η προηγούμενη επιβολή ποινής ουδόλως μπορεί να δικαιολογήσει την αύξηση της ποινής για το νέο έγκλημα. Συγκεκριμένα προβάλλεται μεταξύ άλλων, το άτοπο του συνδυασμού ενός χαμηλού βαθμού ενοχής με την υψηλή ειδικοπροληπτική λειτουργία του θεσμού, η μάλλον σχηματική παρά ρεαλιστική αντίληψη για την προειδοποιητική λειτουργία της προηγούμενης καταδικαστικής απόφασης, η αναποτελεσματικότητα του θεσμού και κυρίως η μέσω αυτού παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της δίκαιης μεταχείρισης του υπαιτίου, αφού με βάση τις σχετικές διατάξεις, ο υπαίτιος τιμωρείται καθ' υπέρβαση του βαθμού της ενοχής του για το έγκλημα που έχει τελέσει ". Παράλληλα, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 463 παρ. 5 του νέου Π.Κ., "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα καταργούνται όλες οι διατάξεις που περιέχονται σε ειδικούς νόμους με τις οποίες καθορίζονται παρεπόμενες ποινές ή άλλες συνέπειες που καταργούνται με αυτόν". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η κατάργηση των διατάξεων της υποτροπής, που προέβλεπαν ως συνέπεια της υποτροπής την επιβάρυνση της ποινής, επεκτείνεται και στον ειδικό νόμο 4139/2013, καθόσον και στην περίπτωση διάπραξης της πράξης της διακίνησης ναρκωτικών από υπότροπο συντρέχει ο ίδιος ως άνω δικαιολογητικός λόγος, ενόψει του ότι με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.2γ προβλέπεται επαύξηση της προβλεπόμενης στο άρθρο 20 ποινής, ως συνέπεια της υποτροπής. Επομένως, από 1-7-2019 (που άρχισε να ισχύει ο νέος ΠΚ, δεν συγκροτείται πλέον η διακεκριμένη περίπτωση διακίνησης ναρκωτικών ουσιών από υπότροπο και ο ως άνω δράστης τιμωρείται κατά τη βασική διάταξη του άρθρου 20 του ν. 4139/2013 (ΑΠ 808/2020).

II) Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο όλο. Δεν αρκεί, όμως η επανάληψη της διατύπωσης του νόμου για την αιτιολογία, η πληρότητα της οποίας εξασφαλίζεται, όπως προκύπτει από τα άρθρα 139, 177 του ισχύοντος Κ.Ποιν.Δ, όταν υφίσταται αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που δέχθηκε το Δικαστήριο ως αληθή για να καταλήξει στην κρίση του με βάση συγκεκριμένους συλλογισμούς για κάθε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή για την έκβαση της δίκης. Για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο κατ' επιλογήν. Όμως, δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται παραδεκτά γραπτώς και αναπτύσσονται προφορικώς και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, χωρίς να αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που τους προβλέπει και του χαρακτηρισμού, με τον οποίο είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Μεταξύ των αυτοτελών ισχυρισμών, που μπορούν να προβληθούν από τον κατηγορούμενο για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, είναι και ο ισχυρισμός περί τοξικομανίας του κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, δηλαδή της απόκτησης της έξης της χρήσης των ναρκωτικών ουσιών, την οποία δε μπορεί να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, κατά το άρθρο 30 παρ. 1, 2, 3 του ν. 4139/2013. Το δικαστήριο δε, αν απορρίψει τον ισχυρισμό αυτό, οφείλει να αιτιολογήσει την κρίση του ιδιαίτερα και να αντικρούσει το τυχόν αντίθετο πόρισμα σχετικής έκθεσης πραγματογνωμοσύνης. Η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 183 του Κ.Ποιν.Δ, υπό προϋποθέσεις, από τους ανακριτικούς υπαλλήλους, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα, περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 παρ. 1 γ του Κ.Ποιν.Δ, μεταξύ των κυριότερων αποδεικτικών μέσων της ποινικής διαδικασίας, το οποίο αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσης του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, η δικαστική πραγματογνωμοσύνη πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης, ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως συμβαίνει όχι μόνο, όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της απόφασης, ότι τα πορίσματά της λήφθηκαν υπόψη, εκτιμάται δε αυτή ελεύθερα από το δικαστήριο (ή το δικαστικό συμβούλιο), κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 Κ.Ποιν.Δ, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Οφείλει, όμως, το Δικαστήριο όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Διαφορετικά, αν δεν προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. Σε κάθε άλλη περίπτωση και ειδικότερα επί ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης (απλής γνωμάτευσης ή γνωμοδότησης) ή πραγματογνωμοσύνης που ενεργήθηκε στα πλαίσια άλλης ποινικής δίκης, το πόρισμά τους συνεκτιμάται ελεύθερα μαζί με τις άλλες αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου, ως απλό έγγραφο, οπότε δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύονται ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα ούτε απαιτείται ειδική αιτιολογία για τη μη αποδοχή τους (ΑΠ 56/2020).

Ill) Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που επικυρώθηκε με το ΝΔ 53/19/20-9-1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεώντου αστικής φύσεως, είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η πολιτεία, μέσω των οργάνων της οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι. Παραβίαση της ως άνω αρχής πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1δ του Κ.Ποιν.Δ λόγος αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 86/7-11-2019 απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, που την εξέδωσε δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε στο σκεπτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει (ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας στο ακροατήριο, ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, από 4-7-2017 ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη του Γ.Γ., που διενεργήθηκε με διάταξη του Ανακριτή, έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων ιδίως η από 14-2-2018 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του Ν. Π., απολογία του κατηγορουμένου) αποδείχθηκαν, επί λέξει, τα εξής: "Στις 14-4-2007 και περί ώρα 06.40, αστυνομικοί του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών Καστοριάς αντιλήφθηκαν να κινείται στη ... του καθέτου άξονα Εγνατίας οδού, ... με κατεύθυνση την Κοζάνη, το υπ' αριθμ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, OPEL ASTRA. Άμεσα ακινητοποίησαν το όχημα, το οποίο και οδηγούσε ο κατ/νος, υπήκοος …... Κατά τον έλεγχο, αυτού και του οχήματος, εντός του χώρου των αποσκευών ανευρέθηκαν δύο ταξιδιωτικοί σάκοι και δύο τσουβάλια που περιείχαν συνολικά 30 αυτοσχέδιες συσκευασίες ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, συνολικού βάρους 32,330 χιλιόγραμμων, δηλαδή ναρκωτικής ουσίας κατά την έννοια των άρθρων 1 παρ. 1-2 Α, Α, ΠΙΝ Α περ. 6 του ν. 3459/2006 και 1 του ν. 4139/2013. Την ποσότητα αυτή παρέλαβε από άγνωστη τοποθεσία της περιοχής Καστοριάς και τα μετέφερε προς την Θεσ/νίκη, όπου και η κατοικία του, με σκοπό την περαιτέρω παράνομη διακίνηση της σε τρίτους. Για την παραλαβή και μεταφορά της είχε προηγουμένως συνεννοηθεί με άλλους (άγνωστους) δράστες. Επί πλέον ο κατ/νος, έχοντας τη φυσική εξουσίαση επί της άνω ποσότητας έτσι ώστε κάθε στιγμή να τη διαθέτει κατά τη βούληση του, κατείχε την άνω ποσότητα ναρκωτικών κατά την έννοια του άρθρου 20 του ν. 4139/2013. Ο ίδιος ο κατ/νος ομολογεί την άνω πράξη μεταφοράς, ισχυρίζεται, όμως, ότι είναι εξαρτημένος, από ετών, από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών και ότι η συμμετοχή του (συνέργεια, όπως υποστηρίζει) περιορίζεται μόνο στη μεταφορά, κατά τις υποδείξεις ενός αθίγγανου από το Δενδροπόταμο Θεσ/νίκης (με το όνομα Γ., χωρίς άλλα στοιχεία), για την οποία (μεταφορά), χωρίς καμία δυνατότητα εξουσίασης της ποσότητας, θα λάμβανε μόνο το ποσό των 600 € (σε εξόφληση προς αυτόν οφειλής του). Ωστόσο, ανεξάρτητα και από τη συμμετοχή (βέβαιη) και άλλων προσώπων, αποδείχθηκε ότι ο κατ/νος, έχοντας ενασχόληση με διακίνηση ναρκωτικών ουσιών και προηγούμενα έτη, όχι μόνο μετέφερε, αλλά και κατείχε, κατά την έννοια που εκτέθηκε, την παραπάνω ποσότητα. Ο κατ/νος κάνει μεν από ετών χρήση ναρκωτικών ουσιών, πλην όμως έχει καταδικαστεί για κακουργηματική διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, το έτος 2006 και δη για τις μερικότερες πράξεις της αγοράς, μεταφοράς και κατοχής 45,636 χιλιόγραμμων ινδικής κάνναβης, με την υπ' αριθμ. 1256-1257/2010 απόφαση (αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της κατ' αυτής αναιρέσεώς του) του Πενταμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης. Η καταδίκη του αυτή, χωρίς να έχει κριθεί ως τοξικομανής, σε συνδυασμό, με τον άνω τρόπο δράσης του (μετάβαση μόνος του στην άνω περιοχή της Καστοριάς, παραλαβή των ναρκωτικών ουσιών και φόρτωση στο δικό του όχημα και οι συνεννοήσεις του - όπως και ο ίδιος αναφέρει- με τρίτους, χωρίς να προσδιορίζει ειδικότερα στοιχεία αυτών), ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου (και αποδεικνύει) ότι η συμμετοχή του κατ/νου δεν περιορίζεται μόνο στη μεταφορά, όπως υποστηρίζει, αλλά και αυτός (ανεξαρτήτως μόνος του ή από κοινού με άλλους) είχε τη φυσική εξουσίαση επί της άνω ποσότητας, με την έννοια που εκτέθηκε, Συνεπώς ο αντίθετος (αρνητικός) ισχυρισμός του πρέπει να απορριφθεί, όπως δε και ο ισχυρισμός του περί μεταβολής της κατηγορίας σε συνέργειά του στις άνω πράξεις της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών. Αλλά και ο αυτοτελής (ΑΠ 370/2018) ισχυρισμός του περί τοξικομανίας, κατά την έννοια του άρθρου 30 παρ. 1 του ν, 4139/2013, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Και τούτο γιατί ο κατ/νος πράγματι από ετών κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών (ινδικής κάνναβης και κοκαΐνης, κυρίως) και παρουσιάζει ψυχικές διαταραχές, διαταραχές συμπεριφοράς και έντονα στοιχεία κατάθλιψης (βλ. και την άνω από 14/2/2018 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του Ν. Π., ψυχιάτρου, συνταχθείσα, μετά από εξέταση του κατ/νου ένα περίπου έτος μετά τη σύλληψη του κατ/νου). Ακόμη ο κατ/νος, όντας κρατούμενος, από τις 13/9/2017 συμμετείχε εθελοντικά στις διαδικασίες ενημέρωσης και κινητοποίησης του Εγκεκριμένου Προγράμματος Συμβουλευτικής που λειτουργεί στο Κατάστημα Κράτησης Γρεβενών (βλ. την άνω από 5-2-2018 βεβαίωση του ΚΕΘΕΑ ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ). Ωστόσο, σύμφωνα με την άνω από 4-7-20147, ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη του Γ. Γ., που συντάχθηκε μετά από εξέταση (αντικειμενική, εργαστηριακή) του κατ/νου μετά τη σύλληψή του, δεν διαπιστώνονται στοιχεία εξάρτησής του (στερητικά φαινόμενα), ούτε εμφανίζει ουλές από φλεβοκεντήσεις, ο εργαστηριακός έλεγχος ήταν αρνητικός για χρήση κάνναβης και οπιούχων (εδώ, όμως, σημειώνεται και η παρέλευση μεγάλου χρόνου που μεσολάβησε από τη σύλληψή του) και το συμπέρασμα είναι ότι δεν διαπιστώνεται εξάρτηση, σωματική και ψυχική, του κατ/νου από ναρκωτικές ουσίες. Η άνω έκθεση, έστω συνταχθείσα δύο μήνες μετά τη σύλληψη, είναι πλέον αξιόπιστη και πειστική της αναφερόμενης παραπάνω, από 14-2-2018, ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του Ν. Π., όπου το συμπέρασμά της είναι ότι ο κατ/νος, εξαιτίας των ψυχικών διαταραχών, οφειλόμενες (κατά τις αναφορές, ωστόσο) στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης των ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να τις αποβάλει με δικές του δυνάμεις. Ακόμη και το γεγονός της, κατά τη διάρκεια της κράτησής του, παρακολούθησης του άνω προγράμματος (ενημέρωσης και συμβουλευτικής) δεν αποδεικνύει, από μόνη της, την εξάρτηση του κατ/νου (πρβλ ΑΠ 1556/2013). Με τα ως άνω, το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας τις άνω εκθέσεις και το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, όπως αυτά προσδιορίζονται ενδεικτικά στην παρ. 3 του άρθρου 30 του ν. 4139/2013, καταλήγει στην κρίση του (αποδείχθηκε) ότι ο κατ/νος δεν είχε, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξεώς του (Απρίλιος 2017), την έξη της χρήση των ναρκωτικών ουσιών, την οποία δεν μπορούσε να αποβάλει με δικές του δυνάμεις, δηλαδή δεν ήταν εξαρτημένος (τοξικομανής) κατά την έννοια του άνω άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 4139/2013. Προς τούτο το Δικαστήριο συνεκτιμά, όπως αναφέρθηκε, το περιεχόμενο των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, αλλά και τους χρόνους που αυτές αφορούν." Άλλωστε, όπως εκτέθηκε, η άνω προηγούμενη εμπλοκή του κατ/νου με τη διακίνηση - και όχι μόνο με τη χρήση - ναρκωτικών, αλλά και η τέλεση της πράξεως του, με μεθοδικότητα στην οργάνωσή της, μετά από συνεννοήσεις του με άλλους, δεν δεικνύουν πρόσωπο εξαρτημένο, κατά την έννοια που αναφέρθηκε. Μετά τα άνω υποδειχθέντα, ο κατ/νος τέλεσε την άνω πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με τις μερικότερες μορφές της κατοχής και μεταφοράς αυτών και μάλιστα, μετά την άνω καταδίκη του (με την 1256-1257/2010 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης, για κακουργηματική διακίνηση, χωρίς να είναι τοξικομανής) ως υπότροπος (άρθρ. 20 παρ. 1-3, 22 παρ. 1,2 περ. γ' του ν. 4139/2013) και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, κατά τα ειδικότερα (και συμπληρωματικά) στο διατακτικό. Οι περισσότερες, ως άνω, μερικότερες πράξεις (της κατοχής και μεταφοράς), αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών και γι' αυτό συντρέχει μόνο ένα έγκλημα (παρ. 3 του άνω άρθρου 20 του ν. 4139/2013). Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83.

Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, ήδη αναιρεσείοντα, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι, στον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, όντας υπότροπος, τέλεσε με πρόθεση την αντικειμενική υπόσταση περισσοτέρων εγκλημάτων, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τον Νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και με χρηματικές ποινές. Συγκεκριμένα: Α) Στον κάθετο άξονα της Εγνατίας οδού ... στη ..., στις 14-04-2017 και περί ώρα 06.40, διακινούσε παράνομα, ήτοι κατείχε, δηλαδή είχε στη φυσική του εξουσίαση και μπορούσε να διαθέσει κατά βούληση, ποσότητα ναρκωτικών κατά την έννοια του νόμου, δηλαδή ουσίες από αυτές που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές, οι οποίες περιλαμβάνονται στον πίνακα Ά υπό τον αριθμό 6 του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 3459/2006, όπως ισχύει, χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών. Ειδικότερα, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, κατείχε ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης, κατανεμημένη σε τριάντα (30) αυτοσχέδιες πλαστικές συσκευασίες, συνολικού μεικτού βάρους τριάντα δύο κιλών και τριακοσίων τριάντα γραμμαρίων (32.330 γρ.), η οποία βρισκόταν μέσα σε δύο ταξιδιωτικούς σάκους εντός του οδηγούμενου απ' αυτόν υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, μάρκας OPEL ASTRA, χρώματος μαύρου, ιδιοκτησίας του, έτσι ώστε ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να τη διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του και Β) Στον κάθετο άξονα της Εγνατίας οδού ... στη ..., στις 14-04-2017 και περί ώρα 06.40', διακινούσε παράνομα, ήτοι μετέφερε στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας, ποσότητα ναρκωτικών κατά την έννοια του νόμου, δηλαδή ουσίες από αυτές που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές, οι οποίες περιλαμβάνονται στον πίνακα Α' υπό τον αριθμό 6 του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 3459/2006, όπως ισχύει, χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών. Ειδικότερα, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ως οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, μάρκας OPEL ASTRA, χρώματος μαύρου, ιδιοκτησίας του, μετέφερε με αυτό ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης, κατανεμημένη σε τριάντα (30) αυτοσχέδιες πλαστικές συσκευασίες, συνολικού μεικτού βάρους τριάντα δύο κιλών και τριακοσίων τριάντα γραμμαρίων (32.330 γρ.), η οποία βρισκόταν μέσα σε δύο ταξιδιωτικούς σάκους εντός του ως άνω αυτοκινήτου. Επιπλέον, τέλεσε τις ως άνω πράξεις της διακίνησης ναρκωτικών όντας υπότροπος, αφού έχει ήδη καταδικαστεί για κακούργημα διακίνησης ναρκωτικών μέσα στην προηγούμενη δεκαετία, με αμετάκλητη απόφαση, χωρίς να έχει κριθεί εξαρτημένος, και συγκεκριμένα έχει καταδικαστεί αμετάκλητα με την υπ' αριθμό 1256-1257/25-06-2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ποινή κάθειρξης δεκαεπτά (17) ετών.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου" και τον καταδίκασε σε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. Με αυτές τις παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, για την πράξη της διακίνησης ναρκωτικών, με τη μορφή της κατοχής και μεταφοράς αυτών, χωρίς να είναι τοξικομανής (για την υποτροπή θα αναφερθεί κατωτέρω), αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις, από τις οποίες το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α', 27 ΠΚ, 1 παρ. 1 και 2, 20 παρ. 1, 2, 3 του ν. 4139/2013 σε συνδ.με άρθρο 1 παρ. 1-2, Πιν. Α αρ.6 του Ν. 3459/2006, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη, α) του αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού του ότι δεν ήταν κάτοχος των ναρκωτικών ουσιών, την εξουσία διάθεσης των οποίων είχαν τρίτοι, ο ίδιος δε ήταν απλός συνεργός στη μεταφορά αυτών και β) του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί εξάρτησής του από τα ναρκωτικά, είναι αβάσιμες. Τούτο, διότι για την απόρριψη του υπό στοιχείο (α) ισχυρισμού αναλυτικά και με πληρότητα εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος κατείχε, δηλαδή είχε στη φυσική του εξουσίαση και μπορούσε να διαθέσει κατά τη βούλησή του τις ως άνω ναρκωτικές ουσίες, με τις παραδοχές ότι αυτός, πέραν του ότι δεν έδωσε τα λοιπά στοιχεία ενός αθίγγανου που ονομάζεται Γ., ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε την εξουσία διάθεσης των ναρκωτικών ουσιών και ανεξάρτητα από τη βέβαιη συμμετοχή και άλλων προσώπων, (ο κατηγορούμενος) έχοντας ενασχόληση με διακίνηση ναρκωτικών ουσιών και προηγούμενα έτη, μετά από συνεννόηση με άγνωστους δράστες, μετέβη μόνος του και παρέλαβε την κατασχεθείσα ποσότητα ναρκωτικών ουσιών από την περιοχή της Καστοριάς από άγνωστους δράστες, τη φόρτωσε εντός του χώρου αποσκευών του αυτοκινήτου που οδηγούσε και τη μετέφερε προς τη Θεσσαλονίκη, όπου και η κατοικία του, με σκοπό την περαιτέρω διακίνησή της σε τρίτους, έχοντας και ό ίδιος εξουσία διάθεσής της. Επίσης, με πλήρεις αιτιολογίες απέρριψε τον υπό στοιχείο (β)αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου περί εξάρτησής του από τα ναρκωτικά, στηρίζοντας την κρίση του σε όλα τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρονται ανωτέρω, ενώ αναφέρθηκε ειδικά στην από 4-7-2017 έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του Γ.Γ., που διενεργήθηκε με διάταξη του Ανακριτή και συντάχθηκε μετά από εξέταση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου (αντικειμενική, εργαστηριακή)μετά τη σύλληψή του, τα συμπεράσματα της οποίας ταυτίζονται με την κρίση του Δικαστηρίου, καθώς επίσης στην επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο από 14-2-2018 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του Ν. Π., ο οποίος καταλήγει στο αντίθετο συμπέρασμα, ως και την από 5-2-2018 βεβαίωση του ΚΕΘΕΑ ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ για εθελοντική συμμετοχή του σε συμβουλευτικό πρόγραμμα του ΚΕΘΕΑ. Τη κρίση του για τη μη αποδοχή του συμπεράσματος της από 14-2-2018 ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και του σχετικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου αιτιολόγησε πλήρως το Δικαστήριο, με την αναφορά ότι η εξέτασή του από τον ανωτέρω ιατρό έγινε ένα έτος μετά τη σύλληψή του, ότι το συμπέρασμα αυτής είναι αντίθετο με την πλέον αξιόπιστη και πειστική προγενέστερη από 14-7-2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που διενεργήθηκε δύο μήνες μετά τη σύλληψή του και διαπίστωσε ότι ελλείπουν αντικειμενικά δεδομένα (στερητικό σύνδρομο, ουλές από φλεβοκεντήσεις, εργαστηριακά αποτελέσματα χρήσης ναρκωτικών ουσιών) και ότι η μεθοδικότητα και οργάνωση κατά την τέλεση της πράξης δεν προσιδιάζουν σε τοξικομανή δράστη. Επομένως, το Δικαστήριο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αβάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ1 Κ.Ποιν.Δ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων επικαλείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ισχυριζόμενος ότι το Δικαστήριο, κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α δεν εξέτασε κατά τρόπο πραγματικό και αποτελεσματικό και δεν απάντησε στους προβληθέντες ισχυρισμούς του. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζονται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την εξέταση από το Δικαστήριο κατά τρόπο "μη πραγματικό" και "μη αποτελεσματικό" της υπόθεσης, σε κάθε δε περίπτωση αβάσιμος, διότι από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, καθώς και τους ανωτέρω αναφερόμενους υπό στοιχεία α και β αρνητικό της κατηγορίας και αυτοτελή ισχυρισμό αντίστοιχα, κατέληξε στην κρίση του περί ενοχής και απόρριψης των ισχυρισμών αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναλυτικά εκτίθενται.

Τέλος, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, στις 7-11-2019, δίκασε έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 57/15-2-2018 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση με το προαναφερθέν περιεχόμενο. Αν και κατά το χρόνο αυτό, ήδη από 1-7-2019, είχε καταργηθεί η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 περ. γ του ν. 4139/2013, η οποία κατά τα προαναφερθέντα προέβλεπε επιβάρυνση της προβλεπόμενης στο άρθρο 20 του ίδιου νόμου ποινής, ως συνέπεια της υποτροπής, το ανωτέρω Δικαστήριο, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων, και της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, έκρινε ένοχο τον αναιρεσείοντα παράνομης διακίνησης ναρκωτικών) ουσιών, υπό τη μορφή της κατοχής και μεταφοράς, ως υπότροπο, κατά την έννοια του άρθρου 22 παρ 2 περ. γ του ν. 4139/2013, καθώς έχει αμετάκλητα καταδικαστεί κατά την προηγούμενη δεκαετία με την 1256-1257/25-6-2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης για την πράξη της κακουργηματικής διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, χωρίς να έχει κριθεί ως εξαρτημένος. Ακολούθως, καθόρισε για τις ένδικες πράξεις ως πλαίσιο ποινής την κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και τη χρηματική ποινή από 50.000 μέχρι 500.000 ευρώ, εντός του οποίου στη συνέχεια προέβη στην επιμέτρησή της και του επέβαλε κάθειρξη δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, αντί να τον κρίνει ένοχο της άνω πράξης του άρθρου 20 του ίδιου νόμου, να καθορίσει ως πλαίσιο ποινής την κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ ετών και χρηματική ποινή μέχρι 300.000 ευρώ, εντός του οποίου να επιμετρήσει την ποινή.

Συνεπώς, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ δεύτερος λόγος αναίρεσης. Επομένως, πρέπει, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, α) ως προς τις διατάξεις της περί της καθ' υποτροπη τέλεσης της άνω πράξης από τον αναιρεσείοντα, τις οποίες πρέπει να απαλείψει ο Άρειος Πάγος, μη συντρέχουσας περίπτωσης παραπομπής στο Δικαστήριο της ουσίας κατά τούτο, ελλείψει αντικειμένου περαιτέρω έρευνας, και β) προς τις περί ποινής διατάξεις της και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως (άρθρα 519, 522 Κ.Ποιν.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Ι.

Αναιρεί εν μέρει την 86/2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, α) ως προς τις διατάξεις της περί καθ' υποτροπή τέλεσης από τον αναιρεσείοντα S. B. του Ε. της πράξης της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, υπό τη μορφή της κατοχής και μεταφοράς και β) ως προς τις περί ποινής διατάξεις της.

ΙΙ.

Απαλείφει από την προσβαλλόμενη απόφαση τις διατάξεις της περί της καθ' υποτροπή τέλεσης από τον αναιρεσείοντα της ως άνω πράξης.

ΙΙΙ.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από τους άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

IV.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 10-3-2020 αίτηση του S. B. του Ε., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Αγίου Στεφάνου Πατρών, ασκηθείσα με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 13-3-2020 (αριθμός πρωτοκόλλου της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου 2482/13-3-2020) για αναίρεση της 86/7-11-2019 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login