ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ- ΑΝΘΡΩΠΟΚΤΟΝΙΑ - ΒΑΡΙΑ ΣΚΟΠΟΥΜΕΝΗ ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΒΛΑΒΗ - ΔΙΑΖΕΥΚΤΙΚΟΣ ΔΟΛΟΣ - ΑΠ 33-2024

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Εγκληματική οργάνωση . Συγκρότηση, ένταξη. Εφόσον στον νόμο αναφέρεται ότι ο δράστης πρέπει να επιδιώκει, γενικώς, την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων από τα ορισμένα του προϊσχύσαντος ΠΚ και ήδη, κάθε είδους, υπό τον ισχύοντα ΠΚ, αυτά μπορεί να τελούνται με οποιοσδήποτε μορφής δόλο, που, κατά τον νόμο, απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση των σχετικών παράνομων συμπεριφορών ως κακουργημάτων, καθόσον η προβλεπόμενη στον νόμο επιδίωξη (σκοπός) αναφέρεται στην τέλεση (διάπραξη) και όχι στο είδος του δόλου των σχεδιαζόμενων κακουργημάτων. Για παράδειγμα, εάν η εγκληματική οργάνωση επιδιώκει την τέλεση βαριών σωματικών βλαβών, ο υπερχειλής δόλος του δράστη του ανωτέρω αδικήματος μπορεί να περιλαμβάνει μόνο την τέλεση εγκλημάτων βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης, που τελούνται, δηλαδή, με άμεσο δόλο α’ βαθμού (άρθρ. 310 παρ. 1 εδ. α’ και β’ ΠΚ). Όμως, αν επιδιώκεται από την οργάνωση η τέλεση εγκλημάτων ανθρωποκτονίας, αδικήματος που λαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα όταν τελείται με δόλο οποιασδήποτε μορφής (άρθρο 299 ΠΚ), η αξιόποινη πράξη του άρθρου 187 παρ. 1 ΠΚ στοιχειοθετείται όχι μόνο όταν σκοπήθηκε η τέλεση ανθρωποκτονιών με άμεσο δόλο α’ βαθμού, αλλά και όταν επιδιώχθηκε η τέλεσή τους υπό περιστάσεις αναγκαίου δόλου (δόλου β’ βαθμού), ακόμη όμως και όταν, κατά τον σχεδιαζόμενο τρόπο δράσης (modus operandi) της οργάνωσης, συνακόλουθα δε και του δράστη - μέλους της οργάνωσης, καθίσταται ενδεχόμενη η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης εγκλημάτων ανθρωποκτονίας και αυτός την αποδέχεται. Τέλος, το έγκλημα της, κατά το άρθρο 187 παρ.1 του ΠΚ, εγκληματικής οργάνωσης, τελεί σε αληθινή πραγματική συρροή με τα λοιπά εγκλήματα, που τυχόν διαπράττουν, στη συνέχεια, τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, προς υλοποίηση των σκοπών της (ΑΠ 534/2018).

- Εφόσον δε το βούλευμα αναιρείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής, διότι δεν απαιτείται να γίνει εκτίμηση πραγματικών περιστατικών (άρθρα 485 παρ. 1 και 518 παρ. 1 ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθούν οι ως άνω εφέσεις κατά του υπ’ αριθμ. 200/2023 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων, να εφαρμοσθούν από το παρόν Δικαστήριο οι διατάξεις των άρθρων 187 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, ώστε να παραπεμφθούν οι κατηγορούμενοι για να δικαστούν, πέραν των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και για τα εγκλήματα της εγκληματικής οργάνωσης στο αρμόδιο Δικαστήριο, που είναι το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Κρήτης (άρθρ. 111 παρ. 4, 122 παρ. 1 ΚΠΔ), κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

Ανθρωποκτονία από πρόθεση – Βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη - Διαζευκτικός δόλος υπάρχει όταν ο δράστης κατευθύνει την εγκληματική του ενέργεια στην πραγμάτωση περισσότερων άδικων αποτελεσμάτων (αντικειμενικών υποστάσεων), ενώ ένα μόνο από αυτά  μπορεί (εν τελεί) να επέλθει (ΑΠ 881/2014). Σε περίπτωση δε που ο δράστης ενήργησε με τον διαζευκτικό δόλο της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης του παθόντος ή της θανάτωσης αυτού με ενδεχόμενο δόλο, ως επακόλουθο των προκληθεισών σωματικών βλαβών, ευθύνεται αυτός ως υπαίτιος του βαρύτερου εγκλήματος, που τελέσθηκε, ήτοι της ανθρωποκτονίας, ενώ το έγκλημα της σκοπούμενης πρόκλησης σωματικών απορροφάται από το τελευταίο (ΑΠ 1772/2010).

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 33/2024

TO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ TOY ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Λεωνίδα Χατζησταύρου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αριστοτέλη Χριστόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης, περί αναιρέσεως του 128/2023 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης.

Με κατηγορούμενους τους: 1. …, 2. …., 3. ….., 4. …., 5…… και 6. ……..  .

Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Εφετών Κρήτης ζητά τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 6/14-8-2023 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Κρήτης  ..………… και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 809/23.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αριστοτέλης Χριστόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα με αριθμό 191/2-10-2023, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

«Εισάγω στο Συμβούλιο Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 485§1 του ΚΠΔ, την υπ' αριθμ. 6/14-08-2023 αίτηση - έκθεση αναίρεσης της Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης, με την οποία ζητά να αναιρεθεί, εν μέρει, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρου 187§§1 - 2 ΠΚ (άρθρο 484§1 στοιχ. β' ΚΠΔ), το υπ’ αριθμ. 123/2023 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, που εκδόθηκε την 13-07-2023, για τους λόγους, που αναφέρονται και αναπτύσσονται στην ανωτέρω, συνημμένη στην παρούσα αίτηση - έκθεση αναίρεσης.

Η ανωτέρω αναίρεση ασκήθηκε, νομότυπα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και για τους διαλαμβανόμενους, ο αυτή, νομίμους και βάσιμους λόγους, στους οποίους και αναφέρομαι. Επομένως, η ως άνω αναίρεση πρέπει να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή, να αναιρεθεί, εν μέρει και ως προς τα προσβαλλόμενα μέρη του, το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο αυτό συμβούλιο, με άλλη σύνθεση, αφού αυτό είναι δυνατό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω:

Α) Να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή, η υπ’ αριθμ. 6/14-08-2023 αίτηση αναίρεσης της Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης, κατά του υπ' αριθμ. 128/2023 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, και

Β) Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό, ως προς τα μέρη του, τα οποία προσβάλλονται, με την ανωτέρω αίτηση αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που έλαβαν μέρος, σ' αυτό, προηγουμένως (άρθρο 485 εδ. β' σε συνδυασμό με 519 και 522 ΚΠΔ).- Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Β. Τζαβέλλας»

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση, με αριθμό 6/14-8-2023 αίτηση της Αντεισαγγελέως Εφετών Κρήτης, ενώπιον της γραμματέως του Εφετείου Κρήτης, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 128/13-7-2023 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 1 εδ. δ’, 477, 483, 484, 485 ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Κατά την έννοια του άρθρου 27 παρ.1 ΠΚ, με άμεσο δόλο ενεργεί όποιος επιδιώκει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος (άμεσος δόλος α’ βαθμού), καθώς και αυτός που δεν το επιδιώκει, αλλά προβλέπει ότι τούτο αποτελεί την αναγκαία συνέπεια της πράξης ή παράλειψής του και δεν αφίσταται αυτής (αναγκαίος δόλος - άμεσος δόλος β’ βαθμού), ενώ με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος ο οποίος προβλέπει ως ενδεχόμενο το εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται (Ολ. ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1372/2020). Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 299 παρ. 1 του Π.Κ., όπως ισχύει από την 1- 7-2019, μετά την κύρωση του νέου Ποινικού Κώδικα με το νόμο 4619/2019, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 63 του ν. 4855/12-11-2021, που προβλέπει ότι "Όποιος σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη ή κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών", προκύπτει ότι, για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ανθρωποκτονίας με δόλο, απαιτείται αντικειμενικούς μεν η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενέργειας, που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικά δε δόλος άμεσος ή ενδεχόμενος, που συνίσταται, ο μεν άμεσος στη γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξης, δηλαδή της αφαίρεσης της ζωής του άλλου ανθρώπου, ο δε ενδεχόμενος στην αποδοχή του ενδεχόμενου αποτελέσματος της θανάτωσης του άλλου (ΑΠ 951/2022, ΑΠ 1409/2020). Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 310 παρ.1 του Π.Κ., πριν την ισχύ του νέου ΠΚ, οριζόταν ότι "αν η πράξη του άρθρου 308 είχε επακόλουθο τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Στο ίδιο άρθρο και στην παράγραφο 2 οριζόταν ότι "βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση υπάρχει ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του". Τέλος, στο ίδιο άρθρο και στην παράγραφο 3 οριζόταν ότι "αν ο υπαίτιος επιδίωκε το αποτέλεσμα που προξένησε, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Ήδη ο νέος ΠΚ επέφερε αλλαγές στην εν λόγω διάταξη και προβλέπεται πλέον ένα ενιαίο έγκλημα βαριάς σωματικής βλάβης με δόλο στο πρώτο εδάφιο της πρώτης παραγράφου, ενώ απειλείται η ίδια ως άνω αυξημένη ποινή στην περίπτωση που διαπιστώνεται άμεσος δόλος πρώτου βαθμού, οπότε η πράξη διώκεται σε βαθμό κακουργήματος (άρθρο 310 παρ.1 εδ. α’ και β’ ΠΚ, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 66 του ν. 4855/2021). Για τη στοιχειοθέτηση του τελευταίου, ως κακουργήματος, απαιτείται: α) ο υπαίτιος να επεδίωκε την πρόκληση σε άλλον βαριάς σωματικής βλάβης της υγείας του από αυτές, που ενδεικτικώς προσδιορίζονται στην παρ.2 του αρ.310 του ΠΚ και β) να υπάρχει στον υπαίτιο άμεσος δόλος, κατ’ άρθρο 27 παρ.1 εδ. α’ (πρώτου βαθμού) (ΑΠ 962/2022). Διαζευκτικός δόλος υπάρχει όταν ο δράστης κατευθύνει την εγκληματική του ενέργεια στην πραγμάτωση περισσότερων άδικων αποτελεσμάτων (αντικειμενικών υποστάσεων), ενώ ένα μόνο από αυτά  μπορεί (εν τελεί) να επέλθει (ΑΠ 881/2014). Σε περίπτωση δε που ο δράστης ενήργησε με τον διαζευκτικό δόλο της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης του παθόντος ή της θανάτωσης αυτού με ενδεχόμενο δόλο, ως επακόλουθο των προκληθεισών σωματικών βλαβών, ευθύνεται αυτός ως υπαίτιος του βαρύτερου εγκλήματος, που τελέσθηκε, ήτοι της ανθρωποκτονίας, ενώ το έγκλημα της σκοπούμενης πρόκλησης σωματικών απορροφάται από το τελευταίο (ΑΠ 1772/2010). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 187 παρ. 1 του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 ΠΚ, "Με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) που επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται στα άρθρα ...299 (ανθρωποκτονία με πρόθεση), 310 (βαριά σωματική βλάβη)... ". Κατά την αντίστοιχη διάταξη του ισχύοντος νέου ΠΚ, "Όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε επιχειρησιακά δομημένη και με διαρκή εγκληματική δράση οργάνωση τριών ή περισσότερων προσώπων, που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων, τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή". Από τη σύγκριση των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι η ισχύουσα διάταξη του άρθρου 187 παρ. 1 του νέου ΠΚ είναι δυσμενέστερη ως προς το ύψος της απειλούμενης ποινής, αφού, πέραν της απειλούμενης και από τις δύο διατάξεις ποινής κάθειρξης έως δέκα ετών, προσθέτει και τη χρηματική ποινή, ενώ, ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της πράξης, είναι εν μέρει δυσμενέστερη, καθόσον, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αρκεί η επιδίωξη τέλεσης οποιουδήποτε κακουργήματος και όχι ορισμένων, που αναφέρονται στην αντίστοιχη διάταξη του προϊσχύσαντος ΠΚ και εν μέρει ευμενέστερη, δεδομένου ότι, για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος α) δεν αρκεί η συγκρότηση ή ένταξη σε " δομημένη ομάδα", αλλά απαιτείται η συγκρότηση ή ένταξη σε "επιχειρησιακά δομημένη οργάνωση" και β) δεν αρκεί η οργάνωση να έχει οποιαδήποτε διαρκή δράση, αλλά απαιτείται να διακρίνεται για τη διαρκή εγκληματική της δράση. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του άρθρου 187 παρ.1 του νέου ΠΚ, που είναι υπαλλακτικώς μικτό και, ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, πρέπει να πληρούνται τρία κριτήρια (εννοιολογικά γνωρίσματα),     που συνθέτουν την εικόνα της εγκληματικής οργάνωσης, ήτοι ένα ποιοτικό (επιχειρησιακά δομημένη οργάνωση), ένα ποσοτικό (τρία ή περισσότερα πρόσωπα) και ένα χρονικό (διάρκεια εγκληματικής δράσης). Το έγκλημα μπορεί να πραγματωθεί είτε με τη συγκρότηση εγκληματικής ομάδας (στιγμιαίο έγκλημα), είτε με την ένταξη σε ήδη δομημένη εγκληματική ομάδα νέων μελών (διαρκές έγκλημα). Συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης είναι η καθοδηγητική και κατευθυντήρια συμβολή στη δημιουργία της. Οι συγκροτούντες την οργάνωση δεν είναι αναγκαίο να είναι και οι ίδιοι μέλη, ούτε όμως αρκεί μόνη η ιδιότητα του μέλους στο στάδιο της συγκρότησης της οργάνωσης. Μέλος της οργάνωσης είναι εκείνος, που υποτάσσει τη βούλησή του σ' αυτήν, χωρίς να είναι αναγκαία και η προσωπική συμμετοχή του στις κατ' ιδίαν πράξεις της οργάνωσης. Ως δομημένη οργάνωση νοείται εκείνη, η οποία έχει εσωτερική διάρθρωση και ιεραρχική δομή, με την έννοια ότι τα νεότερα ή κατώτερα μέλη υποτάσσουν τη βούλησή τους στα  παλαιότερα ή ανώτερα και όλοι μαζί, αδιαφόρως αν αυτό επιτυγχάνεται ελεύθερα ή με την καλλιέργεια σχέσεων επιβολής - υποταγής, διαμορφώνουν μια νέα, ενιαία βούληση, αυτήν της οργάνωσης, που κατευθύνεται στην επίτευξη ενός κοινού σκοπού. Επιπλέον, η οργάνωση αυτή δεν σχηματίζεται περιστασιακά, για την άμεση διάπραξη ενός εγκλήματος, αλλά διακρίνεται για τη διαρκή εγκληματική της δράση και όχι απλώς για τη διαρκή της δράση, όπως υπό τον προϊσχύσαντα ΠΚ. Ως "επιχειρησιακή" νοείται η δομή της οργάνωσης, της οποίας τα μέλη αναλαμβάνουν διακριτούς και αλληλοϋποστηριζόμενους ή αυτοτελείς ρόλους, ή διακριτούς και συνδυασμένους ή ανεξάρτητους στόχους, με σκοπό να αυξήσουν την αποτελεσματικότητά τους είτε ατομικά είτε στο πλαίσιο της συλλογικής τους δράσης. Με τον όρο "επιχειρησιακά" επίσης αποδίδεται ο "πραγματοπαγής" χαρακτήρας της οργάνωσης (βλ. αιτιολογική έκθεση νέου ΠΚ). Αναφορικά με τον κοινό σκοπό, ήδη αρκεί η επιδίωξη τέλεσης οποιουδήποτε κακουργήματος και όχι ορισμένων, που περιλαμβάνονταν στον κατάλογο της προϊσχύσασας διάταξης (ΑΠ 1058/2022, ΑΠ 954/2022). Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση του κάθε μέλους να συγκροτηθεί η οργάνωση ή να ενταχθεί σ’ αυτήν, επιπλέον δε, περιλαμβάνει και τον σκοπό (επιδίωξη) αυτού για τη διάπραξη περισσότερων του ενός κακουργημάτων. Συνεπώς, εφόσον η τέλεση των σχεδιαζόμενων κακουργημάτων δεν ανήκει στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, πρόκειται για έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση. Ο ειδικός δε αυτός δόλος νοείται ως συνολικός (ενιαίος), δηλαδή τα μέλη πρέπει να έχουν αποφασίσει, ήδη κατά την ίδρυση της οργάνωσης ή την ένταξή τους σ' αυτήν, ότι η δράση τους θα εκδηλωθεί με την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων, χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να έχουν καθοριστεί αυτά ειδικά, να έχουν καταστρωθεί σχέδια, να έχουν αποφασισθεί οι λεπτομέρειες κλπ. Συνακόλουθα, το έγκλημα στοιχειοθετείται πλήρως μόλις συντελεσθεί, κατά τα ανωτέρω, η συγκρότηση της οργάνωσης ή η ένταξη κάποιου ως μέλους της, έστω και αν δεν τελέσθηκαν τελικώς τα σκοπούμενα κακουργήματα, ούτε έγινε απόπειρα τέλεσής τους (ΑΠ 954/2022, ΑΠ 1377/2020). Εξάλλου, εφόσον στον νόμο αναφέρεται ότι ο δράστης πρέπει να επιδιώκει, γενικώς, την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων από τα ορισμένα του προϊσχύσαντος ΠΚ και ήδη, κάθε είδους, υπό τον ισχύοντα ΠΚ, αυτά μπορεί να τελούνται με οποιοσδήποτε μορφής δόλο, που, κατά τον νόμο, απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση των σχετικών παράνομων συμπεριφορών ως κακουργημάτων, καθόσον η προβλεπόμενη στον νόμο επιδίωξη (σκοπός) αναφέρεται στην τέλεση (διάπραξη) και όχι στο είδος του δόλου των σχεδιαζόμενων κακουργημάτων. Για παράδειγμα, εάν η εγκληματική οργάνωση επιδιώκει την τέλεση βαριών σωματικών βλαβών, ο υπερχειλής δόλος του δράστη του ανωτέρω αδικήματος μπορεί να περιλαμβάνει μόνο την τέλεση εγκλημάτων βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης, που τελούνται, δηλαδή, με άμεσο δόλο α’ βαθμού (άρθρ. 310 παρ. 1 εδ. α’ και β’ ΠΚ). Όμως, αν επιδιώκεται από την οργάνωση η τέλεση εγκλημάτων ανθρωποκτονίας, αδικήματος που λαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα όταν τελείται με δόλο οποιασδήποτε μορφής (άρθρο 299 ΠΚ), η αξιόποινη πράξη του άρθρου 187 παρ. 1 ΠΚ στοιχειοθετείται όχι μόνο όταν σκοπήθηκε η τέλεση ανθρωποκτονιών με άμεσο δόλο α’ βαθμού, αλλά και όταν επιδιώχθηκε η τέλεσή τους υπό περιστάσεις αναγκαίου δόλου (δόλου β’ βαθμού), ακόμη όμως και όταν, κατά τον σχεδιαζόμενο τρόπο δράσης (modus operandi) της οργάνωσης, συνακόλουθα δε και του δράστη - μέλους της οργάνωσης, καθίσταται ενδεχόμενη η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης εγκλημάτων ανθρωποκτονίας και αυτός την αποδέχεται. Τέλος, το έγκλημα της, κατά το άρθρο 187 παρ.1 του ΠΚ, εγκληματικής οργάνωσης, τελεί σε αληθινή πραγματική συρροή με τα λοιπά εγκλήματα, που τυχόν διαπράττουν, στη συνέχεια, τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, προς υλοποίηση των σκοπών της (ΑΠ 534/2018). Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης, κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή, κατά την έκθεση αυτών, υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 9/2001, ΑΠ 514/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χανίων, με το υπ’ αριθμ. 200/2023 βούλευμα του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του αρμόδιου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης τους κατηγορουμένους: 1)  …., κάτοικο Χανίων, 2) ….., κάτοικο Χανίων, 3) ….., κάτοικο Ακρωτηρίου Χανίων, 4) ….., κάτοικο Γαλατά Χανίων, 5) ……., κάτοικο Μουρνιών Χανίων και 6) ……, κάτοικο Σκινέ Χανίων, για να δικαστούν για τις αξιόποινες πράξεις α] της διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης, (όσον αφορά την 1η κατηγορούμενη), β] της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης (όσον αφορά τους 1η, 2η και 3° κατηγορούμενους) και της ένταξης και της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση (όσον αφορά άπαντες τους ως άνω κατηγορουμένους) και γ] της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και δη με ενδεχόμενο δόλο, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τελούμενης με πράξεις και με παραλείψεις, κατά συρροή, τετελεσμένης και κατά συναυτουργία, στο πλαίσιο συσταθείσας εγκληματικής οργάνωσης, αναφορικά με 32 πρόσωπα (όσον αφορά άπαντες τους ως άνω κατηγορουμένους, εξαιρουμένου του 4ου εξ αυτών στις υπό στοιχεία 1, 2, 3 και 32 περιπτώσεις και εξαιρουμένων των 3ου, 5ης και 6ης των κατηγορουμένων στην υπό στοιχείο 32 περίπτωση), ήτοι για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1, 12, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 26 εδ. α, 27 παρ. 1, 45, 50, 51, 52, 57, 79, 80, 94 παρ. 1, 187 παρ. 1 και 2, 299 παρ. 1 του ισχύοντος ΠΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 περ. β και 12 της υπ' αριθ. Π1 γ/2007 Υπουργικής Απόφασης και της υπ' αριθ. Γ2Γ/2020 Υπουργικής Απόφασης. Συγκεκριμένα, τους παρέπεμψε για να δικαστούν ως υπαίτιοι του ότι: «Α) Στα Χανιά, κατά το χρονικό διάστημα………………………. από την 5η.05.2009 έως την 5η.05.2021, και στους ειδικότερους κάτωθι αναφερόμενους χρόνους, ενεργώντας με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις τους, τέλεσαν περισσότερα - συρρέοντα μεταξύ τους - εγκλήματα, που προβλέπονται στον νόμο και τιμωρούνται με στερητική της ελευθερίας ποινή, και ενίοτε και με χρηματική ποινή, και, συγκεκριμένα:……………………………………………………………………………………………………………..

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..……………………..

 

Κατά του υπ' αριθμ. 200/2023 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων ασκήθηκαν, μεταξύ άλλων, η υπ’ αριθμ. εκθ. 57/24-5- 2023 έφεση της  ………………., η υπ’ αριθμ. εκθ. 65/26-5- 2023 έφεση της …………………. και η υπ’ αριθμ. εκθ. 66/26-5-2023 έφεση της …………………….., επί των οποίων εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 128/2023 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Με το βούλευμα αυτό το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, δέχθηκε τυπικά και στην ουσία τους τις ως άνω εφέσεις, εξαφάνισε το υπ’ αριθμ. 200/2023 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων, α) κατά το κεφάλαιο τούτου που αφορά τους ως άνω εκκαλούντες, αλλά και τους λοιπούς κατηγορουμένους (σύμφωνα με το άρθρο 469 ΚΠΔ), ήτοι τους 1) ……………………., 2) ……………………, 3) ……………….., 4) …………………, 5) …………. και 6) ………………., για τις πράξεις ί] της διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης (όσον αφορά στη …………..), ii] της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης (όσον αφορά στις ………  και ………… και στον …………) και ίίί] της ένταξης και της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση (όσον αφορά όλους τους κατηγορουμένους) και β) ως προς το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου παραπέμπονται οι κατηγορούμενοι. Αποφάνθηκε δε να μην γίνει κατηγορία σε βάρος των ως άνω κατηγορουμένων για τις παραπάνω πράξεις και παρέπεμψε τους κατηγορουμένους να δικαστούν στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης, το οποίο θα προσδιορίσει ο Εισαγγελέας Εφετών Κρήτης, για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, και δη με ενδεχόμενο δόλο, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τελεσθείσας με πράξεις και με παραλείψεις, κατά συρροή και κατά συναυτουργία (άρθρ. 45, 94 παρ. 1 και 299 παρ. 1 του ΠΚ). Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης έκρινε ότι: “.... αντιθέτως, με το να κρίνει το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι η συμπεριφορά των κατηγορουμένων, πάντα με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ότι προέκυψαν από την διενεργηθείσα ανάκριση και την προκαταρκτική εξέταση που προηγήθηκε, θεμελιώνει την τέλεση των εγκλημάτων α] της διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης (όσον αφορά την εκκαλούσα κατηγορούμενη …………..), β] της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης (όσον αφορά τις εκκαλούσες κατηγορούμενες ………….. και ………. και τον εκκαλούντα κατηγορούμενο ………………) και γ) της ένταξης και της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση (όσον αφορά άπαντες τους ως άνω κατηγορούμενους, εκκαλούντες και μη), και με το να παραπέμψει τους κατηγορουμένους για να δικαστούν ως υπαίτιοι και για τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις, το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο εσφαλμένως (εκ πλαγίου) εφάρμοσε τον νόμο, και δη τις διατάξεις των άρθρων 187 §§ 1 και 2 του ΠΚ, υπάγοντας την στηριζόμενη στα ως άνω περιστατικά συμπεριφορά των κατηγορουμένων στις εν λόγω διατάξεις, χωρίς να αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα περιστατικά που το Συμβούλιο δέχθηκε ως προκύψαντα, τα οποία στηρίζουν την (ορθή) υπαγωγή στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, με αποτέλεσμα το βούλευμα να στερείται νομίμου βάσεως ως προς την παραπομπή των κατηγορουμένων για τις συγκεκριμένες αξιόποινες πράξεις και να μην είναι εφικτός από το Εφετείο ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων. Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα (και στην ενσωματωμένη σε αυτό εισαγγελική πρόταση, στην οποία το βούλευμα αναφέρεται) δεν περιγράφονται με σαφήνεια και δεν καθίσταται δυνατόν να διαπιστωθεί ποια πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκαν και έγιναν δεκτά από το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, από τα οποία να συνάγεται ότι οι κατηγορούμενοι, και δη οι …………, …………… και ……………………, στους οποίους αποδίδεται ότι συγκρότησαν την εγκληματική οργάνωση, είχαν ως σκοπό της συνεργασίας τους  την πρόκληση αορίστου αριθμού κακουργημάτων  και δη  την πρόκληση βαριά σκοπούμενων σωματικών βλαβών στους τροφίμους της ως άνω Μ.Φ.Η. Πιο συγκεκριμένα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται δεκτό ότι (ο σταθερός και επαναλαμβανόμενος τρόπος αντιμετώπισης και διαχείρισης των φιλοξενούμενων στη Μ.Φ.Η.) «είχε μεθοδευτεί και οργανωθεί με μόνο σκοπό τον πορισμό του μεγαλύτερου δυνατού κέρδους σε βάρος της ψυχικής και σωματικής υγείας των ηλικιωμένων, η οποία προσβάλλετο βαριά με σκοπό την για πολύ χρόνο σημαντική παρεμπόδιση χρήσης του σώματος και της διάνοιάς τους, με αποδεκτό το ενδεχόμενο επέλευσης θανάτου τους εξαιτίας του» και ότι κοινή επιδίωξη των κατηγορουμένων, στα πλαίσια λειτουργίας της (εγκληματικής) ομάδας που είχαν συγκροτήσει, ήταν η «πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης σε βάρος τους» (εν. των τροφίμων της Μ.Φ.Η.) «ικανής να προξενήσει την για πολύ χρόνο σημαντική παρεμπόδιση χρήσης του σώματος ή της διάνοιάς τους ή, ακόμα, κίνδυνο για τη ζωή τους» (βλ. σελ. 200 και 201 του βουλεύματος), και η «για πολύ χρόνο σημαντική παρεμπόδιση χρησιμοποίησης του σώματος ή της διάνοιας των ηλικιωμένων φιλοξενουμένων, ώστε να απαιτείται η ελάχιστη δυνατή φροντίδα τους και να ελαχιστοποιείται έτσι το κόστος φιλοξενίας τους, με αμοιβαία αποδεκτό το ενδεχόμενο της επέλευσης του θανάτου τους, ως αμέσως αιτιωδώς συνεπόμενου με αυτή τούτη τη μέθοδο διαχείρισής τους» (βλ. σελ. 203 του βουλεύματος). Από τα παραπάνω, και γενικότερα από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά με το προσβαλλόμενο βούλευμα, συνάγεται ότι ο σκοπός των κατηγορουμένων ήταν ο πορισμός του μεγαλύτερου δυνατού κέρδους από την λειτουργία της Μ.Φ.Η., τούτο δε σκόπευαν να το επιτύχουν με εξοικονόμηση χρόνου και κόστους ως προς την φροντίδα των τροφίμων ηλικιωμένων, ώστε να μπορούν να φιλοξενούν ταυτόχρονα όσους το δυνατόν περισσότερους, και πάντως πολλούς περισσότερους από αυτούς που επέτρεπε η χορηγηθείσα άδεια λειτουργίας της Μ.Φ.Η. Είναι δε σαφές, πάντα με βάση τα ως άνω περιστατικά, ότι οι ενέργειές τους αυτές είχαν ως συνέπεια την επιδείνωση της κατάστασης της υγείας πολλών φιλοξενουμένων στην Μ.Φ.Η. και τελικά τον (πρόωρο) θάνατο 32 εξ αυτών.  Όμως, όπως γίνεται δεκτό και με το προσβαλλόμενο βούλευμα, η επέλευση των ως άνω θανάτων δεν επιδιώχθηκε κατά περίπτωση από τους κατηγορουμένους ούτε ήταν επιδιώξιμη όταν ξεκίνησαν την λειτουργία της Μ.Φ.Η. και κατά την λειτουργία της με την παραπάνω «μέθοδο διαχειρίσεως», αλλά ήταν ευχερώς προβλεπτό ενδεχόμενο, το οποίο αποδέχονταν οι κατηγορούμενοι. Ειδικότερα, δεν προέκυψαν πραγματικά περιστατικά που να καταδεικνύουν ότι οι κατηγορούμενοι είχαν ως αρχικό σκοπό ή επεδίωξαν σε κάποια περίπτωση να επιφέρουν τον (πρόωρο) θάνατο κάποιου εκ των τροφίμων της Μ Φ.Η. Ενώ όμως στο προσβαλλόμενο βούλευμα γίνονται οι παραπάνω παραδοχές ως προς την επέλευση του θανάτου των ως άνω 32 προσώπων, αποδίδοντας στους κατηγορουμένους ενδεχόμενο δόλο και όχι σκοπό (επιδίωξη) θανατώσεως, δεν αναφέρονται σε αυτό κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο περιστατικά, που το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο δέχθηκε ως προκύψαντα κατά την κρίση του, και επομένως δεν καθίσταται δυνατόν να διαπιστωθεί ποια πραγματικά περιστατικά έγιναν δεκτά, από τα οποία να προκύπτει ότι η όποια βλάβη (ακόμη και βαριά) της ψυχικής και σωματικής υγείας που υπέστησαν οι εν λόγω ηλικιωμένοι επιδιώχθηκε από τους κατηγορουμένους, πολλώ δε μάλλον ότι αποτελούσε εξαρχής (από την έναρξη της λειτουργίας της Μ.Φ.Η.) αντικείμενο επιδίωξής τους. Η δε ασάφεια επιτείνεται και από το γεγονός ότι στο διατακτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, στο κεφάλαιο που αφορά την παραπομπή των κατηγορουμένων για τις πράξεις της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης και της ένταξης και της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση (υπό στοιχείο «1» κατηγορία), αναφέρεται ότι οι κατηγορούμενοι - κατά περίπτωση - συγκρότησαν, εντάχθηκαν και συμμετείχαν στην εν λόγω οργάνωση «με σκοπό την διάπραξη κακουργημάτων που προβλέπονται στον Ποινικό Κώδικα», ότι κατά την δράση και διάρκεια της εν λόγω οργανώσεως «διέπραξαν, από κοινού, το κακούργημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, και δη με ενδεχόμενο δόλο ... κατά συρροή ... όπως η πράξη αυτή περιγράφεται αναλυτικά στην κάτωθι αναφερόμενη υπό στοιχείο 3 κατηγορία» και ότι στην ως άνω πράξη τους προέβησαν με δόλο, «δεδομένου ότι είχαν προαποφασίσει... ότι η δράση της οργάνωσης θα εκδηλωθεί σε βάθος χρόνου με την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων, δίχως να έχουν καταστρωθεί εκ των προτέρων λεπτομέρειες των εγκλημάτων αυτών, γεγονός που αποδέχονταν», δηλαδή δεν προσδιορίζονται τί είδους κακουργήματα (χωρίς λεπτομέρειες) επεδίωκαν να τελέσουν οι εν λόγω κατηγορούμενοι κατά την συγκρότηση, την ένταξη και την συμμετοχή τους στην εν λόγω οργάνωση, ενώ αναφέρεται η κατά συρροή τέλεση του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, πλην όμως με ενδεχόμενο δόλο, ενώ τόσο στο σκεπτικό του εν λόγω βουλεύματος (και δη στις σελ. 200, 201 και 203 αυτού, όπως προαναφέρθηκε), όσο και στο κεφάλαιο του διατακτικού που αφορά την παραπομπή της εκκαλούσας κατηγορουμένης  …………….. για την πράξη της διευθύνσεως της εν λόγω εγκληματικής οργανώσεως, αναφέρεται ότι η επιδίωξη της εν λόγω οργανώσεως ήταν η τέλεση βαριών σωματικών βλαβών σε βάρος των ηλικιωμένων τροφίμων της ως άνω Μ.Φ.Η. Εν όψει των ανωτέρω, είναι βάσιμοι στην ουσία τους α) οι με στοιχεία «Β» όμοιοι λόγοι εκάστης των εφέσεων των …….. και ……, που αιτιώνται το πρωτόδικο βούλευμα για εκ πλαγίου εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και β) ο υπό στοιχείο «Β» αρ. 3 λόγος της εφέσεως της ………….. (με το ίδιο περιεχόμενο). Περαιτέρω , εφόσον εν προκειμένω διαπιστώθηκε εκ πλαγίου» εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως από το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη του παρόντος το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο, στα πλαίσια της δικαιοδοτικής του εξουσίας (άρθρα 482, 481 και 318 του ΚΠΔ), έχει την δυνατότητα να ερευνήσει και να υπεισέλθει στην ουσία της υποθέσεως, επί του συγκεκριμένου κεφαλαίου της κατηγορίας (περί τελέσεως των ως άνω αξιόποινων πράξεων, επί των οποίων διαπιστώθηκε η κατά τα άνω εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου). Από το σύνολο δε του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε κατά τη διάρκεια της προδικασίας (προκαταρκτικής εξετάσεως και της κυρίας ανακρίσεως), αξιολογούμενου κατά την αρχή της ηθικής απόδειξης (άρθρο 177 νέου ΚΠΔ) και, συγκεκριμένα, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, από όλα τα έγγραφα που έχουν επισυναφθεί στη δικογραφία, σε συνδυασμό με τις ανακριτικές απολογίες των κατηγορουμένων, αρχικές και τυχόν συμπληρωματικές, καθώς και τα υπομνήματα που αυτοί κατέθεσαν, συνάγεται ότι η πρόκληση των ανωτέρω σωματικών βλαβών ήταν και αυτή (όπως και ο θάνατος των ως άνω 32 ηλικιωμένων) συνέπεια της ως άνω συμπεριφοράς των κατηγορουμένων, στο πλαίσιο της ως άνω επιδιώξεώς τους να μειώσουν τον χρόνο και το κόστος ως προς την φροντίδα των τροφίμων ηλικιωμένων και να επιτύχουν μεγαλύτερο κέρδος, την οποία προφανώς προέβλεπαν ως ενδεχόμενη να συμβεί ή ακόμη και διέβλεπαν ως αναγκαία συνέπεια, σαφώς δε την αποδέχονταν, χωρίς όμως να την επιδιώκουν καθεαυτή. Επομένως, δεν θεμελιώνεται η πράξη της συγκρότησης οργάνωσης (τριών ή περισσότερων) προσώπων, που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων, όπως και η ένταξη σε αυτήν, αφού δεν προέκυψε το στοιχείο της επιδίωξης τελέσεως κακουργημάτων Ως εκ τούτου, πρέπει να μην γίνει κατηγορία κατά των ως άνω τριών εκκαλουσών για τις πράξεις α] της διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης (όσον αφορά την ………….), β] της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης (όσον αφορά τις ………….. και ………….) και γ) της ένταξης και της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση (όσον αφορά και τις τρεις ως άνω εκκαλούσες). Περαιτέρω, κατ' εφαρμογή του άρθρου 469 του ΚΠΔ, που τυγχάνει εφαρμογής και επί βουλευμάτων και που ορίζει ότι αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με τον νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπο του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους, πρέπει να μην γίνει κατηγορία ούτε κατά α) του  …… για την πράξη της συγκροτήσεως εγκληματικής οργανώσεως και β) του  ……., του  …….. και της  ……… για τις πράξεις της ένταξης και της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση”. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Συγκεκριμένα, όπως προεκτέθηκε, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του άρθρου 187 παρ. 1 ΠΚ, απαιτείται ο υπερχειλής δόλος του δράστη, συνιστάμενος στον σκοπό (επιδίωξη) αυτού για τη διάπραξη περισσότερων του ενός κακουργημάτων, προς τέλεση των οποίων αρκεί οποιαδήποτε μορφή δόλου, που, κατά τον νόμο, απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση των σχετικών παράνομων πράξεων ως κακουργημάτων, ο δόλος δε αυτός μπορεί να είναι και διαζευκτικός. Στην προκειμένη περίπτωση, τα κακουργήματα, την τέλεση των οποίων επιδίωκε η οργάνωση, συνακόλουθα δε επιδίωκαν και τα μέλη της, προσδιορίζονται σαφώς στο προεκτεθέν σκεπτικό του πρωτόδικου βουλεύματος, όπου, ειδικότερα, αναφέρεται ότι: «Οι προπεριγραφείσες συνθήκες, τις οποίες πλαισιώνει επαναλαμβανόμενα μαρτυρούμενη απαξιωτική και εξευτελιστική αντιμετώπιση και συμπεριφορά σε βάρος των ηλικιωμένων, καταδεικνύουν σταθερό και επαναλαμβανόμενο τρόπο αντιμετώπισης και διαχείρισης των φιλοξενούμενων στη Μ.Φ.Η., ο οποίος είχε μεθοδευτεί και οργανωθεί με μόνο σκοπό τον πορισμό του μεγαλύτερου δυνατού κέρδους σε βάρος της ψυχικής και σωματικής υγείας των ηλικιωμένων, η οποία προσβάλλετο βαριά με σκοπό την για πολύ χρόνο σημαντική παρεμπόδιση χρήσης του σώματος και της διάνοιάς τους, με αποδεκτό το ενδεχόμενο επέλευσης θανάτου τους εξαιτίας του». Επίσης, αναφέρεται ότι: «Η συνθήκη του σταθερά επαναλαμβανόμενου τρόπου αντιμετώπισης και διαχείρισης των ηλικιωμένων φιλοξενουμένων συνιστά μελετημένη και αποφασισμένη μέθοδο διαχείρισης (modus operandi), σύλληψης και διεύθυνσης της 1ης κατηγορουμένης, την οποία συγκρότησε με τους 2η και 3ο κατηγορούμενους και στην οποία οργανώθηκαν επιχειρησιακά και εντάχθηκαν οι 4ος, 6η και 7η κατηγορούμενοι, έκαστος με την ιδιότητά του κατά τα αμέσως κατωτέρω αναφερόμενα, αλλά με κοινή γνώση και θέληση και κοινό σκοπό τον πορισμό παράνομου περιουσιακού οφέλους σε βάρος των ηλικιωμένων τροφίμων, με κοινή επιδίωξη την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης σε βάρος τους, ικανής να προξενήσει την για πολύ χρόνο σημαντική   παρεμπόδιση χρήσης του σώματος ή της διάνοιας τους ή, ακόμα, κίνδυνο για τη ζωή τους, με αμοιβαία αποδεκτό το ενδεχόμενο επέλευσης του θανάτου τους, ως αμέσως αιτιωδώς συναπτόμενου με αυτή τούτη τη μέθοδο». Όπως δε εκτίθεται στη συνέχεια, η ως άνω μέθοδος διαχείρισης συνίστατο σε 1) παράλειψη χορήγησης της κατάλληλης τροφής, ποιοτικά και ποσοτικά στους ηλικιωμένους φιλοξενούμενους της Μ.Φ.Η., 2) παράλειψη παροχής της αναγκαίας ενυδάτωσης στους φιλοξενούμενους στην ως άνω Μ.Φ.Η. ηλικιωμένους, 3) παράλειψη χορήγησης των απαραίτητων ποσοτήτων αναλώσιμων υλικών για την προσωπική υγιεινή των φιλοξενούμενων και παράλειψη διασφάλισης της καθαριότητας και υγιεινής των χώρων όπου αυτοί διαβιούσαν, 4) συστηματική «μηχανική καθήλωση», ήτοι πλήρη ακινητοποίηση των ηλικιωμένων, καθ' όλο το εικοσιτετράωρο στις κλίνες τους ή σε αναπηρικά αμαξίδια, με χρήση ιμάντων, ιδίως αυτών που έπασχαν από έκπτωση των νοητικών τους λειτουργιών, 5) συστηματική «χημική καθήλωση» των ηλικιωμένων, με τη χορήγηση σε αυτούς, ισχυρών ηρεμιστικών φαρμάκων, προκειμένου να αδρανοποιούνται οι πνευματικές τους λειτουργίες και να κάμπτεται η κινητικότητά τους, 6) συστηματική «τεχνική καθήλωση»   των ηλικιωμένων ιδίως όσων έπασχαν από έκπτωση των νοητικών τους λειτουργιών, μέσω της τοποθέτησης ιατρικών συσκευών για την παροχέτευση τροφής και για την ούρηση, οι οποίες όμως δεν ήταν ιατρικά απαραίτητες, 7) συστηματική παράλειψη απασχόλησης του αναγκαίου προσωπικό και συγκεκριμένα νοσηλευτών και φροντιστών των ηλικιωμένων, δ) συστηματική παράλειψη της διακομιδής των φιλοξενούμενων στη Μ.Φ.Η., που είχαν ανάγκη είτε άμεσης είτε τακτικής νοσηλείας σε νοσηλευτικό ίδρυμα, καθώς επίσης αποφυγή ενημέρωσης και εφησυχασμό των συγγενών τους για την πραγματική κατάσταση της υγείας τους, 9) εκδήλωση σταθερά απάνθρωπης και εξευτελιστικής συμπεριφοράς σε βάρος των ηλικιωμένων φιλοξενουμένων της Μ.Φ.Η, με άσκηση ακόμη και σωματικής βίας σε βάρος τους. Αντιστοίχως δε, στο υπό στοιχείο 2 σκέλος του διατακτικού του πρωτόδικου βουλεύματος αναφέρεται ότι ο σκοπός της οργάνωσης, υλοποιούμενος διά της ως άνω εφαρμοζόμενης μεθόδου διαχείρισης των φιλοξενούμενων στη Μ.Φ.Η., ήταν η  «πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης σε αυτούς, δια της σημαντικής και για πολύ χρόνο παρεμπόδισης χρήσης του σώματος και της διάνοιάς τους, με τρόπο ικανό να προκαλέσει, ως αμέσως αιτιωδώς συναπτόμενο αποτέλεσμα, τον θάνατό τους, τον οποίον διέβλεπαν και αποδέχονταν ως ικανό να επέλθει, έχοντας ενδεχόμενο ως προς αυτόν δόλο, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κατά συρροή, με πράξεις και παραλείψεις, τετελεσμένα και σε απόπειρα». Προκύπτει, δηλαδή, σαφέστατα ότι το πρωτόδικο βούλευμα, χωρίς οποιαδήποτε αντίφαση ή ασάφεια, έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος των κατηγορουμένων, για την τέλεση εκ μέρους τους του εγκλήματος του άρθρου 187 παρ. 1 και 2 ΠΚ, δεχόμενο ότι ο δόλος τους, προς διάπραξη κακουργημάτων, ήταν διαζευκτικός, ήτοι δόλος είτε προς τέλεση σκοπούμενων βαριών σωματικών βλαβών, είτε ανθρωποκτονιών με ενδεχόμενο δόλο, εξαιτίας των ως άνω σωματικών βλαβών. Προσδιορίζεται δε αναλυτικά ο τρόπος (η μεθοδολογία) πρόκλησης των σκοπούμενων βαριών σωματικών βλαβών σε βάρος των κατηγορουμένων εκ μέρους των κατηγορουμένων. Εξάλλου, εφόσον ο δόλος τέλεσης των σχεδιαζόμενων κακουργημάτων μπορεί να είναι οποιοσδήποτε μορφής, νομίμως έγινε δεκτό ότι υπήρχε (διαζευκτικός) δόλος των κατηγορουμένων προς τέλεση ανθρωποκτονιών με ενδεχόμενο δόλο και δεν ήταν αναγκαίο, προς στοιχειοθέτηση του εγκλήματος, να είχε γίνει δεκτός άμεσος δόλος α’ βαθμού για την τέλεση των ανθρωποκτονιών            εκ μέρους  των κατηγορουμένων.  Περαιτέρω, ουδεμία αντίφαση υπάρχει από το γεγονός ότι στο βούλευμα αναφέρεται ότι ο κοινός σκοπός των κατηγορουμένων ήταν ο πορισμός παράνομου περιουσιακού οφέλους σε βάρος των ηλικιωμένων φιλοξενούμενων, στοιχείο που κατ’ ουσίαν καταδεικνύει το κίνητρο των  κατηγορουμένων (που ήταν οικονομικό), για την τέλεση κακουργημάτων. Τέλος, ορθώς αποδόθηκαν στους κατηγορουμένους (πέραν των κατηγοριών για την εγκληματική οργάνωση), κατηγορίες μόνο για τις προκληθείσες ανθρωποκτονίες και όχι για τις προηγηθείσες βαριές σκοπούμενες σωματικές βλάβες, εφόσον οι τελευταίες αυτές αξιόποινες πράξεις απορροφώνται από τα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας. Συνακόλουθα, είναι βάσιμος ο λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β’ του ΚΠΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 187 παρ.1 και 2 και 27 του ΠΚ εκ μέρους του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Περαιτέρω, εφόσον το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης δέχθηκε ότι οι σχετικοί λόγοι έφεσης των αναιρεσιβλήτων  ……..,  …….. και  …….. ήταν βάσιμοι και, στη συνέχεια, προχώρησε στην κατ’ ουσίαν έρευνα της υπόθεσης, αφού δε εξαφάνισε το υπ’ αριθμ. 200/2023 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων ως προς το αναφερόμενο στην εγκληματική οργάνωση σκέλος του και ως προς το αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της υπόθεσης, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων για τις αξιόποινες πράξεις του άρθρου 187 παρ. 1 και 2 ΠΚ κατηγορίες, στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης, προέβη σε υπέρβαση της εξουσίας του (άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. στ’ ΚΠΔ), που συνιστά λόγο αναίρεσης εξεταζόμενο αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 484 παρ. 2 ΚΠΔ). Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, κατά το σκέλος του με το οποίο δέχθηκε στην ουσία τους τις ως άνω εφέσεις. Εφόσον δε το βούλευμα αναιρείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής, διότι δεν απαιτείται να γίνει εκτίμηση πραγματικών περιστατικών (άρθρα 485 παρ. 1 και 518 παρ. 1 ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθούν οι ως άνω εφέσεις κατά του υπ’ αριθμ. 200/2023 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων, να εφαρμοσθούν από το παρόν Δικαστήριο οι διατάξεις των άρθρων 187 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, ώστε να παραπεμφθούν οι κατηγορούμενοι για να δικαστούν, πέραν των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και για τα εγκλήματα της εγκληματικής οργάνωσης στο αρμόδιο Δικαστήριο, που είναι το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Κρήτης (άρθρ. 111 παρ. 4, 122 παρ. 1 ΚΠΔ), κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί το υπ’ αριθμ. 128/2023 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, κατά το σκέλος του με το οποίο δέχθηκε ως βάσιμες α) την υπ’ αριθμ. εκθ. 57/24-5-2023 έφεση της  ………, β) την υπ’ αριθμ. εκθ. 65/26-5-2023 έφεση της  …….. και γ) την υπ’ αριθμ. εκθ. 66/26-5-2023 έφεση της  ……… κατά του υπ’ αριθμ. 200/2023 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων, καθώς επίσης και ως προς το αρμόδιο δικαστήριο, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση.

Απορρίπτει τις ως άνω υπ’ αριθμ. εκθ. 57/24-5-2023, υπ’ αριθμ. εκθ. 65/26-5-2023 και υπ’ αριθμ. εκθ. 66/26-5-2023 εφέσεις.

Παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμόδιου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης τους κατηγορουμένους: 1)  …………., που γεννήθηκε  ………., κάτοικο Χανίων και ήδη προσωρινώς κρατούμενη στο Κατάστημα Κράτησης Γυναικών Ελαιώνα Θηβών, 2)  ……………………, που γεννήθηκε  ……….., κάτοικο Χανίων και ήδη προσωρινώς κρατούμενη στο Κατάστημα Κράτησης Γυναικών Ελαιώνα Θηβών κάτοικο Χανίων, 3)  …………………………….., που γεννήθηκε  ………………, κάτοικο Ακρωτηρίου Δήμου Χανίων και ήδη προσωρινώς κρατούμενο στο   Κατάστημα Κράτησης Χανίων, 4)  …………………………, που γεννήθηκε  ………………….., κάτοικο Γαλατά Δήμου Πλατανιά Π.Ε Χανίων και ήδη προσωρινώς κρατούμενο στο Κατάστημα Κράτησης Αλικαρνασσού, 5)  ……………………….., που γεννήθηκε  ………, κάτοικο Μουρνιών Δήμου Χανίων και 6)  ………………………………., που γεννήθηκε  ………………., κάτοικο  ……………………….., για να δικαστούν ως υπαίτιοι του ότι: Στα Χανιά, κατά το χρονικό διάστημα από 5-5-2009 έως 5-5-2021 και στους ειδικότερους κάτωθι αναφερόμενους χρόνους, ενεργώντας με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις τους, τέλεσαν περισσότερα-συρρέοντα μεταξύ τους εγκλήματα, που προβλέπονται στον νόμο και τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές και συγκεκριμένα:………… ……………………………………………………………………………………..………………………………………

 

 

 

Login