ΑΠΟΔΟΣΗ ΕΓΓΥΗΣΗΣ - ΑΠ 1079/2024
Η απόδοση της εγγύησης, που κατατέθηκε από τον κατηγορούμενο γίνεται από το δικαστήριο ή το συμβούλιο, με τις εξής διακρίσεις:
1.Σε περίπτωση αθώωσης ή απόφανσης του συμβουλίου ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία ή παύσης της ποινικής δίωξης ή κήρυξης αυτής ως απαράδεκτης, την απόδοση διατάσσει το δικαστήριο με την ίδια απόφαση ή το συμβούλιο με το ίδιο βούλευμα, η δε επιστροφή γίνεται άμεσα, χωρίς να ασκεί επιρροή η τυχόν άσκηση ενδίκου μέσου κατά της απόφασης ή του βουλεύματος.
- Σε περίπτωση καταδίκης , η απόδοση της εγγύησης διατάσσεται μεν από το δικαστήριο, αλλά εκτελείται από τον εισαγγελέα, ο οποίος παρακολουθεί την εξέλιξη της ποινικής διαδικασίας και εκτελεί τη διάταξη του δικαστηρίου μόλις γίνει αμετάκλητη η καταδίκη ενώ σε κάθε περίπτωση ο εισαγγελέας αφαιρεί από το ποσό της εγγύησης τα δικαστικά έξοδα και τις τυχόν επιβληθείσες χρηματικές ποινές.
- Σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο ή το συμβούλιο παραλείψει να αποφανθεί, περί της απόδοσης εγγύησης , χωρεί συμπλήρωση της απόφασης από το δικαστήριο, που την εξέδωσε.
- Κατά συνέπεια, η απόδοση της εγγύησης, μετά από αθωωτική ή καταδικαστική απόφαση, διατάσσεται αποκλειστικά από το δικαστήριο που εκδικάζει οριστικά την υπόθεση σε πρώτο βαθμό. Η αρμοδιότητα του πρωτόδικου δικαστήριου να διατάξει την απόδοση της εγγύησης είναι αποκλειστική και η σχετική διάταξή του δεν μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης κατ' άρθρο 502 § 2 Κ.Π.Δ. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να επιληφθεί της διάταξης περί απόδοσης της εγγύησης ούτε συμπληρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Το Εφετείο ( ΜΟΕ) , το οποίο δέχτηκε την αίτηση, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στην δικαιοδοσία του και υπερέβη έτσι θετικά την εξουσία του.
Αριθμός 1079/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη, Φωτεινή Μηλιώνη και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Ιουλίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Καπαγιάννη και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της απόφασης 105/2024 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Μ. - Γ. Φ. του Γ.-Κ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Μαυραϊδή και διάδικο σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 763/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου την εταιρία "...", με έδρα το ..., η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από τους παρόντες νόμιμους εκπροσώπους της Μαίνανδρο - Γεώργιο Φουρθιώτη του Γεωργίου - Κοσμά και Κωνσταντίνα Βρεττού του Ματθαίου και η οποία (εταιρία) εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Μαυραϊδή.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5-3-2024 αίτησή του, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Νίκης Κορίζη και έλαβε αριθμό 9/2024 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 248/24.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου και της ως άνω διαδίκου εταιρίας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 282 Κ.Π.Δ., "1. Όσο διαρκεί η προδικασία, αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου, είναι δυνατό να διαταχθούν περιοριστικοί όροι ή κατ' οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση ή να επιβληθεί προσωρινή κράτηση, υπό τις προϋποθέσεις των επόμενων άρθρων. 2. Ο σκοπός των περιοριστικών όρων, του κατ' οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση και της προσωρινής κράτησης είναι να αποτραπεί ο κίνδυνος τέλεσης νέων εγκλημάτων και να εξασφαλιστεί ότι εκείνος στον οποίο επιβλήθηκαν θα παραστεί οποτεδήποτε στην ανάκριση ή στο δικαστήριο και θα υποβληθεί στην εκτέλεση της απόφασης. 3. ...", ενώ κατά το άρθρο 283 του ίδιου Κώδικα, "1. Περιοριστικοί όροι είναι ιδίως η παροχή εγγύησης, η υποχρέωση του κατηγορουμένου να εμφανίζεται κατά διαστήματα στον ανακριτή ή σε άλλη αρχή στην Ελλάδα ή σε ελληνική προξενική αρχή στο εξωτερικό, η απαγόρευση να μεταβαίνει ή να διαμένει σε ορισμένο τόπο ή στο εξωτερικό και η απαγόρευση να συναναστρέφεται ή να συναντάται με ορισμένα πρόσωπα. Σε περίπτωση επιβολής του περιοριστικού όρου της εμφάνισης σε ελληνική προξενική αρχή, η τελευταία υποχρεούται να εκτελεί τις σχετικές παραγγελίες των δικαστικών αρχών. ... 2. Περιοριστικοί όροι μπορεί να επιβληθούν αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών." Περαιτέρω, κατά το άρθρο 298 Κ.Π.Δ., "1. Αν επιβληθεί στον κατηγορούμενο ο περιοριστικός όρος της εγγυοδοσίας, και αυτός, ενώ προσκλήθηκε νόμιμα, δεν εμφανιστεί στον ανακριτή μέσα στην προθεσμία που του ορίστηκε ή στο δικαστήριο κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε ή παραβιάσει περιοριστικό όρο, το ποσό της εγγύησης ανήκει αυτοδικαίως στο κράτος. Δεν ισχύουν τα παραπάνω, αν αθωωθεί ο κατηγορούμενος, οπότε εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 299. 2. Το δικαστήριο που ασχολείται με την κατηγορία και στο οποίο προσκλήθηκε ο κατηγορούμενος να δικαστεί αποφαίνεται για την τύχη της εγγύησης στην ίδια δικάσιμο στην οποία κλήθηκε ο κατηγορούμενος. Όταν εκείνος που έδωσε την εγγύηση είναι τρίτος, καλείται και αυτός στην δικάσιμο. Αν δεν υπάρχει νόμιμη περίπτωση να ασχοληθεί το δικαστήριο με την κατηγορία, καθώς και κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, αποφαίνεται το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αφού πρώτα προσκληθεί ο κατηγορούμενος και ο τρίτος που έδωσε την εγγύηση πέντε τουλάχιστον ημέρες προτού εισαχθεί η υπόθεση στο συμβούλιο. 3. ...", και κατά το άρθρο 299 Κ.Π.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 132 του ν. 4855/2021, "1. Αν ο κατηγορούμενος αθωωθεί ή δεν γίνει σε βάρος του κατηγορία ή παύσει η εναντίον του ποινική δίωξη, ή αυτή κηρυχθεί απαράδεκτη, η εγγύηση επιστρέφεται άμεσα, ανεξάρτητα αν ασκήθηκε κατά της απόφασης ή του βουλεύματος ένδικο μέσο. Την απόδοση διατάσσει το δικαστήριο με την ίδια απόφαση ή το συμβούλιο με το ίδιο βούλευμα. 2. Αν καταδικαστεί ο κατηγορούμενος, το δικαστήριο διατάσσει την απόδοση της εγγύησης. Η απόδοση εκτελείται από τον εισαγγελέα, μόλις ο αμετάκλητα καταδικασμένος φυλακιστεί για να εκτίσει την ποινή του, εκτός αν διατάχθηκε η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Από το ποσό της εγγύησης που επιστρέφεται και όταν ακόμη έχει κατατεθεί από τρίτους, αφαιρούνται τα δικαστικά έξοδα και οι χρηματικές ποινές. 3. Αν το δικαστήριο ή το συμβούλιο των παρ. 1 και 2 παρέλειψε να αποφανθεί, εφαρμόζεται η παρ. 1 του άρθρου 145." Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η απόδοση της εγγύησης, που κατατέθηκε από τον κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια της προδικασίας βάσει ανακριτικής διάταξης, γίνεται, σε περίπτωση που συντρέχουν οι όροι της, από το δικαστήριο ή το συμβούλιο, με τις εξής διακρίσεις: Σε περίπτωση αθώωσης του κατηγορουμένου ή απόφανσης του συμβουλίου ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εις βάρος του ή παύσης της ποινικής δίωξης ή κήρυξης αυτής ως απαράδεκτης, την απόδοση διατάσσει το δικαστήριο με την ίδια απόφαση ή το συμβούλιο με το ίδιο βούλευμα, η δε επιστροφή γίνεται άμεσα, χωρίς να ασκεί επιρροή η τυχόν άσκηση ενδίκου μέσου κατά της απόφασης ή του βουλεύματος. Σε περίπτωση καταδίκης του κατηγορουμένου, η απόδοση της εγγύησης διατάσσεται μεν από το δικαστήριο, αλλά εκτελείται από τον εισαγγελέα, ο οποίος παρακολουθεί την εξέλιξη της ποινικής διαδικασίας και εκτελεί τη διάταξη του δικαστηρίου μόλις γίνει αμετάκλητη η καταδίκη και ο κατηγορούμενος φυλακιστεί για να εκτίσει την επιβληθείσα ποινή, εκτός αν διατάχθηκε η αναστολή της εκτέλεσης αυτής, οπότε η διάταξη περί απόδοσης εκτελείται μόλις η καταδίκη γίνει αμετάκλητη, ενώ σε κάθε περίπτωση ο εισαγγελέας αφαιρεί από το ποσό της εγγύησης τα δικαστικά έξοδα και τις τυχόν επιβληθείσες χρηματικές ποινές. Όπως ορίζει δε η τρίτη παράγραφος του άρθρου 299 Κ.Π.Δ. μετά την τροποποίησή της με το ν. 4855/2021, σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο ή το συμβούλιο παραλείψει να αποφανθεί, χωρεί συμπλήρωση της απόφασης από το δικαστήριο, που την εξέδωσε. Κατά συνέπεια, η απόδοση της εγγύησης, που κατεβλήθη κατά την προδικασία, μετά από αθωωτική ή καταδικαστική απόφαση, διατάσσεται αποκλειστικά από το δικαστήριο που εκδικάζει οριστικά την υπόθεση σε πρώτο βαθμό, το οποίο είναι σε θέση να διαπιστώσει αν τηρήθηκαν οι όροι της, μεταξύ αυτών και ο όρος της εμφάνισης του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, και η διάταξή του εκτελείται πάντοτε από τον εισαγγελέα, αν μεν η απόφαση είναι αθωωτική, αμέσως και ανεξαρτήτως αν ασκήθηκε κατά της απόφασης ένδικο μέσο, και αν η απόφαση είναι καταδικαστική, μετά το αμετάκλητο της καταδίκης και την υποβολή του κατηγορουμένου στην εκτέλεση της ποινής, εκτός αν έχει διαταχθεί η αναστολή της. Η αρμοδιότητα του πρωτόδικου δικαστήριου να διατάξει την απόδοση της εγγύησης είναι αποκλειστική και η σχετική διάταξή του δεν μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης κατ' άρθρο 502 § 2 Κ.Π.Δ., όπως συνάγεται από το σκοπό της εγγυοδοσίας, που είναι κατ' άρθρο 298 § 1 Κ.Π.Δ. η εμφάνιση του κατηγορουμένου στον ανακριτή ή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε, και η τήρηση των περιοριστικών όρων, που ισχύουν μέχρι την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, σε συνδυασμό με α) τη διάταξη της πρώτης παραγράφου του άρθρου 299 Κ.Π.Δ., όπως ισχύει μετά το ν. 4855/2021, η οποία, ορίζοντας ρητώς ότι σε περίπτωση αθώωσης η εγγύηση επιστρέφεται άμεσα, προσθέτει πλέον ρητά ότι η επιστροφή γίνεται ανεξάρτητα από την τυχόν άσκηση ενδίκου μέσου κατά της απόφασης, δηλαδή η άσκηση του ενδίκου μέσου δεν ασκεί επιρροή στο θέμα της επιστροφής της εγγύησης, και β) τη διάταξη της τρίτης παραγράφου του άρθρου 299 Κ.Π.Δ., η οποία προστέθηκε με το ν. 4855/2021, κατά την οποία, σε περίπτωση παράλειψης του δικαστηρίου να αποφανθεί για την απόδοση, εφαρμόζεται η πρώτη παράγραφος του άρθρου 145 Κ.Π.Δ. περί συμπλήρωσης της απόφασης από το δικαστήριο που την εξέδωσε (υπό την προηγούμενη μορφή του άρθρου 299 § 1 Κ.Π.Δ., σε περίπτωση παράλειψης του δικαστηρίου την απόδοση διέτασσε το συμβούλιο πλημμελειοδικών), επομένως δεν εφαρμόζεται η δεύτερη παράγραφος της ίδιας διάταξης, που επιτρέπει τη συμπλήρωση της πρωτόδικης απόφασης από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που αποφασίζει για το ένδικο μέσο, όταν αυτό δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτο, δηλαδή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να επιληφθεί της διάταξης περί απόδοσης της εγγύησης ούτε συμπληρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Θ' Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία απαντάται είτε ως θετική είτε ως αρνητική. Θετική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική, όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 511 εδ. α' Κ.Π.Δ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά του κατηγορουμένου Μ.-Γ. Φ. ασκήθηκε ποινική δίωξη και απαγγέλθηκε κατηγορία για τις ακόλουθες πράξεις: 1) πρόκληση και προσφορά για την εκτέλεση κακουργήματος, 2) εγκληματική οργάνωση, 3) απόπειρα εκβίασης με απειλή βλάβης του λειτουργήματος, 4) ηθική αυτουργία σε α) έκρηξη με χρήση εκρηκτικών υλών από την οποία μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος για άνθρωπο από κοινού, β) προμήθεια, κατοχή και κατασκευή εκρηκτικής βόμβας από την οποία μπορεί να προκληθεί κίνδυνος για άνθρωπο από κοινού, γ) φθορά ξένης ιδιοκτησίας με εκρηκτικές ύλες από κοινού και δ) διακεκριμένη περίπτωση οπλοφορίας και οπλοκατοχής από κοινού και κατ' εξακολούθηση, και 5) ψευδή καταγγελία, δηλαδή για παράβαση των άρθρων 186 § 1, 187 § 3, 230, 270 § 1, 272 § 1, 378 § 2, 385 § 3 Π.Κ. και 15 § 1 ν. 2168/1993, και διενεργήθηκε κυρία ανάκριση. Μετά την απολογία του, με το 8/2021 ένταλμα του 30ού Τακτικού Ανακριτή Αθηνών επιβλήθηκε σε αυτόν προσωρινή κράτηση για τις κακουργηματικές πράξεις, η οποία με την 302/2021 διάταξη του ίδιου Ανακριτή αντικαταστάθηκε με περιοριστικούς όρους, μεταξύ αυτών και με τον όρο της εγγυοδοσίας τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, ποσό που καταβλήθηκε από την εταιρία "...". Εν συνεχεία, με την 1232-1243-1244-1245-1291-1292-1293-1294-1364-1381/2022 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος για ηθική αυτουργία κατά συρροή σε παράνομη οπλοφορία από κοινού (κατά μεταβολή της κατηγορίας της ηθικής αυτουργίας σε διακεκριμένη περίπτωση οπλοφορίας και οπλοκατοχής) και ψευδή καταγγελία κατ' εξακολούθηση, πράξεις για τις οποίες του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης 26 μηνών, που ανεστάλη επί τριετία, και αθώος των λοιπών πράξεων. Με την ίδια απόφαση διατάχθηκε η απόδοση της εγγύησης των 30.000 ευρώ στην εταιρία "...". Ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση κατά της ανωτέρω καταδικαστικής απόφασης, ενώ η εταιρία "..." με την από 8-11-2022 αίτησή της προς την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών ζήτησε την εκτέλεση της διάταξης του Μ.Ο.Δ. περί απόδοσης της εγγύησης, όμως η αίτησή της απορρίφθηκε με την 1/2023 διάταξη της Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών, με την αιτιολογία ότι η εγγύηση αφορά και την πλημμεληματική πράξη της ηθικής αυτουργίας κατά συρροή σε παράνομη οπλοφορία από κοινού, για την οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, δεδομένου ότι το αδίκημα αυτό συνιστά μεταβολή της αρχικής κακουργηματικής κατηγορίας της διακεκριμένης περίπτωσης οπλοφορίας και οπλοκατοχής του άρθρου 15 § 1 ν. 2168/1993, για την οποία είχε αρχικά προφυλακιστεί ο κατηγορούμενος και εν συνεχεία είχε αντικατασταθεί η προσωρινή του κράτηση με περιοριστικούς όρους, μεταξύ αυτών και με εγγυοδοσία, η δε ως άνω πράξη της ηθικής αυτουργίας σε παράνομη οπλοφορία τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών, δηλαδή επιδέχεται περιοριστικούς όρους, κατά συνέπεια η εγγύηση δεν μπορεί να αποδοθεί πριν από την αμετάκλητη καταδίκη του κατηγορουμένου ή την αθώωσή του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Η έφεση του κατηγορουμένου εισήχθη ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών στη δικάσιμο της 2-2-2024 και το Δικαστήριο με την 105/2024 απόφασή του ανέβαλε τη συζήτηση της υπόθεσης. Μετά την απαγγελία της απόφασης περί αναβολής, η εταιρία "..." υπέβαλε στο ίδιο Δικαστήριο την από 2-2-2024 αίτησή της, με την οποία ζήτησε εκ νέου την απόδοση της εγγύησης των 30.000 ευρώ, που είχε καταβάλει υπέρ του κατηγορουμένου, και το Μικτό Ορκωτό Εφετείο με την ίδια ως άνω απόφασή του (105/2024) δέχτηκε την αίτηση και διέταξε την απόδοση της εγγύησης, με την αιτιολογία ότι ο κατηγορούμενος είχε αθωωθεί πρωτοδίκως για τα κακουργήματα, για τα οποία είχε επιβληθεί η εγγυοδοσία, επομένως η εγγύηση πρέπει να επιστραφεί άμεσα κατ' άρθρο 299 § 1 Κ.Π.Δ. Ωστόσο, εφόσον η απόδοση της εγγύησης είχε ήδη διαταχθεί με την απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, δεν υπήρχε αρμοδιότητα του Μικτού Ορκωτού Εφετείου να επιληφθεί εκ νέου του θέματος, αφού η αρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου για το ζήτημα αυτό ήταν αποκλειστική και η σχετική διαταξή του δεν είχε μεταβιβαστεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνεπεία της άσκησης έφεσης από τον κατηγορούμενο, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, ενώ η αρμοδιότητα για την εκτέλεση της διάταξης του Μ.Ο.Δ. ανήκει στην εισαγγελική αρχή, η οποία με την 1/2023 διάταξη της Αντεισαγγελέως Εφετών ορθώς κατ' άρθρο 299 § 2 Κ.Π.Δ. αρνήθηκε την άμεση απόδοση της εγγύησης με την προαναφερθείσα αιτιολογία. Επομένως το Εφετείο, το οποίο δέχτηκε την αίτηση, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στην δικαιοδοσία του και υπερέβη έτσι θετικά την εξουσία του. Με την από 5-3-2024 αίτηση αναιρέσεως του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου προβάλλεται πλημμέλεια της ανωτέρω απόφασης από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Θ' Κ.Π.Δ. με την αιτίαση ότι το Μικτό Ορκωτό Εφετείο υπερέβη τη δικαιοδοσία του, επειδή αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης της εταιρίας "..." και την απόδοση της εγγύησης είναι το Εφετείο που θα δικάσει την ουσία της υπόθεσης, όμως κατά τα προαναφερθέντα, η σχετική αρμοδιότητα δεν ανήκει στο Μ.Ο.Ε., αλλά αποκλειστικά στην εισαγγελική αρχή, η οποία, όταν διαπιστώσει τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων, θα δώσει την εντολή για την απόδοση της εγγύησης σε εκτέλεση της σχετικής διάταξης του Μ.Ο.Δ. Εφόσον διαπιστώνεται υπέρβαση εξουσίας, έστω για λόγο διαφορετικό από αυτόν που αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως, και η εν λόγω πλημμέλεια ελέγχεται αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 511 εδ. α' Κ.Π.Δ., πρέπει, κατά παραδοχή της αίτησης αναιρέσεως ως προς το αναιρετικό της αίτημα, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το μέρος της, με το οποίο δέχτηκε την αίτηση της εταιρίας "..." και διέταξε την απόδοση της εγγύησης, και να απορριφθεί η αίτηση αυτή ως απαράδεκτη, δεδομένου ότι ενόψει των ανωτέρω εξαντλήθηκε το ζήτημα και δεν υπάρχει ανάγκη επανάληψης της συζήτησης της αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 5-3-2024 αίτηση αναιρέσεως του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου.
Αναιρεί την 105/2024 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της, με το οποίο δέχτηκε την από 2-2-2024 αίτηση της εταιρίας "..." και διέταξε την απόδοση σε αυτήν της εγγύησης ποσού 30.000 ευρώ, που κατέβαλε η εταιρία υπέρ του κατηγορουμένου Μ.-Γ. Φ. βάσει της 302/2021 διάταξης του 30ού Τακτικού Ανακριτή Αθηνών.
Απορρίπτει την από 2-2-2024 αίτηση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2024.
Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ