19/9-10-1976 -Εγκύκλιος Προϊσταμένου Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών
Η περιεχόμενη στις εξηγήσεις δήλωση του εγκαλουμένου ότι μηνύει τους εγκαλούντες και επιθυμεί την ποινική δίωξη τους για τις πράξεις της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφήμησης , δεν συνιστά νομότυπη έγκληση που να μας υποχρεώνει σε άσκηση αλλά συνιστούν μέσο άμυνας .
Κατά το στάδιο της προδικασίας κατηγορούμενοι στο κείμενο του απολογητικού τους υπομνήματος διατυπώνουν αμέσως ή εμμέσως καταγγελία εναντίον των μηνυτών για ψευδή καταμήνυση ή συκοφαντική δυσφήμηση κλπ ή και των μαρτύρων κατηγορίας για ψευδορκία . Οι επεξεργαζόμενοι τις σχετικές δικογραφίες Εισαγγελείς θεωρούν συνήθως ως υπηρεσιακό καθήκον όπως , εν ονόματι της αρχής της νομιμότητας , αναλάβουν την πρωτοβουλία σχηματισμού νέας ποινικής δικογραφίας , παραγγέλλοντας την εξαγωγή αντιγράφων των απολογητικών υπομνημάτων . Όμως αυτό το υπηρεσιακό καθήκον , ουδόλως υφίσταται . Βεβαίως κατά την άσκηση της ποινικής δίωξης ισχύει η αρχή της νομιμότητας , ήτοι ο Εισαγγελέας εάν κρίνει από οποιονδήποτε και οποιαδήποτε προερχόμενα στοιχεία , ότι υφίστανται ενδείξεις περί τελέσεως αξιόποινης πράξης , οφείλει να ασκήσει ποινική δίωξη ή να ενεργήσει προκαταρκτική εξέταση . Αυτά τα στοιχεία μπορεί ο Εισαγγελέας να αποκτήσει και από το απολογητικό υπόμνημα του κατηγορούμενου . Αλλά είναι φανερό ότι αυτή η νόμιμη υποχρέωση του Εισαγγελέα δεν εκτείνεται οπωσδήποτε σε τέτοιο βαθμό ώστε αυτός να παραβλέπει τη φύση των εγγράφων και να μετατρέπει την απολογία σε μήνυση ή έγκληση επειδή στα έγγραφα αυτά παρατίθεται η τυπική φράση ότι ο απολογούμενος καταμηνύει ή επιθυμεί την ποινική δίωξη κλπ. Όπως άλλωστε δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διαδικασίας των άρθρων 43, 47 ΚΠΔ περί απορρίψεως της μήνυσης ή της έγκλησης ( δηλαδή της απολογίας ή του απολογητικού υπομνήματος , κατά το μέρος που περιέχουν έγκληση ή μήνυση) , ως νόμω ή ουσία αβάσιμη . Η απολογία του κατηγορούμενου είναι μέσο άμυνας και όχι επίθεσης , όπως η μήνυση , η δε συνένωση αμφότερων των αντίθετων αυτών δηλώσεων βούλησης στο ίδιο έγγραφο ( ή μάλλον η προσθήκη μηνυτήριων αναφορών στο κείμενο της απολογίας ) δεν μεταβάλλει τη φύση των πραγμάτων ώστε η απολογία να χαρακτηρίζεται ταυτοχρόνως και ως μήνυση ή έγκληση . Αντίθετη άποψη θα ήταν δικονομικά άτοπη και εξαιτίας του εξής πρακτικού λόγου : Ο κατηγορούμενος απολαμβάνει ιδιάζουσας ελευθερίας κατά την απολογία του , ήτοι βασικώς δεν υπόκειται σε ποινικό έλεγχο σε σχέση με την αλήθεια των όσων διαλαμβάνει σε αυτήν . Αντιθέτως ο μηνυτής και ο εγκαλών όχι μόνο ορκίζονται ότι το περιεχόμενο της μήνυσης ή της έγκλησης τους είναι αληθές αλλά και υπέχουν ειδική ποινική ευθύνη για ψευδή καταμήνυση την οποία βεβαίως δεν υπέχει ο κατηγορούμενος για όσα ενδεχομένως στην απολογία του εν γνώσει ψευδώς καταμηνύσει . Για τους λόγους αυτούς παρακαλούμε , όπως έχετε τα ανωτέρω υπόψη ώστε να αντιμετωπίζεται ορθώς το τελευταίως συχνότατα παρατηρούμενο φαινόμενο της καταμηνύσεως δια μέσου των εγγράφων της απολογίας ή του απολογητικού υπομνήματος .
(π.δ. εγκ. προιστ.εισα.αθην . υπ άιθ. 19/9-10-1976 ΠΟΙΝ. Χρ. ΚΣΤ 862)
Σπύρος Κανίνιας
Αντεισαγγελέας Εφετών
28/2005 ΔΙΑΤΕΙΣΠΛΗΜ ΡΕΘΥΜ
Τρόπος Υποβολής Εγκλήσεως - Έγκληση εντός κειμένου απολογητικού υπομνήματος. "Η περίληψη αυτή ελήφθη από το περιοδικό DE LEGE, εκδόσεως του Δ.Σ. Ρεθύμνου".
ΔιατΕισΠλημΡεθ 28/2005
(Απόσπασμα:)
...Σύμφωνα με την αρχή της νομιμότητας, ο Εισαγγελέας εάν κρίνει, από οποιοδήποτε στοιχείο, ότι υφίστανται ενδείξεις περί τελέσεως κάποιας αξιόποινης πράξης οφείλει να ασκήσει ποινική δίωξη ή να ενεργήσει προκαταρκτική εξέταση (αρθρ. 3 και 36 ΚΠΔ) ενώ από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 33, 34, 36, 37, 42, 43, 72, 100, 273 και 274 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι οι ανακριτικοί υπάλληλοι οφείλουν να ανακοινώσουν χωρίς χρονοτριβή στον αρμόδιο εισαγγελέα οτιδήποτε πληροφορούνται με κάθε τρόποι για αξιόποινη πράξη που διώκεται αυτεπαγγέλτως. Η ανακοίνωση γίνεται γραπτώς και πρέπει να περιέχει όλα τα στοιχεία που υπάρχουν και αφορούν την αξιόποινη πράξη που διώκεται αυτεπαγγέλτως. Η ανακοίνωση γίνεται γραπτώς και πρέπει να περιέχει όλα τα στοιχεία που υπάρχουν και αφορούν την αξιόποινη πράξη, τους δράστες και τις αποδείξεις. Περαιτέρω, στην προαναφερόμενη καθ` οιοδήποτε τρόπο γνώση τέλεσης αξιόποινης πράξης, περιλαμβάνεται κατεξοχήν η υποβολή μηνύσεως ή εγκλήσεως που υποβάλλει ιδιώτης. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 του ΚΠΔ, η μήνυση γίνεται απευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών είτε στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους και συντάσσεται σχετική έκθεση. Μάλιστα η παραλαβή της μήνυσης ή έγκλησης συνοδεύεται στην πράξη πάντοτε και από την όρκιση του μηνυτή, δηλαδή από βεβαίωση με όρκο του περιεχομένου της μήνυσης (Φ. Ανδρέου, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, 2004, ο. 125). Αντιθέτως, η απολογία ή το απολογητικό υπόμνημα του κατηγορουμένου αποτελεί μέσο υπερασπίσεως και άμυνας και όχι επιθέσεως, όπως είναι η μήνυση. Συνεπώς η συνένωση αμφοτέρων των αντιθέτων αυτών δηλώσεων βουλήσεως στο ίδιο έγγραφο δεν μεταβάλλει τη φύση των πραγμάτων, ώστε η απολογία να χαρακτηρίζεται ταυτόχρονα και ως μήνυση ή έγκληση. Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος απολαμβάνει ιδιάζουσα ελευθερία κατά την απολογία του, διότι δεν υπόκειται σε ποινικό έλεγχο όσον αφορά την αλήθεια των όσων καταθέτει και απολαμβάνει το δικαίωμα της σιωπής και άρνησης της κατηγορίας (αρθρ. 273 παρ. 2 του ΚΠΔ, 5 παρ. 1 και 2 παρ. 1 του Σ, 6 παρ. 1 εδ. Α της Ε.Σ.Δ.Α., Παπαδαμάκης, Ποινική Δικονομία, β` έκδοση, σ. 165). Αντιθέτως ο μηνυτής και ο εγκαλών όχι μόνο ορκίζονται ότι το περιεχόμενο της μηνύσεως ή της εγκλήσεως που καταθέτουν είναι αληθές, αλλά και υπέχουν ειδική ποινική ευθύνη για ψευδή καταμήνυση (αρθρ. 229 ΠΚ), την οποία δεν υπέχει ο κατηγορούμενος για όσα, ενδεχομένως, στην απολογία του "εν γνώσει του ψευδώς καταμηνύει" (ΓνωμΕισΕφ. 19/1976, ΠοινΧρ. ΚΣΤ, ο.862). Τέλος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 72 του ΚΠΔ για την πρόσκτηση της ιδιότητας του κατηγορουμένου απαιτείται να αναφέρεται κάποιος στη μήνυση, στην έγκληση, στην αίτηση ή στην έκθεση για αξιόποινη πράξη. Η απολογία δεν συνιστά μήνυση, έγκληση, αίτηση ή έκθεση για αξιόποινη πράξη, αλλά ούτε και απλή είδηση περί τελέσεως κάποιας αξιόποινης πράξης μπορεί να θεωρηθεί, διότι ελλοχεύει ο κίνδυνος, ενόψει της ελευθερίας που απολαμβάνει ο κατηγορούμενος κατά τη λήψη της και την ανάπτυξη των υπερασπιστικών του επιχειρημάτων, να ενοχοποιεί οποιονδήποτε, να αχρηστεύει αποδεικτικά μέσα (λ.χ. μάρτυρες) που η κατηγορούσα αρχή ή ο πολιτκώς ενάγων θέλουν να χρησιμοποιούν για να αποδείξουν την σε βάρος του κατηγορία, και μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε, χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνο να καταμηνυθεί για ψεύδη καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα, συκοφαντική δυσφήμηση, εφόσον δρα εκ της θέσεως του κατηγορουμένου. Η ανάπτυξη επομένως των υπερασπιστικών του επιχειρημάτων τελεί υπό την περιορισμό της μη ενοχοποιήσεως άλλων, αθώων ή και μη. Εφόσον επιθυμεί την ποινική δίωξη κάποιου μπορεί να υποβάλει μήνυση ή έγκληση σύμφωνα με τις διατυπώσεις που προαναφέρθηκαν (ΔιατΕισΠρΧαλκ. 26/1989, ΠοινΧρον. 1989, ο. 53, ΤριμΠλημΠειρ 120/1993, σελ. 309).
Περαιτέρω η υποβολή έγκλησης στα κατ` έγκληση διωκόμενα εγκλήματα αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση που ερευνάται αυτεπάγγελτα από τον Εισαγγελέα και το Δικαστήριο (ΑΠ 1327/1984, ΠοινΧρον ΛΕ, σ. 346) ενώ σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 47 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας εξετάζει την έγκληση που έλαβε και αν κρίνει ότι δεν στηρίζεται στο Νόμο ή είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης την απορρίπτει με διάταξη του, η οποία επιδίδεται στον εγκαλούντα. Η έγκληση δεν στηρίζεται στο Νόμο, όχι μόνο όταν η εκτιθέμενη σ` αυτή ως τελεσθείσα αξιόποινη πράξη δεν είναι κατά το Νόμο αξιόποινη, αλλά και όταν αυτή δεν έχει ασκηθεί παραδεκτά ή υπάρχει κάποιος λόγος που εξαλείφει το αξιόποινο π.χ. παραγραφή, αμνηστία ή πάροδος της προθεσμίας την οποία επί των μόνο κατ` έγκληση διωκόμενων εγκλημάτων τάσσει το άρθρο 117 παρ. 1 ΠΚ ή προηγούμενη παραίτηση από του δικαιώματος κατ` αρθρ. 117 παρ. 2 ΠΚ (ΔιατΕισΠλημΧαλκιδ. 55/1997, Μ. Μπουρόπουλου, ΕρμΚΠΔ, υπό το αρθρ. 47, Ι. Ζησιάδη, Ποιν.Δικ., Τομ. Α`, έκδ. 3η παρ. 188 και 218, Αλ. Μιχαηλίδη, ΠοινΧρονΚΘ, σ. 718, ιδίου ΠοινΧρον ΚΣΤ, ο. 347).
Στην προκείμενη περίπτωση η α` εγκαλούμενη,........, κατάθεσε την από......2003 μήνυση κατά του εγκαλούντα ..., δυνάμει της οποίας ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του για τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ` εξακολούθηση και απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας κατ` εξακολούθηση (αρθρ. 216 παρ. 1, 386 παρ. 1 β-α και 98 ΠΚ). Στη συνέχεια και κατόπιν της από ......2004 παραγγελίας του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών προς την Πταισματοδίκη Ρεθύμνου, κλήθηκε ο εγκαλών να απολογηθεί. Στις...... 2004 προσήλθε ο εγκαλών να απολογηθεί καταθέτοντας το από......2004 απολογητικό του υπόμνημα, το οποίο περιέχει και αίτημα ποινικής δίωξης των εγκαλουμένων.....και ...., για τα εγκλήματα της συκοφαντικής δυσφημίσεως και της απάτης επί δικαστηρίου (άρθρων 229 παρ. 1, 224 παρ. 2, 363 και 386 του ΠΚ). Σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη μείζονα πρόταση, ο τρόπος υποβολής της εγκλήσεως δεν είναι παραδεκτός, ενώ όσον αφορά για τις αυτεπαγγέλτως διωκόμενες πράξεις, λόγω του ότι αυτές περιέχονται σε κείμενο απολογητικού υπομνήματος δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Συνεπώς πρέπει κατ` εφαρμογή του αρθρ. 47 ΚΠΔ η υπόθεση να τεθεί στο αρχείο.
Λευκοθέα Χρ. Τερζητάνου
Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών
ΠΛHMΠEIP 120/1993 ΠOINXP 1993,309
120/1993 ΠΛΗΜΜ ΠΕΙΡ
ΠΟΙΝΧΡ/1993 (309) Εξάλειψη αξιόποινου λόγω παραίτησης από την έγκληση. Αυτεπάγγελτη εξέταση από τα Δικαστήρια. Σιωπηρά παραίτηση τεκμαίρεται και στην περίπτωση παρέλευσης απράκτου της 3μηνης προθεσμίας για την υποβολή της έγκλησης. Ποινική Δικονομία. Απολογία κατηγορουμένου . Μέσο άμυνας και όχι επιθέσεως όπως είναι η έγκληση. Αποτελεί αποδεικτικό μέσο μόνον κατά το μέρος που αποτελεί ομολογία. Η τυχόν προσθήκη "μηνυτηρίων εκφράσεων" δεν μπορεί να προσδώσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου ή να προκαλέσει την ποινική δίωξη τρίτου. Διαφορές με έγκληση στο σημείο αυτό. Έγκληση. Για την εγκυρότητα της δεν απαιτείται να διαλαμβάνει πανηγυρικές εκφράσεις για την δίωξη του εγκαλουμένου. Αρκεί να δηλώνεται με αυτή τη βούληση του δικαιουμένου για την ποινική δίωξη. Κατηγορούμενος για τοκογλυφία. Υποβολή έγκλησης για συκοφαντική δυσφήμιση εκ μέρους των εγκαλούντων αυτόν, με ένορκες καταθέσεις και υπόμνημα - δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής. Παύση της ποινικής δίωξης για τη συκοφαντική δυσφήμηση δεδομένου ότι η έγκληση υποβλήθηκε εμπρόθεσμα και δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των άρθρων 36 και 37 του Κποινδ. Το απολογητικό υπόμνημα του εγκαλούντος – κατηγορουμένου που δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έγκληση έστω και αν περιέχει αίτημα ποινικής δίωξης των εγκαλούντων αυτόν.
Πλημμελειοδικείο Πειραιώς Αριθμ. 120/1993
Δικαστές: Παναγ. Αθανασόπουλος, Πρόεδρος, Κων. Στεργίου και Κων. Πεϊόγλου
Εισαγγελεύς Ζαχ. Κοκκινάκης.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης διώκεται μόνο κατ`έγκληση το παθόντος, ενώ κατά το άρθρο 117 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα: "όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν απότ ους συμμετόχους της". Εκτός τούτων, κατά το άρθρο 310 παρ. 1 του ΚΠΔ η ποινική δίωξη που ασκήθηκε παύει οριστικά και εάν έγινε (ρητή ή σιωπηρά) παραίτηση από το δικαίωμα της έγκλησης. Ως σιωπηρά παραίτηση τεκμαίρεται και η δημιουργουμένη από την πάροδο άπρακτης της τρίμηνης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 117 παρ. 1 του ΠΚ, και έχει ως συνέπεια την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως που διώκεται κατ`έγκληση. (ΑΠ 126/1984 ΠοινΧρον ΛΓ 673, ΑΠ 279/1985 ΠοινΧρον ΛΕ 707). Περαιτέρω η τυχόν προσθήκη "μηνυτηρίων εκφράσεων" στην απολογία του κατηγορουμένου, δεν μπορεί να προσδώσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου (άρθρο 72 ΚΠΔ) ή να προκαλέσει την ποινική δίωξη (άρθρο 43 ίδιου κώδικα) τρίτου. Με βάση τις σκέψεις αυτές, αλλά και για τους ορθούς νομικούς και ουσιαστικούς λόγους που διεξοδικά αναλύονται στην προαναφερθείσα εισαγγελική πρόταση και στους οποίους, ως προς την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ηθικής αυτουργίας σ`αυτήν, αναφέρεται κατά τα λοιπά και το Συμβούλιο, για την αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων, πρέπει, κατ`εφαρμογή των άρθρων 309 παρ. 1 β, 310 παρ. 1 και 370 περ. β`του ΚΠΔ, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε, κατά τα άνω, κατά των κατηγορουμένων για τις πράξεις αυτές, κατά τα στο διατακτικό ειδικότερα σημειούμενα.
26/1989 ΔΙΑΤ ΕΙΣΠΡ ΧΑΛΚ
ΠΟΙΝΧΡ/1989 (531) Παράνομη οπλοφορία. ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ: Μήνυση ή έγκληση. Τήρηση νομίμων προϋποθέσεων. Η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών για την μήνυση ή έγκληση είναι άνευ σημασίας και αυτές (μήνυση-έγκληση) δεν παύουν να αποτελούν "είδηση" περί τέλεσης αξιόποινης πράξης. Η απολογία του κατηγορουμένου δεν συνιστά μήνυση ή έγκληση ούτε είδηση περί τελέσεως αξιόποινης πράξης για κάθε καταγγελία που μπορεί να προκαλέσει την πειθαρχική ή ποινική δίωξη άλλου προσώπου. Νόμω αβάσιμη η έγκληση του κατηγορουμένου εναντίον του Αντιεισαγγελέα και ορθά δεν ελήφθη υπ` όψη από τον πταισματοδίκη η καταγγελία του κατηγορουμένου κατά την απολογία του.
ΔΙΑΤΑΞΗ
Αριθ.26/1989 Χαλκίδα 20-6-1989
Στην προαναφερόμενη έγκληση εκτίθεται ότι από την Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών σχηματίσθηκε σε βάρος του εγκαλούντος, αυτεπαγέλτως (άρθρ.243.2 ΚΠΔ) δικογραφία για παράνομη οπλοφορία (άρθρ.1 και 6 ν.495/1976) ήτις υπεβλήθη στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και εχρεώθη εις τον Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Η.Κ., όστις άσκησε κατά του εγκαλούντος ποινικήν δίωξιν για την προλεχθείσα αξιόποινο πράξη και παρήγγειλε εις τον πταισματοδίκη Αθηνών να λάβει απολογία κατηγορουμένου (νυν εγκαλούντος). Εις εκτέλεσιν της παραγγελίας του ως του αναφερομένου εισαγγελέως, ελήφθη από τον προλεχθέντα ανακριτικό υπάλληλο απολογία του Κ.Α στις 17-9-1987, σύμφωνα με τα οριζόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 100,101,102,103,104,273 και 274 ΚΠΔ εις την οποία ο ανωτέρω, εκτός των υπερασπιστικών επιχειρημάτων και ισχυρισμών που αναπτύσει, αναφέρει επί λέξει και τα κάτωθι:...Κατηγορώ τον αντεισαγγελέα πρωτοδικών κ.Η.Ν.Κ.για ολιγωρίαν διότι δεν εμελέτησε καλώς ως είχε υποχρέωση τα στοιχεία της δικογραφίας αυτής και αντί να ασκήσει ποινική δίωξη κατά αγνώστων για απόπειρα ανθρωποκτονίας, βλέπετε στοιχεία καταθέσεώς μου,καταθέσεως της μάρτυρος Π.Κ., δικηγόρου και του αστυνομικου Π.Μ ΚΑΙ Ζ.Α., άσκησε ποινική δίωξη άνευ θεμελιώσεως εκ των στοιχείων της δικογραφίας για παράνομο οπλοφορία ν.495/1976. Επί παραβάσει του ΝΔ 74/1979 περί πειθαρχικού δικαίου δικαστικών λειτουργών (μείωσις του κύρους του δικαστικού λειτουργού και του γοήτρου της δικαιοσύνης). Παρακαλώ όπως η δικογραφία αυτή αποσταλεί στόν αρμόδιο εισαγγελέα εφετών για τις δικές του ενέργειες. Ακολούθως την δικογραφία επιστραφείσα εις την εισαγγελία πρωτοδικών Αθηνών,εχρεώθη, ως προανακριτικήν πλέον, ο εγκαλούμενος αντεισαγγελεύς, όστις αφού εμελέτησε ταύτην, παρεπέμψε την υπόθεση δι`απ`ευθείας κλήσεως του κατηγορουμένου εις το ακροατήριον του αρμόδιου δικαστηρίου (Τριμελούς Πλημελειοδικείου Αθηνών-άρθρ.244ΚΠΔ). Κατά του εγκαλούντα, η τοιαύτη ενέργεια του εγκαλουμένου αντεισαγγελέως, έγινε κατά παράβασιν των καθηκόντων της υπηρεσίας του και με σκοπό να προσπορίσει εις άλλον και δη τον Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Η.Κ.,παράνομον όφελος. Η ορθή και νόμιμος ενέργεια, έπρεπε αντιθέτως να είναι η υποβολή της δικογραφίας εισ τον εισαγγελέα εφετών Αθηνών, προκειμένου αυτός να κρίνει αν συντρέχει περίπτωση ασκήσεως πειθαρχικής διώξεως κατά του αντεισαγγελέως πρωτοδικών Η.Κ. Δια τον λόγον δε αυτόν, ο εγκαλών αιτείται να ασκηθεί κατά του εγκαλουμένου η προσήκουσα ποινική δίωξις.
Εκ του συνδυασμού των διατάξεων των άρθρων 33,34,36,37,42,43,72,100 ΚΠ273,274 ΚΠΔ προκύπτει ότι οι ανακριτικοί υπάλληλοι οφείλουν να ανακοινώσουν χωρίς χρονοτριβή στον αρμόδιο εισαγγελέα οτιδήποτε πληροφορούνται με κάθε τρόπο για αξιόποινη πράξη που διώκεται αυτεπαγγέλτως. Η ανακοίνωση γίνεται γραπτώς και πρέπει να περιέχει όλα τα στοιχεία που υπάρχουν και αφορούν την αξιόποινη πράξη, τους δράστες και τις αποδείξεις. Εις την καθ` οιονδήποτε τρόπον γνώση περιλαμβάνεται βεβαίως εν πρώτοις, η γνώση την οποία λαμβάνουν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, κατ`εξοχήν δε κατόπιν μηνύσεως ή εγκλήσεως υποβληθείσης πρός αυτούς παρ` ιδιώτου(άρθρ.42.3 ΚΠΔ). Περί του τρόπου δε υποβολής της μηνύσεως και των τηρητέων διατυπώσεων γίνεται λόγος εισ την παραγρ.2 του άρθρου 42ΚΠΔ πλήν όμως η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών καθ`όσον αφορά εισ την μήνυση και την έγκληση επί των αυτεπαγγέλτως διωκομένων εγκλημάτων στερείται σημασίας. Επί των εγκλημάτων αυτών κι αν ακόμη η υποβλειθήσα στην εισαγγελεία μήνυση ή έγκληση είναι ως τοιαύτη παράτυπος (λ.χ έλλειψη ειδικού πληρεξούσιου, μη σύνταξις εκθέσεως εγχειρίσεως), δεν παύει να αποτελεί "είδησιν" περί τελέσεως αξιόποινου πράξεως, ήτις κατ` άρθρον 36ΚΠΔ ωσαύτως εις υποχρέωσιν του εισαγγελέως προς κίνησιν της ποινικής διώξεως (βλ.σχετ. Ν. Ανδρουλάκη, Θεμελειώδεις έννοια της Ποινικής Δίκης,τ.Γ`,1979,σελ.195,199, Χρήστου Δέδε, Ποινική Δικονομία έκδ.ε`σελ 324-327, Κων/νου Σταματάκη- Χρίστου Μπάκα, εφαρμογή της Ποίνικης Δικονομίας, 1987,σελ. 175). Εξάλλου, την ιδιότητα του κατηγορουμένου την αποκτά εκείνος εναντίον του οποίου ο εισαγγελεύς άσκησε ρητά την ποινικήν δίωξη, εκείνος στον οποίο σε οποιοδήποτε στάδιο της ανάκρισης αποδίδεται η αξιόποινη πράξη και εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση, στην έγκληση, στην αίτηση ή στην έκθεση (σχετ.αρθρ.148,148,150,151,152ΚΠΔ) για αξιόποινη πράξη. Η δε απολογία του κατηγορουμένου αποτελεί μέσον υπερασπίσεως αυτού αποδεικτικόν δε μέσον καθ`ο μέρος αποτελεί ομολογίαν (άρθρ. 178ΚΠΔ) εκτιμωμένη ελευθέρως υπό του δικαστηρίου (άρθρ.177 ΚΠΔ). Ο κατηγορούμενος απολογούμενος, δικαιούται όχι μόνον να παρασιωπήσει αυτοβούλως την επικίνδυνον εις αυτόν αλήθεια, αλλά και να αρνηθεί απάντηση εις σαφώς υποβαλλομένην εις αυτόν ερώτηση, να αρνηθεί ψευδόμενος την αλήθεια περιστατικών δυνάμεων να τον ενοχοποιήσουν, να διαστρεβλώσει την αντικειμενική αλήθεια, να εκθέσει ψευδή γεγονότα δια των οποίων επιδιώκει να απαλλαγεί της κατηγορίας (βλ.σχετ.Βαβαρέτου-Κονταξή ΚΠΔ εκδ.στ`737 και εκει παραπομπή σε Ι.Δασκαλόπουλο, ΠΧ ΙΔ σελ 251, Γαρδίκα ΠΧ Θ`193 ΠλημΠειραιώς 134/1963,προτ.αντ.εις.Σ. Παπαδέλη ΠΧ ΙΓ` σελ.118).Και τούτο διότι η απολογία αποτελεί πρωτίστως μέσον υπερασπίσεως του ως προελέχθει(βλ. σχετ. και πργ. 2 του άρθρ.273 ΚΠΔ εις την οποία ορίζεται ότι : Αφού εξακριβωθεί η ταυτότητα του κατηγορουμένου και του εξηγηθούν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 103, εκείνος που ενεργεί την εξέταση του εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια την πράξη για την οποία κατηγορείται και τον προσκαλεί να απολογηθεί και να υποδείξει τα μέσα της υπεράσπισής του. Ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να αρνηθεί να απαντήσει...:Ο κατηγορούμενος-επομένως- κατά την απολογίαν του και εφόσον δεχθεί φυσικά να απαντήσει. Περιορίζεται εις την ανάπτυξη των υπερασπιστικών αυτού επιχειρημάτων με τον τρόπο που ο ίδιος κρίνει σκόπιμον (εφόσον η Ποινική Δικονομία του αναγνωρίζει ως προς τον τρόπο που θα ακολουθήσει ελευθερίαν κινήσεως ως προελέχθει), υποδεικνύει τα μέσα υπερασπίσεως του (μάρτυρες, έγγραφα και άλλα, έστω και ενέχοντα ηθικήν απαξίαν-Γαρδίκας όπου παραπομπήν), ή και ομολογεί. Περιστατικά όμως άσχετα της κατηγορίας, και καταγγελίες δυνάμενες να ενοχοποιήσουν οιονδήποτε όσαι να προκαλέσουν την ποινικήν ή την πειθαρχικήν του δίωξιν δεν δύνανται να αποτελέσουν μέρος της απολογίας, εφόσον ο νόμος διαγράφει σαφώς το περιεχόμενον αυτής. Πολύ δε περισσότερον δεν δύνανται να προσδώσουν εις τινα την ιδιότητα του κατηγορουμένου ή πειθαρχικώς διωκτέου (άρθρου 72 ΚΠΔ). Ο νόμος απαιτεί για την πρόσκτηση της ιδιότητος αυτής πλην άλλων να αναφέρεται τις στην μήνυση, στην έγκληση, στην αίτηση ή στην έκθεση για αξιόποινη πράξη. Η απολογία δεν συνιστά μήνυση, η έγκληση, ή αίτηση, ή έκθεση για αξιόποινη πράξη. Αλλά ούτε και απλή "είδησις" περί τελέσεως αξιοποίνου πράξεως δύναται εν όλω ή εν μέρει να θεωρηθεί. Εν εναντία περιπτώσει και ενόψει της ελευθερίας της οποίας απολαύει ο κατηγορούμενος κατά την λήψιν της και την ανάπτυξη των υπεραστικών του επιχειρημάτων, θα ηδύνατο ούτος ακωλύτως να ενοχοποιεί οιονδήποτε να αχρηστεύει αποδεικτικά μέσα (λ.χ.μάρτυρες) που η κατηγορούσα αρχή η και ο πολιτικός ενάγων θέλουν χρησιμοποιήσει δια να αποδείξουν την σε βάρος του κατηγορίαν, και μάλιστα χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνον να καταμηνυθεί δια ψευδή καταμήνυσιν, ψευδορκίαν μάρτυρος, συκοφαντηκή δυσφήμηση, εφόσον δρα εκ της θέσεως του κατηγορουμένου, ακριβώς λόγω της ιδιότητος του αυτής και της ελευθερίας και ατιμωρησίας που του αναγνωρίζεται. Η ανάπτυξη επομένως των υπερασπιστικών του επιχειρημάτων, τελεί υπο τον περιορισμό της μη ενοχοποιήσεως άλλων, αθώων ή και μη. Εφόσον ούτος επιθυμεί την ποινικήν δίωξιν τινος, έχοντος ή μη σχέσιν με την κατηγορίαν και την υπόθεσιν, δύναται να υποβάλει μήνυση ή έγκληση σύμφωνα με τις διατυπώσεις που προαναφέρθηκαν και εάν πρόκειται για έγκλημα αυτεπαγγέλτως διωκόμενον και παρατύπως έστω. Ενόψει αυτών φρονώ, ότι οι προεκτεθείσες καταγγελίες που διατύπωσε ο εγκαλών εν τη εκθέσει περί της απολογίας του ενώπιον του πταισματοδίκη Αθηνών δεν δύνανται να αποτελέσουν μέρος αυτής (απολογίας) και ορθώς δεν ελήφθησαν υπ`όψιν υπό του εγκαλούμενου αντεισαγγελέως. Κατά συνέπεια η έγκληση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος (άρθρ. 471 ΚΠΔ ) αντίγραφο δε της παρούσης να επιδοθεί στον εγκαλούντα διωκούμενον να ασκήσει την από την διάταξη του άρθρου 48 ΚΠΔ προβλεπόμενη προσφυγή.
Σπ.ΜΟΥΖΑΚΙΤΗΣ
Αντεισαγγελεύς Πρωτοδικών